Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1. Με την παρούσα προσφυγή, η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι, επιτρέποντας να περιληφθεί στην προκήρυξη για την υποβολή προσφορών προς σύναψη συμβάσεως για την εκτέλεση δημοσίου έργου, το οποίο αφορά την ύδρευση της περιοχής του Dundalk, ρήτρα κατά την οποία οι αγωγοί που θα χρησιμοποιηθούν πρέπει να είναι σύμφωνοι προς μια ιρλανδική τεχνική προδιαγραφή και αρνούμενη να εξετάσει σχετική προσφορά που προέβλεπε τη χρησιμοποίηση αγωγών που δεν είναι σύμφωνοι με αυτή, η Ιρλανδία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ (στο εξής: "άρθρο 30") και από το άρθρο 10 της οδηγίας 71/305/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 26ης Ιουλίου 1971, περί συντονισμού των διαδικασιών για τη σύναψη συμβάσεων δημοσίων έργων (στο εξής: "οδηγία") (1).
2. Το έργο, το οποίο φέρει την ονομασία "σχέδιο βελτιώσεως της υδρεύσεως της περιφέρειας του Dundalk", προωθείται από το "Dundalk Urban District Council" (Συμβούλιο της αστικής περιφέρειας του Dundalk). Η επίδικη σύμβαση, στο πλαίσιο του συνολικού αυτού σχεδίου,έχει αριθμό 4. Αφορά την κατασκευή ενός κεντρικού αγωγού για τη διοχέτευση του ύδατος από τις πηγές του ποταμού Fane σε ένα διυλιστήριο και από εκεί στο ήδη υφιστάμενο δίκτυο διανομής. Η ρήτρα 4.29 της συγγραφής υποχρεώσεων ορίζει ότι "οι αγωγοί πίεσης από αμιαντοτσιμέντο πρέπει να ανταποκρίνονται στην ιρλανδική τεχνική προδιαγραφή 188-1975 βάσει του συστήματος Irish Standard Mark Licensing που διαχειρίζεται το Ινστιτούτο της έρευνας και των βιομηχανικών προδιαγραφών. 'Ολοι οι αγωγοί αμιαντοτσιμέντου πρέπει να επικαλύπτονται με στρώμα πίσας τόσο από μέσα όσο και απ' έξω. Η εν λόγω επικάλυψη πρέπει να γίνεται στο εργοστάσιο με εμβάπτιση." Η Επιτροπή κίνησε τη διαδικασία του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΟΚ κατόπιν καταγγελίας μιας ιρλανδικής επιχειρήσεως εκτελέσεως δημοσίων έργων, της εταιρίας Walls, μια από τις προσφορές της οποίας, με πολύ ανταγωνιστική τιμή, απορρίφθηκε διότι προέβλεπε τη χρησιμοποίηση αγωγών κατασκευαζόμενων από την ισπανική εταιρία Uralita, οι οποίοι δεν συνοδεύονταν από το απαιτούμενο πιστοποιητικό καταλληλότητας.
3. Καταρχάς, πρέπει να προσδιοριστεί το νομικό πλαίσιο της διαφοράς, ώστε να καταστεί δυνατό στο Δικαστήριο να κρίνει αν η Ιρλανδία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει βάσει του κοινοτικού δικαίου.
4. Η Επιτροπή θεωρεί ότι το ζήτημα αν υπάρχει παράβαση πρέπει, ειδικότερα, να κριθεί ενόψει των υποχρεώσεων που πηγάζουν από το άρθρο 10 της οδηγίας. Η Επιτροπή, καίτοι υπενθυμίζει ότι, κατά το άρθρο 3, παράγραφος 5, της οδηγίας, οι διατάξεις της δεν εφαρμόζονται, μεταξύ άλλων, επί συμβάσεων οι οποίες συνάπτονται από υπηρεσίες παραγωγής, διανομής και μεταφοράς ύδατος, υπογραμμίζει ότι η Ιρλανδία οφείλει να τηρήσει το σύνολο των διατάξεων της οδηγίας, ειδικότερα δε το άρθρο 10, παράγραφος 2, δεδομένου ότι, προκειμένου να δημοσιεύσει την προκήρυξη σχετικά με την επίδικη σύμβαση στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, αναφέρθηκε στην υποχρεωτική δημοσίευση την οποία προβλέπει η οδηγία. Κατά το εν λόγω άρθρο 10, παράγραφος 2, απαγορεύεται, καταρχάς, "η αναφορά σημάτων, διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας ή τύπων, καθώς και η αναφορά ορισμένης καταγωγής ή ορισμένης παραγωγής" στους όρους των συμβάσεων για την εκτέλεση έργων υπαγομένων στην οδηγία υπό ορισμένες προϋποθέσεις, ωστόσο, η αναφορά αυτή επιτρέπεται αν συνοδεύεται από τη μνεία "ή ισοδύναμο".
5. Είναι αναμφίβολο ότι η επίδικη σύμβαση, η οποία περιλαμβάνεται σε μια σειρά συμβάσεων για την εκτέλεση έργων προς βελτίωση της υδρεύσεως του Dundalk, ανήκει κατά συνέπεια σε μια κατηγορία συμβάσεων οι οποίες εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας και ότι, από την άποψη αυτή, η Ιρλανδία δεν όφειλε a priori να συμμορφωθεί προς τις διατάξεις της. Προβάλλεται, ωστόσο, ο ισχυρισμός ότι το εν λόγω κράτος μέλος υπήχθη εν προκειμένω οικειοθελώς στις διατάξεις της οδηγίας.
6. 'Οπως φαίνεται, η δημοσίευση της επίδικης προκηρύξεως κατά τους όρους που προβλέπει η οδηγία συνδέθηκε αρχικά με το σχέδιο της Ιρλανδίας να ζητήσει τη συμμετοχή της Κοινότητας στη χρηματοδότηση του έργου. Το σχέδιο αυτό δεν είχε συνέχεια, η Επιτροπή, όμως, ευελπιστεί ότι το Δικαστήριο θα κρίνει ότι, όταν ένα κράτος μέλος προβαίνει, εξ ιδίας πρωτοβουλίας, στη δημοσίευση μιας προκηρύξεως σχετικά με την εκτέλεση δημοσίου έργου κατά τους τύπους που προβλέπει η οδηγία, το γεγονός αυτό πρέπει να έχει ως συνέπεια την εφαρμογή όλων των διατάξεών της, προκειμένου η πραγματική κατάσταση να ανταποκρίνεται προς τη δημιουργούμενη εντύπωση.
7. Προ αυτής της επιχειρηματολογίας, η οποία υποστηρίχθηκε και από την Ισπανία, συμμερίζομαι την άποψη της Ιρλανδίας και έχω τη γνώμη ότι πρέπει να υπερισχύσει το - απολύτως σαφές - γράμμα των διατάξεων οι οποίες εξαιρούν από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας τις συμβάσεις που αφορούν την παραγωγή, μεταφορά και διανομή ύδατος. Ο κοινοτικός νομοθέτης δεν προέβλεψε δυνατότητα αποκλίσεως από τις διατάξεις αυτές, κατά τρόπο ώστε οι αναθέτουσες αρχές να μπορούν να υπαγάγουν οικειοθελώς τη διαδικασία αναθέσεως δημοσίων έργων σε νομικό καθεστώς το οποίο a priori δεν εφαρμόζεται ως προς αυτά. Δεν νομίζω ότι το Δικαστήριο μπορεί νομολογιακώς να συναγάγει ότι η τήρηση του τύπου της δημοσιεύσεως μιας προκηρύξεως σχετικά με τη σύναψη συμβάσεως για την εκτέλεση έργου έχει συνέπειες τις οποίες δεν προέβλεψε ο κοινοτικός νομοθέτης, ο οποίος όρισε αυτόν τον τύπο.
8. Ούτε η Επιτροπή ούτε η Ισπανία εξήγησαν πράγματι πώς θα ήταν δυνατόν, από νομική άποψη, χωρίς να υπάρχει σχετική διάταξη, τα κράτη μέλη να θέτουν μονομερώς εκποδών τις συνέπειες του άρθρου 3, παράγραφος 5, της οδηγίας, δεν έγινε δε, σχετικώς, καμιά αναφορά στη νομολογία του Δικαστηρίου.
9. Βεβαίως, δεν μπορεί να αγνοηθεί η ανάγκη να προστατευθεί η πεποίθηση την οποία θα σχημάτιζαν, ενδεχομένως, οι εργολήπτες από τη δημοσίευση μιας προκηρύξεως στην Επίσημη Εφημερίδα των Κοινοτήτων. Νομίζω, όμως, ότι, ενόψει της σαφέστατης θέσεως του κοινοτικού νομοθέτη, όσον αφορά την εξαίρεση ορισμένων συμβάσεων από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας, διορθωτική νομολογιακή επέμβαση υπέρ της δυνατότητας αποκλίσεως, υπό την έννοια της επί οικειοθελούς βάσεως υπαγωγής μιας συμβάσεως στις διατάξεις της οδηγίας, θα είχε το μειονέκτημα της δημιουργίας αμφιβολιών σχετικά με την ερμηνεία διατάξεων οδηγίας ως προς τις οποίες δεν υπάρχουν μέχρι τώρα αμφιβολίες. Σε πολλές από τις αποφάσεις του Δικαστηρίου έχει τονισθεί, σχετικά, η ανάγκη να μη δημιουργούν τα κράτη μέλη στους επιχειρηματίες κατάσταση αβεβαιότητας θεσπίζοντας αντιφατικές νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις (2). Μου φαίνεται ότι η ανάγκη αυτή είναι, κατά μείζονα λόγο, επιτακτική, όσον αφορά τους κοινοτικούς ιδίως κανόνες και ότι απαγορεύει, εν προκειμένω, τη δημιουργία αμφιβολιών ως προς την απολύτως σαφή έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 5, της οδηγίας.
