Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Α - Πραγματικά περιστατικά
1. Η παρούσα υπόθεση, της οποίας επελήφθη το Δικαστήριο κατόπιν προσφυγής μιας ιταλικής ενώσεως επιχειρήσεων παραγωγής σιδήρου και χάλυβα, καθώς και τριών ιταλικών επιχειρήσεων παραγωγής σιδήρου και χάλυβα (από τις οποίες οι δύο συνιστούν συγκέντρωση επιχειρήσεων κατά την έννοια του άρθρου 66 της Συνθήκης ΕΚΑΧ), αναφέρεται, και πάλι, στο σύστημα ποσοστώσεων της παραγωγής σιδήρου και χάλυβα που επιβλήθηκε βάσει του άρθρου 58 της Συνθήκης ΕΚΑΧ, σύστημα το οποίο, υπό τις διάφορες μορφές υπό τις οποίες εφαρμόστηκε από το 1980, απετέλεσε ήδη αντικείμενο σειράς υποθέσεων.
2. Πριν από τη λήξη της ισχύος της αποφάσεως 234/84 (1) (η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 18α προβλεπόταν για τις 31 Δεκεμβρίου 1985), η Επιτροπή προέβη, ήδη από το φθινόπωρο του 1985, σε νέα εκτίμηση της καταστάσεως. Στο πλαίσιο της εκτιμήσεως αυτής κατέληξε στο συμπέρασμα - όπως προκύπτει από ανακοίνωσή της προς το Συμβούλιο, της 25ης Σεπτεμβρίου 1985 - ότι μετά την 31η Δεκεμβρίου 1985 θα μπορούσαν να εξαιρεθούν από το σύστημα ποσοστώσεων που επρόκειτο να παραταθεί οι κατηγορίες ΙV, V, Ιγ και Ιδ. Επειδή το Συμβούλιο δεν εξέδωσε την προβλεπόμενη από το άρθρο 58, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚΑΧ σύμφωνη γνώμη, με την απόφαση 3485/85 (2), η οποία παρέτεινε το σύστημα ποσοστώσεων μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 1987, εξαιρέθηκαν μόνο οι κατηγορίες Ιδ και V. Στην απόφαση αυτή, ωστόσο, αναφερόταν ότι η Επιτροπή είχε την πρόθεση, πριν από το τέλος του έτους 1986, να ζητήσει τη σύμφωνη γνώμη του Συμβουλίου για την εξαίρεση και άλλων κατηγοριών προϊόντων από το σύστημα ποσοστώσεων από 1ης Ιανουαρίου 1987 (άρθρο 19).
3. Πράγματι η Επιτροπή, με ανακοίνωσή της προς το Συμβούλιο, της 2ας Οκτωβρίου 1986, πρότεινε την από 1ης Ιανουαρίου 1987 εξαίρεση των κατηγοριών ΙV, Ιγ και VΙ καθώς και των αρχικών προϊόντων της κατηγορίας Ιγ και μέρους της κατηγορίας ΙΙΙ. Ούτε, όμως, η πρόταση αυτή έγινε δεκτή. 'Οπως είναι γνωστό, η Επιτροπή δεν στηρίχθηκε στο άρθρο 58, παράγραφος 3, το οποίο ρητώς αναφέρεται στο άρθρο 18 της αποφάσεως 3485/85 και το οποίο ορίζει ότι:
"Το καθεστώς των ποσοστώσεων λήγει προτάσει της Ανωτάτης Αρχής προς το Συμβούλιο κατόπιν διαβουλεύσεως με τη Συμβουλευτική Επιτροπή ή προτάσει της κυβερνήσεως κράτους μέλους, εκτός αν το Συμβούλιο αποφασίσει άλλως, ομοφώνως μεν εφόσον η πρόταση προέρχεται από την Ανωτάτη Αρχή, με απλή δε πλειοψηφία εφόσον η πρόταση προέρχεται από μία κυβέρνηση."
4. Η Επιτροπή προτίμησε αντιθέτως - όπως αναφέρεται στο άρθρο 19 της αποφάσεως 3485/85 - να ζητήσει τη σύμφωνη γνώμη του Συμβουλίου, βάσει του άρθρου 58, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚΑΧ το οποίο ορίζει ότι:
"Σε περίπτωση μειώσεως της ζητήσεως, αν η Ανωτάτη Αρχή κρίνει ότι η Κοινότητα ευρίσκεται ενώπιον περιόδου έκδηλης κρίσεως και ότι τα μέτρα δράσεως που προβλέπονται στο άρθρο 57 δεν επαρκούν για την αντιμετώπισή της, οφείλει η ιδία, κατόπιν διαβουλεύσεως με τη Συμβουλευτική Επιτροπή και μετά σύμφωνη γνώμη του Συμβουλίου, να καθορίσει ένα σύστημα ποσοστώσεων της παραγωγής, συνοδευόμενο, στο βαθμό που είναι αναγκαίο, από τα μέτρα που προβλέπονται στο άρθρο 74."
5. Ελλείψει σύμφωνης γνώμης του Συμβουλίου (οι εκπρόσωποι του Βελγίου, της Γερμανίας και του Λουξεμβούργου αντιτάχθηκαν, κατά τη συνεδρίαση του Συμβουλίου της 20ής Οκτωβρίου 1986, στην ελευθέρωση των κατηγοριών ΙΙΙ, ΙV και VΙ, χωρίς να μεταβάλουν γνώμη κατά τη συνεδρίαση της 18ης Νοεμβρίου 1986), η απόφαση 3746/86 (3), με την οποία τροποποιήθηκε η απόφαση 3485/85, εξαίρεσε από το σύστημα ποσοστώσεων μόνο τα προϊόντα της κατηγορίας Ιγ και τα ημιτελή προϊόντα της κατηγορίας αυτής. Η κατάσταση, εξάλλου, δεν μεταβλήθηκε ούτε όταν το ζήτημα εξετάστηκε εκ νέου κατά τις συνεδριάσεις της 19ης Μαρτίου 1987 (οι αντιπροσωπείες του Λουξεμβούργου και της Ελλάδας αντιτάχθηκαν στην επέκταση της φιλελευθεροποιήσεως) και της 1ης Ιουνίου 1987. Οι κατηγορίες ΙV και VΙ ελευθερώθηκαν από το σύστημα ποσοστώσεων μόλις με την απόφαση 194/88, της 6ης Ιανουαρίου 1988 (4).
6. Μη ικανοποιημένη από το περιεχόμενο που έλαβε η απόφαση 3746/86, η προαναφερθείσα ένωση (τα 74 μέλη της οποίας παράγουν κυρίως προϊόντα των κατηγοριών ΙV και VΙ, ενώ ένα μέλος παράγει προϊόντα της κατηγορίας ΙΙΙ) άσκησε, στις 3 Φεβρουαρίου 1987, προσφυγή με την οποία ζητεί την ακύρωση της αποφάσεως 3746/86, η διαδικασία εκδόσεως της οποίας δεν ήταν, κατά τη γνώμη της, η ορθή.
