Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Η Societa Laminazione a Freddo PA (που αναφέρεται στο εξής ως "LΑF") άσκησε την υπό κρίση προσφυγή βάσει των άρθρων 33, δεύτερο εδάφιο, και 36 της Συνθήκης ΕΚΑΧ (που αναφέρεται στο εξής ως "η Συνθήκη"), ζητώντας την ακύρωση της (μη δημοσιευθείσας στην ΕΕ) απόφασης της Επιτροπής C(87)51 τελ., της 9ης Ιανουαρίου 1987 (που αναφέρεται εφεξής ως "η προσβαλλόμενη απόφαση") ή τη μείωση του προστίμου 50 000 Ecu, το οποίο αυτή της επέβαλε δυνάμει του άρθρου 64 της Συνθήκης. Με την προσβαλλόμενη απόφαση η Επιτροπή έκρινε ότι η LΑF είχε παραβεί την απόφαση 3715/83/ΕΚΑΧ της Επιτροπής της 23ης Δεκεμβρίου 1983, για τον καθορισμό ελαχίστων τιμών για ορισμένα προϊόντα σιδήρου και χάλυβα (ΕΕ 1983, L 373, σ. 1: η "γενική απόφαση"), απόφαση την οποία δεν προσβάλλει, αυτή καθαυτή, η LΑF.
Η γενική απόφαση εκδόθηκε βάσει του άρθρου 61 της Συνθήκης, το οποίο εξουσιοδοτεί την Επιτροπή "να καθορίζει ... κατώτατες τιμές εντός της κοινής αγοράς, αν διαπιστώνει ότι υφίσταται ή επίκειται έκδηλη κρίση και είναι αναγκαία τέτοια απόφαση για την επίτευξη των στόχων που ορίζονται στο άρθρο 3" της Συνθήκης. Η γενική απόφαση αναφέρει στο προοίμιο ότι, "ενώπιον του μεγέθους των δυσχερειών της βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα, η Επιτροπή αναγνώρισε την ύπαρξη έκδηλης κρίσης" (δεύτερη αιτιολογική σκέψη). Η Επιτροπή προέβη ειδικότερα στις ακόλουθες παρατηρήσεις:
"Για να διασφαλιστεί η επιτυχία του συστήματος των ελαχίστων τιμών, είναι απαραίτητο να εφαρμοσθεί όσο το δυνατόν ευρύτερα ... . Για τους ίδιους λόγους είναι αναγκαίο να εφαρμοσθεί, καταρχήν, και στις μακροπρόθεσμες συμβάσεις.
Η ιδιόμορφη κατάσταση ορισμένων χρησιμοποιούντων φορέων, που έχουν συνάψει μακροπρόθεσμες συμβάσεις πριν από την καθιέρωση των ελαχίστων τιμών, δικαιολογεί παρεκκλίσεις αν οι συμβάσεις αυτές έχουν συναφθεί σε σταθερές τιμές ή αν πρόκειται για συμβάσεις που περιέχουν ρήτρες βιομηχανικής συνεργασίας." (ένατη και δέκατη αιτιολογική σκέψη).
Το άρθρο 1 της απόφασης επέβαλε, κατά συνέπεια, ελάχιστες τιμές, μεταξύ άλλων, για "στ) λαμαρίνες ψυχρής ελάσεως". Κατά το άρθρο 3, οι ελάχιστες τιμές ήσαν "υποχρεωτικές" για τις πραγματοποιούμενες εντός της κοινής αγοράς παραδόσεις από 1ης Ιανουαρίου 1984. Η παράγραφος 2 του ίδιου άρθρου προέβλεπε τα εξής:
"'Οσον αφορά τις μακροπρόθεσμες συμβάσεις που έχουν συναφθεί μεταξύ επιχειρήσεων σιδήρου και χάλυβα και καταναλωτών χάλυβα πριν από τις 9 Νοεμβρίου 1983 και οι οποίες ισχύουν για παραδόσεις που θα πραγματοποιηθούν μετά τις 30 Ιουνίου 1984, οι επιχειρήσεις μπορούν να επιτύχουν παρέκκλιση από τις ελάχιστες τιμές, αν πρόκειται για συμβάσεις που περιλαμβάνουν ρήτρες βιομηχανικής συνεργασίας ή αν οι συμβάσεις καθορίζουν τις τιμές με ακριβή τρόπο. Προς το σκοπό αυτό, οι επιχειρήσεις πρέπει να υποβάλουν στην Επιτροπή αίτηση δεόντως αιτιολογημένη, το αργότερο μέχρι τις 31 Ιανουαρίου 1984. ... Μέχρις ότου αποφανθεί η Επιτροπή για τις αιτήσεις, ισχύουν οι ελάχιστες τιμές."