10. Για το λόγο αυτό, θεωρώ ότι η οδηγία δεν μπορεί εν προκειμένω να εφαρμοστεί στην εν λόγω σύμβαση και, κατά συνέπεια, δεν χρειάζεται να εξεταστεί κατά πόσο η Ιρλανδία, στην παρούσα υπόθεση, παρέβη υποχρεώσεις τις οποίες επιβάλλει η διάταξη αυτή.
11. Επομένως, φαίνεται ότι ο τρόπος κατά τον οποίο ενήργησε η Ιρλανδία δεν μπορεί να εκτιμηθεί παρά μόνο σε σχέση με τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το άρθρο 30 της Συνθήκης.
12. Και ως προς το σημείο αυτό, η Ιρλανδία θεωρεί ότι οι διατάξεις αυτού του άρθρου δεν μπορούν να εφαρμοστούν επί των πραγματικών περιστατικών τα οποία αναφέρει η Επιτροπή και ότι, συνεπώς, η προσφυγή της Επιτροπής στερείται παντελώς ερείσματος.
13. Η άποψη αυτή στηρίζεται σε ένα συλλογισμό φαινομενικά απλό. Η κατά της Ιρλανδίας αιτίαση αφορά το γεγονός ότι η διαδικασία αναθέσεως ενός δημοσίου έργου δεν είναι σύμφωνη, ως προς ορισμένα σημεία της, προς το κοινοτικό δίκαιο. Οι διαδικασίες αυτού του είδους διέπονται από διατάξεις με τις οποίες υλοποιούνται τα άρθρα της Συνθήκης σχετικά με την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών. Επομένως, ο τρόπος κατά τον οποίο ενήργησε η Ιρλανδία δεν μπορεί, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, να εκτιμηθεί σε σχέση με τις διατάξεις της Συνθήκης που αφορούν την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων. Η Ιρλανδία επικαλείται ακριβώς την απόφαση του Δικαστηρίου της 22ας Μαρτίου 1977, Ianelli κατά Meroni, κατά την οποία
"όσο ευρύ και αν είναι το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 30, δεν περιλαμβάνει τα εμπόδια τα οποία εμπίπτουν σε άλλες, ειδικές, διατάξεις της Συνθήκης" (3).
14. Η άποψη της Ιρλανδίας πρέπει να διευκρινιστεί κάπως, πριν εξεταστεί αν ευσταθεί. Οι διαδικασίες αναθέσεως δημοσίων έργων ρυθμίζονται από την προαναφερθείσα οδηγία. Η πράξη αυτή, έχει, ιδίως, ως έρεισμα τα άρθρα 59, δεύτερη παράγραφος και 66 της Συνθήκης. Επομένως, οι συμβάσεις δημοσίων έργων πρέπει να θεωρούνται ως παροχή υπηρεσιών και κάθε αιτίαση σχετικά με ρήτρες μιας τέτοιας συμβάσεως πρέπει να εξετάζεται σε σχέση με τις υποχρεώσεις οι οποίες πηγάζουν από την αρχή της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών. Πράγματι, κάθε ρήτρα, όποιο κι αν είναι το αντικείμενότης, δεν μπορεί παρά να αποτελεί παρεπόμενο αυτής της παροχής υπηρεσιών. Κατ' αυτόν τον τρόπο, προκειμένου περί εμποδίων τα οποία εμπίπτουν σε ειδικές διατάξεις της Συνθήκης, σύμφωνα με την απόφαση του Δικαστηρίου Ianelli, δεν μπορεί να γίνεται επίκληση του άρθρου 30.
15. Χάριν πληρότητος, πρέπει να παρατηρηθεί ότι, με βάση το συλλογισμό αυτό, πρέπει να συναχθεί το συμπέμασμα ότι οποιαδήποτε έρευνα σχετικά με παράβαση υποχρεώσεων οι οποίες απορρέουν από τη Συνθήκη θα ήταν μάταιη στην παρούσα υπόθεση. Στην καταρχήν αδυναμία επικλήσεως των κατά το άρθρο 30 υποχρεώσεων προστίθεται το αποτέλεσμα της ειδικής διατάξεως της οδηγίας (4) κατά την οποία, μεταξύ άλλων, εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής της οι σχετικές με την υδροδότηση συμβάσεις δημοσίων λεργων. Δεδομένου ότι οι εν λόγω συμβάσεις διέπονται, ratione materiae, από τους κανόνες της Συνθήκης σχετικά με την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών, διαφεύγουν του πεδίου εφαρμογής των διατάξεων της οδηγίας με τις οποίες εφαρμόζονται οι κανόνες αυτοί, ενόψει της εξαιρέσεως την οποία προβλέπει η εν λόγω οδηγία.
16. 'Οπως και η Επιτροπή και η Ισπανία, δεν πείθομαι από την επιχειρηματολογία αυτή.
17. Πρέπει, καταρχάς, να υπομνησθεί πώς έχει, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, το ζήτημα της οριοθετήσεως του πεδίου εφαρμογής του άρθρου 30 σε σχέση με το πεδίο εφαρμογής άλλων διατάξεων της Συνθήκης. Στην απόφαση της 3ης Μαρτίου 1988 επί της υποθέσεως Bergandi, το Δικαστήριο έκρινε ότι το άρθρο 30
"αφορά, γενικώς, όλα τα μέτρα που παρεμποδίζουν τις εισαγωγές και στα οποία δεν αναφέρονται ειδικώς άλλες διατάξεις της Συνθήκης" (5).
Από αυτό προκύπτει σαφώς ότι το άρθρο 30 δεν πρέπει να υποχωρεί παρά μόνο προ διατάξεων οι οποίες αναφέρονται ειδικώς στα "μέτρα που παρεμποδίζουν τις εισαγωγές" σε δεδομένη περίπτωση. 'Οπως παρατήρησε ο γενικός εισαγγελέας Sir Gordon Slynn στις προτάσεις του επί της υποθέσεως Cinetheque SA, όλες οι διατάξεις της Συνθήκης σχετικά με την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών έχουν ως σκοπό
"την εξάλειψη των μέτρων που υπάγουν τους υπηκόους κράτους μέλους σε αυστηρότερους κανόνες ή καθιστούν δυσμενέστερη τη νομική ή πραγματική τους κατάσταση σε σχέση με τους υπηκόους του κράτους μέλους που θεσπίζει το μέτρο" (6).
Επομένως, οι εν λόγω διατάξεις δεν αναφέρονται ειδικώς σε μέτρα που παρεμποδίζουν τις εισαγωγές. Από την άποψη αυτή, συνεπώς, δικαιολογείται ήδη η αμφιβολία σχετικά με το αν η ύπαρξη παροχής υπηρεσιών έχει, καταρχήν, ως συνέπεια, ότι δεν εφαρμόζεται το άρθρο 30 επί μέτρων τα οποία, στο πλαίσιο αυτής της παροχής υπηρεσιών, θα παρεμπόδιζαν τις εισαγωγές.
18. Πράγματι, από την έρευνα της νομολογίας του Δικαστηρίου καταδεικνύεται, εν γένει, η σαφής προσπάθεια να καταλαμβάνονται από το άρθρο 30 όσο το δυνατόν περισσότερες περιπτώσεις εμποδίων στις εισαγωγές εμπορευμάτων.
19. Μια πρώτη έκφραση αυτής της προσπάθειας απαντά στις αποφάσεις όπου, προκειμένου περί μεθόδων κατασκευής υλικών αγαθών, το Δικαστήριο στηρίζεται στο άρθρο 60 της Συνθήκης, κατά τρόπον ώστε η υπαγωγή στην έννοια της παροχής υπηρεσιών να έχει επικουρικό μόνο χαρακτήρα σε σχέση με την υπαγωγή στην έννοια των εμπορευμάτων (7).
20. Η ελκτική λειτουργία του άρθρου 30 σκιαγραφείται ακόμη σαφέστερα στη νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με το ζήτημα της εφαρμογής του εν λόγω άρθρου στις πράξεις οι οποίες εμπίπτουν στις διατάξεις περί ενισχύσεων. Πρέπει να υπομησθεί ότι, στην προαναφερθείσα απόφαση Ianelli, το Δικαστήριο έκρινε ότι:
"οι ενισχύσεις στις οποίες αναφέρονται τα άρθρα 92 και 93 της Συνθήκης δεν εμπίπτουν ως ενισχύσεις στην απαγόρευση των ποσοτικών περιορισμών επί των εισαγωγών και των μέτρων ισοδυνάμου αποτελέσματος που θεσπίζει το άρθρο 30. Οι λεπτομέρειες όμως χορηγήσεως μιας ενίσχυσης που δεν είναι αναγκαίες για την πραγματοποίηση του σκοπού της ή για τη λειτουργία της και οι οποίες αντιβαίνουν στην εν λόγω απαγόρευση μπορούν να κριθούν ασυμβίβαστες για το λόγο αυτό με την εν λόγω διάταξη" (8).