7. Βάσει της αποφάσεως 3485/85 (η οποία τροποποιήθηκε με την απόφαση 3746/86) και σύμφωνα με την απόφαση 3673/86 (5) (η οποία καθόρισε τα ποσοστά μειώσεως για το πρώτο τρίμηνο του 1987), καθορίστηκαν για τις υπόλοιπες από τις προαναφερθείσες επιχειρήσεις (οι οποίες παράγουν μόνο προϊόντα της κατηγορίας ΙV - όπως η προσφεύγουσα στην υπόθεση 52/87 - ή βαρείς μορφοχάλυβες της κατηγορίας ΙΙΙ - όπως η προσφεύγουσα στην υπόθεση 57/87) οι ποσοστώσεις για το πρώτο τρίμηνο του 1987 με τις ανακοινώσεις της 23ης Δεκεμβρίου 1986. Επειδή και οι επιχειρήσεις αυτές έκριναν ότι το νομικό έρεισμα - εφόσον κριθεί ότι η απόφαση 3746/86 μπορεί να αποτελέσει νομικό έρεισμα - των εν λόγω ανακοινώσεων δεν ήταν ορθό, άσκησαν με τη σειρά τους, στις 20 και 25 Φεβρουαρίου 1987, προσφυγές ακυρώσεως των εγγράφων που τους απηύθυνε η Επιτροπή στις 23 Δεκεμβρίου 1986.
8. Επί των τριών αυτών υποθέσεων και βάσει του συνόλου των επιχειρημάτων που διατυπώθηκαν προφορικώς ή γραπτώς έχω να παρατηρήσω τα ακόλουθα.
Β - Η γνώμη μου επί της υποθέσεως
Ι - Επί του παραδεκτού
9. Επειδή η Επιτροπή διατύπωσε αμφιβολίες ως προς το παραδεκτό της προσφυγής στην υπόθεση 32/87, θα εξετάσω πρώτα το ζήτημα αυτό.
10. 1. Θα μπορούσα να είμαι σύντομος ως προς το επιχείρημα της Επιτροπής ότι η απόφαση 3746/86, η οποία ελευθέρωσε μόνο προϊόντα της κατηγορίας Ιγ, δεν αφορά την προσφεύγουσα, καθόσον κανένα από τα μέλη της δεν παράγει προϊόντα της κατηγορίας αυτής, και ότι, συνεπώς, δεν συνιστά έναντι αυτής βλαπτική πράξη.
11. 'Εχω την εντύπωση ότι η Επιτροπή δεν επέμεινε στην άποψη αυτή μετά τη διευκρίνιση της προσφεύγουσας ότι η εν λόγω απόφαση δεν προσβάλλεται επειδή ελευθερώνει από το σύστημα ποσοστώσεων την κατηγορία Ιγ, αλλά επειδή δεν ελευθερώνει επίσης και άλλες κατηγορίες (όπως θα μπορούσε βάσει του άρθρου 58, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΚΑΧ). Η προσφεύγουσα και τα μέλη της θεωρούν ότι θίγονται από το γεγονός ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν προχώρησε αρκετά (ελευθερώνοντας, επίσης, τις κατηγορίες ΙΙΙ, ΙV και VΙ, με το άρθρο 4 της αποφάσεως 3485/85) και, συνεπώς, δεν ευσταθούν οι αντιρρήσεις ως προς την ύπαρξη εννόμου συμφέροντος.
12. 2. Μία άλλη αντίρρηση για το παραδεκτό της προσφυγής αφορά το γεγονός ότι η επίδικη πράξη συνιστά, στην πραγματικότητα, απόφαση γενικής ισχύος. Ως γνωστό, τις πράξεις αυτές δεν μπορούν να τις προσβάλουν απευθείας οι επιχειρήσεις ή οι ενώσεις επιχειρήσεων παρά μόνον αν αποδείξουν ότι συνιστούν, έναντι αυτών, κατάχρηση εξουσίας. Η Επιτροπή, όμως, διαπιστώνει ότι τέτοιος λόγος δεν προβάλλεται στην προσφυγή. Κατά τη γνώμη της, η προσφυγή περιέχει, πράγματι, λόγους για τη στήριξη του βασίμου της, αλλά όχι και τον ισχυρισμό καταχρήσεως εξουσίας εις βάρος της προσφεύγουσας ούτε παράθεση επιχειρημάτων που να τον αποδεικνύουν.
α) Από την άποψη αυτή η Επιτροπή αναφέρεται, καταρχάς, στη νομολογία, σύμφωνα με την οποία η ύπαρξη καταχρήσεως εξουσίας πρέπει ρητώς να προβάλλεται και να αναφέρονται οι λόγοι από τους οποίους προκύπτει (απόφαση στην υπόθεση 3/54) (6) σύμφωνα με τη νομολογία αυτή (όπως τονίζεται στην απόφαση επί των συνεκδικασθεισών υποθέσεων 55 έως 59 και 61 έως 63/63 (7)) πρέπει να προβάλλονται περιστατικά από τα οποία να προκύπτει βασίμως η ύπαρξη καταχρήσεως εξουσίας εις βάρος του προσφεύγοντος ή πραγματικά περιστατικά τα οποία λυσιτελώς να στηρίζουν την άποψη ότι είναι πιθανή η ύπαρξη καταχρήσεως εξουσίας (όπως τονίζεται στην απόφαση επί των συνεκδικασθεισών υποθέσεων 3 και 4/64 (8)).
13. Κατά τη γνώμη μου δεν μπορεί, ωστόσο, να υποστηριχθεί, ότι το δικόγραφο της προσφυγής δεν πληροί της προϋποθέσεις αυτές. Πράγματι, κεντρικό σημείο των επιχειρημάτων που προβάλλει η προσφεύγουσα αποτελεί η άποψη ότι, κατά την έκδοση της επίδικης αποφάσεως, η Επιτροπή προέβη σε καταστρατήγηση διαδικασίας εφαρμόζοντας το άρθρο 58, παράγραφος 1, αντί του άρθρου 58, παράγραφος 3. Αυτή η καταστρατήγηση διαδικασίας συνιστά κατάχρηση εξουσίας, όπως τονίζεται στις αποφάσεις επί της υποθέσεως 2/57 (9) και επί των συνεκδικασθεισών υποθέσεων 140, 146, 221 και 226/82 (10) (η οποία αναφέρεται στην παράκαμψη μιας ειδικής διαδικασίας). Εξάλλου, δεν χωρεί αμφιβολία - χωρίς να χρειάζεται να αποδειχθεί ο ισχυρισμός αυτός - ότι το δικόγραφο της προσφυγής περιλαμβάνει ουσιαστικά επιχειρήματα που καθιστούν πιθανό το βάσιμο των προβαλλομένων ισχυρισμών.
14. Δεν μπορεί, συνεπώς, να αμφισβητηθεί η προβολή του ισχυρισμού περί καταχρήσεως εξουσίας (το αν ο ισχυρισμός αυτός είναι βάσιμος ανάγεται στην εξέταση της προσφυγής επί της ουσίας).
15. β) Διαφορετικό θα μπορούσε, ίσως, να είναι το συμπέρασμα ως προς την απαίτηση αποδείξεως καταχρήσεως εξουσίας έναντι της προσφεύγουσας. Η νομολογία που παρέθεσα στις προτάσεις μου επί της υποθέσεως 250/83 (11), επιτρέπει τη διατύπωση μιας τέτοιας υποθέσεως. 'Οπως πράγματι προκύπτει, η χρησιμοποίηση της εκφράσεως αυτής αποσκοπεί στον περιορισμό του δικαιώματος προσφυγής σε υποθέσεις στις οποίες τα ατομικά στοιχεία υπερέχουν σύμφωνα με το άρθρο 33, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΚΑΧ προϋπόθεση για την άσκηση της προσφυγής είναι - όπως προκύπτει από την απόφαση στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 55 έως 59 και 61 έως 63/63 - ότι ο προσφεύγων έχει υποστεί άμεση ζημία, πράγμα που δεν συμβαίνει όταν μία γενική απόφαση αφορά κατά τον ίδιο τρόπο πολλές επιχειρήσεις.
