Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1 . Στις 2 Φεβρουαρίου 1987, ο Eckhard Sperber, υπάλληλος του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων άσκησε προσφυγή με την οποία ζητεί την ακύρωση : α ) της αποφάσεως της 5ης Μαρτίου 1986, με την οποία το Δικαστήριο, υπό την ιδιότητα της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής ( στο εξής : ΑΔΑ ), τον κατέταξε στο τρίτο κλιμάκιο του βαθμού LΑ 6 β ) της αποφάσεως της 4ης Νοεμβρίου 1986, με την οποία η αρμόδια επιτροπή του Δικαστηρίου απέρριψε τη διοικητική ένσταση που άσκησε ο προσφεύγων κατά της πράξεως διορισμού .
Η υπόθεση έχει ως αντικείμενο την ερμηνεία του άρθρου 32 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων . Κατά το γράμμα του πρώτου εδαφίου της διατάξεως αυτής, "ο προσλαμβανόμενος υπάλληλος κατατάσσεται στο πρώτο κλιμάκιο του βαθμού του", κατά δε το δεύτερο εδάφιο της ίδιας διατάξεως, "η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή δύναται, προκειμένου να λάβει υπόψη την κατάρτιση και την ειδική επαγγελματική πείρα του ενδιαφερομένου, να του αναγνωρίσει αρχαιότητα στο βαθμό αυτό . Ο αναγνωριζόμενος χρόνος αρχαιότητος δεν δύναται να υπερβαίνει τους 72 μήνες στους βαθμούς Α 1 έως Α 4, LΑ 3 και LΑ 4 και τους 48 μήνες στους άλλους βαθμούς ".
2 . Στον Sperber, ο οποίος εγγράφηκε στις 17 Ιουνίου 1983 στον εφεδρικό πίνακα μελλοντικών προσλήψεων που καταρτίστηκε κατόπιν του γενικού διαγωνισμού CJ 15/82 που διοργανώθηκε για την πρόσληψη γλωσσομαθών νομικών γερμανικής γλώσσας ( σταδιοδρομία LΑ 7/LΑ 6 ), προτάθηκε, ελλείψει μονίμων θέσεων, η σύναψη συμβάσεως εκτάκτου υπαλλήλου . Ο προσφεύγων αποδέχτηκε την πρόταση και προσελήφθη στις 3 Οκτωβρίου 1983 ως γλωσσομαθής νομικός, καταταγείς στο τρίτο κλιμάκιο του βαθμού LΑ 6 . Μετά δύο έτη, δηλαδή την 1η Οκτωβρίου 1985, ο προσφεύγων έλαβε το επόμενο κλιμάκιο .
'Οταν κενώθηκε θέση στη διεύθυνση μεταφράσεων, το Δικαστήριο διόρισε τον Sperber δόκιμο υπάλληλο από 1ης Δεκεμβρίου 1985 και τον κατέταξε καταρχάς στον βαθμό LΑ 6 ( 20-21 Νοεμβρίου 1985 ), κατόπιν δε στο τρίτο κλιμάκιο του ίδιου βαθμού ( 5 Μαρτίου 1986 ). Ο προσφεύγων διαμαρτυρήθηκε για την κατάταξη αυτή, η οποία, κατά την άποψή του, συνεπαγόταν μείωση του κλιμακίου . Η διοικητική ένσταση την οποία άσκησε κατά της πράξεως της ΑΔΑ, βάσει του άρθρου 90 ( 8 ) του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, απορρίφθηκε στις 4 Νοεμβρίου 1986 .
3 . Ο Sperber προβάλλει πέντε λόγους ακυρώσεως με την προσφυγή του : α ) εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 32 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως β ) παράβαση της αρχής του μη επιτρεπτού των διακρίσεων γ ) παράβαση του άρθρου 5, παράγραφος 3, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως δ ) παράβαση των αρχών της καλής διαχειρίσεως, της υγιούς διοικήσεως και της επιεικείας ε ) παράβαση κεκτημένων δικαιωμάτων .