Με την προσβαλλόμενη απόφαση η Επιτροπή διαπίστωσε ότι η LΑF δεν είχε συμμορφωθεί με τις ελάχιστες τιμές που επέβαλλε η γενική απόφαση, κατά την πώληση σε εταιρίες του ομίλου FΙΑΤ λαμαρινών ψυχρής ελάσεως κατά το πρώτο τρίμηνο του 1985.
Το εμπορικό ιστορικό των πωλήσεων έχει ως εξής: το 1982, η FΙΑΤ αποφάσισε να εγκαταλείψει την παραγωγή ειδικών χαλύβων, που μέχρι τότε γινόταν εντός του ομίλου. Οι εγκαταστάσεις για την παραγωγή αυτών των χαλύβων μεταβιβάστηκαν σε νεοσυσταθείσες εταιρίες, των οποίων το εταιρικό κεφάλαιο αγόρασαν εταιρίες ανήκουσες στον όμιλο Finsider.
Οι εγκαταστάσεις ψυχρής ελάσεως μεταβιβάστηκαν στη LΑF. Η Nuova Italsider, εταιρία του ομίλου Finsider, αγόρασε το 50 % του εταιρικού κεφαλαίου της LΑF την 1η Οκτωβρίου 1982, το δε υπολειπόμενο 50 % τον Δεκέμβριο 1985. Η FΙΑΤ και η Finsider συμφώνησαν η μεν πρώτη να αγοράζει η δε δεύτερη να ικανοποιεί το 80 % των αναγκών της σε τέτοιους χάλυβες επί μία δεκαετία. Η ρύθμιση αυτή περιελήφθη σε συμφωνία της 21ης Ιουλίου 1982, η οποία υποβλήθηκε στην Επιτροπή προς έγκριση, χορηγηθείσα με τη (μη δημοσιευθείσα στην ΕΕ) απόφαση C(82) 1302 τελ. της 22ας Σεπτεμβρίου 1982.
Δεν αμφισβητείται ότι η LΑF, πρώτον, πωλούσε σε τιμές κατώτερες του ελαχίστου και, δεύτερον, δεν υπέβαλε αίτηση στην Επιτροπή βάσει του άρθρου 3, παράγραφος 2, της γενικής απόφασης. Ωστόσο, οι δύο βασικοί λόγοι ακυρώσεως της LΑF είναι ότι οι επίδικες πωλήσεις δεν ενέπιπταν στο πεδίο εφαρμογής του καθεστώτος ελαχίστων τιμών και ότι επομένως δεν χρειαζόταν να υποβάλει αίτηση περί παρεκκλίσεως. Με έναν τρίτο λόγο ακυρώσεως, η LΑF καταλογίζει στην Επιτροπή κατάχρηση εξουσίας.