21. Σε πρόσφατες αποφάσεις, η δυνατότητα εφαρμογής του άρθρου 30 σε ορισμένες μεθόδους ενισχύσεως καθιερώνεται κατά τρόπο ακόμα σαφέστερο. 'Ετσι, στις 7 Μαΐου 1985, το Δικαστήριο υπογράμμισε, αποφαινόμενο επί της υποθέσεως Επιτροπή κατά Γαλλίας, ότι:
"τα άρθρα 92 και 94 δεν μπορούν σε καμιά περίπτωση να χρησιμεύσουν για να καταστήσουν ανεφάρμοστους τους σχετικούς με την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων κανόνες της Συνθήκης"
και ότι:
"το γεγονός ότι ένα εθνικό μέτρο μπορεί ενδεχομένως να χαρακτηριστεί ως ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 92 δεν συνιστά επαρκή λόγο για να εξαιρεθεί από την απαγόρευση του άρθρου 30" (9).
Ανάλογη διατύπωση περιέχεται στην απόφαση του Δικαστηρίου της 5ης Ιουνίου 1986 Επιτροπή κατά Ιταλίας (10).
22. Σε τελευταία ανάλυση, οι περιπτώσεις κατά τις οποίες το Δικαστήριο έχει δεχτεί μέχρι τώρα, ότι η εφαρμογή ορισμένων διατάξεων της Συνθήκης αποκλείει τη δυνατότητα επικλήσεως του άρθρου 30 περιορίζονται στις σχετικές με "εμπόδια φορολογικής φύσεως ή ισοδυνάμου αποτελέσματος" (11), πράγμα που βρίσκεται σε απόλυτη αντιστοιχία με την προαναφερθείσα διατύπωση της αποφάσεως Bergandi (12).
23. Από τη νομολογία του Δικαστηρίου μπορεί, επομένως, να συναχθεί το συμπέρασμα ότι το γεγονός ότι μια συγκεκριμένη κατάσταση διέπεται, στο σύνολό της, από ορισμένες διατάξεις της Συνθήκης δεν αποκλείει σε όλες τις περιπτώσεις τη δυνατότητα εφαρμογής του άρθρου 30 επί ορισμένων πλευρών αυτής της καταστάσεως. Ακριβέστερα, η ύπαρξη παροχής υπηρεσιών δεν φαίνεται να αποκλείει τη δυνατότητα εκτιμήσεως ως προς το αν ορισμένα στοιχεία της εν λόγω παροχής υπηρεσιών συμβιβάζονται προς το άρθρο 30.
24. Η εντύπωση αυτή δεν μπορεί παρά να ενισχύεται ενόψει του περιεχομένου της αποφάσεως του Δικαστηρίου της 30ής Απριλίου 1974 επί της υποθέσεως Sacchi. Στην απόφαση αυτή, το Δικαστήριο έκρινε ότι, ενώ
"η εκπομπή τηλεοπτικών μηνυμάτων, συμπεριλαμβανομένων όσων έχουν χαρακτήρα διαφημιστικό, υπάγεται καθεαυτή στους κανόνες της Συνθήκης που αναφέρονται στην παροχή υπηρεσιών",
αντιθέτως
"το εμπόριο που αφορά κάθε είδους υλικό, υποθέματα ήχου, ταινίες, μηχανήματα και άλλα προϊόντα που χρησιμοποιούνται για τη μετάδοση των τηλεοπτικών μηνυμάτων υπάγεται στους κανόνες για την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων" (13).
25. Επομένως, βάσει της νομολογίας του Δικαστηρίου, υπό το φως της τελευταίας αυτής αποφάσεως, μπορεί να θεωρηθεί ότι, ενώ μια σύμβαση δημοσίων έργων συνιστά παροχή υπηρεσιών, τα προς εκτέλεσή της χρησιμοποιούμενα υλικά εμπίπτουν στις διατάξεις του άρθρου 30.
26. Προς υποστήριξη αυτής της γνώμης, η οποία, νομίζω, αντικατοπτρίζει απλώς τις αρχές που έχουν καθιερωθεί με τις αποφάσεις του Δικαστηρίου, θα ήθελα να αναπτύξω μια σκέψη εμπνεόμενη από τις νομικές ιδιομορφίες της παρούσας υποθέσεως. Η επιχειρηματολογία της Ιρλανδίας συνεπάγεται, νομίζω, αισθητή αποδυνάμωση της αποτελεσματικότητας ορισμένων κανόνων της Συνθήκης, δηλαδή των αναφερομένων στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων. Η αποδοχή της απόψεως ότι όλα τα στοιχεία ενός δημοσίου έργου διέπονται αποκλειστικώς από τις διατάξεις της Συνθήκης που αφορούν την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών, παρόλο που η οδηγία με την οποία οι διατάξεις αυτές εφαρμόζονται στον τομέα των συμβάσεων δημοσίων έργων εξαιρεί από το πεδίο εφαρμογής της τις σχετικές με την ενέργεια και το νερό συμβάσεις, σημαίνει, σε τελική ανάλυση ότι, η αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας καθίσταται ανενεργός, όσον αφορά υλικά μεγάλης σπουδαιότητας. Δεν μπορώ να θεωρήσω ότι οι συντάκτες της Συνθήκης απέβλεπαν σε μια τέτοια κατάσταση. Ούτε μπορώ να φανταστώ ότι ο κοινοτικός νομοθέτης, συντάκτης της οδηγίας, είχε τη βούληση ή την εξουσία να θέσει κατ' αυτό τον τρόπο, εν μέρει, εκποδών τις θεμελιώδεις διατάξεις της Συνθήκης που αναφέρονται στην ελεύθερη κυκλοφορία.
27. Είμαι, επομένως, της γνώμης ότι η ερμηνεία των κανόνων της Συνθήκης που αναφέρονται στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων και στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών, όσον αφορά τη σχέση μεταξύ των πεδίων εφαρμογής τους, δεν πρέπει να έχει ως συνέπεια το να καθίσταται ανενεργός, έναντι σημαντικότατων εμπορικών ρευμάτων, μια διάταξη της οποίας το άμεσο αποτέλεσμα έχει καθιερωθεί από το Δικαστήριο (14), ούτε και ανίσχυρη μιακοινοτική κανονιστική ρύθμιση.
28. Παρεμπιπτόντως, εξάλλου, μπορεί να παρατηρηθεί ότι ορισμένες διατάξεις της οδηγίας, για παράδειγμα το άρθρο 10, εφαρμόζουν κατ' ουσίαν την αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, πράγμα που δείχνει σαφώς ότι όλα τα στοιχεία μιας συμβάσεως δημοσίων έργων δεν διέπονται κατ' ανάγκη αποκλειστικώς από τους κανόνες που αναφέρονται στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών.
29. Είμαι πεπεισμένος, συνεπώς, ότι δεν μπορεί να γίνει δεκτή η επιχειρηματολογία της Ιρλανδίας και ότι πρέπει, επομένως, στη συνέχεια να εκτιμηθεί η συμπεριφορά του εν λόγω κράτους μέλους κατά της οποίας βάλλει η Επιτροπή, σε σχέση με τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ. Με άλλα λόγια το ζήτημα που ανακύπτει συνίσταται στο αν ο τρόπος κατά τον οποίο ενήργησε η Ιρλανδία στην παρούσα υπόθεση ανταποκρίνεται στον κλασικό ορισμό του μέτρου ισοδυνάμου αποτελέσματος ο οποίος διατυπώθηκε με την απόφαση του Δικαστηρίου Dassonville (15).
30. Κεντρικό σημείο του προβλήματος αποτελεί η αναγραφή της ρήτρας 4.29 στην επίδικη προκήρυξη για την υποβολή προσφορών προς σύναψη συμβάσεως, καθόσον η εν λόγω ρήτρα προβλέπει ότι οι αγωγοί πρέπει να είναι σύμφωνοι προς την ιρλανδική προδιαγραφή 188/1975. Η εν λόγω προδιαγραφή, η ΙS 188, καθιερώθηκε το 1975 από το Institute fow Industrial Research and Standards (ινστιτούτο βιομηχανικής έρευνας και προδιαγραφών, ΙΙRS), τεχνικό και επιστημονικώς πολυδιάστατο φορέα που δημιουργήθηκε στην Ιρλανδία με νόμο του 1961, με κύριο σκοπό την εκπόνηση προδιαγραφών, τη δημοσίευσή τους και την εφαρμογή συστημάτων πιστοποιήσεως. Τις δύο τελευταίες από αυτές τις δραστηριότητες ανέλαβε από 1ης Ιανουαρίου 1985 ένας άλλος φορέας που ενεργεί εν ονόματι του ΙΙRS, η National Standards Authority of Ireland (εθνική υπηρεσία τυποποιήσεως της Ιρλανδίας, ΝSΑΙ). Η τήρηση μιας προδιαγραφής πιστοποιείται τις περισσότερες φορές με την επίθεση ενόςσήματος που αποκαλείται "Irish Standard Mark", η δε εξουσιοδότηση προς τον κατασκευαστή να επιθέτει το σήμα στα προϊόντα του παρέχεται με την εκ μέρους της ΝSΑΙ χορήγηση του "Irish Standard Mark Licence".
