Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Α - Περιστατικά
1. 'Οπως και κατά το παρελθόν έτος (1) , η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, προσφεύγουσα, προσέβαλε δύο πράξεις του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, καθού, δυνάμει των οποίων οι δασμολογικές προτιμήσεις έπρεπε να εφαρμοστούν κατά το έτος 1987 σε ορισμένα προϊόντα καταγωγής αναπτυσσόμενων χωρών (2) .
2. 'Οπως και οι κανονισμοί που είχαν εφαρμογή για το παρελθόν έτος, οι επίδικοι κανονισμοί του καθού αναφέρουν "τη Συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας", χωρίς να παρέχουν ακριβέστερες ενδείξεις ως προς τις εφαρμοστέες νομικές βάσεις. Πάντως, το καθού είχε υπόψη την εφαρμογή των άρθρων 113 και 235 της Συνθήκης ΕΟΚ.
3. Η προσφεύγουσα θεωρεί αυτόν τον τρόπο ενεργείας ως παράβαση ουσιωδών τύπων ενόψει του άρθρου 190 της Συνθήκης ΕΟΚ. Εξάλλου, αμφισβητεί τη διαρρύθμιση του συστήματος των προτιμήσεων που θέσπισε τοκαθού το οποίο, κατά την Επιτροπή, παραμερίζοντας τις προτάσεις της, παραβίασε τις αρχές της τελωνειακής ενώσεως και της κοινής εμπορικής πολιτικής.
4. Συνεπώς, η προσφεύγουσα ζητεί από το Δικαστήριο:
- να κρίνει άκυρους και χωρίς έννομο αποτέλεσμα τους κανονισμούς 3924/86 και 3925/86
- να καταδικάσει το καθού στα δικαστικά έξοδα.
5. 'Εχοντας υπόψη την απόφαση που εκδόθηκε στις 26 Μαρτίου 1987 στην υπόθεση 45/86, το καθού δέχεται το βάσιμο της πρώτης αιτιάσεως. Εντούτοις, ζητεί από το Δικαστήριο:
- να απορρίψει την προσφυγή
- να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.
6. Κατά την προφορική διαδικασία, η προσφεύγουσα παραιτήθηκε ρητά από τις αιτιάσεις της όσον αφορά τη νομική βάση και, επομένως, την παράβαση ουσιωδών τύπων, καθόσον με την απόφαση που εκδόθηκε στις 26 Μαρτίου 1987 στην υπόθεση 45/86 είχε διασαφηνιστεί η νομική κατάσταση και το καθού έλαβε υπόψη στο σύστημα των δασμολογικών προτιμήσεων που έχουν εφαρμογή για το 1988 το άρθρο 113 της Συνθήκης ΕΟΚ (3) .
Β - Συζήτηση
Επί της νομικής βάσεως
7. 'Οπως εκτίθεται πιο πάνω, οι διάδικοι συμφωνούν ως προς το ότι οι προσβαλλόμενοι κανονισμοί είναι άκυροι λόγω παραβάσεως ουσιωδών τύπων ενόψει του άρθρου 190 της Συνθήκης ΕΟΚ και λόγω του ότι αναφέρεται εσφαλμένη νομική βάση.
8. Παρά ταύτα, το καθού δεν διόρθωσε τους επίδικους κανονισμούς ούτε και τους ακύρωσε για να τους αντικαταστήσει εφαρμόζοντας την ορθή νομική βάση. Επιπλέον, εφόσον το καθού ζητεί την απόρριψη της προσφυγής μολονότι αναγνωρίζει ότι οι κανονισμοί είναι παράνομοι, η διαφορά εξακολουθεί να υπάρχει.
9. Είναι αληθές ότι η προσφεύγουσα παραιτήθηκε από την εν λόγω αιτίαση κατά την προφορική διαδικασία. Εφόσον όμως εξέφρασε δημοσίως αμφιβολίες, γι' αυτόν το λόγο, ως προς το κύρος των προσβαλλόμενων κανονισμών, οι αμφιβολίες αυτές δεν μπορούν να εξαλειφθούν από την παραίτηση από μια αιτίαση. Εν πάση περιπτώσει, το Δικαστήριο δεν εμποδίζεται να λάβει θέση επί του ζητήματος αυτού. Θα ήταν επίσης αδιανόητο, από το γεγονός και μόνον ότι η προσφεύγουσα παραιτήθηκε από μέρος των αιτιάσεών της, το Δικαστήριο να μη μπορεί να διαπιστώσει την ακυρότητα των επίδικων κανονισμών, μολονότι έλαβε σαφώς γνώση της ακυρότητας αυτής.