16. Στην παρούσα, ωστόσο, περίπτωση είναι σαφές ότι η επικρινόμενη περιορισμένη ελευθέρωση δεν αφορά μόνο τα 74 μέλη της προσφεύγουσας, αλλά όλες τις επιχειρήσεις παραγωγής προϊόντων τα οποία παρά την πρόταση της Επιτροπής δεν ελευθερώθηκαν από το σύστημα των ποσοστώσεων.
17. Με την πρόσφατη, όμως, νομολογία του Δικαστηρίου δίνεται η εντύπωση ότι η συσταλτική αυτή άποψη δεν είναι πλέον δικαιολογημένη. Αναφέρω την απόφαση στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 140, 146, 221 και 226/82, στην οποία κρίθηκε παραδεκτή η προσφυγή ενώσεως, ορισμένα μέλη της οποίας είχαν εξαιρεθεί από την επιβολή ποσοστώσεων που προέβλεπε η προσβαλλόμενη γενική απόφαση. Σημειώνω, επίσης, ότι το Δικαστήριο στην υπόθεση 250/83, στην οποία το Δικαστήριο δεν έκανε δεκτή την άποψή μου (κατά την οποία δεν είχε επιβληθεί καμία ιδιαίτερη θυσία στην προσφεύγουσα διότι, όπως οι περισσότερες μεγάλες επιχειρήσεις παραγωγής σιδήρου και χάλυβα, είχε αποκλεισθεί από το σύστημα προσαρμογής διότι είχε λάβει ενισχύσεις για την κάλυψη ζημιών εκμεταλλεύσεως) έκρινε και πάλι παραδεκτή την προσφυγή κατά αποφάσεως γενικής ισχύος.
18. Αν, κατά συνέπεια, χρησιμοποιηθεί ένα κριτήριο διασταλτικό, θα μπορούσε να θεωρηθεί επαρκές - σε ό,τι αφορά τις προϋποθέσεις παραδεκτού που προβλέπει το άρθρο 33, εδάφιο 2, της Συνθήκης ΕΚΑΧ - το γεγονός ότι η προσφεύγουσα προέβαλε τον ισχυρισμό ότι τα μέλη της εθίγησαν ιδιαιτέρως από την προσβαλλόμενη απόφαση καθόσον παράγουν προϊόντα τα οποία έπρεπε να είχαν ελευθερωθεί από το σύστημα ποσοστώσεων και υπέστησαν δυσμενή διάκριση σε σχέση με τους παραγωγούς εκείνους τα προϊόντα των οποίων πράγματι ελευθερώθηκαν.
19. 3. Αμφισβητήθηκε, τέλος, η ύπαρξη νομίμου συμφέροντος.
20. Η Επιτροπή τόνισε, σχετικώς, στις γραπτές παρατηρήσεις της ότι, αφενός μεν, δεν είναι βέβαιο ότι η εφαρμογή του άρθρου 58, παράγραφος 3, θα είχε ως αποτέλεσμα μεγαλύτερης εκτάσεως ελευθέρωση από το σύστημα ποσοστώσεων (διότι το Συμβούλιο με ομόφωνη απόφασή του θα μπορούσε να την αποτρέψει) αφετέρου δε, δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο - στην περίπτωση κατά την οποία η προσβαλλόμενη απόφαση ακυρωθεί λόγω μη εφαρμογής του άρθρου 58, παράγραφος 3 - να καταλήξει η Επιτροπή, στο πλαίσιο της εκ νέου εξετάσεως της υποθέσεως, σε διαφορετικά συμπεράσματα και, επομένως, σε προτάσεις για μικρότερης εκτάσεως τροποποιήσεις από εκείνες που είχε προτείνει το 1986.
21. Εξάλλου, κατά την προφορική διαδικασία, η Επιτροπή τόνισε ότι δεν σχεδιάζει για το ορατό μέλλον (δηλαδή για την μετά την 1η Ιουλίου 1988 περίοδο), να προβεί σε μερική ελευθέρωση της κατηγορίας ΙΙΙ (λόγω των ποσοτήτων αναφοράς που μεταφέρθηκαν έκτοτε στην κατηγορία αυτή και της δυσχερείας διακρίσεως μεταξύ των διαφόρων προϊόντων που την αποτελούν). Εξάλλου, στις γραπτές παρατηρήσεις της αμφισβήτησε την ύπαρξη εννόμου συμφέροντος με την αιτιολογία ότι η ελευθέρωση των κατηγοριών ΙV και VΙ, την οποία η προσφεύγουσα θεωρεί ορθή, είχε ήδη πραγματοποιηθεί εν τω μεταξύ (με την απόφαση της 6ης Ιανουαρίου 1988).
22. α) Το τελευταίο από τα επιχειρήματα αυτά δεν νομίζω ότι μπορεί να θεωρηθεί βάσιμο. Η προσφεύγουσα θεωρεί ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία εκδόθηκε στις 5 Δεκεμβρίου 1986 και τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 1987, είναι πλημμελής, καθόσον δεν προβλέπει την ελευθέρωση των κατηγοριών ΙV και VΙ καθώς και μέρους της κατηγορίας ΙΙΙ. Ζητεί, κατά συνέπεια, να αναγνωριστεί ο παράνομος χαρακτήρας της, να εξεταστεί και πάλι η κατάσταση από 1ης Ιανουαρίου 1987 και να αντικατασταθεί η απόφαση, από την ημερομηνία ενάρξεως της ισχύος της, με άλλη η οποία να προβλέπει μεγαλύτερης εκτάσεως ελευθέρωση από το σύστημα των ποσοστώσεων. Η προσφεύγουσα έχει πράγματι έννομο συμφέρον για τη λήψη των μέτρων αυτών, αν ληφθεί υπόψη η ποσότητα που πράγματι παρήχθη κατά το έτος 1987, το συμφέρον δε αυτό είναι διαφορετικό από εκείνο που ικανοποιήθηκε με την απόφαση της 6ης Ιανουαρίου 1988. Συνεπώς - σε ό,τι αφορά τις δύο κατηγορίες προϊόντων - δεν μπορεί να αμφισβητηθεί η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος για την τροποποίηση, από 1ης Ιανουαρίου 1988, της νομικής καταστάσεως.