31. Σύμφωνα με έγγραφο της 27ης Οκτωβρίου 1986, το οποίο προέρχεται από την ΝSΑΙ και είναι προσαρτημένο στο υπόμνημα αντικρούσεως της Ιρλανδίας, τα γεωμετρικά χαρακτηριστικά της προδιαγραφής ΙS 188 διακρίνουν τους αγωγούς που κατασκευάζονται σύμφωνα με αυτήν από άλλους αγωγούς οι οποίοι, όπως οι αγωγοί της εταιρίας Uralita, ανταποκρίνονται στα στοιχεία της διεθνούς προδιαγραφής ΙSΟ 160 συνεπώς, δεν τίθεται ζήτημα ως προς τα από υλικά και τεχνικά χαρακτηριστικά. Πιο συγκεκριμένα, η προδιαγραφή ΙS 188 αναφέρεται σε "εξωτερικές" διαμέτρους, δηλαδή διαμέτρους οι οποίες περιλαμβάνουν τα τοιχώματα των αγωγών, ενώ η προδιαγραφή ΙSΟ 160 αναφέρεται σε "εσωτερικές" διαμέτρους, οι οποίες δεν περιλαμβάνουν τα τοιχώματα.
32. Πρέπει ακόμα να προστεθεί ότι η διεθνής προδιαγραφή ΙSΟ 160, σύμφωνα με την οποία κατασκευάζονται οι αγωγοί της Uralita, τέθηκε από το Διεθνή Οργανισμό Τυποποιήσεως, ο οποίος είναι μια παγκόσμια ομοσπονδία εθνικών οργανισμών προδιαγραφών, και ότι εγκρίθηκε, στο πλαίσιο του οργανισμού αυτού, από τις επιτροπές-μέλη του που εκπροσωπούν εννέα χώρες, ήδη μέλη της ΕΟΚ: Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, Δανία, Ισπανία, Γαλλία, Ελλάδα, Ιταλία, Κάτω Χώρες, Πορτογαλία και Ηνωμένο Βασίλειο. 'Οσον αφορά, ωστόσο, το Ηνωμένο Βασίλειο, πρέπει να σημειωθεί ότι αυτό εφαρμόζει την προδιαγραφή ΒS 486, την οποία οι ιρλανδικές αρχές, ιδίως δε η ΝSΑΙ, θεωρούν ισοδύναμη προς την ΙS 188.
33. Η υποχρεώση συμμορφώσεως προς την προδιαγραφή ΙS 188 ορίστηκε, στην επίδικη ρήτρα, επί ποινή απαραδέκτου των προσφορών, όπως καταδεικνύει η απάντηση της Δημοκρατίας της Ιρλανδίας στην πρώτη ερώτηση που της έθεσε το Δικαστήριο. Η Ιρλανδία δήλωσε, πράγματι, στο Δικαστήριο ότι, σύμφωνα με τη "συνήθη πρακτική", ο μηχανικός-σύμβουλος της αστικής περιφέρειαςτου Dundalk απέρριψε την προσφορά της εταιρίας Walls η οποία προέβλεπε τη χρησιμοποίηση αγωγών Uralita κατόπιν συσκέψεως από την οποία προέκυψε "ότι οι προτεινόμενοι αγωγοί δεν ήταν σύμφωνοι προς τη ρήτρα 4.29 της συγγραφής υποχρεώσεων", οι αγωγοί δε αυτοί "δεν εξετάστηκαν κατά το στάδιο αυτό". Η Δημοκρατία της Ιρλανδίας διευκρίνισε ότι η εν λόγω "συνήθης πρακτική" συνίστατο "στον καθορισμό των προδιαγραφών σύμφωνα με τις οποίες πρέπει να κατασκευάζονται τα υλικά, ... οι όροι δε αυτοί διατυπώνονται σε συγγραφή υποχρεώσεων πριν γίνει η προκήρυξη για την υποβολή προσφορών. 'Οταν, εν συνεχεία, εξετάζονται οι προσφορές, ο μηχανικός-σύμβουλος ζητεί να αποδειχθεί ότι πληρούνται οι όροι".
34. Το περιεχόμενο της προδιαγραφής ΙS 188 και η λειτουργία που επιτελεί με την αναγραφή της στις συμβάσεις δημοσίων έργων δείχνουν με αρκετή σαφήνεια ότι η αναγραφή αυτή είναι ικανή να παρεμποδίσει τις εισαγωγές αγωγών στην Ιρλανδία. Αν ληφθεί υπόψη, όπως ορθώς επισήμαναν η Επιτροπή και η Ισπανία, ότι οι συμβάσεις δημοσίων έργων είναι το κατ' εξοχήν, αν όχι το μόνο, μέσο εμπορίας αγωγών, όπως οι σχετικοί με την υπό κρίση υπόθεση, καθίσταται πρόδηλο ότι η υποχρέωση συμμορφώσεως προς εθνική προδιαγραφή, την οποία προβλέπει ένα κράτος μέλος επί ποινή απαραδέκτου των προσφορών, είναι ικανή να παρεμποδίσει τις εισαγωγές στο έδαφος του κράτους αυτού των αγωγών που κατασκευάζονται σε άλλα κράτη μέλη. Την εκτίμηση αυτή ενισχύει η διαπίστωση ότι η ισχύουσα στην Ιρλανδία διαδικασία εγκρίσεως των αγωγών που κατασκευάζονται σε άλλο κράτος μέλος δεν είναι ένας απλός τύπος. 'Ενας κατασκευαστής αγωγών δεν μπορεί να λάβει την άδεια που του επιτρέπει να επιθέτει στα προϊόντα του το Irish Standard Mark, το οποίο πιστοποιεί την τήρηση της προδιαγραφής ΙS 188, παρά μόνο εάν κατασκευάζει τα προϊόντα του σύμφωνα με τους όρους της προδιαγραφής αυτής, όπως καταδεικνύεται από την προς την Uralita άρνηση εγκρίσεως από την ΝSΑΙ τον Δεκέμβριο του 1986. Κατά συνέπεια, αγωγοί νομίμως παραγόμενοι και διατιθέμενοι στοεμπόριο εντός κράτους μέλους, σύμφωνοι δε, εξάλλου, προς διεθνή προδιαγραφή, δεν μπορούν να διατεθούν στο εμπόριο στην Ιρλανδία. Για να έχουν δυνατότητα προσβάσεως στην ιρλανδική αγορά, οι κατασκευαστές πρέπει να τροποποιήσουν τα προϊόντα τους.
35. Κατά συνέπεια, είμαι της γνώμης ότι η προσθήκη στην προκήρυξη για την υποβολή προσφορών προς σύναψη συμβάσεως για την εκτέλεση δημοσίου έργου ρήτρας κατά την οποία οι αγωγοί πρέπει να είναι σύμφωνοι προς εθνική προδιαγραφή, όπως η ΙS 188, παρεμποδίζει εμμέσως, αλλ' ασφαλώς, τις εισαγωγές αγωγών που κατασκευάζονται σε άλλα κράτη μέλη.
36. Η Ιρλανδία διετύπωσε μια σειρά επιχειρημάτων αμφισβητώντας ότι η υποχρέωση τηρήσεως της προδιαγραφής ΙS 188, η οποία προβλέπεται για την υποβολή προσφορών προς σύναψη συμβάσεως για την εκτέλεση δημοσίου έργου, μπορεί να παρεμποδίσει τις εισαγωγές αγωγών. Τόνισε ότι η υποχρέωση αυτή δεν συνιστά "κανονιστική ρύθμιση εμπορικού χαρακτήρα" κατά την έννοια της αποφάσεως Dassonville και ότι οι κατασκευαστές αγωγών από τα άλλα κράτη μέλη είχαν κάθε δυνατότητα να λάβουν από την ΝSΑΙ την άδεια που θα τους επέτρεπε να επιθέτουν στα προϊόντα τους το Irish Standard Mark, το οποίο πιστοποιεί την τήρηση της προδιαγραφής ΙS 188.
37. Μπορεί, καταρχάς, να δοθεί η απάντηση ότι, κατά την απόφαση του Δικαστηρίου de Peijper, της 20ής Μαΐου 1976 (16), είναι δυνατόν ορισμένη πρακτική να εμπίπτει στην απαγόρευση του άρθρου 30. Με το επιχείρημά της, όμως, η Ιρλανδία ισχυρίζεται, στην πραγματικότητα, ότι οι ρήτρες των προκηρύξεων για την υποβολή προσφορών προς σύναψη συμβάσεων δημοσίων έργων δεν μπορούν, εξ ορισμού, να θεωρούνται ότι αφορούν τις εισαγωγές και ότι το δικαίωμα ενός κατασκευαστή να διαθέτει τα προϊόντα του στο εμπόριο εντός κράτους μέλους δεν μπορεί να θιγεί από το περιεχόμενο των ρητρών αυτών. Επί του σημείου αυτού, όμως, είναι προφανές ότι για προϊόντα όπως οι αγωγοί δεν υπάρχει στην πράξη άλλη δυνατότητα εμπορίας εκτός από τη χρησιμοποίησή τους σε δημόσια, κυρίως, έργα. Επομένως, η υποχρέωση τηρήσεως της προδιαγραφής ΙS 188, η οποία αποτρέπει τους ενδιαφερομένους εργολήπτες από το να περιλαμβάνουν στις προσφορές τους τη χρησιμοποίηση υλικών μη σύμφωνων προς την εν λόγω προδιαγραφή, παρεμποδίζει την εισαγωγή τους, εμμέσως βέβαια, αλλά κατά τρόπο σχεδόν απόλυτο.