10. Το Δικαστήριο μπορεί να κρίνει, με βάση τις συμπίπτουσες απόψεις των διαδίκων και τις διαπιστώσεις στις οποίες προέβη με την απόφαση που εξέδωσε στις 26 Μαρτίου 1987στην υπόθεση 45/86, ότι οι προσβαλλόμενοι κανονισμοί δεν πληρούν τις διατάξεις περί αιτιολογίας του αρθρου 190 της Συνθήκης ΕΟΚ, δεν εκδόθηκαν σύμφωνα με την ορθή νομική βάση και, επομένως, πρέπει να κριθούν άκυροι και χωρίς έννομο αποτέλεσμα.
11. Μπορώ επομένως να περιοριστώ, στη συνέχεια των προτάσεών μου, στην εξέταση των άλλων επιχειρημάτων της προσφεύγουσας, τα οποία ουσιαστικά συνοψίζονται στην παραβίαση των αρχών της τελωνειακής ενώσεως και της κοινής εμπορικής πολιτικής.
Επί του συστήματος των γενικευμένων δασμολογικών προτιμήσεων για τα βιομηχανικά προϊόντα
12. Η προσφεύγουσα επικρίνει ειδικότερα την κατανομή των κοινοτικών ποσοστώσεων σε εθνικά μερίδια, από τα οποία καταρχάς χορηγείται στα κράτη μέλη ένα πρώτο τμήμα 80 %. Το υπόλοιπο παραμένει ως κοινοτικό απόθεμα. Μόνον όταν το μερίδιο έχει χρησιμοποιηθεί κατά 90 % ή περισσότερο το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος μπορεί να ζητήσει να του χορηγηθεί, από το κοινοτικό απόθεμα, ένα δεύτερο μερίδιο ίσο προς 10 % του αρχικού του μεριδίου. Η διαδικασία αυτή μπορεί, ενδεχομένως, να επαναληφθεί, εν τούτοις όμως τα μερίδια που χορηγούνται περιορίζονται σε 5 % του αρχικού μεριδίου. Τα κράτη μέλη μπορούν να περιορίσουν τα συμπληρωματικά τους μερίδια σε 60 % των αρχικών τους μεριδίων.
13. Τα κράτη μέλη οφείλουν να επιστρέψουν στο κοινοτικό απόθεμα, την 1η Οκτωβρίου 1987, το αχρησιμοποίητο τμήμα του αρχικού τους μεριδίου το οποίο, στις 15 Σεπτεμβρίου 1987, υπερέβαινε το 15 % της αρχικής ποσότητας. Μπορούσαν επίσης να επιστρέψουν μεγαλύτερη ποσότητα αν είχαν λόγους να πιστεύουν ότι η ποσότητα αυτή δεν θα χρησιμοποιηθεί. Με αίτηση της Επιτροπής μπορούσαν επίσης να προβούν σε προκαταβολική επιστροφή.
14. Κατά την προσφεύγουσα, αυτή η κατανομή και διαχείριση της κοινοτικής ποσοστώσεως έχουν ως συνέπεια ότι, σε ορισμένες περιπτώσεις, τα μερίδια ενός κράτους μέλους μπορούν να έχουν εξαντληθεί με αποτέλεσμα την επαναφορά των δασμών του κοινού δασμολογίου ενώ, κατά την ίδια στιγμή, μπορούν να γίνονται ακόμη εισαγωγές με ευνοϊκό δασμολόγιο, δυνάμει του συστήματος των προτιμήσεων, σε άλλα κράτη μέλη λόγω της μικρότερης χρησιμοποιήσεως των εθνικών μεριδίων. Προς στήριξη της άποψης αυτής, η Επιτροπή επικαλείται έκθεση του Ελεγκτικού Συνεδρίου η οποία περιλαμβάνει ακριβώς τις διαπιστώσεις αυτές (4) . Κατά την προσφεύγουσα εξάλλου, λόγω της ενδεχόμενης καθυστερημένης και περιορισμένης επιστροφής, να μην είναι δυνατή η πραγματοποίηση εισαγωγών δυνάμει του συστήματος των δασμολογικών προτιμήσεων μετά την εξάντληση των εθνικών μεριδίων, ενώ σε άλλα κράτη μέλη τα μερίδια της κοινοτικής ποσοστώσεως δεν είχαν χρησιμοποιηθεί ή δεν είχαν χρησιμοποιηθεί πλήρως. Η προσφεύγουσα θεωρεί ότι αυτό οφείλεται στο ότι, κατά την πρώτη κατ' αποκοπή κατανομή των κοινοτικών ποσοστώσεων σε εθνικά μερίδια, το καθού εφάρμοσε τρία κριτήρια, ήτοι το εξωτερικό εμπόριο, το ακαθάριστο εθνικό προϊόν και το μέγεθος του πληθυσμού των κρατών μελών. Ισχυρίζεται ότι αυτή η κατ' αποκοπή κατανομή δεν υπήρξε αντικείμενο τεχνικώνπροσαρμογών κατά τις διάφορες προσχωρήσεις, καθόσον το καθού δεν έλαβε υπόψη την ύπαρξη και ακόμη λιγότερο την εξέλιξη των εμπορικών ρευμάτων.