Η ουσία του πρώτου λόγου ακυρώσεως της LΑF είναι ότι οι επίδικες πωλήσεις δεν υπόκεινταν στις ελάχιστες τιμές, διότι δεν ήταν "συγκρίσιμες συναλλαγές" κατά την έννοια του άρθρου 60 της Συνθήκης, του οποίου η παράγραφος 1 απαγορεύει ορισμένες πρακτικές στον τομέα των τιμών, και ειδικότερα "κάθε πρακτική που εισάγει διακρίσεις και συνεπάγεται, εντός της κοινής αγοράς, την εφαρμογή από έναν πωλητή ανίσων όρων επί συγκρισίμων συναλλαγών". Αυτό αναλύεται σε δύο προτάσεις: ότι οι συναλλαγές αυτές δεν υπάγονται στο καθεστώς των ελαχίστων τιμών. Η Επιτροπή διατείνεται, κυρίως, ότι η έννοια της συγκρίσιμης συναλλαγής δεν έχει θέση σε ένα καθεστώς ελαχίστων τιμών επιβαλλόμενο βάσει του άρθρου 61 επικουρικώς και μόνο απαντά ότι, όπως αναφέρεται και στην προσβαλλόμενη απόφαση, οι πωλήσεις είναι εν πάση περιπτώσει "συγκρίσιμες συναλλαγές". Θα εξετάσω τα επιχειρήματα με τη σειρά αυτή.
Οι "συγκρίσιμες συναλλαγές" αναφέρονται σ' εκείνο το τμήμα του άρθρου 60, παράγραφος 1, που απαγορεύει στους πωλητές να εφαρμόζουν ως προς τις τιμές πρακτικές εισάγουσες διακρίσεις. Αν οι συναλλαγές είναι συγκρίσιμες, ο πωλητής υποχρεούται να χρεώνει την ίδια τιμή. Για να αποφεύγονται οι απαγορευόμενες πρακτικές, έτσι ώστε να παρέχεται στους μεν αγοραστές η δυνατότητα να συγκρίνουν τις τιμές, για να ελέγχουν αν υπήρξε διάκριση, στις δε επιχειρήσεις να ευθυγραμμίζουν τις τιμές τους με τις των ανταγωνιστών τους (υπόθεση 1/54, Γαλλία κατά Ανωτάτης Αρχής, ECR 1954, σ. 1, 9, την οποία έχει επανειλημμένα επικαλεστεί το Δικαστήριο, βλέπε, για παράδειγμα, υπόθεση 149/78, Rumi κατά Επιτροπής, ECR 1979, σ. 2523, 2536), το άρθρο 60, παράγραφος 2, υποχρεώνει τους πωλητές να δημοσιεύουν τους τιμοκαταλόγους τους σύμφωνα με τους κανόνες που ορίζει η Ανωτάτη Αρχή. Οι σχετικοί κανόνες περιλαμβάνονται στην απόφαση 31-53 (ΕΕ ειδ. έκδ. 08/001, σ. 7, όπως τροποποιήθηκε ιδίως με την απόφαση 72/441/ΕΚΑΧ, ΕΕ ειδ. έκδ. 08/001, σ. 101 το εν ισχύι κείμενο περιέχεται σε ανακοίνωση της Επιτροπής στην ΟJ 1973 C 29, σ. 32 υπάρχουν και μεταγενέστερες τροποποιήσεις, αλλά αυτές δεν ενδιαφέρουν εδώ). Διακρίνουν μεταξύ "δημοσιεύσεως" και "κοινοποιήσεως".
Ο γενικός κανόνας είναι ότι οι επιχειρήσεις "δημοσιεύουν" τους τιμοκαταλόγους τους (άρθρο 1), πράγμα που σημαίνει ότι οφείλουν να τηρούν καταλόγους, που πρέπει να διατίθενται σε κάθε ενδιαφερόμενο που τους ζητεί και τους οποίους πρέπει να έχουν διαβιβάσει στην Επιτροπή τουλάχιστον δύο ημέρες πριν θέσουν σε εφαρμογή τις τιμές (άρθρο 4). Ωστόσο, το άρθρο 5 ορίζει ότι "τα περιθώρια τιμών που εφαρμόζονται ... για ορισμένες κατηγορίες καταναλωτών" μπορούν μεν να μη δημοσιεύονται, πρέπει όμως να "κοινοποιούνται" στην Επιτροπή. Η παράγραφος 3 του άρθρου αυτού επιβάλλει να προσδιορίζεται με την κοινοποίηση ποιες είναι οι εν λόγω κατηγορίες καταναλωτών.