38. 'Οσον αφορά τη δυνατότητα των κατασκευαστών από τα άλλα κράτη μέλη να συμμορφώνονται προς την προδιαγραφή ΙS 188, ανέφερα ήδη ότι η δυνατότητα αυτή αναλύεται, στην πραγματικότητα, ως υποχρέωση που τους επιβάλλεται να τροποποιήσουν τα προϊόντα τους και, κατά συνέπεια, να παραιτηθούν από την εντός της Ιρλανδίας εμπορία αγωγών οι οποίοι νομίμως κατασκευάζονται και διατίθενται στο εμπόριο στις χώρες προέλευσής τους. Η εν λόγω δυνατότητα, επομένως, συνηγορεί μάλλον υπέρ της υπάρξεως παρά υπέρ της ανυπαρξίας εμποδίου, η δε κατάσταση όπως αναλύθηκε, μου φαίνεται καθόλα όμοια προς τις περιπτώσεις οι οποίες, κατά την απόφαση του Δικαστηρίου "Cassis de Dijon", εμπίπτουν στο άρθρο 30.
39. Με βάση την ίδια αυτή απόφαση μπορεί, εξάλλου, να ανατραπεί το δεύτερο επιχείρημα ότι απαιτείται η τήρηση της προδιαγραφής ΙS 188, όποια κι αν είναι η γεωγραφική προέλευση των υλικών. Πράγματι, η απόφαση αυτή δέχεται ότι μέτρα τα οποία εφαρμόζονται αδιακρίτως τόσο επί των εγχωρίων όσο και επί των εισαγομένων προϊόντων είναι δυνατόν να απαγορεύονται βάσει του άρθρου 30. Κατά συνέπεια, όπως ανέφερε ο Sir Gordon Slynn στις προαναφερθείσες προτάσεις του, συνιστά παράβαση του άρθρου 30 ένα μέτρο το οποίο,
"μολονότι δεν στρέφεται κατά της εισαγωγής αυτής καθαυτής αλλά αφορά και τα εγχώρια και τα εισαγόμενα εμπορεύματα, απαιτεί από τους παραγωγούς ή τους διανομείς να προβούν σε πρόσθετες ενέργειες, πέρα από εκείνες στις οποίες θα προέβαιναν κανονικά και νόμιμα κατά τη διάθεση των εμπορευμάτων, πράγμα το οποίο δυσχεραίνει την εισαγωγή έτσι ώστε να περιορίζονται, ενδεχομένως, οι εισαγωγές εμπορευμάτων και να προστατεύονται στην πράξη οι εγχώριοι παραγωγοί".
40. 'Οπως θα διαπιστώσατε, η χρησιμοποιούμενη διατύπωση φαίνεται να ταιριάζει ακριβώς στα πραγματικά περιστατικά της υπό κρίση υποθέσεως.
41. Στην πρώτη αυτή σειρά επιχειρημάτων που προέβαλε προς υπεράσπισή της η Ιρλανδία, επικαλέστηκε, τέλος, ένα είδος αδιαιρέτου των συμβάσεων δημοσίων έργων το οποίο αποκλείει την εκτίμηση του αν μια ειδική ρήτρα συμβιβάζεται προς το άρθρο 30, κατά το μέτρο που θα μπορούσε να επηρεαστεί η οικονομία των ρητρών της οικείας συμβάσεως. Ο συλλογισμός αυτός συμπίπτει, στην πραγματικότητα, με το επιχείρημα που διατυπώθηκε προκειμένου να αμφισβητηθεί η δυνατότητα εφαρμογής του άρθρου 30 σε ένα από τα στοιχεία μιας περιπτώσεως παροχής υπηρεσιών, στο οποίο απάντησα ήδη και δεν φαίνεται αναγκαίο να επανέλθω στο ζήτημα αυτό.
42. Στο σημείο αυτό της έρευνας πρέπει να εξεταστεί αν η υποχρέωση τηρήσεως της προδιαγραφής ΙS 188 μπορεί να δικαιολογηθεί από "επιτακτικές ανάγκες" κατά την έννοια της αποφάσεως "Cassis de Dijon".
43. Η Δημοκρατία της Ιρλανδίας προβάλλει, βασικά, ότι "το συμφέρον ή η αξία" στων οποίων την προστασία αποσκοπεί ο κανόνας συνίστανται σε "υψηλή ποιότητα και ομοιομορφία σχεδιασμού όσον αφορά τέτοιου είδους δίκτυα αγωγών, καθώς και σε ικανότητα αποτελεσματικής προσαρμογής στις ιρλανδικές συνθήκες και στην προϋπάρχουσα υποδομή" (17).
44. Επιτρέπεται, βάσει αυτών, να θεωρηθεί ότι με το εν λόγω μέτρο επιδιώκεται σκοπός γενικού συνφέροντος, ο οποίος δικαιολογεί την αναγκαιότητά του;
45. Χωρίς να παραγνωρίζω τα τεχνικά προβλήματα της αντιστοιχίας των δικτύων υδρεύσεως που πρόκειται να κατασκευαστούν προς τα ήδη υπάρχοντα δίκτυα ή των εν χρήσει αγωγών προς τα βοηθητικά υλικά, για παράδειγμα, τους κρουνούς και τις στρόφιγγες, νομίζω ότι οι σχετικές ανάγκες, αν υποτεθεί ότι πληρούν την προϋπόθεση του γενικού συμφέροντος την οποία απαιτεί η νομολογία του Δικαστηρίου, δεν καθιστούν απαραίτητο ένα τόσο περιοριστικό μέτρο, ως προς τις εισαγωγές, όπως η υποχρέωση οι αγωγοί να είναι σύμφωνοι προς την προδιαγραφή ΙS 188.
46. Πράγματι - και η παρατήρηση αυτή μου φαίνεται ότι ισχύει για την πλειονότητα των αντιρρήσεων τεχνικού χαρακτήρα οι οποίες προβλήθηκαν στην παρούσα υπόθεση - αυτή η ίδια η διαδικασία αναθέσεως, με τη λεπτομερή εξέταση των προσφορών, είναι αρκετή προκειμένου να καταστεί δυνατή η εκτίμηση ενδεχομένων τεχνικών μειονεκτημάτων που εμφανίζουν ορισμένες πλευρές μιας προσφοράς και των οικονομικών συνεπειών των μειονεκτημάτων αυτών, καθώς και να καταφανεί η ακαταλληλότητα των υλικών. Στην παρούσα υπόθεση, θα παρατηρούσα ότι το "Dundalk Urban District Coyncil" εφήρμοσε μια διαδικασία η οποία παρείχε τη δυνατότητα να σταθμιστούν τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα των προσφορών από διάφορες απόψεις. Πράγματι, η προκήρυξη σχετικά με την ανάθεση του έργου, η οποία δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, ανέφερε ότι η σύμβαση θα συναπτόταν με την επιχείρηση της οποίας η προσφορά "θα κριθεί ως η οικονομικά ευνοϊκότερη (...) όσον αφορά την τιμή, το χρόνο ολοκληρώσεως, την τεχνική αξία και τα έξοδα λειτουργίας". Από αυτό φαίνεται σαφώς ότι η εφαρμογή διαδικασίας αναθέσεως η οποία καθιστά δυνατή την εκτίμηση των προσφορών από διάφορες απόψεις είναι αρκετή προκειμένου να προστατευθούν τα συμφέροντα που επικαλείται η Ιρλανδία.
47. 'Ετσι, η υποχρέωση αντιστοιχίας των αγωγών προς την προδιαγραφή ΙS 188 φαίνεται τελείως υπερβολική σε σχέση με την προστασία συμφερόντων τα οποία θα μπορούσαν να διαφυλαχθούν, χωρίς να ληφθούν μέτρα που παρεμποδίζουν τις εισαγωγές, με την κανονική πορεία μιας διαδικασίας αναθέσεως όπως η προαναφερθείσα, η οποία και ήταν εφαρμοστέα στην υπό κρίση περίπτωση.
48. Επικουρικώς, η Δημοκρατία της Ιρλανδίας επικαλέστηκε ορισμένους λόγους οι οποίοι, κατά την άποψή της, δικαιολογούν, βάσει του άρθρου 36 της Συνθήκης ΕΟΚ, τον περιορισμό των εισαγωγών τον οποίο συνεπάγεται το υπό κρίση μέτρο. Ειδικότερα, η Ιρλανδία ισχυρίστηκε, καταρχάς, ότι ήταν επιτακτική η ανάγκη να μην υπάρξει καμιά καθυστέρηση στη βελτίωση της υδρεύσεως, προκειμένου να προστατευθεί η υγεία του πληθυσμού του Dundalk και των περιχώρων.
49. Για να εκτιμηθεί το επιχείρημα αυτό, πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου,
"μια εθνική κανονιστική ρύθμιση ή πρακτική δεν εμπίπτει στην εξαίρεση του άρθρου 36 όταν η υγεία και η ζωή των προσώπων μπορούν να προστατευθούν κατά τρόπο εξίσου αποτελεσματικό με μέτρα που περιορίζουν λιγότερο το εμπόριο εντός της Κοινότητας" (18).