15. Το καθού θεωρεί ότι η κατανομή των ποσοστώσεων σε εθνικά μερίδια, που προβλέπεται με τον επίδικο κανονισμό, συμβιβάζεται με τη Συνθήκη ΕΟΚ, ιδίως με τα άρθρα 9 και 113, και παραθέτει σειρά αποφάσεων του Δικαστηρίου με τις οποίες η ύπαρξη των εθνικών μεριδίων δεν είχε επικριθεί.
16. Το άρθρο 3 της Συνθήκης ΕΟΚ ορίζει ότι, προκειμένου η Κοινότητα να εκπληρώσει την αποστολή της με τη δημιουργία μιας κοινής αγοράς, όπως προβλέπεται στο άρθρο 2, η δράση της Κοινότητας περιλαμβάνει την κατάργηση, μεταξύ των κρατών μελών, των δασμών και των ποσοτικών περιορισμών, καθώς και τη θέσπιση κοινού δασμολογίου και κοινής εμπορικής πολιτικής έναντι των τρίτων χωρών. Το άρθρο 9 της Συνθήκης ΕΟΚ συγκεκριμενοποιεί τη δράση αυτή ορίζοντας ότι:
"Η Κοινότητα βασίζεται επι τελωνειακής ενώσεως που εκτείνεται στο σύνολο των εμπορευματικών συναλλαγών και περιλαμβάνει την απαγόρευση των εισαγωγικών και εξαγωγικών δασμών και όλων των φορολογικών επιβαρύνσεων ισοδυνάμου αποτελέσματος μεταξύ των κρατών μελών, καθώς και την υιοθέτηση κοινού δασμολογίου στις σχέσεις τους με τις τρίτες χώρες."
17. Το Δικαστήριο, με την απόφαση που εξέδωσε στις 13 Δεκεμβρίου 1973 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 37 και 38/73 (5) , καθόρισε ήδη ως εξής την τελωνειακή αυτή ένωση:
"... η τελωνειακή ένωση, η οποία αποτελεί ένα από τα θεμέλια της Κοινότητας, περιλαμβάνει, αφενός, την κατάργηση των δασμών μεταξύ κρατών μελών, καθώς και όλων των επιβαρύνσεων ισοδυνάμου αποτελέσματος ...
... η τελωνειακή ένωση περιλαμβάνει, αφετέρου, τη θέσπιση ενιαίου δασμολογίου για το σύνολο της Κοινότητας, όπως προβλέπεται στα άρθρα 18 έως 29 της Συνθήκης
... αυτό το κοινό δασμολόγιο αποβλέπει στην επίτευξη της εξίσωσης των δασμών (6) που επιβάλλονται στα σύνορα της Κοινότητας επί προϊόντων που εισάγονται από τις τρίτες χώρες, προκειμένου να αποφευχθεί κάθε εκτροπή του εμπορίου στις σχέσεις με τις χώρες αυτές και κάθε στρέβλωση της ελεύθερης εσωτερικής κυκλοφορίας ή των συνθηκών ανταγωνισμού."
