Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Στην παρούσα διαδικασία, η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΟΚ, να αναγνωρίσει ότι το Βασίλειο του Βελγίου, με τη μεταχείριση που επιφυλάσσει στους υπηκόους των άλλων κρατών μελών - εξαιρουμένου του Λουξεμβούργου - προκειμένου να καθορίσει το ύψος των δημοσίων πιστώσεων και τον αριθμό των θέσεων προσωπικού για τα μη πανεπιστημιακά ιδρύματα ανώτερης εκπαίδευσης, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΟΚ.
Οι ισχύουσες σχετικές διατάξεις περιλαμβάνονται στο άρθρο 2 του βασιλικού διατάγματος της 21ης Ιουλίου 1982, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 του βασιλικού διατάγματος της 12ης Ιουλίου 1984. Το τροποποιημένο άρθρο 2 ορίζει ότι μόνον ορισμένες κατηγορίες αλλοδαπών φοιτητών, εκτός αυτών που έχουν την ιθαγένεια του Λουξεμβούργου, λαμβάνονται υπόψη για τον καθορισμό των κρατικών επιδοτήσεων και τον αριθμό των θέσεων προσωπικού των εν λόγω ιδρυμάτων. Μεταξύ των δέκα κατηγοριών που απαριθμούνται στα στοιχεία b) μέχρι k) του άρθρου 2, παράγραφος 1, εδάφιο 2, οι εννιά πρώτες (που περιλαμβάνουν τους φοιτητές των οποίων ο πατέρας, η μητέρα ή ο κηδεμόνας έχουν τη βελγική ιθαγένεια ή διαμένουν στο Βέλγιο και τους φοιτητές οι οποίοι έχουν ασκήσει επαγγελματική δραστηριότητα στο Βέλγιο ή των οποίων ο σύζυγος ασκεί εκεί επαγγελματική δραστηριότητα) καθορίζονται αυστηρά η δέκατηκατηγορία, στοιχείο k), του άρθρου, είναι μια εναπομένουσα κατηγορία στην οποία περιλαμβάνονται οι "λοιποί" φοιτητές. 'Ομως, οι φοιτητές που περιλαμβάνονται στην κατηγορία k) δεν λαμβάνονται υπόψη για τη χρηματοδότηση παρά μόνο σε ποσοστό 2 % κατ' ανώτατο όριο του αριθμού των βέλγων φοιτητών που είχαν ληφθεί υπόψη, για το οικείο ίδρυμα, κατά το προηγούμενο ακαδημαϊκό έτος.
Η κατάσταση αυτή δεν μεταβλήθηκε με το νόμο της 21ης Ιουνίου 1985, με τον οποίο ασχολήθηκε ήδη το Δικαστήριο στην υπόθεση 293/85, Επιτροπή κατά Βελγίου (απόφαση της 2ας Φεβρουαρίου 1988, Συλλογή 1988, σ. 305) και με τον οποίο καταργήθηκε το ειδικό δικαίωμα εγγραφής (αποκαλούμενο "minerval") για ορισμένες κατηγορίες αλλοδαπών φοιτητών. Επιπλέον, με το άρθρο 64 του νόμου αυτού προστέθηκε στο νόμο της 7ης Ιουλίου 1970, περί της γενικής δομής της ανώτερης εκπαίδευσης, το άρθρο 9α με το οποίο παρέχεται ρητώς το δικαίωμα στα ιδρύματα ανώτερης εκπαίδευσης να αρνούνται την εγγραφή φοιτητών που δεν λαμβάνονται υπόψη για τις επιδοτήσεις. Η Επιτροπή δεν ανέφερε ρητά τη διάταξη αυτή στην αιτιολογημένη γνώμη που απηύθυνε στη βελγική κυβέρνηση στις 25 Ιουλίου 1986, ούτε στο έγγραφο της 15ης Νοεμβρίου 1985 με το οποίο καλούσε τις βελγικές αρχές να διατυπώσουν τις παρατηρήσεις τους ως προς τις παραβάσεις που τους προσάπτονταν πάντως, ανέφερε ρητά ότι υπήρχε ο κίνδυνος, ο οποίος επαληθεύεται στην πράξη, ότι οι υπήκοοι της Κοινότητας δεν θα γίνονταν δεκτοί στα εν λόγω ιδρύματα στο Βέλγιο.