23. β) Ως προς το επιχείρημα της Επιτροπής κατά το οποίο δεν ήταν βέβαιο ότι η εφαρμογή του άρθρου 58, παράγραφος 3, τον Οκτώβριο του 1986, θα είχε ως αποτέλεσμα την έκδοση διαφορετικής αποφάσεως (δηλαδή ελευθέρωση από το σύστημα ποσοστώσεων στην έκταση που επιθυμούσε η Επιτροπή), η προσφεύγουσα βασίμως απάντησε, επικαλούμενη στη σχετική νομολογία, ότι δεν έχει σημασία το αν θα μπορούσε με βεβαιότητα να υποστηριχθεί ότι η εφαρμογή του άρθρου 58, παράγραφος 3, θα κατέληγε σε διαφορετικό αποτέλεσμα από εκείνο της προσβαλλομένης αποφάσεως κατά την εξέταση του παραδεκτού αρκεί να θεωρείται ως πιθανό και ενδεχόμενο ότι η εφαρμογή του άρθρου 58, παράγραφος 3, θα είχε ως συνέπεια την έκδοση διαφορετικής αποφάσεως. Το διαφορετικό αυτό αποτέλεσμα είναι, όμως, πράγματι πιθανό, μπορεί δηλαδή να υποστηριχθεί ότι τουλάχιστον ένα κράτος μέλος (που θα επαρκούσε, κατά το άρθρο 58, παράγραφος 3) θα είχε υποστηρίξει την πρόταση της Επιτροπής. Αναφέρομαι, σχετικά, στην επιφύλαξη που διατύπωσε η ιταλική αντιπροσωπεία κατά τη συνεδρίαση του Συμβουλίου της 18ης Νοεμβρίου 1986 ως προς την ελευθέρωση μόνο της κατηγορίας Ιγ καθώς και στη διαπίστωση που διατυπώνεται στα πρακτικά της συνεδριάσεως του Συμβουλίου, της 18ης Μαρτίου 1987, σύμφωνα με την οποία η ιταλική αντιπροσωπεία θα υποστήριζε την κατά προτεραιότητα ελευθέρωση των προϊόντων της κατηγορίας VΙ πρέπει, επίσης, να αναφερθεί ότι η προσφεύγουσα υποστήριξε ότι και η αντιπροσωπεία των Κάτω Χωρών τάχθηκε υπέρ μιας ευρύτερης ελευθέρωσης. Δεν μπορεί να προβληθεί κατά των διαπιστώσεων αυτών το γεγονός ότι κανένα από τα εν λόγω κράτη δεν προσέβαλε ενώπιον του Δικαστηρίου την απόφαση της Επιτροπής αποδεικνύοντας έτσι τη σημασία που αποδίδει στην ευρύτερη ελευθέρωση. Διότι είναι τελείως διαφορετικό να προσβάλλεται μια απόφαση ενώπιον του Δικαστηρίου και το να γίνεται δεκτή, σε συνεδρίαση του Συμβουλίου, η άποψη της Επιτροπής, σε σχέση με την εφαρμογή του άρθρου 58, παράγραφος 3, με συνέπεια την αποτροπή της ομόφωνης αρνησικυρίας.
24. γ) Σε ό,τι αφορά, εξάλλου, τα συμπεράσματα τα οποία θα μπορούσε να συναγάγει η Επιτροπή από την ενδεχόμενη ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως - αν θεωρηθεί βέβαιο ότι η κατάσταση θα εκτιμηθεί με τον ίδιο τρόπο όπως και πριν από την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως ή αν πράγματι υπάρξει τροποποίηση - πρέπει να γίνει διάκριση ανάλογα με τις κατηγορίες των προϊόντων.
25. Για τις κατηγορίες ΙV και VΙ πρέπει να διαπιστωθεί ότι κατά την άσκηση της προσφυγής δεν συνέτρεχε κανένας λόγος για μία νέα εκτίμηση της καταστάσεως (πράγματι, το Μάρτιο του 1987, η Επιτροπή είχε σαφώς δηλώσει ότι εφόσον η κρίση παρήλθε ετάσσετο υπέρ της ελευθερώσεως και ότι δεν είχε την πρόθεση να συμπράξει στην παράταση του συστήματος ποσοστώσεων πέραν του έτους 1987). Το ίδιο, κατά μείζονα λόγο, ισχύει και σήμερα, διότι, εν τω μεταξύ, έγινε γνωστό ότι με απόφαση της 6ης Ιανουαρίου 1988, η οποία ελήφθη με σύμφωνη γνώμη του Συμβουλίου, εξαιρέθηκαν οριστικώς οι δύο προαναφερθείσες κατηγορίες από το σύστημα ποσοστώσεων. Κατά συνέπεια, εάν μετά από ενδεχόμενη ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή υποχρεωνόταν να καταρτίσει μία ρύθμιση για τις δύο αυτές κατηγορίες, βάσει του άρθρου 58, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΚΑΧ, για την περίοδο από 1ης Ιανουαρίου 1987, βασίμως μπορεί να υποτεθεί ότι θα ελάμβανε την ίδια απόφαση.
26. Αντιθέτως, σε ό,τι αφορά τους μικρούς βαρείς μορφοχάλυβες της κατηγορίας ΙΙΙ, η κατάσταση είναι διαφορετική. Πράγματι, η Επιτροπή δήλωσε σαφώς, ως προς το θέμα αυτό, ότι ήταν υποχρεωμένη να αναθεωρήσει την άποψή της - για τους λόγους τους οποίους προανέφερα - (12) και ότι έπρεπε να αποκλειστεί κάθε ενδεχόμενο ελευθερώσεως των προϊόντων αυτών ακόμα και μετά την 1η Ιουλίου 1988. Μπορεί, συνεπώς, να θεωρηθεί ως βέβαιο ότι και μετά την ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως και την εκ νέου διατύπωσή της κατά το άρθρο 58, παράγραφος 3, η κατηγορία ΙΙΙ θα εξακολουθούσε να υπόκειται στο σύστημα ποσοστώσεων χωρίς τροποποίηση, από της απόψεως αυτής, της νομικής καταστάσεως.
27. Συνεπώς, πρέπει να θεωρηθεί ότι δεν υφίσταται έννομο συμφέρον σε ό,τι αφορά το ζήτημα της μη ελευθερώσεως των προϊόντων της κατηγορίας ΙΙΙ (μικροί βαρείς μορφοχάλυβες) λόγω μη εφαρμογής της ορθής διαδικασίας του άρθρου 58, παράγραφος 3 της Συνθήκης ΕΚΑΧ.
28. 4. Συνεπώς, ως συμπέρασμα του πρώτου αυτού μέρους της αναλύσεως, θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι η προσφυγή στην υπόθεση 32/87 - στη μόνη που το παραδεκτό της προσφυγής είχε τεθεί υπό αμφισβήτηση - είναι παραδεκτή, εκτός από το μέρος που αφορά τη σχετική με την κατηγορία ΙΙΙ ρύθμιση που προβλέπει η προσβαλλομένη απόφαση. 'Οπως, εξάλλου, προκύπτει - και το τονίζω από τώρα - στην υπόθεση 57/87, στην οποία προσφεύγουσες είναι επιχειρήσεις οι οποίες παράγουν αποκλειστικά προϊόντα της κατηγορίας ΙΙΙ, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος ο ισχυρισμός κατά τον οποίο η γενική απόφαση 3746/86 είναι άκυρη επειδή στηρίζεται στο άρθρο 58, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚΑΧ και δεν ελευθέρωσε τα προϊόντα της κατηγορίας ΙΙΙ από το σύστημα των ποσοστώσεων.