18. Ενόψει του ορισμού αυτού, στο επίπεδο των αρχών, των σχέσεων της τελωνειακής ενώσεως με τις τρίτες χώρες, δύσκολα γίνεται κατανοητό πώς το σύστημα των ποσοστώσεων που περιγράφει η προσφεύγουσα μπορεί να συμβιβάζεται με την ομοιόμορφη εφαρμογή του κοινού δασμολογίου, επομένως, με την τελωνειακή ένωση. Η κύρια αντίρρηση που συνεπάγεται το σύστημα προκύπτει από το γεγονός ότι δεν μπορεί να αποκλειστεί ότι ένα και μόνο προϊόν, κατά την είσοδο στην Κοινότητα από διαφορετικά συνοριακά σημεία και ενώ η κοινοτική ποσόστωση δεν έχει εξαντληθεί, να υπόκειται σε διαφορετικά τελωνειακά καθεστώτα: προτιμησιακή μεταχείριση, καθόσον το εθνικό μερίδιο του κράτους εισαγωγής δεν έχει ακόμη εξαντληθεί, και, σε άλλο κράτος μέλος, πλήρης εφαρμογή του κοινού δασμολογίου κατά το μέτρο που το εθνικό μερίδιο έχει ήδη χρησιμοποιηθεί. Επομένως, οι εισαγωγές δεν μπορούν να πραγματοποιηθούν στο πλαίσιο του συστήματος των προτιμήσεων παρά μόνο μέσω του κράτους μέλους το μερίδιο του οποίου δεν έχει ακόμη εξαντληθεί. 'Ομως, στη συγκεκριμένη αυτή περίπτωση μπορείνα υπάρξει εκτροπή εμπορίου η οποία, ιδίως για τα φθηνά προϊόντα και εξαιτίας της αύξησης του κόστους μεταφοράς, μπορεί να οδηγήσει στην πλήρη παρεμπόδιση των εισαγωγών.
19. Ασφαλώς, το καθού επικαλέστηκε σειρά αποφάσεων του Δικαστηρίου από τις οποίες μπορούσε να συναχθεί το συμπέρασμα ότι το Δικαστήριο θεωρεί καταρχήν ως νόμιμη την κατανομή των κοινοτικών ποσοστώσεων σε εθνικά μερίδια. (7)
20. Εντούτοις, από την προσεκτικότερη ανάλυση των αποφάσεων αυτών δεν είναι δυνατό να αντληθούν στοιχεία που να συνηγορούν υπέρ της γνώμης που υποστήριξε εν προκειμένω το καθού. Πρέπει ασφαλώς να αναγνωριστεί, όπως υποστηρίζει το καθού, ότι το Δικαστήριο δεν επέκρινε με τις αποφάσεις αυτές την κατανομή των κοινοτικών ποσοστώσεων σε εθνικά μερίδια. Αυτό, πάντως, συνδέεται με το γεγονός ότι προβλήματα αυτής της φύσεως δεν είχαν εγερθεί στις παρατεθείσες προδικαστικές υποθέσεις, καθόσον αυτές αφορούσαν αποκλειστικά το ζήτημα πώς τα κράτη μέλη όφειλαν να διαχειρίζονται τα εθνικά τους μερίδια.
21. Επιπλέον, το καθού επικαλείται την απόφαση που εκδόθηκε στις 13 Δεκεμβρίου 1983 στην υπόθεση 218/82 (8) , με την οποία το Δικαστήριο έκρινε ως νόμιμη την κατανομή κοινοτικής ποσοστώσεως για το ρούμι, το Arrak και το Taffia καταγωγής κρατών ΑΚΕ. Με την απόφαση αυτή, το Δικαστήριο έκρινε ότι η κατανομή μιας συνολικής ποσοστώσεως σε εθνικά μερίδια μπορούσε, υπό ορισμένες περιστάσεις 6, να συμβιβάζεται με τη Συνθήκη, ιδίως υπό τη ρητή προϋπόθεση ότι δεν θίγεται η ελεύθερη κυκλοφορίατων εμπορευμάτων που αποτελούν αντικείμενο της ποσόστωσης, μετά τη θέση τους σε ελεύθερη κυκλοφορία στο έδαφος ενός από τα κράτη μέλη.