50. Και εν προκειμένω είναι σαφές ότι, κατά την εξέλιξη της διαδικασίας αναθέσεως, το "Dundalk Urban District Council" μπορούσε κάλλιστα να λάβει υπόψη, κατά την επιλογή της "οικονομικώς πλέον συμφέρουσας" προσφοράς, την ανάγκη προστασίας της δημόσιας υγείας, η οποία συνδεόταν προς τη διάρκεια εκτελέσεως του έργου, και να μη δώσει συνέχεια στις προσφορές οι οποίες θα συνεπάγονταν, για τον ένα ή τον άλλο τεχνικό λόγο, μη ικανοποιητική διάρκεια εκτελέσεως του έργου. Κατά συνέπεια, η επιθυμία αποφυγής καθυστερήσεως κατά την εκτέλεση του έργου δεν δικαιολογούσε ως απαραίτητη τη λήψη μέτρου το οποίο περιορίζει τις εισαγωγές σε τέτοιο βαθμό, όπως η απαίτηση τηρήσεως της προδιαγραφής ΙS 188 και, επομένως, δεν μπορεί εν προκειμένω να προβληθεί βασίμως η εξαίρεση του άρθρου 36.
51. Η Ιρλανδία υποστήριξε, επίσης, ότι η βάσει της προδιαγραφής ΙS 188 υποχρέωση επιστρώσεως με πίσα στηρίζεται στην ανάγκη προστασίας της υγείας και της ασφάλειας των προσώπων που χρησιμοποιούν το πόσιμο νερό το οποίο ρέει διά μέσου των αγωγών, καθόσον η επίστρωση με πίσα εξασφαλίζει ότι δεν υπάρχει επαφή μεταξύ του νερού και των ινών αμιάντου των αγωγών από αμιαντοτσιμέντο.
52. Η Επιτροπή αντέταξε ότι κατά την κατασκευή των αγωγών χρησιμοποιούνται μόνον ίνες λευκού αμιάντου, ο οποίος, αντιθέτως προς τον κυανό αμίαντο δεν παρουσίαζε κανένα κίνδυνο για την υγεία. Προσέθεσε δε ότι η εν λόγω επίστρωση προβλεπόταν ως ιδιαίτερη υποχρέωση στην προκήρυξη για την υποβολή προσφορών και ότι η Uralita είχε προσφερθεί να προμηθεύσει αγωγούς κατασκευασμένους σε αυτή τη βάση.
53. Θα παρατηρούσα, σχετικά, ότι ο όρος που αναφέρεται στην επίστρωση με πίσα έχει προαιρετικό χαρακτήρα στο πλαίσιο της εν λόγω προδιαγραφής. Σύμφωνα με τον όρο 2.3 της προδιαγραφής αυτής, όπως παρατίθεται στο παράρτημα ΙΙ του δικογράφου της προσφυγής της Επιτροπής, οι αγωγοί επιστρώνονται με διάλυμα πίσας "εάν το απαιτήσει ο αγοραστής κατά τον χρόνο της παραγγελίας" και "μπορούν να γίνουν άλλες επικαλύψεις εφόσον συμφωνούν σχετικά ο αγοραστής και ο κατασκευαστής". 'Οσον αφορά τη ρήτρα 4.29 της επίδικης προκήρυξης για την υποβολή προσφορών, αυτή περιελάμβανε τρεις φράσεις. Η πρώτη προέβλεπε την υποχρέωση αντιστοιχίας των αγωγών από αμιαντοτσιμέντο προς την προδιαγραφή ΙS 188, η δεύτερη όριζε ότι όλοι οι αγωγοί "πρέπει να επικαλύπτονται με στρώμα πίσας τόσο από μέσα όσο και από έξω" και η τρίτη ότι η επίστρωση αυτή θα γινόταν στο εργοστάσιο με εμβάπτιση.
54. Χωρίς να υπεισέλθω σε συγκριτική έρευνα σχετικά με τα υπέρ και τα κατά του λευκού και του κυανού αμιάντου, νομίζω ότι το επιχείρημα της Ιρλανδίας δεν μπορεί να γίνει δεκτό. Καταρχάς, σημειώνω ότι η Επιτροπή δεν αναφέρθηκε στη ρήτρα 4.29 παρά μόνο κατά το μέτρο που η εν λόγω ρήτρα απαιτούσε οι αγωγοί να είναι σύμφωνοι με την προδιαγραφή ΙS 188 και όχι κατά το μέτρο που προέβλεπε την ανάγκη επιστρώσεως με πίσα. Εν συνεχεία, παρατηρώ ότι, σύμφωνα με την απάντηση της Δημοκρατίας της Ιρλανδίας στην πρώτη ερώτηση που της έθεσε το Δικαστήριο κατά την έγγραφη διαδικασία, θεωρούμενη υπό το φως των - ανεπίσημων μεν, αλλά μη αμφισβητηθέντων εκ μέρους της Ιρλανδίας - πρακτικών (19) της συνεδριάσεως της 24ης Ιουνίου 1986, κατά την οποία ο μηχανικός-σύμβουλος του "Dundalk Urban District Council" απέρριψε την προσφορά της Walls, το ζήτημα αν οι αγωγοί Uralita έφεραν ή όχι επίστρωμα πίσας δεν απετέλεσε αντικείμενο της συζητήσεως σχετικά με την τήρηση της προδιαγραφής. Η προσφορά που προέβλεπε τη χρησιμοποίηση αγωγών Uralita απορρίφθηκε, προφανώς, με μόνη βάση την τυπική διαπίστωση ότι ο κατασκευαστής δεν συγκαταλεγόταν μεταξύ των εταιριών στις οποίες είχε χορηγηθεί η Irish Standard Mark Licence και ότι, κατά συνέπεια, τα προϊόντα του δεν ήταν σύμφωνα προς την προδιαγραφή ΙS 188, ανεξάρτητα από το ζήτημα της επιστρώσεως. Υπενθυμίζω, τέλος, ότι, κατά την ΝSΑΙ, οι διαφορές μεταξύ αγωγών σύμφωνων προς την ΙS 188 και αγωγών σύμφωνων προς την ΙSΟ 160 είναι αποκλειστικώς γεωμετρικής φύσεως. Είμαι, επομένως, της γνώμης ότι, όπως γίνεται δεκτή και εφαρμόζεται από τη Δημοκρατία της Ιρλανδίας, αλλά και επικρίνεται από την Επιτροπή, η απαίτηση τηρήσεως της προδιαγραφής ΙS 188 είναι άσχετη προς το είδος της επιστρώσεως των αγωγών και επομένως δεν χρειάζεται να ληφθούν υπόψη οι λόγοι που αναφέρονται στη σπουδαιότητα αυτής της επιστρώσεως για τη δημόσια υγεία.
55. Από τις ανωτέρω παρατηρήσεις προκύπτει ότι η υποχρέωση τηρήσεως της προδιαγραφής ΙS 188 δεν στηρίζεται σε επιτακτικές ανάγκες κατά την έννοια της αποφάσεως του Δικαστηρίου "Cassis de Dijon" και ότι δεν μπορεί να δικαιολογηθεί με βάση το άρθρο 36. Μπορεί, συνεπώς, το Δικαστήριο να αναγνωρίσει την ύπαρξη παραβάσεως εκ μέρους της Δημοκρατίας της Ιρλανδίας των υποχρεώσεων που υπέχει από το άρθρο 30; Η καταφατική απάντηση προϋποθέτει τη διευκρίνιση δύο σημείων τα οποία αναφέρθηκαν κατά τη συνεδρίαση.
56. Το πρώτο αφορά το χαρακτήρα του μέτρου ως "κρατικού".
57. Η νομολογία του Δικαστηρίου παρέχει μια σειρά από παραδείγματα παραβάσεων προσαπτομένων σε κράτη μέλη συνεπεία γεγονότων που καταλογίζονται σε οργανισμούς τοπικής αυτοδιοικήσεως. 'Ετσι, θεωρήθηκε ότι η Ιταλία παρέβη τις υποχρεώσεις της, επειδή η περιφέρεια της Σικελίας θέσπισε νομοθετικές διατάξεις ασυμβίβαστες προς κοινοτικό κανονισμό (20) ή επειδή ο δήμος του Μιλάνου δεν δημοσίευσε μια προκήρυξη για τη σύναψη συμβάσεως στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, κατά παράβαση της οδηγίας 71/305/ΕΟΚ (21). Παραβάσεις διαπιστώθηκαν και σε βάρος του Βελγίου λόγω του ότι οι δήμοι των Βρυξελλών και του Auderghem εξαρτούσαν από τον όρο της ιθαγένειας την πρόσληψη σε ορισμένες θέσεις των υπηρεσιών του δήμου (22) κατά παράβαση του άρθρου 48 της Συνθήκης ΕΟΚ ή του ότι πολλοί δήμοι είχαν θεσπίσει φορολογικές κανονιστικές διατάξεις αντίθετες προς το πρωτόκολλο περί των προνομίων και ασυλιών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (23).
58. Εντούτοις, δεν βρήκα στη νομολογία του Δικαστηρίου ούτε ίχνος παραβάσεως από τα κράτη μέλη των υποχρεώσεων που υπέχουν από το άρθρο 30 συνεπεία πράξεων οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως. Αντιθέτως, το Δικαστήριο έχει αναγνωρίσει τέτοιου είδους παράβαση από την Ιρλανδία, λόγω της δραστηριότητος ενός οργανισμού ιδιωτικού δικαίου ενεργούντος για λογαριασμό της κυβερνήσεως (24). Μπορεί, ακόμα, να σημειωθεί ότι σχετικά με τον ορισμό μιας συγγενούς εννοίας, δηλαδή της επιβαρύνσεως ισοδυνάμου αποτελέσματος, το Δικαστήριο έκρινε, με μια απόφαση επί προδικαστικού ερωτήματος, ότι το γεγονός ότι μια επιβάρυνση επιβάλλεται από αυτόνομο οργανισμό δημοσίου δικαίου και όχι από το κράτος δεν επηρεάζει το νομικό χαρακτηρισμό της, καθόσον η απαγόρευση του άρθρου 13, παράγραφος 2, της Συνθήκης "συνδέεται αποκλειστικώς με το αποτέλεσμα των επιβαρύνσεων αυτού του είδους και όχι με τον τρόπο επιβολής τους" (25).