Εννοείται, όπως αναφέρει στο υπόμνημα ανταπαντήσεώς της η Επιτροπή, ότι αυτά τα περιθώρια τιμών μπορούν να εφαρμόζονται μόνον όταν οι σχετικές συναλλαγές δεν είναι συγκρίσιμες. Ειδικότερα, τα δεόντως κοινοποιηθέντα περιθώρια τιμών μπορούν να εφαρμοστούν μόνο σε κατηγορίες συναλλαγών που δεν είναι συγκρίσιμες με τις κοινές πωλήσεις (ως προς τις οποίες ισχύουν οι δημοσιευθείσες τιμές).
Το άρθρο 3, παράγραφος 1, της απόφασης 30-53 ορίζει κριτήρια για το ποιες συναλλαγές μπορούν να θεωρούνται συγκρίσιμες κατά την έννοια του άρθρου 60, παράγραφος 1, (ΕΕ ειδ. έκδ. 08/001, σ. 5, όπως τροποποιήθηκε ιδίως με την απόφση 72/440, ΕΕ ειδ. έκδ. 08/001, σ. 98 το εν ισχύι κείμενο παρατίθεται στην ανακοίνωση της Επιτροπής στην ΟJ 1973 C 29, σ. 30 οι μεταγενέστερες τροποποιήσεις δεν ενδιαφέρουν εδώ). Το κείμενό του έχει ως εξής:
"Θεωρούνται συγκρίσιμες κατά την έννοια του άρθρου 60 παράγραφος 1, οι συναλλαγές οι οποίες:
α) συνάπτονται με αγοραστές:
- που είναι ανταγωνιστές,
- ή που παράγουν όμοια ή ομοειδή προϊόντα,
- ή που πληρούν την ίδια εμπορική λειτουργία
β) αφορούν όμοια ή ομοειδή προϊόντα.
γ) και δεν διαφέρουν αισθητά κατά τα λοιπά ουσιώδη εμπορικά τους χαρακτηριστικά."
Στην υπόθεση 29/67, De Wendel κατά Επιτροπής (ECR 1968, σ. 387, 408), το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι "το άρθρο 60, παράγραφος 1, ισχύει επί συναλλαγών οι οποίες, καίτοι σε σύγκριση με τις κοινές συναλλαγές εμφανίζουν εξαιρετικά χαρακτηριστικά και για το λόγο αυτόν τυγχάνουν ειδικών όρων πωλήσεων, ωστόσο παραμένουν συγκρίσιμες μεταξύ τους". Με άλλα λόγια, περιθώρια τιμών μπορούν να εφαρμοστούν μεταξύ κατηγοριών συναλλαγών (ή "κατηγοριών καταναλωτών"), όχι όμως και στο εσωτερικό της κάθε κατηγορίας.
Αυτοί είναι οι βασικοί κανόνες, στους οποίους εντάχθηκε και το καθεστώς ελαχίστων τιμών. Η παρούσα διαφορά δεν αφορά το αν οι τιμές της LΑF προς τη FΙΑΤ ήταν κατώτερες των δημοσιευμένων τιμών της ή το αν, στην περίπτωση αυτή, τα περιθώρια τιμών είχαν κοινοποιηθεί στην Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 5 της απόφασης 31-53. Το πρώτο επίμαχο ζήτημα είναι αν, σε περίπτωση που οι πωλήσεις προς τη FΙΑΤ θεωρηθούν "μη συγκρίσιμες", εκφεύγουν του πλαισίου της γενικής απόφασης. 'Οπως αναφέρει η Επιτροπή, η γενική απόφαση δεν περιέχει ρητή διάταξη για τις μη συγκρίσιμες συναλλαγές. Η LΑF διατείνεται ότι αυτό εξηγείται από το ότιεννοείτο ότι οι ελάχιστες τιμές θα εφαρμόζονταν μόνο επί συναλλαγών συναπτομένων βάσει τιμοκαταλόγων των επιχειρήσεων άρα εξ ορισμού όχι επί μη συγκρισίμων συναλλαγών. Διάφορες διατάξεις της γενικής απόφασης νομίζω ότι καταρρίπτουν αυτό το επιχείρημα.