22. Αυτή όμως η κρίση του Δικαστηρίου δεν μπορεί να μεταφερθεί όπως έχει στην προκειμένη περίπτωση. Πράγματι, ο κανονισμός που ήταν αντικείμενο της προσφυγής στην υπόθεση 218/82 (9) είχε εκδοθεί βάσει του άρθρου 2 της δεύτερης Συμβάσεως ΑΚΕ-ΕΟΚ της 31ης Οκτωβρίου 1979, το οποίο ορίζει ότι οι ποσότητες που δύνανται να εισαχθούν χωρίς δασμούς ορίζονται για κάθε έτος βάσει των μεγαλύτερων ετήσιων ποσοτήτων που έχουν εισαχθεί στην Κοινότητα από τα κράτη ΑΚΕ κατά τα τελευταία τρία έτη για τα οποία υφίστανται στατιστικά στοιχεία, προσαυξημένων με ένα συντελεστή ετήσιας αυξήσεως. Επομένως, το άνοιγμα και η κατανομή της κοινοτικής ποσοστώσεως συνδέονται με την εξέλιξη των εμπορικών ρευμάτων, πράγμα που, όπως υποστήριξε η προσφεύγουσα χωρίς να αντικρουστεί, ακριβώς δεν συμβαίνει στην περίπτωση των προσβαλλόμενων εν προκειμένω κανονισμών . Πράγματι, η κατανομή που θεσπίστηκε αρχικά το 1971 στο πλαίσιο των γενικευμένων δασμολογικών προτιμήσεων υπέρ των αναπτυσσόμενων χωρών μεταβλήθηκε μόνον επ' ευκαιρία των διαφόρων προσχωρήσεων στην Κοινότητα αντίθετα, η εξέλιξη ακριβώς των εμπορικών ρευμάτων δεν λήφθηκε υπόψη κατά τα μεταγενέστερα έτη, πράγμα που είχε ως συνέπεια, μεταξύ άλλων, ότι μετά την εξάντληση των μεριδίων ορισμένων κρατών μελών, οι εισαγωγές στην Κοινότητα πραγματοποιούνταν με επιβολή κανονικού δασμού, μολονότι η κοινοτική ποσόστωση δεν είχε εξαντληθεί στο σύνολό της.
23. Επομένως, από την απόφαση που εξέδωσε το Δικαστήριο στις 13 Δεκεμβρίου 1983 στην υπόθεση 218/82 δεν μπορεί να συναχθεί ότι η νομιμότητα της κατανομής μιας κοινοτικής ποσοστώσεως σε εθνικά μερίδια εξαρτάται αποκλειστικά από το γεγονός ότι εξασφαλίζεται η ελεύθερη κυκλοφορία στο εσωτερικό της Κοινότητας των εισαγόμενων με ποσοστώσεις εμπορευμάτων. Θα πρέπει οπωσδήποτε να συντρέχουν εξάλλου "ορισμένες περιστάσεις" ώστε να μπορεί να θεωρηθεί ότι μια τέτοια κατανομή συμβιβάζεται με την τελωνειακή ένωση.
24. Το καθού δεν μπορεί επίσης να επικαλεστεί λυσιτελώς, για να δικαιολογήσει το σύστημα των μεριδίων, τις αποφάσεις που εξέδωσε το Δικαστήριο στις 15 Δεκεμβρίου 1976 στην υπόθεση 41/76 (10) και στις 5 Μαρτίου 1986 στην υπόθεση 59/84 (11) , ούτε την απόφαση που εξέδωσε στις 8 Οκτωβρίου 1986 στην υπόθεση 385/85 (12) . Με την τελευταία παρατεθείσα απόφαση, το Δικαστήριο δέχθηκε απλώς ότι, ενόψει των ιδιομορφιών του συστήματος των γενικευμένων δασμολογικών προτιμήσεων από τις οποίες επωφελούνται οι αναπτυσσόμενες χώρες , η απόδειξη ως προς την καταγωγή των εμπορευμάτων που μπορούσε να υπόκειται σε αυστηρότερους όρους. Για την παρούσα υπόθεση, τίποτε δεν μπορεί να συναχθεί από την εν λόγω απόφαση που να βαίνει πέραν αυτού.
25. Αντίθετα, οι δύο αποφάσεις της 15ης Δεκεμβρίου 1976 και της 5ης Μαρτίου 1986 αφορούσαν το ζήτημα αν η Επιτροπή είχε ακόμη το δικαίωμα, κατά τις εξεταζόμενες χρονικές περιόδους, να επιτρέπει μέτρα προστασίας κατά την έννοια του άρθρου 115 της Συνθήκης ΕΟΚ. Με τις δύο αποφάσεις το Δικαστήριο διαπίστωσε ασφαλώς ότι, "μεταξύ άλλων περιστάσεων, το γεγονός ότι, κατά τη λήξη της μεταβατικής περιόδου, η κοινοτική εμπορική πολιτική δεν είχε ολοκληρωθεί συντελούσε στο να διατηρούνται μεταξύ των κρατών μελών διαφορές στην εμπορική πολιτική ικανές να προκαλέσουν εκτροπές του εμπορίου ή οικονομικές δυσχέρειες σε ορισμένα κράτη μέλη".