Ο πρώτος και ο τελευταίος λόγος ακυρώσεως μπορούν να εξετασθούν μαζί διότι ο προσφεύγων τους ενώνει με την ίδια επιχειρηματολογία . Αντίθετα προς την αρχή non bis in idem, ισχυρίζεται ο προσφεύγων, το άρθρο 32 εφαρμόστηκε στην περίπτωσή του δύο φορές : όταν προσελήφθη ως έκτακτος υπάλληλος, κατόπιν δε εκ νέου όταν διορίστηκε μόνιμος υπάλληλος . Τα παράνομα αποτελέσματα της δεύτερης εφαρμογής είναι προφανή : ώθησε την ΑΔΑ να μη λάβει υπόψη της, κατά την εκτίμηση της επαγγελματικής του πείρας, την προϋπηρεσία που είχε παράσχει ο Sperber στο Δικαστήριο και, λόγω αυτού, την οδήγησε στο να τον κατατάξει σε κατώτερο κλιμάκιο, ζημιώνοντάς τον έτσι κατά ένα δικαίωμα το οποίο είχε αποκτήσει .
Η ΑΔΑ έπρεπε, αντιθέτως, να αναγνωρίσει ότι αφού πέτυχε μια φορά στο διαγωνισμό, ο Sperber ήταν κατάλληλος να καταλάβει αμέσως θέση μονίμου υπαλλήλου και να συναγάγει ότι η σχέση εργασίας του δεν προερχόταν από το διορισμό ως μονίμου υπαλλήλου, αλλά υφίστατο ήδη, γεννηθέν κατά τη στιγμή που συνήψε τη σύμβαση εκτάκτου υπαλλήλου . Η απόφαση διορισμού του δεν ανανέωσε την κατάσταση που ιδρύθηκε με τη σύμβαση εκτάκτου υπαλλήλου, αλλά περιορίστηκε στην "τακτοποίησή της ". Ορισμένα στοιχεία αποδεικνύουν, άλλωστε, ότι αυτή η έκθεση των πραγματικών περιστατικών ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα : ο Sperber π.χ . δεν υποβλήθηκε σε νέα ιατρική εξέταση και του ανατέθηκαν έργα που εκπληρούσε ήδη όταν ήταν έκτακτος υπάλληλος .
Αλλά και κάτι ακόμα . Προτείνοντάς του τη σύναψη συμβάσεως, παρατηρεί ο υπάλληλος, το Δικαστήριο παρέβη μια δέσμευση που είχε αναλάβει στις 17 Ιουλίου 1981 και η οποία συνίστατο στον άμεσο διορισμό των γλωσσομαθών νομικών, οι οποίοι πέτυχαν στο διαγωνισμό, ως δοκίμων υπαλλήλων . Η προαναφερθείσα δέσμευση συνηγορεί εν πάση περιπτώσει υπέρ της απόψεως που υποστηρίζει ο προσφεύγων, ενώ η άποψη αυτή δεν προσκρούει στις αποφάσεις που υπενθυμίζει η απόφαση, η οποία απέρριψε τη διοικητική του ένσταση ( 12 Ιουλίου 1984, υπόθεση 17/83, Αγγελίδης κατά Επιτροπής, Συλλογή σ . 2907, 6 Ιουνίου 1985, υπόθεση 146/84, De Santis κατά Ελεγκτικού Συνεδρίου, Συλλογή σ . 1723, 4 Ιουλίου 1985, υπόθεση 134/84, Williams κατά Ελεγκτικού Συνεδρίου, Συλλογή σ . 2225 ). Πράγματι, στις υποθέσεις αυτές, ο διορισμός ως εκτάκτου υπαλλήλου είχε γίνει πριν από τη διενέργεια του διαγωνισμού .