ΙΙ - Επί της ουσίας
29. 1. Η κύρια αιτίαση που διατυπώνεται στις τρεις υποθέσεις - στην υπόθεση 32/87 είναι μάλιστα η μόνη - είναι ότι η διαδικασία εκδόσεως της αποφάσεως 3746/86, η οποία τροποποίησε την απόφαση 3485/85, δεν ήταν η ορθή. Η απόφαση αυτή έπρεπε να εκδοθεί βάσει του άρθρου 58, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΚΑΧ, σύμφωνα με το οποίο πρόταση ελευθερώσεως από το σύστημα ποσοστώσεων που υποβάλλει η Επιτροπή, με την πεποίθηση ότι δεν συντρέχουν πλέον οι προϋποθέσεις του άρθρου 58, παράγραφος 1, μπορεί να απορριφθεί από το Συμβούλιο μόνο ομοφώνως, δηλαδή η πρόταση της Επιτροπής γίνεται αυτομάτως δεκτή όταν την υποστηρίζει τουλάχιστον ένα κράτος μέλος (ενώ η διαδικασία του άρθρου 58, παράγραφος 1, η οποία εφαρμόστηκε, απαιτεί τη σύμφωνη γνώμη του Συμβουλίου δηλαδή υπερψήφιση της προτάσεως με την πλειοψηφία που ορίζει το άρθρο 28).
30. Υποστηρίχθηκε, σχετικώς, ότι η εφαρμογή του άρθρου 58, παράγραφος 3, επιβάλλεται όχι μόνο στην περίπτωση πλήρους άρσεως του συστήματος ποσοστώσεων, αλλά επίσης και κατά την εξαίρεση ορισμένων προϊόντων, με συνέπεια την πλήρη ελευθερία παραγωγής τους. Υποστηρίχθηκε, επίσης, ότι το άρθρο 58 πρέπει να θεωρηθεί ως lex specialis σε σχέση με την παράγραφο 1 του ιδίου άρθρου, τα δε λιγότερο αυστηρά κριτήρια που προβλέπει για την κατάργηση του συστήματος των ποσοστώσεων εξηγούνται από το γεγονός ότι, στην ουσία, πρόκειται για διάταξη που αντιφάσκει με τις γενικές αρχές της Συνθήκης ((ιδίως με την απαγόρευση της κατανομής των αγορών που προβλέπει το άρθρο 4, στοιχείο δ) )) και μπορεί να ισχύσει μόνο ως εξαίρεση (όπως διευκρινίζουν τα άρθρα 5 και 57).
31. 'Οπως τονίστηκε γραπτώς και προφορικώς, η Επιτροπή συμμερίζεται την άποψη - που υποστηρίζεται και στην επιστήμη - ότι για την κατάργηση του συστήματος των ποσοστώσεων προβλέπεται απλούστερη διαδικασία, που καθορίστηκε λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι το σύστημα αυτό συνιστά, καθαυτό, ξένο σώμα στο σύστημα της Συνθήκης. Θεωρεί, εξάλλου, ότι το άρθρο 58, παράγραφος 3, μπορεί να εφαρμοστεί, παρά την ασαφή διατύπωσή του - ακόμα και όταν πρόκειται απλώς για την εξαίρεση μιας ή περισσοτέρων κατηγοριών προϊόντων από το σύστημα ποσοστώσεων, διότι η ratio legis της διατάξεως πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ακόμα και σε περιπτώσεις αυτού του είδους.
32. Η Επιτροπή υποστηρίζει, ωστόσο, ότι η παράγραφος 3 του άρθρου 58 δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να θεωρηθεί ως lex specialis σε σχέση με την παράγραφο 1. Η Επιτροπή διαθέτει, αντιθέτως, δικαίωμα επιλογής και έχει απολύτως δικαίωμα να προβεί στην κατάργηση του συστήματος των ποσοστώσεων με την έκδοση μιας "actus contrarius" σε σχέση με εκείνη με την οποία επιβλήθηκε το σύστημα (την οποία μνημονεύει μόνο το άρθρο 58, παράγραφος 1). Η εκτίμηση της οικονομικής καταστάσεως ως προς την ύπαρξη ή τη λήξη μιας περιόδου κρίσεως αποτελεί πράγματι λεπτή ενέργεια, λόγω της διαφορετικής καταστάσεως που επικρατεί στα διάφορα κράτη μέλη ή, ακόμα, μερικές φορές στο εσωτερικό του ιδίου κράτους. Προς τούτο, κατά την εκτίμηση αυτή πρέπει, κατά την άποψη της Επιτροπής, να λαμβάνονται υπόψη οι αντιρρήσεις που διατυπώνουν τα κράτη μέλη, ιδίως εκείνα των οποίων οι επιχειρήσεις σημειώνουν καθυστέρηση στη λήψη μέτρων αναδιαρθρώσεως. Εξάλλου, για την αντιμετώπιση της κρίσεως στους άλλους τομείς παραγωγής, η Επιτροπή έχει ανάγκη - όταν αίρεται μερικώς μόνο το σύστημα ποσοστώσεων - της συνεργασίας και της εμπιστοσύνης της πλειοψηφίας του Συμβουλίου. Το στοιχείο αυτό πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ακόμα και για τη θέσπιση απλών μέτρων περιορισμού του συστήματος των ποσοστώσεων.
33. Ως προς το θέμα αυτό, στην απόφαση του Δικαστηρίου πρέπει να τονίζεται ότι η Συνθήκη ΕΚΑΧ στηρίζεται στην αρχή της ελεύθερης αναπτύξεως των επιχειρήσεων (13) και ότι η Ανωτάτη Αρχή πρέπει να προσφεύγει κατά προτίμηση σε έμμεσους τρόπους δράσεως (14). Αν η Ανωτάτη Αρχή επιθυμεί να παρέμβη κατά τρόπο άμεσο, θεσπίζοντας π.χ. σύστημα ποσοστώσεων της παραγωγής που περιορίζει την ελευθερία αναπτύξεως των επιχειρήσεων, δεσμεύεται, βάσει των αρχών του κράτους δικαίου (15), από το κριτήριο σύμφωνα με το οποίο πρέπει "η Κοινότητα να ευρίσκεται ενώπιον περιόδου έκδηλης κρίσεως" (16). Κατά τη θέσπιση του συστήματος των ποσοστώσεων παραγωγής δεν έχει πλήρη διακριτική εξουσία, αλλά δεσμεύεται να ακολουθήσει μία νομικώς καθορισμένη διαδικασία, να ζητήσει, δηλαδή, τη γνώμη της Συμβουλευτικής Επιτροπής και να έχει τη σύμφωνη γνώμη του Συμβουλίου 16.
34. Σύμφωνα με το βασικό προσανατολισμό της Συνθήκης υπέρ της ελεύθερης αναπτύξεως των επιχειρήσεων και την υποχρέωση της Ανωτάτης Αρχής να προσφεύγει σε έμμεσους τρόπους δράσεως, το σύστημα του άρθρου 58 προβλέπει μία απλουστευμένη διαδικασία για την άρση του συστήματος των ποσοστώσεων. Το γεγονός αυτό οφείλεται, προφανώς, στη διαπίστωση ότι οι παρεμβάσεις στις σχέσεις παραγωγής, κατά τον τρόπο που τις επιτρέπει το άρθρο 58, πρέπει να παραμένουν εξαιρέσεις οι οποίες δεν δικαιολογούνται πλέον όταν η αρχική τους προϋπόθεση, η έκδηλη δηλαδή κρίση, έχει παύσει να υφίσταται.