59. Παρόλο που δεν υπάρχει σχετική νομολογία, δεν βλέπω κανένα λόγο που να δικαιολογεί, καταρχήν, υπό το πρίσμα της παραβάσεως των κατά το άρθρο 30 υποχρεώσεων, τη μη ευθύνη ενός κράτους μέλους για μέτρα που θεσπίζει οργανισμός τοπικής αυτοδιοικήσεως. Η κλασική αρχή που διατυπώνεται στην απόφαση του Δικαστηρίου της 5ης Μαΐου 1970, Επιτροπή κατά Βελγίου (26), κατά την οποία "η ευθύνη ενός κράτους μέλους κατά το άρθρο 169 γεννάται όποιο και αν είναι το κρατικό όργανο σε πράξη ή παράλειψη του οποίου οφείλεται η παράβαση", φαίνεται ότι πρέπει να ερμηνευθεί κατά τρόπο γενικό.
60. Περαιτέρω, το γεγονός ότι εμπλέκεται και το κράτος δεν αμφισβητήθηκε ουσιαστικά κατά την παρούσα διαδικασία. Ο ισχυρισμός της Επιτροπής ότι το Υπουργείο Περιβάλλοντος της Ιρλανδίας πρέπει να εγκρίνει την ανάθεση των έργων επιβεβαιώθηκε κατά τη συζήτηση από τον εκπρόσωπο της Δημοκρατίας της Ιρλανδίας, ο οποίος προσέθεσε ότι υπήρχε, από την άποψη αυτή, "ανάμειξη", "συμμετοχή", εκ μέρους του κράτους. Ο ενεργητικός, όμως, ρόλος του κράτους στην υπό κρίση περίπτωση σκιαγραφείται κατά τον καλύτερο, ίσως, τρόπο από το στοιχείο που αναφέρθηκε κατά τη συζήτηση από τον εκπρόσωπο του Βασιλείου της Ισπανίας, και δεν αμφισβητήθηκε, ότι το Υπουργείο Περιβάλλοντος της Ιρλανδίας απηύθυνε την 1η Ιουλίου 1987 στους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοικήσεως εγκύκλιο που περιείχε οδηγίες σχετικά με τον τρόπο συντάξεως των προκηρύξεων για την υποβολή προσφορών προς σύναψη συμβάσεων δημοσίων έργων. Μια τέτοια εγκύκλιος, της οποίας το περιεχόμενο, χωρίς αμφιβολία, δεν είναι άσχετο προς την παρούσα διαδικασία, δείχνει σαφώς την εξουσία πρωτοβουλίας την οποία διατηρεί το κράτος.
61. Το δεύτερο σημείο που πρέπει να διευκρινιστεί έχει σχέση με ορισμένα από τα χαρακτηριστικά τα οποία πρέπει να συγκεντρώνει μια κρατική πρακτική για να εμπίπτει στο άρθρο 30. Στην απόφαση της 9ης Μαΐου 1985, Επιτροπή κατά Γαλλίας, το Δικαστήριο υπογραμμίζει ότι:
"μια διοικητική πρακτική, για να αποτελέσει μέτρο απαγορευόμενο από το άρθρο 30, πρέπει να εμφανίζει ορισμένο βαθμό επαναληπτικότητας και γενικότητας" (27).
62. Μπορεί να τεθεί το ερώτημα αν η προσθήκη, σε ορισμένη προκήρυξη για την υποβολή προσφορών, ρήτρας με την οποία απαιτείται οι αγωγοί να είναι σύμφωνοι προς την προδιαγραφή ΙS 188, συγκεντρώνει τα χαρακτηριστικά που απαιτούνται, κατά την απόφαση αυτή, ώστε να συνιστά μέτρο απαγορευόμενο από το άρθρο 30. Κατά τα φαινόμενα, αναφερόμενη με το δικόγραφο της προσφυγής στην προσθήκη της ρήτρας 4.29 στην προκήρυξη για το "Dundalk Water Supply Augmentation Scheme-Contract no. 4", η Επιτροπή ζήτησε από το Δικαστήριο να αποφανθεί σχετικά με ένα ειδικό μέτρο μάλλον παρά με μια πρακτική που χαρακτηρίζεται από επαρκή βαθμό επαναληπτικότητας και γενικότητας. Επομένως, θα ήταν δυνατό, μέσω αυστηρής ερμηνείας ορισμένων από τις προϋποθέσεις που θέτει η νομολογία του Δικαστηρίου, να επιχειρηθεί η συναγωγή του συμπεράσματος ότι η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί.
63. 'Ενα τέτοιο συμπέρασμα, ωστόσο, θα σήμαινε, κατά τη γνώμη μου, τυπική μεν αλλ' ανακριβή εφαρμογή αυτών των προϋποθέσεων. Πράγματι, η κατά τη νομολογία απαίτηση της συνδρομής των στοιχείων της επαναληπτικότητας και της γενικότητας, προκειμένου μια πρακτική να καταλαμβάνεται από το άρθρο 30 σημαίνει ότι ένα κράτος μέλος δεν πρέπει να ευθύνεται για ένα μεμονωμένο μέτρο. 'Ετσι μπορεί, εξάλλου, να εξηγηθεί το γεγονός ότι δεν υπάρχει νομολογία με την οποία να διαπιστώνεται παράβαση του άρθρου 30 λόγω ενεργειών οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως. Οι αρμοδιότητες των εν λόγω αρχών δεν τους επιτρέπουν, κατά κανόνα, να θεσπίζουν κανόνες ή να εφαρμόζουν πρακτικές που να έχουν συνέπειες για τις εισαγωγές. Οι οργανισμοί αυτοί έχουν, το πολύ, ικανότητα να εκδίδουν μεμονωμένες πράξεις, οι οποίες δεν μπορούν, κανονικά, να αποτελέσουν παράβαση των υποχρεώσεων που επιβάλλει το άρθρο 30.
64. Η προκειμένη περίπτωση, όμως, είναι εντελώς διαφορετική. Η απαίτηση τηρήσεως της προδιαγραφής ΙS 188 συγκεντρώνει πράγματι τα χαρακτηριστικά της επαναληπτικότητας και της γενικότητας στη Δημοκρατία της Ιρλανδίας, όπως και η ίδια αναγνώρισε, δηλώνοντας ότι επρόκειτο για "πρακτική γενικώς ακολουθούμενη στον τομέα των συμβάσεων δημοσίων έργων στην Ιρλανδία" (28). Η προσθήκη της επίδικης ρήτρας δεν ήταν, επομένως, μεμονωμένη πράξη, αλλά εκδήλωση γενικής πρακτικής σε συγκεκριμένη περίπτωση, αποκαλυπτική δε της πρακτικής αυτής για τα κοινοτικά όργανα.
65. Για το λόγο αυτό, νομίζω ότι είναι δυνατόν να γίνει δεκτή η ύπαρξη παραβάσεως στην παρούσα υπόθεση, χωρίς να χρειάζεται πράγματι να εφαρμοστεί επί λέξει η νομολογία του Δικαστηρίου.
66. Πράγματι, αφού δέχθηκε, με την προαναφερθείσα απόφαση της 9ης Μαΐου 1985, ως προϋπόθεση "ορισμένο βαθμό επαναληπτικότητας και γενικότητας", το Δικαστήριο προσέθεσε ότι η γενικότητα αυτή πρέπει:
"να εκτιμάται κατά διαφορετικό τρόπο, ανάλογα με το αν συντρέχει η περίπτωση αγοράς που αριθμεί πολλούς επιχειρηματίες ή αγοράς (...) που χαρακτηρίζεται από την ύπαρξη ολίγων μόνο επιχειρήσεων",
οπότε
"η υιοθετούμενη από την εθνική διοίκηση στάση έναντι μιας μόνο επιχειρήσεως μπορεί ήδη να συνιστά μέτρο ασυμβίβαστο προς το άρθρο 30" (29).
67. Νομίζω ότι στην παρούσα υπόθεση είναι δυνατόν να εμπνευσθεί κανείς από αυτόν το μετριασμό των απαιτήσεων της επαναληπτικότητας και της γενικότητας. 'Οπως ανέφερα ήδη, μπορεί να θεωρηθεί ότι οι συμβάσεις δημοσίων έργων όπως η προκειμένη, είναι το κύριο μέσον εμπορίας των αγωγών από αμιαντοτσιμέντο. 'Ομως, προκηρύξεις για συμβάσεις δημοσίων έργων αξιόλογου μεγέθους δεν γίνονται καθημερινά, καθεμιά δε από αυτές έχει, όσον αφορά τις δυνατότητες εμπορίας, διπλή σπουδαιότητα. Κάθε σύμβαση αντιπροσωπεύει, αφεαυτής, ένα προγραμματισμό εμπορίας για τους κατασκευαστές, ανάλογα δε με το μέγεθος του έργου, ένα εμπόδιο στις εισαγωγές το οποίο δημιουργείται σε συνάρτηση με αυτήν και μπορεί να έχει άμεσα σημαντικές συνέπειες. Πρέπει, όμως, να θεωρηθεί ότι το εμπόδιο που δημιουργείται σε σχέση με μια συγκεκριμένη σύμβαση έχει επίσης συνέπειες και για τις μεταγενέστερες συμβάσεις, επομένως και για τους μελλοντικούς προγραμματισμούς εμπορίας, κατά το μέτρο που οι εργολήπτες δημοσίων έργων, βασιζόμενοι στην πρώτη εμπειρία τους, θα έχουν την τάση να αποφεύγουν να περιλάβουν στις προσφορές τους τη χρησιμοποίηση εισαγόμενων υλικών.
