Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1. Στο πλαίσιο της παρούσας προσφυγής η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι η Ιταλική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 30 της Συνθήκης σε σχέση με τον καθορισμό των τιμών των φαρμακευτικών προϊόντων. Κατ' ουσία, στο καθού κράτος προσάπτεται ότι η μέθοδος που επέλεξε στηρίζεται σε κριτήρια που αφορούν συγκεκριμένα την κατάσταση στην Ιταλία, ευνοώντας σαφώς τα εγχώρια προϊόντα και καθιστώντας με τον τρόπο αυτό δυσχερέστερη τη διάθεση των εισαγομένων.
2. Η Ιταλική Δημοκρατία εκδήλωσε την πρόθεσή της να επιφέρει το συντομότερο δυνατό τις τροποποιήσεις με τις οποίες θα καταστεί δυνατή η αποτροπή οποιασδήποτε υπόνοιας ότι υφίσταται δυσμενής διάκριση σε βάρος των εισαγόμενων προϊόντων.
3. Πρέπει να αναγνωριστεί ότι η ιταλική ρύθμιση ευνοεί σαφώς και από πολλές επόψεις τα εγχώρια προϊόντα. Συγκεκριμένα, με τις ίδιες τις αρχές που εκτίθενται στο σημείο Α.1 της απόφασης της 11ης Οκτωβρίου 1984 της διυπουργικής επιτροπής οικονομικού προγραμματισμού (CΙΡΕ) ορίζεται ότι η μέθοδος καθορισμού των τιμών των φαρμακευτικών προϊόντων πρέπει να είναι προσανατολισμένη προς αναπτυξιακούς στόχους του εγχώριου φαρμακευτικού τομέα. Εξάλλου, με το άρθρο 1.1 της απόφασης της 24ης Οκτωβρίου 1984 της διυπουργικής επιτροπής τιμών υπογραμμίζεται "η σημασία ... (που) πρέπει να αποδίδεται στην επίτευξη του στόχου της αναπτύξεως των παραγωγικών επενδύσεων στο εθνικό έδαφος" (1).
4. Ο στόχος αυτός απαντά στις διατάξεις του άρθρου Β.4.1 της απόφασης της CΙΡΕ, με το οποίο προβλέπεται ότι το ύψος των ερευνητικών εξόδων που συνυπολογίζονται και που συνήθως δεν μπορεί να υπερβαίνει το 10 % της τιμής πωλήσεως από τη βιομηχανία, επιτρέπεται να φθάσει το 12 %, εφόσον πρόκειται για ερευνητικές δραστηριότητες που οδηγούν σε σημαντικές επενδύσεις στο εθνικό έδαφος. Παρόμοιας έμπνευσης είναι και το άρθρο Β.4.2, που ορίζει ότι για τα ιδιαίτερα πρωτότυπα και νεωτεριστικά φαρμακευτικά ιδιοσκευάσματα επιτρέπεται αυξημένος συντελεστής ύψους 20% για τις συνήθεις περιπτώσεις και 40 %, εφόσον πρόκειται για προϊόντα που αποτελούν καρπό έρευνας που πραγματοποιήθηκε εξ ολοκλήρου στο εθνικό έδαφος.
5. Τέλος, η επιλεγείσα μέθοδος αγνοεί την ιδιάζουσα κατάσταση των εισαγόμενων προϊόντων.
6. Καταρχάς, υπενθυμίζω το γράμμα της οδηγίας 70/50/ΕΟΚ της Επιτροπής (2), κατά την οποία είναι ασυμβίβαστα με το άρθρο 30 της Συνθήκης τα μέτρα που "καθιστούν αδύνατη ενδεχόμενη αύξηση της τιμής του εισαγόμενου προϊόντος αντίστοιχη προς τα έξοδα και τις πρόσθετες επιβαρύνσεις λόγω της εισαγωγής" (3), καθώς και εκείνα που "καθορίζουν τις τιμές των προϊόντων σε συνάρτηση με την τιμή κόστους ή την ποιότητα των εγχώριων μόνο προϊόντων σε επίπεδο τέτοιο, ώστε με τον τρόπο αυτό να παρεμποδίζεται η εισαγωγή" (4). Η επίδικη ρύθμιση αντίκειται προφανώς στις σχετικές διατάξεις.