35. 'Εχοντας υπόψη το σύστημα αυτό της Συνθήκης, κατά το οποίο κανόνα αποτελεί η επιχειρηματική ελευθερία, οι δε εξουσίες παρεμβάσεως της Ανωτάτης Αρχής συνιστούν την εξαίρεση, νομίζω ότι δεν μπορεί να γίνει δεκτή η άποψη της Επιτροπής, κατά την οποία η τελευταία είχε τη δυνατότητα επιλογής μεταξύ της διαδικασίας της παραγράφου 1 και της διαδικασίας της παραγράφου 3. Μόλις παρέλθει η κρίση η Επιτροπή οφείλει να άρει το σύστημα ποσοστώσεων εκμεταλλευόμενη προς τούτο όλες τις δυνατότητες δράσεως που διαθέτει. Οφείλει, κατά συνέπεια, να εφαρμόσει την παράγραφο 3, σύμφωνα με την οποία οι ρυθμίσεις που συνιστούν εξαίρεση αίρονται μετά από γνωμοδότηση της Συμβουλευτικής Επιτροπής, εφόσον δεν υφίσταται αντίθετη απόφαση του Συμβουλίου που να έχει ληφθεί ομοφώνως, πράγμα που σημαίνει ότι, στην περίπτωση αυτή, η Ανωτάτη Αρχή χρειάζεται την υποστήριξη ενός μόνο κράτους μέλους.
36. Σύμφωνα με το άρθρο 58, παράγραφος 3, η Ανωτάτη Αρχή, δηλαδή η Επιτροπή, υποβάλλει την πρότασή της μετά τη γνωμοδότηση της Συμβουλευτικής Επιτροπής. Αν από τη γνωμοδότηση αυτή δεν προκύπτει κανένα στοιχείο που να συνηγορεί υπέρ της συνεχίσεως της καταστάσεως έκδηλης κρίσεως, η Επιτροπή υποχρεούται να εξαντλήσει όλες τις δυνατότητες δράσεως που διαθέτει προκειμένου να αποκαταστήσει την ομαλή κατάσταση των πραγμάτων, δηλαδή οφείλει να καταθέσει πρόταση που να προβλέπει κατάργηση του συστήματος των ποσοστώσεων, εφόσον δεν υφίσταται πλέον κατάσταση έκδηλης κρίσεως.
37. Πρέπει, επίσης, να υπογραμμιστεί ότι η απλουστευμένη διαδικασία του άρθρου 58, παράγραφος 3, εφαρμόζεται, επίσης, και στην περίπτωση μερικής άρσεως του συστήματος των ποσοστώσεων, στην περίπτωση δηλαδή του περιορισμού του. Βεβαίως, το γράμμα του άρθρου 58, παράγραφος 3 - κατά το οποίο "το καθεστώς των ποσοστώσεων λήγει προτάσει της Ανωτάτης Αρχής ..." - θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι εννοεί την άρση ολόκληρου του συστήματος. Ωστόσο, αν εκληφθεί υπό την έννοια αυτή, πρέπει να διαπιστωθεί - επειδή το άρθρο 58, παράγραφος 1, αναφέρεται μόνο στη θέσπιση του συστήματος των ποσοστώσεων και όχι στη μερική του τροποποίηση - ότι η ρύθμιση αυτή παρουσιάζει κενά, τα οποία πρέπει να καλυφθούν με την κατ' αναλογία εφαρμογή της διατάξεως που ρυθμίζει την ομοιότερη περίπτωση, δηλαδή - προκειμένου περί μερικής καταργήσεως του συστήματος των ποσοστώσεων - το άρθρο 58, παράγραφος 3, η οποία ρητώς αναφέρεται στη λήξη του συστήματος των ποσοστώσεων και όχι την παράγραφο 1 του εν λόγω άρθρου, η οποία αναφέρεται στη θέσπιση του εν λόγω συστήματος. Ορθώς υπογραμμίστηκε το στοιχείο αυτό κατά την προφορική διαδικασία.
38. Κατά συνέπεια, αν δηλαδή θεωρηθεί ότι το άρθρο 58, παράγραφος 3, εφαρμόζεται, επίσης, και κατά τη μερική άρση του συστήματος των ποσοστώσεων, είναι εύλογο να θεωρηθεί ότι μόνο η διαδικασία αυτή έχει εφαρμογή, καίτοι η παράγραφος 3 του άρθρου 58 δεν αναφέρεται ρητώς σε μια τέτοια αποκλειστικότητα. 'Εχει, πράγματι, σημασία ότι το άρθρο 58, παράγραφος 3, ορίζει ότι "το καθεστώς των ποσοστώσεων λήγει" και όχι "μπορεί" να λήξει, έκφραση που θα επέτρεπε ένα περιθώριο εκτιμήσεως. Εξάλλου, ορθώς τονίστηκε σχετικώς ότι η ελευθερία επιλογής που θεωρεί ότι έχει η Επιτροπή δεν θα ήταν μόνο κάτι το ασυνήθιστο διότι θα προκαλούσε σύγχυση και θα έθιγε την ασφάλεια δικαίου, αλλά θα ήταν αντίθετη και προς το γεγονός ότι το σύστημα των ποσοστώσεων - ως ασυμβίβαστο προς τις αρχές της Συνθήκης - πρέπει οπωσδήποτε να καταργηθεί σε περίπτωση που η κατάσταση κρίσεως παρέλθει, κατάργηση ωστόσο που θα μπορούσε να ματαιωθεί από την κατά πλειοψηφία σύμπραξη των κρατών μελών (η οποία, κατά το άρθρο 38 της Συνθήκης, υπόκειται σε περιορισμένο μόνο δικαστικό έλεγχο).
39. Δεν μπορεί αντιθέτως - όπως επεχείρησε η Επιτροπή - να προβληθεί ως επιχείρημα το γεγονός ότι το άρθρο 61 της Συνθήκης ΕΚΑΧ αναφέρεται μόνο στον καθορισμό των τιμών, και ότι συνεπώς η ίδια διάταξη πρέπει να εφαρμοστεί και κατά την άρση των μέτρων αυτών - διότι η σχετική πράξη συνιστά "actus contrarius" -. Το άρθρο 58 διαφέρει, πράγματι, από τη διάταξη αυτή καθόσον προβλέπει ρητώς δύο διαφορετικές διαδικασίες για τη θέσπιση και την κατάργηση του συστήματος των ποσοστώσεων.
40. Δεν νομίζω, εξάλλου, ότι μπορούν να προβληθούν οι δυσχέρειες που συνεπάγεται η εκτίμηση μιας καταστάσεως κρίσεως, ή η εκτίμηση για το κατά πόσο η κρίση αυτή εξακολουθεί να υφίσταται. Οι δυσχέρειες αυτές μπορούν, χωρίς αμφιβολία, να ωθήσουν την Επιτροπή, στο πλαίσιο της τηρήσεως των υποχρεώσεων που υπέχει από το άρθρο 58, παράγραφος 3, να προβεί σε μία ιδιαιτέρως επισταμένη εξέταση επιζητώντας και τη βοήθεια των κρατών μελών, την προβλεπόμενη γνωμάτευση της Συμβουλευτικής Επιτροπής (17) και τη συμβολή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου υπό τη μορφή που θα κριθεί ως η προσφορότερη. Οι δυσχέρειες αυτές δεν μπορούν, ωστόσο, να έχουν ως αποτέλεσμα να απεκδυθεί η Επιτροπή, κατά μεγάλο μέρος, από τις ευθύνες που φέρει και να εναποθέσει στις διαμορφούμενες εντός των εν λόγω οργάνων πλειοψηφίες το έργο των διαπιστώσεων που επιβάλλεται να γίνουν κατά το άρθρο 58 της Συνθήκης ΕΚΑΧ.