Η Επιτροπή θεωρεί ότι μια τέτοια άρνηση, παρούσα ή μελλοντική, στερεί από τους υπηκόους της Κοινότητας, οι οποίοι επιθυμούν να μεταβούν στο Βέλγιο με αποκλειστικό σκοπό να σπουδάσουν, το δικαίωμα που αντλούν από το άρθρο 7 της Συνθήκης,σε συνδυασμό με το άρθρο 128, όπως ερμηνεύθηκε από το Δικαστήριο στην υπόθεση 293/83, Gravier κατά πόλεως της Λιέγης (Συλλογή 1985, σ. 593). Επιπροσθέτως, είναι πιθανόν τα τέκνα των διακινούμενων εργαζομένων να στερηθούν ορισμένων δικαιωμάτων που απορρέουν από το άρθρο 12 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1612/68 του Συμβουλίου (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 33), το οποίο ορίζει ότι "τα τέκνα του υπηκόου κράτους μέλους που απασχολείται ή έχει απασχοληθεί κατά το παρελθόν στην επικράτεια άλλου κράτους μέλους γίνονται δεκτά στα μαθήματα γενικής εκπαιδεύσεως, μαθητείας και επαγγελματικής εκπαιδεύσεως υπό τους ίδιους όρους με τους υπηκόους αυτού του κράτους, εφόσον τα τέκνα αυτά διαμένουν στην επικράτειά του". Τα δικαιώματα που απορρέουν από το άρθρο 12 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1612/68 διατηρούνται υπέρ των τέκνων των διακινούμενων εργαζομένων που έχουν αποβιώσει πράγματι, ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1251/70 της Επιτροπής (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 64) ορίζει στο άρθρο 3, παράγραφος 1, ότι "τα μέλη της οικογενείας εργαζομένου ... τα οποία κατοικούν μαζί με αυτόν στο έδαφος κράτους μέλους, έχουν το δικαίωμα να παραμείνουν εκεί μονίμως ... ακόμα και μετά το θάνατό του" και, στο άρθρο 7, ότι "το δικαίωμα ίσης μεταχειρίσεως, που αναγνωρίζεται από τον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 1612/68 του Συμβουλίου, διατηρείται υπέρ των δικαιούχων του παρόντος κανονισμού".
Το Βέλγιο ουδέποτε αμφισβήτησε την επί της ουσίας άποψη της Επιτροπής, ούτε πριν ούτε μετά την άσκηση της προσφυγής. Η βελγική κυβέρνηση απλώς δήλωσε ότι ο νόμος θα τροποποιηθεί. Φαίνεται ότι έγιναν ορισμένες τροποποιήσεις με το βασιλικό διάταγμα της 6ης Νοεμβρίου 1987, θα επακολουθήσουν δε και άλλες. Μόνο κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση η βελγική κυβέρνηση, χωρίς πάντως να αμφισβητήσει την ύπαρξη παραβάσεως, διατύπωσε την άποψη ότι η προσφυγή της Επιτροπής δεν έπρεπε να στρέφεται κατά του άρθρου 2 του διατάγματος του 1982, αλλά κατά των διατάξεων που παρέχουν τη δυνατότητα να μη γίνονται δεκτοί προς εγγραφή φοιτητές οι οποίοι δεν υπολογίζονται για τη χρηματοδότηση. Αν το επιχείρημα αυτό ήταν τύποις παραδεκτό - πράγμα που δεν συμβαίνει - θα το απέρριπτα κατ' ουσίαν, καθόσον, όπως έχω ήδη αναφέρει, ο κίνδυνος να μη γίνονται δεκτοί προς εγγραφή οι φοιτητές είχε αναφερθεί στην αιτιολογημένη γνώμη.