7. Εξάλλου, σύμφωνα με την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Roussel (5), αν και τα κράτη μέλη δεν στερούνται τη δυνατότητα να καταπολεμούν τον πληθωρισμό, δεν γίνονται δεκτά συναφώς παρά μόνο τα "μέτρα που δεν θέτουν σε μειονεκτική θέση τα εισαγόμενα προϊόντα". Στις υποθέσεις Tasca (6) και Danis (7), που αφορούσαν επίσης συστήματα τιμών, τα οποία όμως ίσχυαν αδιακρίτως, σε αντίθεση με το επίδικο σύστημα, το Δικαστήριο δέχτηκε ότι οι σχετικές κανονιστικές ρυθμίσεις συνιστούν ποσοτικό περιορισμό, όταν η διάθεση των εισαγόμενων προϊόντων είτε καθίσταται αδύνατη στην πράξη είτε δυσχεραίνεται σε σχέση με τα εγχώρια προϊόντα. Εξάλλου, με την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Cullet (8) έγινε δεκτό ότι
"Προς αποφυγή οιουδήποτε δυσμενούς αποτελέσματος ως προς τη διάθεση των εισαγόμενων προϊόντων στην αγορά, είναι αναγκαίο τα εν λόγω κριτήρια (καθορισμού των τιμών) να λαμβάνουν δεόντως υπόψη τις τιμές παραλαβής όλων των επιχειρηματιών, ανεξάρτητα από την προέλευση του εμπορεύματος".
8. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, το σύστημα που τέθηκε σε εφαρμογή ευνοεί σαφώς την εγχώρια παραγωγή, η οποία ωφελείται από το γεγονός ότι στην τιμή των προϊόντων συνυπολογίζεται το κόστος των ερευνών που πραγματοποιούνται μόνο στο ιταλικό έδαφος, με αποτέλεσμα να περιάγονται σε προφανώς δυσμενέστερη θέση τα εισαγόμενα φάρμακα. Επίσης, το γεγονός ότι δεν γίνεται μνεία των εξόδων και επιβαρύνσεων λόγω της εισαγωγής καθώς και των στοιχείων κόστους στα λοιπά κράτη μέλη δεν μπορεί παρά να ενισχύει την εν λόγω κατάσταση δυσμενούς μεταχειρίσεως.
9. Κατόπιν αυτών, περαίνοντας, προτείνω στο Δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι η Ιταλική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 30 της Συνθήκης, επειδή θέσπισε και έθεσε σε εφαρμογή μέθοδο υπολογισμού της τιμής των φαρμακευτικών προϊόντων στην οποία λαμβάνονται υπόψη στοιχεία που προσιδιάζουν στα εγχώρια μόνο προϊόντα, ώστε να ευνοούνται τα τελευταία, και δεν λαμβάνεται υπόψη η κατάσταση των εισαγόμενων προϊόντων. Προτείνω επίσης στο Δικαστήριο να καταδικάσει το καθού κράτος στα δικαστικά έξοδα.
(*) Μετάφραση από τα γαλλικά.
(1) Η υπογράμμιση δική μου.
(2) Οδηγία της 22ας Δεκεμβρίου 1969, η οποία στηρίζεται στις διατάξεις του άρθρου 33, παράγραφος 7, και αφορά την κατάργηση των μέτρων αποτελέσματος ισοδύναμου με ποσοτικούς περιορισμούς κατά την εισαγωγή που δεν ρυθμίζονται από άλλες διατάξεις θεσπισθείσες δυνάμει της Συνθήκης ΕΟΚ (JΟ L 13 της 19.1.1970, σ. 29).
(3) 'Αρθρο 2, παράγραφος 3, στοιχείο δ).
(4) 'Αρθρο 2, παράγραφος 3, στοιχείο ε).
(5) Απόφαση της 29ης Νοεμβρίου 1983 στην υπόθεση 181/82, Συλλογή 1983, σ. 3849, σκέψη 24.
(6) Απόφαση της 26ης Φεβρουαρίου 1976 στην υπόθεση 65/75, Rec. 1976, σ. 291.
(7) Απόφαση της 6ης Νοεμβρίου 1979 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 16 μέχρι 20/79, Rec. 1979, σ. 3327.
(8) Απόφαση της 29ης Ιανουαρίου 1985 στην υπόθεση 231/83, Συλλογή 1985, σ. 305, σκέψη 26.
Full & Egal Universal Law Academy