41. Τέλος, πρέπει να θεωρηθεί ως αλυσιτελής ο υπαινιγμός για την προσπάθεια διατηρήσεως κλίματος εμπιστοσύνης στις σχέσεις με τα κράτη μέλη ώστε να αντιμετωπιστεί η κρίση στους τομείς εκείνους τους οποίους εξακολουθεί να πλήττει (με την οργάνωση π.χ. της προστασίας στα σύνορα, τη χρηματοδότηση νέων δυνατοτήτων απασχολήσεως κατά το άρθρο 56 της Συνθήκης ΕΚΑΧ, ή την παροχή κινήτρων για την αναδιάρθρωση ολοκλήρων περιοχών). Μολονότι μπορεί να επιδειχθεί κατανόηση για την προσπάθεια αυτή, δεν δικαιολογείται, ωστόσο, η παραβίαση σαφών διατάξεων απονομής αρμοδιότητας, οι οποίες πρέπει να εξεταστούν υπό το πρίσμα της θεσμικής ισορροπίας στην οποία αποβλέπει η Συνθήκη. Εξάλλου, είναι αμφίβολο το κατά πόσο, στην περίπτωση ορθής εφαρμογής του άρθρου 58, παράγραφος 3, ορισμένα κράτη μέλη θα εθίγοντο σε τέτοιο σημείο ώστε να καταστεί αδύνατη η λήψη μέτρων που επιβάλλονται αντικειμενικώς (π.χ. επιβαλλόμενη μείωση των παραγωγικών ικανοτήτων), στη λήψη των οποίων πρέπει να συμβάλλουν και τα κράτη μέλη.
42. Κατά συνέπεια, πρέπει να γίνει δεκτό το συμπέρασμα ότι κατά τη λήψη της προσβαλλομένης αποφάσεως η Επιτροπή στηρίχθηκε σε πεπλανημένη ερμηνεία του άρθρου 58 και ότι, κατά συνέπεια, δεν ανέλαβε τις ευθύνες της κατά το άρθρο 58, παράγραφος 3, προκειμένου να επιτύχει περιορισμό του συστήματος των ποσοστώσεων, μεγαλύτερο εκείνου που επιτεύχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση. Συνεπώς, η απόφαση 3746/86 πρέπει να θεωρηθεί ως παράνομη, καθόσον δεν προβλέπει την ελευθέρωση και των προϊόντων των κατηγοριών ΙV και VΙ, οι δε προσφυγές στις υποθέσεις 32/87 και 52/87 πρέπει να γίνουν δεκτές (η τελευταία από τις υποθέσεις αυτές αφορά κοινοποίηση των ποσοστώσεων για την κατηγορία ΙV, που καθορίστηκαν βάσει της αποφάσεως 3485/85, όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση 3746/86).
43. Αυτό σημαίνει - και επιτρέψτε μου να αναφερθώ και στο σημείο αυτό - ότι η Επιτροπή πρέπει να επαναλάβει τη διαδικασία προκειμένου να τροποποιήσει την απόφαση 3485/85 από 1ης Ιανουαρίου 1987, βάσει του άρθρου 58, παράγραφος 3. Δεν μπορεί να περιοριστεί στην επίκληση της ανακοινώσεως της 2ας Οκτωβρίου 1986. Δεν μπορεί, πράγματι, να αποκλειστεί ότι οι εκτιμήσεις που περιέχονται στην τελευταία αυτή ανακοίνωση διατυπώθηκαν με την προοπτική μιας συγκεκριμένης διαδικασίας διαβουλεύσεων, όπου ο ρόλος του Συμβουλίου θα ήταν αποφασιστικός, στο πλαίσιο της οποίας η ανακοίνωση αυτή απετέλεσε την αφετηρία για διαπραγματεύσεις με σκοπό την εξεύρεση μιας συναινετικής λύσεως και, κατά συνέπεια, διατυπώνει απόψεις ενόψει αυτής της προοπτικής. Δεν θα πρέπει, εξάλλου, να λησμονείται ότι το έγγραφο αυτό πρέπει να εξεταστεί υπό το πρίσμα των παρατηρήσεων που διατύπωσαν οι εκπρόσωποι της Επιτροπής κατά την προφορική διαδικασία, σύμφωνα με τις οποίες η Επιτροπή επέλεξε τη διαδικασία του άρθρου 58, παράγραφος 1, διότι η εκτίμηση του κατά πόσο συνεχίζεται η κρίση συνιστά ιδιαίτερα λεπτό έργο, η δε Επιτροπή - ακόμα και αν οφείλει, καταρχήν, να εξετάζει τα πράγματα σφαιρικώς - υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη τις αντιρρήσεις που διατυπώνουν, ενδεχομένως, τα κράτη μέλη αναφερόμενα στη δική τους ειδική κατάσταση. Γι' αυτό το λόγο η Επιτροπή οφείλει, έχοντας πάντα υπόψη την ευθύνη που υπέχει από το άρθρο 58, παράγραφος 3, να διαμορφώσει μία νέα και ακριβή εικόνα της οικονομικής καταστάσεως, βάσει της οποίας θα τροποποιήσει εκ νέου τη νομική κατάσταση και θα προβεί, ενδεχομένως, σε νέα κοινοποίηση των ποσοστώσεων στην προσφεύγουσα της υποθέσεως 52/87.
44. 2. Κατά συνέπεια, δεν απομένει να προστεθεί τίποτα άλλο σχετικά με την υπόθεση 32/87 στην οποία - όπως ήδη ανέφερα - ο μόνος λόγος που προβάλλεται είναι αυτός τον οποίο μόλις ανέλυσα εξάλλου - μετά τη διαπίστωση του παρανόμου χαρακτήρα της αποφάσεως 3746/86 - παρέλκει η εξέταση, στο πλαίσιο της υποθέσεως 52/87, άλλων λόγων, εκτός από εκείνον που ήδη εξετάστηκε, καθόσον συνδέονται όλοι τόσο στενά με το λόγο αυτό, ώστε να αποκλείεται οποιαδήποτε διαφορετική εκτίμηση.
45. Αντιθέτως, ορισμένοι άλλοι λόγοι έχουν σημασία για τις προσφεύγουσες στην υπόθεση 57/87, οι οποίες, όπως προανέφερα, παράγουν μόνο προϊόντα της κατηγορίας ΙΙΙ. 'Οπως τονίστηκε σχετικά, ο λόγος που εξετάστηκε μέχρι τώρα, δηλαδή η μη εφαρμογή του άρθρου 58, παράγραφος 3, δεν μπορεί να γίνει δεκτός διότι τα προϊόντα της κατηγορίας ΙΙΙ δεν θα είχαν ελευθερωθεί ακόμα και αν είχε ακολουθηθεί η ορθή διαδικασία.
46. Σε ό,τι αφορά την υπόθεση 57/87 απομένει ακόμα να εξεταστεί η αιτίαση που αναφέρεται στην παράβαση του άρθρου 58, επειδή το σύστημα των ποσοστώσεων εξακολούθησε να ισχύει για τα προϊόντα για τα οποία δεν υπάρχει πρόδηλη κρίση. Πρέπει, επίσης, να εξεταστεί αν ευσταθεί η κατά της Επιτροπής αιτίαση ότι προέβη σε δυσμενή διάκριση εις βάρος των προϊόντων της κατηγορίας ΙΙΙ σε σχέση με ορισμένα προϊόντα της κατηγορίας Ιγ, καθόσον, παρά την πεποίθησή της ότι η κρίση είχε παρέλθει για τους δύο αυτούς τύπους προϊόντων, η προσβαλλόμενη απόφαση εξαιρεί από το σύστημα των ποσοστώσεων μόνο τα προϊόντα της τελευταίας κατηγορίας.