Επί της ουσίας, η προσφυγή της Επιτροπής στηρίζεται κυρίως στην απόφαση που εξέδωσε το Δικαστήριο στην υπόθεση Gravier, κατά την οποία "οι όροι προσβάσεως στην επαγγελματική εκπαίδευση εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της Συνθήκης" (σκέψη 25) και, επομένως, "η επιβολή τελών, δικαιώματος εγγραφής ή διδάκτρων, ως προϋπόθεση για την πρόσβαση σε κύκλους μαθημάτων επαγγελματικής εκπαίδευσης στους σπουδαστές υπηκόους άλλων κρατών μελών συνιστά διάκριση λόγω ιθαγενείας που απαγορεύεται από το άρθρο 7 της Συνθήκης" (σκέψη 26).
Οι επίμαχες εν προκειμένω διατάξεις εισάγουν προφανώς διάκριση λόγω ιθαγενείας και η προσφυγή αφορά τα βελγικά μη πανεπιστημιακά ιδρύματα ανώτερης εκπαίδευσης τα οποία παρέχουν επαγγελματική κατάρτιση όπως αυτή ορίζεται στη σκέψη 30 της απόφασης Gravier.
Μήπως οι επίμαχες διατάξεις θίγουν "τους όρους προσβάσεως" στην εν λόγω κατάρτιση; Στην απόφαση Gravier, το Δικαστήριο υπογραμμίζει ότι τα υποβληθέντα ερωτήματα δεν αφορούν την οργάνωση της εκπαίδευσης ούτε καν τη χρηματοδότησή της αλλά το γεγονός ότι ορθώνεται οικονομικό φράγμα στην πρόσβαση στην εκπαίδευση (σκέψη 18) και δέχεται ότι "ναι μενη εκπαίδευση και η περί παιδείας πολιτική δεν ανήκουν άνευ ετέρου στους τομείς που η Συνθήκη ανέθεσε στην αρμοδιότητα των κοινοτικών οργάνων" πλην όμως "η πρόσβαση και η συμμετοχή σε κύκλους εκπαιδεύσεως και μαθητείας, ιδίως όταν πρόκειται για επαγγελματική εκπαίδευση, δεν είναι ξένες προς το κοινοτικό δίκαιο" (σκέψη 19). Επομένως, το Δικαστήριο διακρίνει, αφενός, μεταξύ της οργάνωσης και της χρηματοδότησης της εκπαίδευσης και, αφετέρου, της πρόσβασης στην εκπαίδευση.
Αντίθετα από τις υποθέσεις Gravier και Forcheri (υπόθεση 152/82, Forcheri κατά Βελγίου, Συλλογή 1983, σ. 2323), η παρούσα υπόθεση δεν αφορά άμεσο οικονομικό εμπόδιο στην πρόσβαση. Εντούτοις, μολονότι δεν είναι πλέον δυνατό να επιβάλλονται στους υπηκόους της Κοινότητας τέλη εγγραφής ή δίδακτρα, και εφόσον τα τέλη αυτά δεν καταβάλλονται από άλλη πηγή, το εκπαιδευτικό ίδρυμα δεν θα είναι πλέον σε θέση, στο οικονομικό επίπεδο, να προσφέρει θέσεις στους υπηκόους της Κοινότητας εφόσον το όριο του 2 % έχει καλυφθεί. Η Επιτροπή υποστηρίζει ουσιαστικά ότι, μολονότι η οργάνωση της εκπαίδευσης και η εκπαιδευτική πολιτική, πράγμα που περιλαμβάνει και τη χρηματοδότηση, είναι ζητήματα αρμοδιότητας των κρατών μελών, εντούτοις το κοινοτικό δίκαιο τα εμποδίζει να οργανώνουν τη χρηματοδότηση της επαγγελματικής εκπαίδευσης κατά τρόπο που να επιτρέπει στους δικούς τους υπηκόους την πρόσβαση στην εκπαίδευση αυτή χωρίς αριθμητικό περιορισμό, αντίθετα όμως, στην πράξη περιορίζει τον αριθμό των υπηκόων άλλων κρατών μελών που μπορούν να έχουν πρόσβαση στην εν λόγω εκπαίδευση.