68. 'Ετσι, ενόψει της σπουδαιότητας των συνεπειών που μπορεί να έχει βραχυπρόθεσμα και μεσοπρόθεσμα για τις εισαγωγές μια μόνο σύμβαση δημοσίων έργων, νομίζω ότι ένα εμπόδιο το οποίο δημιουργείται σε συνάρτηση με μια τέτοια σύμβαση μπορεί να συνιστά παράβαση κατά την έννοια του άρθρου 30. Τα δεδομένα της υπό κρίση υποθέσεως μου φαίνονται ότι εντάσσονται απολύτως στο πλαίσιο της ανωτέρω αναλύσεως και δικαιολογούν το να γίνει δεκτή η προσφυγή της Επιτροπής.
69. Αυτό θα αποτελούσε επιβολή κυρώσεως για μια κατάσταση η οποία, τελείως συγκεκριμένα, φαίνεται ξένη προς τις βασικές αρχές της ΕΟΚ. Πράγματι, είναι σαφές ότι, δεδομένου ότι υπάρχουν αποκλειστικώς και μόνον δύο εταιρίες οι οποίες έχουν λάβει το Irish Standard Mark Licensing για την προδιαγραφή ΙS 188, δηλαδή μια ιρλανδική εταιρία, για αγωγούς οιωνδήποτε διαστάσεων, και μια γερμανική, για μια συγκεκριμένη διάσταση, το αποτέλεσμα είναι, στις περισσότερες περιπτώσεις, ο εκ των προτέρων καθορισμός της ιρλανδικής εταιρίας ως προμηθευτή των αγωγών, πριν εξεταστούν καν οι προσφορές.
70. Με το δικόγραφο της προσφυγής της η Επιτροπή ζήτησε από το Δικαστήριο να αναγνωρίσει την ύπαρξη παραβάσεως σε βάρος της Δημοκρατίας της Ιρλανδίας, καθόσον επέτρεψε την προσθήκη της επίδικης ρήτρας στη σύμβαση Dundalk "και, επομένως, αρνήθηκε να εξετάσει (ή απέρριψε χωρίς επαρκή αιτιολογία)" προσφορά η οποία προέβλεπε τη χρησιμοποίηση υλικών σύμφωνων προς άλλη προδιαγραφή η οποία παρείχε ισοδύναμες εγγυήσεις. Οι απαντήσεις που έδωσε η Επιτροπή στις ερωτήσεις του Δικαστηρίου κατά την έγγραφη διαδικασία καθώς και κατά τη συζήτηση, δεν κατέστησαν δυνατό να προσδιοριστεί με την επιθυμητή σαφήνεια η έννοια του διατυπωθέντος αιτήματος, όσον αφορά την άρνηση εξετάσεως της προσφοράς ή την απόρριψή της χωρίς επαρκή αιτιολογία.
71. Αν αυτό το σκέλος του αιτήματος είναι ξεχωριστό και επικουρικό σε σχέση με το αναφερόμενο στην προσθήκη της επίδικης ρήτρας, το Δικαστήριο δεν χρειάζεται να αποφανθεί επ' αυτού παρά μόνο αν δεν διαπιστώσει παράβαση εν αναφορά προς το πρώτο σκέλος. 'Ομως, η ύπαρξη παραβάσεως νομίζω ότι είναι επαρκώς βέβαιη, ώστε να καθίσταται περιττή η εξέταση του επικουρικού σκέλους του αιτήματος, περαιτέρω δε θεωρώ ότι οι λόγοι που θα ωθούσαν το Δικαστήριο να συναγάγει ότι δεν υπάρχει παράβαση ως προς το πρώτο σκέλος θα οδηγούσαν κατ' ανάγκην στο ίδιο συμπέρασμα και ως προς το δεύτερο, καθόσον και στις δύο περιπτώσεις προβάλλεται παράβαση των ιδίων κοινοτικών μέτρων.
72. Αν το δεύτερο μέρος του αιτήματος της Επιτροπής αφορά, στην πραγματικότητα, απλώς και μόνο την εφαρμογή του μέτρου στο οποίο αναφέρεται το πρώτο μέρος, το Δικαστήριο μπορεί, τότε να αναφερθεί στη λύση που δέχεται η προμνημονευθείσα απόφαση της 18ης Μαρτίου 1986, Επιτροπή κατά Βελγίου (30), και να κρίνει ότι δεν πρόκειται για διαφορετικές αιτιάσεις και ότι δεν χρειάζεται εν προκειμένω να αποφανθεί χωριστά.
73. Κατά συνέπεια, προτείνω:
1) να αναγνωριστεί ότι, με την προσθήκη στην προκήρυξη για την υποβολή προσφορών σχετικά με το έργο "Dundalk Water Supply Augmentation Scheme-Contract no. 4" της ρήτρας 4.29, κατά την οποία οι αγωγοί πιέσεως από αμιαντοτσιμέντο πρέπει να είναι σύμφωνοι προς την ιρλανδική προδιαγραφή ΙS 188/1975, η Ιρλανδία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ
2) να καταδικαστεί η Ιρλανδία στα δικαστικά έξοδα.
(*) Μετάφραση από τα γαλλικά
(1) ΕΕ ειδ. έκδ., τ. 17/001, σ. 7.
(2) Ιδίως απόφαση της 4ης Απριλίου 1974 στην υπόθεση 167/73, Επιτροπή κατά Γαλλίας, Rec. 1974, σ. 359, και απόφαση της 25ης Οκτωβρίου 1979 στην υπόθεση 159/78, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Rec. 1979, σ. 3247.
(3) Υπόθεση 74/76, Rec. 1977, σ. 557, σκέψη 9.
(4) Του προαναφερθέντος άρθρου 3, παράγραφος 5.
(5) Υπόθεση 252/86, Συλλογή σ. 1323, σκέψη 9..
(6) Απόφαση της 11ης Ιουλίου 1985 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 60 και 61/84, Συλλογή 1985, σ. 2605, 2615.
(7) Υπόθεση 18/84, Επιτροπή κατά Γαλλίας, απόφαση της 7ης Μαΐου 1985, Συλλογή σ. 1339, σκέψη 12, και συνεκδικασθείσες υποθέσεις 60 και 61/84, Cinetheque SA, προαναφερθείσα, σκέψη 10.
(8) Υπόθεση 74/76, προαναφερθείσα, παράγραφος 2 του διατακτικού.
(9) Υπόθεση 28/84, προαναφερθείσα, σκέψη 13.
(10) Υπόθεση 103/84, Συλλογή 1986, σ. 1759, σκέψη 19.
(11) Υπόθεση 74/76, προαναφερθείσα, σκέψη 9.
(12) Υπόθεση 252/86, προαναφερθείσα, σκέψη 33.
(13) Υπόθεση 155/73, Rec. 1974, σ. 409, παράγραφος 1 του διατακτικού.
(14) Υπόθεση 74/76, προαναφερθείσα, παράγραφος 1 του διατακτικού.
(15) 8/74, Απόφαση της 11ης Ιουλίου 1974 στην υπόθεση 8/74 , Rec. 1974, σ. 837, σκέψη 5.
(16) Υπόθεση 104/75, Rec. 1976, s. 613.
(17) Υπόμνημα αντικρούσεως, γαλλικό κείμενο, σ. 22 και 23.
(18) Υπόθεση 104/75, προαναφερθείσα, σκέψη 17.
(19) Παράρτημα 3 του δικογράφου της προσφυγής της Επιτροπής.
(20) Απόφαση της 27ης Μαρτίου 1984 στην υπόθεση 169/82, Συλλογή 1984, σ. 1603.
(21) Απόφαση της 10ης Μαρτίου 1987 στην υπόθεση 1985, Συλλογή, 1987, σ. 1039.
(22) Απόφαση της 26ης Μαΐου 1982 στην υπόθεση 149/79, Συλλογή 1982, σ. 1845.
(23) Απόφαση της 18ης Μαρτίου 1986 στην υπόθεση 85/85, Συλλογή 1986, σ. 1149.
(24) Απόφαση της 24ης Νοεμβρίου 1982 στην υπόθεση 249/81, Συλλογή 1982, σ. 4005.
(25) Απόφαση της 18ης Ιουνίου 1975σ στην υπόθεση 94/74, IGAV, Rec. 1975, σ. 699.
(26) Υπόθεση 77/69, Rec. 1970, σ. 237.
(27) Υπόθεση 21/84, Συλλογή 1985, σ. 1355.
(28) Υπόμνημα αντικρούσεως, γαλλικό κείμενο, σ. 16.
(29) Υπόθεση 21/84, προαναφερθείσα, σκέψη 13.
(30) Υπόθεση 80/85, προαναφερθείσα, σκέψη 28.
Full & Egal Universal Law Academy