4 . Και οι δύο λόγοι ακυρώσεως στερούνται ερείσματος . Καταρχάς παρατηρώ ότι η επιτυχία σε διαγωνισμό και η συνακόλουθη εγγραφή σε εφεδρικό πίνακα μελλοντικών προσλήψεων δεν παρέχουν στον επιτυχόντα κανένα δικαίωμα να διοριστεί δόκιμος υπάλληλος . Ο λόγος είναι προφανής . Κατά το άρθρο 4 του κανονισμού, ο διορισμός "έχει ως αντικείμενο μόνο την πλήρωση κενής θέσεως ". 'Οταν δεν υπάρχουν κενές θέσεις ο διορισμός είναι, συνεπώς, αδύνατος και η σύναψη συμβάσεως εκτάκτου υπαλλήλου - που δεν είναι άλλωστε κατά κανένα τρόπο υποχρεωτική - αποτελεί το μόνο τρόπο τον οποίο διαθέτει ο επιτυχών για να εισέλθει στην υπηρεσία της Κοινότητας . Είναι, άρα, παράλογο να χαρακτηρίζεται η σύναψη αυτής της συμβάσεως ως παράβαση δεσμεύσεως την οποία ανέλαβε το Δικαστήριο το 1981 . Ακόμα και η σύμβαση αυτή έχει, πράγματι, ένα αδιαπέραστο όριο στις διατάξεις του άρθρου 4 .
Εξάλλου, είναι πασίγνωστο ότι στη δημόσια κοινοτική υπηρεσία το καθεστώς των τακτικών υπαλλήλων διακρίνεται σαφώς από το καθεστώς του λοιπού προσωπικού, είτε πρόκειται για εκτάκτους είτε επικουρικούς είτε τοπικούς υπαλλήλους . Το γεγονός της μεταβάσεως από το δεύτερο στο πρώτο καθεστώς συνεπάγεται, επομένως, τη σύσταση νέας σχέσεως και αποκλείει, κατά συνέπεια, πλην καθόσον αφορά το καθεστώς των συντάξεων, να αποτελεί η σύμβαση εκτάκτου υπαλλήλου την πηγή για δικαιώματα των οποίων μπορεί να γίνει επίκληση ως "κεκτημένων" από τον έκτακτο υπάλληλο που διορίζεται δόκιμος υπάλληλος . Πρέπει να αποκρουσθεί, για τους ίδιους λόγους, η βασιμότητα της αναφοράς στην οποία προβαίνει ο Sperber στον κανόνα ne bis in idem : ασφαλώς κατετάγη ο προσφεύγων δύο φορές, αλλά - και αυτό είναι το σημαντικό - για λόγους διαφορετικούς και ενόψει δύο προσωπικών καταστάσεων μεταξύ των οποίων υφίσταται λύση της συνέχειας .
Επιπλέον, η διαφορά την οποία αντιλαμβάνεται ο Sperber μεταξύ της περιπτώσεώς του ( πρόσληψη υπό την ιδιότητα του εκτάκτου υπαλλήλου κατόπιν διαγωνισμού ) και των περιπτώσεων των υποθέσεων Αγγελίδη και De Santis ( διαγωνισμός που έγινε μετά την πρόσληψη ) είναι πραγματική, αλλά ασφαλώς όχι αισθητή, σε σημείο που να εμφανίζει τις τελευταίες αυτές περιπτώσεις άσχετες για την προκειμένη περίπτωση . Πράγματι, θέτουν αρχές γενικής εφαρμογής, οι οποίες εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση μεταβάσεως από το προσωπικό καθεστώς του εκτάκτου υπαλλήλου στο καθεστώς του τακτικού υπαλλήλου . 'Ετσι, η απόφαση Αγγελίδη δέχεται ότι "ο μη μόνιμος υπάλληλος που γίνεται για πρώτη φορά δεκτός στο σώμα των μονίμων υπαλλήλων της Κοινότητας" προσλαμβάνεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 32 ( 12η σκέψη της αποφάσεως ) και, σύμφωνα με την απόφαση De Santis, "καμιά διάταξη του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως δεν επιτρέπει να ληφθεί υπόψη, υπό τον τύπο της υπολογιζομένης προϋπηρεσίας ..., ο χρόνος κατά τον οποίο ένας υπάλληλος υπηρέτησε προηγουμένως ... ως έκτακτος" ( σκέψη 17 της αποφάσεως ).
