Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1. Η υπό κρίση προσφυγή στρέφεται κατά της Ελληνικής Δημοκρατίας στην οποία προσάπτεται ότι, θέτοντας την ελληνική ιθαγένεια ως όρο για την πρόσβαση στα επαγγέλματα του αρχιτέκτονα, πολιτικού μηχανικού, τοπογράφου και δικηγόρου, καθώς και για την άσκηση αυτών των επαγγελμάτων, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 52 και 59 της Συνθήκης.
2. Η Ελληνική Δημοκρατία ισχυρίζεται ότι, για τα επαγγέλματα του πολιτικού μηχανικού, αρχιτέκτονα και τοπογράφου, η υπό εξέταση κανονιστική ρύθμιση περιορίζεται στο να επιβάλλει στους έλληνες πτυχιούχους την υποχρέωση να εγγραφούν στο Τεχνικό Επιμελητήριο της Ελλάδος, το οποίο οφείλει να προβεί σ' αυτή την εγγραφή, χωρίς να επιβάλλει εις βάρος των κοινοτικών υπηκόων ανάλογη υποχρέωση.
3. Καταρχάς, και αυτό επιβεβαιώθηκε στην επ' ακροατηρίου συζήτηση, η άσκηση των επαγγελμάτων για τα οποία πρόκειται εξαρτάται εν πάση περιπτώσει από την εγγραφή στο Τεχνικό Επιμελητήριο. Εξάλλου, ορισμένα δικαιώματα (είσπραξη διά της δικαστικής οδού των νομίμων αμοιβών των μελών, επιμόρφωση ...) απορρέουν από την ιδιότητα του μέλους αυτού του οργανισμού. Συνεπώς, οι όροι προσβάσεως στο Τεχνικό Επιμελητήριο για τους ημεδαπούς και τους κοινοτικούς υπηκόους πρέπει να είναι αυστηρώς ταυτόσημοι, σύμφωνα με τον κανόνα της εθνικής μεταχείρισης. Είναι δυνατό να θεωρηθεί ότι η επικρινόμενη κανονιστική ρύθμιση διασφαλίζει τη λήψη υπόψη αυτής της απαίτησης;
4. Παρατηρώ ότι αυτή η νομοθεσία περιλαμβάνει δύο ρητές μνείες της καταστάσεως των αλλοδαπών: τη σχετική με τους ενδιαφερόμενους ελληνικής καταγωγής μνεία και τη μνεία που αφορά τη δυνατότητα εγγραφής αλλοδαπών ως επιτίμων μελών του Επιμελητηρίου.
5. Κατά την άποψη της Επιτροπής, πρέπει να συναχθεί από αυτό ότι οι εν λόγω δυνατότητες είναι περιοριστικές. Η ελληνική κυβέρνηση υποστηρίζει, αντιθέτως, ότι η επίμαχη νομοθεσία επιτρέπει την εγγραφή των κοινοτικών υπηκόων. Αυτή, άλλωστε, είναι η διδόμενη ανελλιπώς από το Τεχνικό Επιμελητήριο ερμηνεία.
6. Επ' αυτού πρέπει να διαπιστωθεί ότι τα υπό εξέταση κείμενα ουδέν αναφέρουν. Παρόμοια, όμως, συζήτηση επί του περιεχομένου των επίμαχων διατάξεων καθιστά πρόδηλο ότι περιλαμβάνουν, τουλάχιστον, σημαντικό περιθώριο εκτιμήσεως, αν υποτεθεί ότι το κείμενο δεν αποκλείει, εκτός των δύο ειδικών προαναφερθεισών περιπτώσεων, την εγγραφή των κοινοτικών υπηκόων. Δεν μπορώ, άλλωστε, να μη επισημάνω ότι, με έγγραφο της 17ης Ιουλίου 1986, σε απάντηση της αιτιολογημένης γνώμης, ο μόνιμος αντιπρόσωπος της Ελλάδος στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες ανέφερε ότι:
"'Οσον αφορά τις υφιστάμενες ακόμη διακρίσεις λόγω ιθαγένειας, για την πρόσβαση στα επαγγέλματα των αρχιτεκτόνων, πολιτικών μηχανικών, τοπογράφων και δικηγόρων, στα αρμόδια Υπουργεία Χωροταξίας, Οικισμού και Περιβάλλοντος και Δημοσίων 'Εργων, καθώς και στο Υπουργείο Δικαιοσύνης, έχει αρχίσει ήδη η διαδικασία της επεξεργασίας των σχετικών νομοθετικών κειμένων με στόχο την απάλειψη του όρου της ιθαγένειας."