26. Η διαπίστωση αυτή οδήγησε το Δικαστήριο να θεωρήσει ως νόμιμα κατά το άρθρο 115 της Συνθήκης ΕΟΚ τα μέτρα προστασίας που ενέκρινε η Επιτροπή.
27. Στην παρούσα υπόθεση δεν πρόκειται, πάντως, για μέτρα ληφθέντα στο πλαίσιο του άρθρου 115 της Συνθήκης ΕΟΚ, τα οποία εξάλλου - το υπενθυμίζω - έπρεπε να θεσπιστούν από την Επιτροπή, προσφεύγουσα στην παρούσα υπόθεση, αλλά το ζήτημα αν το καθού, ενόψει του γεγονότος ότι η κοινή εμπορική πολιτική δεν έχει πραγματοποιηθεί πλήρως, μπορεί επίσης να αφίσταται από τις αρχές της τελωνειακής ενώσεως.
28. Είναι αυτονόητο ότι η απάντηση στην ερώτηση αυτή πρέπει να είναι αρνητική. Αν το καθού, κατά παράβαση του άρθρου 113 της Συνθήκης ΕΟΚ, δεν ολοκλήρωσε μετά τη λήξη της μεταβατικής περιόδου, δηλαδή από το 1970, την κοινή εμπορική πολιτική η οποία στηρίζεται σε ενιαίες αρχές, δεν μπορεί επιπλέον να αντλεί από τη μη τήρηση της Συνθήκης ΕΟΚ την ευχέρεια να παραβιάζει επίσης τις αρχές της τελωνειακής ενώσεως. Σε τελική ανάλυση, η προσφεύγουσα είναι εκείνη η οποία έχει το δικαίωμα, δυνάμει του άρθρου 115 της Συνθήκης ΕΟΚ, να επιλύσει τις δυσχέρειες που προκύπτουν από την ατελή πραγματοποίηση, από το καθού, της κοινής εμπορικής πολιτικής.
29. Η προσφεύγουσα θεωρεί, εξάλλου, ότι η κατανομή των κοινοτικών ποσοστώσεων σε εθνικά μερίδια συνιστά παράβαση του άρθρου 113 της Συνθήκης ΕΟΚ καθόσον η κατανομή έγινε σε συνάρτηση με τα (διαφορετικά) εθνικά συμφέροντα των κρατών μελών και όχι σε συνάρτηση με τις ενιαίες κοινοτικές αρχές, έτσι δε η εμπορική πολιτική να καθορίζεται σύμφωνα με κριτήρια εν μέρει μη εναρμονισμένα.
30. Το καθού δεν έχει επί του σημείου αυτού αντιρρήσεις αρχής, προβάλλει όμως ότι, ενόψει του γεγονότος ότι η κοινή εμπορική πολιτική δεν έχει ακόμη πραγματοποιηθεί πλήρως, εμφανίζονται πάντοτε, μεταξύ των κρατών μελών, αντικρουόμενα συμφέροντα που είναι ευκολότερο να ληφθούν υπόψη με τη διατήρηση των εθνικών ποσοστώσεων. Προσθέτει ότι μετά την ολοκλήρωση της εσωτερικής αγοράς, που προβλέπεται για το 1992, η οποία πρέπει να συνοδεύεται από μια πραγματική κοινή εμπορική πολιτική, η κατάργηση των εθνικών ποσοστώσεων θα είναι οπωσδήποτε απαραίτητη.
31. Είναι ευχάριστο το ότι το καθού αναγνωρίζει την ανάγκη να καταργηθούν τα εθνικά μερίδια κατά το χρόνο της πραγματοποίησης της εσωτερικής αγοράς καθόσον, έτσι, δέχεται έμμεσα ότι τα εθνικά μερίδια δεν συμβιβάζονται καθόλου με την κοινή αγορά. Πάντως, δεν αρκεί η αναγνώριση της αρχής αυτής για το 1992, διότι η κοινή εμπορική πολιτική έπρεπε να είχε επιτευχθεί, όχι μόνον για το 1992, αλλά, σύμφωνα με τα άρθρα 111 και 113 της Συνθήκης ΕΟΚ, από το τέλος της μεταβατικής περιόδου του 1970. Εφόσον ο επίδικος κανονισμός δεν ανταποκρίνεται πλήρως στις επιταγές μιας πραγματικής κοινής εμπορικής πολιτικής, η έκδοση του συνιστά επίσης παράβαση του άρθρου 113 της Συνθήκης ΕΟΚ.