47. α) Σε ό,τι αφορά τον πρώτο από τους λόγους που αναφέρθηκαν πρέπει να τονιστεί ότι η παρούσα κατάσταση διαφέρει από εκείνη που επικρατούσε όταν κινήθηκε η διαδικασία η οποία κατέληξε στην έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως (στο στάδιο εκείνο, η Επιτροπή πρότεινε με την ανακοίνωσή της της 2ας Οκτωβρίου 1986 να ελευθερωθεί επίσης μέρος των προϊόντων της κατηγορίας ΙΙΙ). Για τους λόγους που προαναφέρθηκαν, η Επιτροπή μετέβαλε ριζικώς την άποψή της επί του θέματος αυτού κρίνει τώρα ότι δεν τίθεται θέμα ελευθερώσεως των προϊόντων της κατηγορίας ΙΙΙ, ακόμα και μετά την 1η Ιουλίου 1988. Οι προσφεύγουσες στην υπόθεση 57/87 δεν μπορούν, συνεπώς, να στηρίξουν επί των διαπιστώσεων της Επιτροπής την άποψή τους ότι η κατάσταση της πρόδηλης κρίσεως έχει ήδη παρέλθει για τα προϊόντα της κατηγορίας ΙΙΙ. Εφόσον, εξάλλου, δεν αμφισβήτησαν τα όσα η Επιτροπή ανέπτυξε κατά τη διάρκεια της προφορικής διαδικασίας, ούτε απέδειξαν τον ισχυρισμό τους ότι η κατάσταση πρόδηλης κρίσεως για τους μικρούς βαρείς μορφοχάλυβες έχει ήδη παρέλθει από 1ης Ιανουαρίου 1987, οφείλουν να δεχθούν ότι ο προβαλλόμενος υπ' αυτών λόγος που αναφέρεται στην παράβαση του άρθρου 58 λόγω ελλείψεως καταστάσεως πρόδηλης κρίσεως είναι αβάσιμος.
48. β) Το ίδιο ισχύει, προφανώς, και για τον δεύτερο από τους προαναφερθέντες λόγους, καθόσον αναφέρεται σε διάκριση εις βάρος των προϊόντων της κατηγορίας ΙΙΙ. Εφόσον η Επιτροπή μετέβαλε την άποψή της ότι δεν τίθεται θέμα κρίσεως για τα προϊόντα των κατηγοριών ΙΙΙ, ΙV και VΙ (πράγματι, δέχθηκε μία διαφορετική άποψη ως προς τα προϊόντα της κατηγορίας ΙΙΙ) και εφόσον η προσφεύγουσα δεν απέδειξε ότι η κρίση παρήλθε για τα προϊόντα της κατηγορίας ΙΙΙ, όπως και για τα προϊόντα της κατηγορίας Ιγ, επιβάλλεται να συναχθεί το συμπέρασμα ότι, υπό τις περιστάσεις αυτές, η διαφορετική μεταχείριση δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι εισάγει δυσμενείς διακρίσεις, εφόσον οι καταστάσεις δεν είναι όμοιες.
49. γ) Κατά συνέπεια, η προσφυγή στην υπόθεση 57/87 πρέπει να απορριφθεί καθόσον, σε ό,τι αφορά τον πρώτο από τους προβαλλόμενους λόγους (μη εφαρμογή του άρθρου 58, παράγραφος 3), οι προσφεύγουσες στερούνται εννόμου συμφέροντος, οι υπόλοιποι δε από τους προβαλλόμενους λόγους είναι αβάσιμοι.
50. Ωστόσο, επειδή η Επιτροπή μετέβαλε την άποψή της σχετικά με τα προϊόντα της κατηγορίας ΙΙΙ κατά τη διάρκεια της προφορικής διαδικασίας, ενώ η ανακοίνωσή της, της 2ας Οκτωβρίου 1986, δικαιολογεί απολύτως την άσκηση προσφυγής, ακόμα και για τη μη ελευθέρωση των προϊόντων της κατηγορίας ΙΙΙ, θεωρώ ότι πρέπει, επίσης, να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα στην υπόθεση 57/87.
Γ - Πρόταση
51. Για τους λόγους αυτούς προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί ότι:
"- Πρέπει να γίνουν δεκτές οι προσφυγές στις υποθέσεις 32 και 52/87, καθόσον η απόφαση 3746/86 εκδόθηκε βάσει του άρθρου 58, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚΑΧ και δεν προβλέπει ελευθέρωση των προϊόντων των κατηγοριών ΙV και VΙ.
- Η προσφυγή στην υπόθεση 57/87 πρέπει να απορριφθεί.
- Η Επιτροπή πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα και στις τρεις υποθέσεις.
(*) Μετάφραση από τα γερμανικά.
(1) ΕΕ 1984, L 29, σ. 1 και επ.
(2) ΕΕ 1985, L 340, σ. 5 και επ.
(3) ΕΕ 1986, L 348, σ. 1.
(4) ΕΕ 1988, L 25, σ. 1 και επ.
(5) ΕΕ 1986, L 339, σ. 20.
(6) Απόφαση της 11ης Φεβρουαρίου 1955 στην υπόθεση 3/54, Associazione industrie siderurgiche italiane (ASSiDeR) κατά Ανωτάτης Αρχής της ΕΚΑΧ, Slg. 1954-1955 Ι, σ. 133.
(7) Απόφαση της 9ης Ιουνίου 1964 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 55 έως 59 και 61 έως 63/63, Acciaierie fonderie ferriere di Modena και επτά λοιποί προσφεύγοντες κατά Ανωτάτης Αρχής της ΕΚΑΧ, Slg. 1964 Χ, σ. 453.
(8) Απόφαση της 8ης Ιουλίου 1965 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 3 και 4/64, Chambre syndicale de la siderurgie francaise και δεκαέξι λοιποί προσφεύγοντες κατά Ανωτάτης Αρχής της ΕΚΑΧ, Slg. 1965 ΧΙ, σ. 595.
(9) Απόφαση της 13ης Ιουνίου 1958 στην υπόθεση 2/57, Compagnie des Hauts Fourneaux de Chasse κατά Ανωτάτης Αρχής της ΕΚΑΧ, Slg. 1958 ΙV, σ. 133.
(10) Απόφαση της 21ης Φεβρουαρίου 1984 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 140, 146, 221 και 226/82, Walzstahl-Vereinigung και Thyssen Aktiengesellschaft κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Συλλογή 1984, σ. 951.
(11) Προτάσεις της 27ης Νοεμβρίου 1984 στην υπόθεση 250/83, Finsider κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Συλλογή 1985, σ. 132.
(12) Βλέπε ανωτέρω, σημείο 21.
(13) 'Αρθρα 2 και 4 της Συνθήκης ΕΚΑΧ.
(14) 'Αρθρο 57 της Συνθήκης ΕΚΑΧ.
(15) 'Αρθρο 31 της Συνθήκης ΕΚΑΧ.
(16) 'Αρθρο 58 της Συνθήκης ΕΚΑΧ.
(17) 'Αρθρο 58, παράγραφος 3.
Full & Egal Universal Law Academy