Τελικά, η επαγγελματική πείρα που απέκτησε ο προσφεύγων πριν διοριστεί, και επομένως επίσης κατά το διάστημα της συμβατικής περιόδου εργασίας του στο Δικαστήριο, δεν μπορούσε να ληφθεί υπόψη παρά μόνο κατά την έννοια του άρθρου 32 . Επομένως, γνωρίζουμε : α ) ότι αυτή η διάταξη επιτρέπει στην ΑΔΑ να αναγνωρίζει αρχαιότητα, η οποία μπορεί να φθάσει στο βαθμό LΑ 6 μέχρι 2 κλιμάκια ( 48 μήνες ) β ) ότι στον Sperber αναγνωρίστηκε πλήρως αυτή η αρχαιότητα και ότι, ακόμα κι αν η πείρα του ήταν πιο σημαντική, δεν μπορούσε να τύχει μεγαλύτερης αναγνωρίσεως . Δεν υπάρχει, συνεπώς, αμφιβολία για τη νομιμότητα της κατατάξεως του προσφεύγοντος .
5 . Με το δεύτερο λόγο ακυρώσεως ο Sperber ισχυρίζεται ότι, αφαιρώντας του ένα κλιμάκιο κατά το χρόνο του διορισμού του, το Δικαστήριο προέβη έναντι αυτού σε δυσμενή διάκριση : α ) σε σχέση με άλλους υποψηφίους του διαγωνισμού, στους οποίους προσφέρθηκε μόνιμη θέση αμέσως ( το επιχείρημα αυτό επαναλαμβάνεται στον τρίτο λόγο ακυρώσεως περί παραβάσεως του άρθρου 5, παράγραφος 3, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως ) β ) σε σχέση με τους προηγούμενούς του γλωσσομαθείς νομικούς, κατά το μέτρο που εφαρμόστηκε γι' αυτούς η πρακτική που ακολουθούσε προηγουμένως το Δικαστήριο και η οποία συνίστατο στην αναγνώριση της προϋπηρεσίας τους ως εκτάκτων υπαλλήλων γ ) σε σχέση μ' έναν υπάλληλο της κατηγορίας Α, στον οποίο το Δικαστήριο αναγνώρισε αναδρομικό διορισμό και, κατά συνέπεια, την αντίστοιχη αρχαιότητα .
Ευθύς εξαρχής παρατηρώ ότι και οι τρεις αιτιάσεις δεν μου φαίνονται βάσιμες . Η πρώτη παραγνωρίζει το γεγονός ότι οι υποψήφιοι που διορίστηκαν αμέσως μετά το τέλος του διαγωνισμού προηγούνται του Sperber στον εφεδρικό πίνακα . Προτάσσοντάς τους στο διορισμό, η ΑΔΑ εφήρμοσε ένα έλλογο κριτήριο και, εν πάση περιπτώσει, δεν παρεβίασε την αρχή που καθιερώνεται στο άρθρο 5, παράγραφος 3, και η οποία επιβάλλει την ισότητα των προϋποθέσεων προσλήψεως και εξελίξεως σταδιοδρομίας . Πέραν αυτού, δεν υφίσταται ούτε δυσμενής διάκριση σε σχέση με τους αρχαιοτέρους γλωσσομαθείς νομικούς . Η πρακτική την οποία υπαινίσσεται ο Sperber δεν ανατράπηκε στη δική του ειδική περίπτωση, αλλά τροποποιήθηκε κατά τρόπο γενικό και αφηρημένο μετά την ερμηνεία που έδωσαν στο άρθρο 32 οι αποφάσεις Αγγελίδη, De Santis και Williams .
Ούτε το επιχείρημα που εκτίθεται υπό το στοιχείο γ ) είναι πειστικό . Αλλά αφού η άμυνα του προσφεύγοντος το ανέπτυξε κατά το διάστημα της προφορικής διαδικασίας, κατά την ανάπτυξη του τετάρτου λόγου ακυρώσεως, θα αποδείξω, στο πλαίσιο της έρευνας αυτού του τελευταίου λόγου, ότι είναι αλυσιτελές .