32. Υπό το φως των προηγούμενων σκέψεων, καταλήγω στο προσωρινό συμπέρασμα ότι το καθού δεν είχε το δικαίωμα να ρυθμίσει το σύστημα των γενικευμένων δασμολογικών προτιμήσεων για τα βιομηχανικά προϊόντα κατά τρόπο που είχε ως συνέπεια ότι σε ένα τμήμα της Κοινότητας, τα προϊόντα έπρεπε να εισάγονται με κανονικό δασμό λόγω του ότι είχαν εξαντληθεί τα εθνικά μερίδια σε ορισμένα κράτη μέλη, ενώ οι συνολικές κοινοτικές ποσοστώσεις δεν είχαν ακόμη εξαντληθεί.
33. Η απόφαση σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο το σύστημα των προτιμήσεων πρέπει να ρυθμιστεί για να ανταποκρίνεται στις αρχές της τελωνειακής ενώσεως, αλλά και να παρέχει ίσες δυνατότητες προσβάσεως στις ποσοστώσεις σε όλους τους επιχειρηματίες της Κοινότητας , εναπόκειται στα κοινοτικά όργανα που έχουν εξουσία να νομοθετούν. Θα μπορούσε να προβλεφθεί μια ομοιόμορφη κοινοτική διαχείριση της κοινοτικής ποσοστώσεως από την Επιτροπή όμως, θα πρέπει επίσης να μην αποκλειστεί ένα σύστημα που συνίσταται στην κατανομή των κοινοτικών ποσοστώσεων σε εθνικά μερίδια, λαμβάνοντας υπόψη τα εμπορικά ρεύματα, υπό την επιφύλαξη ότι εξασφαλίζεται, είτε με περισσότερο ευέλικτη ρύθμιση του κοινοτικού αποθέματος, είτε με αυξημένες δυνατότητες επιστροφής των εθνικών μεριδίων, ότι οι επιχειρηματίες μπορούν να χρησιμοποιούν το σύστημα των προτιμήσεων εφόσον η συνολική κοινοτική ποσόστωση δεν έχει εξαντληθεί.
Επί του συστήματος των δασμολογικών προτιμήσεων για τα κλωστοϋφαντουργικά προϊόντα
34. Οι προηγούμενες σκέψεις μπορούν να εφαρμοστούν, mutatis mutandis, στο σύστημα των δασμολογικών προτιμήσεων για τα κλωστοϋφαντουργικά προϊόντα. Εφόσον το επίδικο σύστημα προβλέπει μόνο σταθερά μερίδια χωρίς κοινοτικό απόθεμα, η κατανομή των κοινοτικών ποσοστώσεων σε εθνικά μερίδια δημιουργεί ακόμη περισσότερο αυστηρά αποτελέσματα από ό,τι για τα βιομηχανικά προϊόντα. Επομένως, οι αρχές της τελωνειακής ενώσεως θίγονται ακόμη περισσότερο από ό,τι συμβαίνει στην περίπτωση του προηγουμένως αναλυθέντος συστήματος.
35. Σχετικά, το ζήτημα αν οι προτάσεις που υπέβαλε η προσφεύγουσα στο πλαίσιο της νομοθετικής διαδικασίας αρκούσαν για την τήρηση των αρχών της τελωνειακής ενώσεως μπορεί να παραμείνει εκκρεμές. 'Ενα τέτοιο σύστημα θα ήταν τουλάχιστον "πλησιέστερο στη Συνθήκη". Εν πάση περιπτώσει, το σύστημα που θέσπισε το καθού δεν συνάδει προς τις αρχές της τελωνειακής ενώσεως και της κοινής εμπορικής πολιτικής όπως έχουν οριστεί με τη Συνθήκη και διασαφηνιστεί από τη νομολογία του Δικαστηρίου.
Επί του οριστικού χαρακτήρα των δύο κανονισμών
36. Η προσφεύγουσα επαφίεται στο Δικαστήριο επί του ζητήματος αν, κατ' εφαρμογή του άρθρου 174, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ, ορισμένα αποτελέσματα των κανονισμών πρέπει να θεωρηθούν ως οριστικά.