Στην απόφαση που εξέδωσε στην υπόθεση 39/86, Lair κατά Universitaet Hannover (απόφαση της 21ης Ιουνίου 1988, Συλλογή 1988, σ. 3161), το Δικαστήριο έκρινε ότι οι ενισχύσεις που παρέχονται στους φοιτητές για τα έξοδα διατροφής και την εκπαίδευσή τους δεν εμπίπτουν στον τομέα εφαρμογής του άρθρου 7 της Συνθήκης αλλά, αφενός, στην εκπαιδευτική πολιτική η οποία δεν υπόκειται στην αρμοδιότητα των κοινοτικών οργάνων, όπως είχε ήδη κρίνει με την απόφαση Gravier, και, αφετέρου, στην κοινωνική πολιτική η οποία εμπίπτει στην αρμοδιότητα των κρατών μελών καθόσον δεν είναι αντικείμενο ειδικών διατάξεων της Συνθήκης (βλέπε απόφαση της 9ης Ιουλίου 1987 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 281, 283, 285 και 287/85, Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας και λοιποί κατά Επιτροπής, Συλλογή 1987, σ. 3202, σκέψη 14) με την απόφαση αυτή έκρινε επίσης ότι η αρχή που συνάγεται από την απόφαση Gravier εφαρμόζεται μόνο στην ενίσχυση που αποβλέπει στην κάλυψη των τελών εγγραφής και των διδάκτρων που απαιτούνται για την πρόσβαση στην εκπαίδευση (σκέψεις 14 και 15). Η νομολογία αυτή επιβεβαιώθηκε με την υπόθεση 197/86, Brown κατά Secretary of State for Scotland (απόφαση της 21ης Ιουνίου 1988, Συλλογή 1988, σ. 3205) στην υπόθεση αυτή η οποία αφορούσε στην καταβολή, εκ μέρους κράτους μέλους, τόσο των διδάκτρων όσο και υποτροφίας για τα έξοδα διατροφής, το Δικαστήριο έκρινε ότι μόνον τα πρώτα εμπίπτουν στο άρθρο 7 της Συνθήκης.
Η παρούσα υπόθεση διαφέρει από τις περιπτώσεις Lair και Brown. Οι εθνικές διατάξεις που είχαν εφαρμογή δεν εμπόδιζαν την Lair ούτε τον Brown να σπουδάσουν, έστω και αν τους υποχρέωνε να φέρουν μέρος των εξόδων τα οποία το κράτος αναλάμβανε στην περίπτωση των υπηκόων του. Αντίθετα, οι επίμαχες εν προκειμένωβελγικές διατάξεις οδηγούν εν δυνάμει στον πλήρη αποκλεισμό από την εκπαίδευση των υπηκόων της Κοινότητας.
Είναι δυνατό να υποστηριχθεί ότι οι επίμαχες βελγικές διατάξεις αφορούν τη χρηματοδότηση της εκπαίδευσης και, επομένως, δεν εμπίπτουν στο άρθρο 7 της Συνθήκης καθόσον, ειδικότερα, από τις αποφάσεις Lair και Brown προκύπτει ότι δεν είναι αναγκαίο όλες οι λεπτομέρειες που αφορούν την οργάνωση της επαγγελματικής εκπαίδευσης να είναι πανομοιότυπες για τους ημεδαπούς και τους αλλοδαπούς.