7. Δεν μπορεί να γίνει σαφέστερα δεκτή, και η εν λόγω αλληλογραφία είναι μεταγενέστερη του νόμου 1486/84 ο οποίος, κατά το υπόμνημα αντικρούσεως της ελληνικής κυβέρνησης, απάλειψε τον όρο της ιθαγένειας, η ύπαρξη διακρίσεως στο θετό δίκαιο.
8. Επιπλέον, τείνω σοβαρά να δεχθώ ότι η ελληνική κανονιστική ρύθμιση όρισε περιοριστικά τις δυνατότητες εγγραφής των αλλοδαπών στο Τεχνικό Επιμελητήριο. Το Δικαστήριο έκρινε, με την απόφαση στην υπόθεση Επιτροπή κατά Γαλλικής Δημοκρατίας (1) ότι, παράβαση μπορεί να προκύψει από κείμενα που περιέχουν σιωπηρή και βεβαία απαγόρευση. Και το Δικαστήριο προσέθεσε ότι η ενδεχόμενη εφαρμογή γενικής αρχής του εθνικού δικαίου, επιτρέπουσας να ερμηνευθεί η επικρινόμενη διάταξη κατά την έννοια ότι είναι σύμφωνη προς το κοινοτικό δίκαιο, θα άφηνε, ωστόσο, ορισμένες αβεβαιότητες ως προς το εφαρμοστέο δίκαιο. 'Ετσι, στην προκειμένη περίπτωση, η ερμηνεία της ελληνικής κανονιστικής ρύθμισης, την οποία θα υιοθετούσε το Τεχνικό Επιμελητήριο εγγράφοντας τους κοινοτικούς υπηκόους, δεν επαρκεί για τη διασφάλιση της τηρήσεως των διατάξεων της Συνθήκης. Βρισκόμαστε, συνεπώς, ενώπιον διοικητικής πρακτικής η οποία, ακόμα και αν ακολουθείται σταθερώς, δεν έχει επίπτωση επί της υπάρξεως παραβάσεως. Υπενθυμίζω σχετικώς την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Επιτροπή κατά Ιταλικής Δημοκρατίας (2) με την οποία το Δικαστήριο έκρινε ότι, το ασυμβίβαστο εθνικής νομοθεσίας προς διατάξεις της Συνθήκης, ακόμα και αυτές που εφαρμόζονται απευθείας, δεν μπορεί να αρθεί παρά μόνο με εσωτερικές διατάξεις αναγκαστικού χαρακτήρα που έχουν την ίδια τυπική ισχύ με τις διατάξεις που πρέπει να τροποποιηθούν, και ότι απλή διοικητική πρακτική που από τη φύση της μπορεί να τροποποιηθεί κατά βούληση από τη διοίκηση και που στερείται της προσήκουσας δημοσιότητας, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συνιστά έγκυρη εκτέλεση των υποχρεώσεων που πηγάζουν από τη Συνθήκη.
9. Στο μέτρο που η άσκηση των επαγγελμάτων για τα οποία πρόκειται εξαρτάται από την εγγραφή στο Τεχνικό Επιμελητήριο, χωρίς να γίνεται διάκριση μεταξύ διαρκούς και προσωρινής άσκησης, οι λόγοι που με οδηγούν στο συμπέρασμα ότι υφίσταται παράβαση του άρθρου 52 στοιχειοθετούν παράλληλα παράβαση του άρθρου 59.