37. Επειδή θα προτείνω στο Δικαστήριο να κρίνει άκυρους και χωρίς έννομο αποτέλεσμα τους δύο κανονισμούς μολονότι από την 31η Δεκεμβρίου 1987 οι κανονισμοί αυτοί δεν ισχύουν πλέον, είναι αναγκαίο, προς το συμφέρον των αναπτυσσόμενων χωρών και των επιχειρηματιών οι οποίοι πραγματοποίησαν εισαγωγές στο πλαίσιο του συστήματος δασμολογικών προτιμήσεων, να θεωρηθούν ως έγκυρες οι πραγματοποιηθείσες τελωνειακές διατυπώσεις, μολονότι η ακύρωση των δύο κανονισμών παράγει τα αποτελέσματά της ab initio.
Γ - Συμπέρασμα
38. Ως συμπέρασμα, προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί ως εξής:
"1) οι κανονισμοί 3924/86 και 3925/86 του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 1986, είναι άκυροι και στερούνται εννόμου αποτελέσματος
2) τα αποτελέσματα των ακυρωθέντων κανονισμών πρέπει να θεωρηθούν ως οριστικά κατά το μέτρο που οι εισαγωγές έχουν πραγματοποιηθεί σύμφωνα με τους κανονισμούς αυτούς βάσει του προτιμησιακού συστήματος
3) καταδικάζει το Συμβούλιο στα δικαστικά έξοδα."
(*) Μετάφραση από τα γερμανικά.
(1) Βλέπε απόφαση της 26ης Μαρτίου 1987 στην υπόθεση 45/86, Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Συλλογή 1987, σ. 1493.
(2) Κανονισμός 3924/86 του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 1986, περί εφαρμογής των γενικευμένων δασμολογικών προτιμήσεων κατά το έτος 1987 για ορισμένα βιομηχανικά προϊόντα καταγωγής αναπτυσσόμενων χωρών, ΕΕ 1986, L 373, σ. 1 κανονισμός 3925/86 του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 1986, περί εφαρμογής των γενικευμένων δασμολογικών προτιμήσεων κατά το έτος 1987 για τα κλωστοϋφαντουργικά προϊόντα καταγωγής αναπτυσσόμενων χωρών, ΕΕ 1986, L 373, σ. 68.
(3) Κανονισμοί 3635/87, ΕΕ 1987, L 350, σ. 1, και 3782/87, ΕΕ 1987, L 367, σ.1.
(4) Ετήσια έκθεση για το οικονομικό έτος 1982, ΕΕ 1983, C 357, σ. 1, 32.
(5) Απόφαση του Δικαστηρίου της 13ης Δεκεμβρίου 1973 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 37 και 38/73, Sociaal Fonds voor de Diamantarbeiders κατά ΝV Indiamex και λοιποί, Slg. 1973, σ. 1609, 1622.
(6) Υπογράμμιση δική μου.
(7) Βλέπε ιδίως τις αποφάσεις της 12ης Δεκεμβρίου 1973 στην υπόθεση 131/73, Ποινική δίκη κατά Giulio και Adriano Grosoli, Slg. 1973, σ. 1555 της 23ης Ιανουαρίου 1980 στην υπόθεση 35/79, SpA Grosoli και λοιποί κατά Υπουργείου Εξωτερικού Εμπορίου και λοιπών, Slg. 1980, σ. 177 απόφαση της 13ης Μαρτίου 1980 στην υπόθεση 124/79, J. A. van Walsum BV κατά Produktschap voor Vee en Vlees, Slg. 1980, σ. 813 απόφαση της 7ης Οκτωβρίου 1985 στην υπόθεση 199/84, Ποινική δίκη κατά Migliorini και Fischl, Συλλογή 1985, σ. 3325.
(8) Απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 1983 στην υπόθεση 218/82, Συμβούλιο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Συλλογή 1983, σ. 4063.
(9) Κανονισμός 1699/82 του Συμβουλίου, της 24ης Ιουνίου 1982, ΕΕ 1982, L 189, σ. 1.
(10) Απόφαση του Δικαστηρίου της 15ης Δεκεμβρίου 1976 στην υπόθεση 41/76, Ποινική δίκη κατά Donckerwolcke, Slg. 1976, σ. 1921.
(11) Απόφαση του Δικαστηρίου της 5ης Μαρτίου 1986 στην υπόθεση 59/84, Tezi Textiel BV κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Συλλογή 1986, σ. 916.
(12) Απόφαση του Δικαστηρίου της 8ης Οκτωβρίου 1986 στην υπόθεση 385/85, SR Industries κατά Administration des douanes, Συλλογή 1986, σ. 2929.
Full & Egal Universal Law Academy