Κατά την άποψή μου, πάντως, το όριο του 2 % συνιστά οικονομικό εμπόδιο στην πρόσβαση στην εκπαίδευση κατά την έννοια της απόφασης Gravier. Μολονότι καμιά διάταξη οικονομικής φύσεως δεν προβλέπεται για τους υπηκόους της Κοινότητας που υπερβαίνουν την ποσόστωση - όριο του 2 %, στην πραγματικότητα οι υπεράριθμοι σε σχέση με το ποσοστό αυτό αποκλείονται από την εκπαίδευση λόγω της ιθαγένειάς τους. Αν δεν επιτρέπεται να επιβάλλεται οικονομική επιβάρυνση η οποία καθιστά την πρόσβαση στην επαγγελματική εκπαίδευση περισσότερο δύσκολη για τους υπηκόους των άλλων χωρών της Κοινότητας, οι διατάξεις που εμποδίζουν πλήρως την πρόσβαση στην εκπαίδευση είναι κατά μείζονα λόγο απαράδεκτες. Στην περίπτωση αυτή νομίζω ότι πρόκειται για κανόνα που εμπίπτει σε διαφορετική κατηγορία από αυτή των κανόνων που αφορούν τις υποτροφίες για τα έξοδα διατροφής η οικονομική πολιτική των κρατών μελών που θίγει την πρόσβαση στην εκπαίδευση δεν πρέπει να είναι τέτοιας φύσεως ώστε να εισάγει, στην πράξη, διάκριση λόγω ιθαγενείας εις βάρος των υπηκόων της Κοινότητας. Νομίζω ότι η κύρια αιτίαση της Επιτροπής αποδείχθηκε βάσιμη.
Ως προς το δεύτερο ισχυρισμό, η Επιτροπή προβάλλει ότι το άρθρο 12 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1612/68 παρέχει στα τέκνα των διακινούμενων εργαζομένων το δικαίωμα προσβάσεως στους τύπους εκπαιδεύσεως που απαριθμεί (και που δεν περιορίζονται στην επαγγελματική εκπαίδευση) υπό τους ίδιους όρους που ισχύουν για τους υπηκόους του κράτους υποδοχής. Ορισμένες κατηγορίες τέκνων των διακινούμενων εργαζομένων δεν περιλαμβάνονται ρητά στο άρθρο 2, παράγραφος 1, εδάφιο 2, στοιχεία "a)" ως "j)", του τροποποιηθέντος διατάγματος του 1982. Ειδικότερα, οι διατάξεις αυτές δεν προβλέπουν την περίπτωση των τέκνων, τα οποία διαμένουν στο Βέλγιο, των διακινουμένων εργαζομένων οι οποίοι απεβίωσαν ή δεν διαμένουν πλέον οι ίδιοι στο Βέλγιο.
Στην υπόθεση 9/74, Casagrande κατά Landeshauptstadt Muenchen (ECR 1974, σ. 773), το Δικαστήριο ερμήνευσε το άρθρο 12 ως αναφερόμενο "όχι μόνο στους κανόνες που αφορούν την εγγραφή, αλλά και τα γενικά μέτρα που αποσκοπούν στη διευκόλυνση της φοιτήσεως" (σκέψη 4) και, βασιζόμενο στο δεύτερο εδάφιο το οποίο επιβάλλει στα κράτη μέλη να ενθαρρύνουν "τις πρωτοβουλίες που επιτρέπουν στα τέκνα αυτά να παρακολουθήσουν τα μαθήματα με τις καλύτερες δυνατές προϋποθέσεις" κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το άρθρο 12 "σκοπούσε στην ενθάρρυνση ειδικών προσπαθειών προκειμένου να διασφαλιστούν στα τέκνα αυτά (των διακινούμενων εργαζομένων) ίσες δυνατότητες εκμεταλλεύσεως των παρεχομένων ευκαιριών για εκπαίδευση και μόρφωση" (ό.π.).
Κατά την άποψή μου, το Βέλγιο παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 12 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1612/68 διότι παρέλειψε να θεσπίσει ειδικές διατάξεις υπέρ ορισμένων δικαιούχων του άρθρου αυτού και έτσι τους έθεσε στην εναπομένουσα κατηγορία που αναφέρεται στο στοιχείο k) της σχετικής εθνικήςδιατάξεως, κατάσταση η οποία έχει ως συνέπεια ότι ορισμένοι από αυτούς διατρέχουν τον κίνδυνο να αποκλειστούν από την εν λόγω εκπαίδευση.
Επομένως, προτείνω στο Δικαστήριο να κρίνει καθόλα βάσιμη την προσφυγή της Επιτροπής και να καταδικάσει το Βέλγιο στα δικαστικά εξοδα.
(*) Μετάφραση από τα αγγλικά.
Full & Egal Universal Law Academy