10. Εντούτοις, τονίζω ότι η κανονιστική ρύθμιση αμφισβητείται μόνο ως προς τα σημεία που εισάγει διάκριση. Παραμένει ανοικτό, πράγματι, στο πλαίσιο της παροχής υπηρεσιών, το ζήτημα της νομιμότητας της υποχρεώσεως εγγραφής, ακόμα και αν δεν συνεπάγεται καμιά διάκριση. Μια τέτοια εξέταση, ανάλογη προς τις περιπτώσεις που υποβλήθηκαν στην κρίση του Δικαστηρίου ιδίως στις υποθέσεις Van Binsbergen (3) και Webb (4), δεν αποτελεί αντικείμενο της υπό κρίση προσφυγής. Εδώ δεν πρόκειται παρά για τη διασφάλιση της τήρησης της ουσιώδους αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων, όπως αναφέρεται στο άρθρο 60, τρίτη παράγραφος, της Συνθήκης, σε θέματα παροχής υπηρεσιών.
11. 'Οσον αφορά το δικηγορικό επάγγελμα, η ελληνική νομοθεσία αντιβαίνει προδήλως στο άρθρο 52, όπως ερμηνεύεται παγίως από την έκδοση της απόφασης Reyners και στο εξής: πράγματι, η πρόσβαση στο επάγγελμα επιτρέπεται μόνο στους έλληνες υπηκόους.
12. Η ελληνική κυβέρνηση επισήμανε ότι οι καθυστερήσεις που παρατηρήθηκαν στη διάσφαλιση της τηρήσεως των υποχρεώσεών της εξηγούνται ιδίως με τη μέριμνα να ληφθεί υπόψη εκδοθησόμενη κοινοτική οδηγία. Διαλύω εδώ, αν παρίσταται ανάγκη, κάθε αμφιβολία υπενθυμίζοντας ότι, ήδη από την απόφαση Reyners, το Δικαστήριο απέρριψε την άποψη που απέβλεπε στο να εξαρτήσει το άμεσο αποτέλεσμα του άρθρου 52 από τη θέσπιση των προβλεπόμενων στα άρθρα 54 και 57 οδηγιών.
13. Ως προς την εκτίμηση της επικρινόμενης κανονιστικής ρύθμισης ενόψει του άρθρου 59, αυτή δεν απαιτεί μακρά ανάπτυξη. Η Ελληνική Δημοκρατία, η οποία διευκρινίζει ότι η απάλειψη του όρου της ιθαγένειας με εκδοθησόμενο νομοθετικό κείμενο αφορά την πρόσβαση στο επάγγελμα του δικηγόρου και την άσκησή του, δεν αμφισβητεί την επ' αυτού του σημείου παράβαση.
14. Κατά συνέπεια, νομίζω ότι πρέπει:
- να αναγνωριστεί ότι η Ελληνική Δημοκρατία, διατηρώντας στη νομοθεσία της διατάξεις εισάγουσες διακρίσεις για την πρόσβαση στα επαγγέλματα του αρχιτέκτονα, πολιτικού μηχανικού, τοπογράφου και δικηγόρου, καθώς και για την άσκηση αυτών των επαγγελμάτων, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 52 και 59 της Συνθήκης ΕΟΚ
- να καταδικαστεί η Ελληνική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
(*) Μετάφραση από τα γαλλικά.
(1) Απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 1985 στην υπόθεση 173/83, Συλλογή 1985, σ. 491.
(2) Απόφαση της 15ης Οκτωβρίου 1986 στην υπόθεση 168 /85, Συλλογή 1986, σ. 2945 ίδια λύση στην απόφαση 236/85, Επιτροπή κατά Βασιλείου των Κάτω Χωρών, της 13ης Οκτωβρίου 1987, Συλλογή 1987, σ. 3989.
(3) Απόφαση της 3ης Δεκεμβρίου 1974 στην υπόθεση 33/74, Rec. 1974, σ. 1299.
(4) Απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 1981 στην υπόθεση 279/80, Συλλογή 1981, σ. 3305.
Full & Egal Universal Law Academy