6 . Ο τέταρτος λόγος ακυρώσεως αφορά την παράβαση των αρχών της καλής διαχειρίσεως, της υγιούς διοικήσεως και της επιεικείας . Ο Sperber ισχυρίζεται ότι το Δικαστήριο ανέλαβε έναντί του τη δέσμευση να αναγνωρίσει την αρχαιότητα που είχε αποκτήσει υπό την ιδιότητα του εκτάκτου υπαλλήλου . Παρέλειψε όμως να εκπληρώσει τη δέσμευσή του και αυτό υποχρεώνει ήδη το Δικαστήριο, τουλάχιστον λόγω του εξαιρετικού χαρακτήρα που εμφανίζει η κατάσταση του προσφεύγοντος, να του χορηγήσει το εν λόγω προνόμιο . Το μέτρο αυτό θα είναι άλλωστε σύμφωνο με την πρακτική που ακολουθούν τα άλλα όργανα προπαντός το Δικαστήριο αναγνώρισε τις αξίες της θεμελιώδους επιεικείας, η οποία το ενέπνευσε στην περίπτωση του προηγουμένως αναφερθέντος αναδρομικού διορισμού .
Ο λόγος αυτός ακυρώσεως δεν μπορεί επίσης να γίνει δεκτός, όπως και οι λοιποί λόγοι . Ο ίδιος ο προσφεύγων παραδέχτηκε κατά την προφορική διαδικασία ότι η ΑΔΑ δεν του έδωσε καμιά υπόσχεση ούτε κατά το χρόνο της συνάψεως της συμβάσεως εκτάκτου υπαλλήλου ούτε κατά το διάστημα των δύο επομένων ετών . Εξάλλου, το αίτημα να διοριστεί, εν ονόματι της επιεικείας, με δύναμη αναδρομική στερείται τελείως ερείσματος . Το καθού η προσφυγή όργανο, το οποίο άλλωστε στηρίζεται σε επιχειρήματα όχι ουσιώδη, όπως η έλλειψη κενών θέσεων κατά το χρόνο προσλήψεως του Sperber, ή, ούτως ειπείν, μαζοχιστικά, όπως η σκοπιμότητα της μη επαναλήψεως στην περίπτωση του προσφεύγοντος μιας παράνομης ίσως απόφασης, εκφράζεται επίσης κατά την έννοια αυτή .
Τα πράγματα εμφανίζονται διαφορετικά . Η περίπτωση του Sperber δεν έχει τίποτα το εξαιρετικό, διότι από τη θέση του ως εκτάκτου υπαλλήλου δεν υπέστη καμιά ζημία, αλλά αποκόμισε όφελος, δηλαδή ότι μπόρεσε να τύχει της πρακτικής που συνίσταται για το Δικαστήριο στο να διορίζει τους εκτάκτους υπαλλήλους που είναι εγγεγραμμένοι στον εφεδρικό πίνακα πριν από τα πρόσωπα, τα οποία, έστω κι αν έχουν καλύτερη σειρά από αυτούς, αρνήθηκαν την προσφορά προσωρινής θέσεως αναμένοντας να κενωθεί μια θέση . Αντιθέτως, η κατάσταση που οδήγησε την ΑΔΑ να προβεί στον πιο πάνω διορισμό έχει εξαιρετικό χαρακτήρα . 'Οπως αποδεικνύεται από τα στοιχεία του φακέλου, η απόφαση αυτή απέβλεπε στο να θεραπεύσει τη σημαντική καθυστέρηση που είχε επέλθει, λόγω σφαλμάτων και αμελειών της διοικήσεως, κατά την πλήρωση της εν λόγω θέσεως .
Τέλος, περιορίζομαι να διαπιστώσω ότι η πρακτική των άλλων οργάνων, την οποία επικαλείται ο Sperber, είναι αντίθετη προς τις διατάξεις του άρθρου 32, όπως ερμηνεύτηκε από τις προαναφερθείσες αποφάσεις του Δικαστηρίου .
7 . Υπό το φως των προηγουμένων σκέψεων, προτείνω να απορριφθεί η προσφυγή του Eckhard Sperber κατά του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και να συμψηφιστούν οι δικαστικές δαπάνες μεταξύ των διαδίκων, κατ' εφαρμογή του άρθρου 70 του κανονισμού διαδικασίας .
(*) Μετάφραση από τα ιταλικά .
Full & Egal Universal Law Academy