Η πρώτη είναι η του άρθρου 2, από το οποίο παραθέτω εδώ τα μέρη που ασκούν επιρροή (οι υπογραμμίσεις δικές μου):
"1. Οι ελάχιστες τιμές ... νοούνται χωρίς οποιαδήποτε έκπτωση, με εξαίρεση τις πραγματοποιούμενες στο εμπόριο ((τις παρεχόμενες σε εμπόρους)) εκπτώσεις που δημοσιεύονται στους τιμοκαταλόγους. ...
3. ... Οι μειώσεις και εκπτώσεις οποιασδήποτε φύσεως, που δημοσιεύονται στους τιμοκαταλόγους και στους όρους πωλήσεως ή γνωστοποιούνται στην Επιτροπή, δεν μπορούν να αυξηθούν.
4. Οι επιχειρήσεις, από τους δημοσιευμένους τιμοκαταλόγους και τους γνωστοποιημένους όρους των οποίων προκύπτουν τιμές κατώτερες από τις ελάχιστες τιμές, πρέπει να δημοσιεύουν ή να γνωστοποιούν νέους όρους που να τις καθιστούν σύμφωνες με την παρούσα απόφαση, μέσα σε προθεσμία δεκαπέντε ημερών από την έναρξη ισχύος της."
Η αναφορά στη "γνωστοποίηση" καθιστά σαφές ότι από περιθώρια τιμών εφαρμοσθέντα σύμφωνα με το άρθρο 5 της απόφασης 31-53 (κοινοποιηθέντα δηλαδή στην Επιτροπή, αλλά μη εμφαινόμενα στους δημοσιευθέντες τιμοκαταλόγους) δεν μπορούν να προκύψουν τιμές κατώτερες του ελαχίστου και ότι, συνεπώς, το επιβαλλόμενομε τη γενική απόφαση καθεστώς δεν περιοριζόταν στις τιμές τιμοκαταλόγου.
Η δεύτερη διάταξη είναι η του άρθρου 3, που παρατέθηκε παραπάνω. Οι ελάχιστες τιμές είναι, όπως ελέχθη, υποχρεωτικές, υποκείμενες όμως στη δυνατότητα παρεκκλίσεως κατά το άρθρο 3, παράγραφος 2. Η LΑF ισχυρίζεται ότι η παράγραφος αυτή αναφέρεται σε δύο μόνο πιθανά χαρακτηριστικά των μη συγκρισίμων συναλλαγών και ότι, συνεπώς, η γενική απόφαση πάσχει διότι δεν καλύπτει το όλο φάσμα των συναλλαγών αυτών. Το επιχείρημα της Επιτροπής, το οποίο και αποδέχομαι, είναι ότι το άρθρο 3, παράγραφος 2, δείχνει σαφώς ότι μόνο δύο πολύ συγκεκριμένες εξαιρετικής φύσεως συναλλαγών μπορούν να εξαιρεθούν της γενικής εφαρμογής των ελαχίστων τιμών. Το κατά πόσον οι πωλήσεις LΑF/FΙΑΤ συγκέντρωναν τις προϋποθέσεις γι' αυτήν την εξαίρεση, πράγμα για το οποίο η Επιτροπή αμφιβάλλει, δεν έχει σημασία, δεδομένου ότι δεν υποβλήθηκε αίτηση περί εξαιρέσεως.
Τρίτον, η άποψη ότι οι ελάχιστες τιμές πρέπει να θεωρούνται ως το απόλυτο κατώτατο όριο, με την επιφύλαξη μόνο του άρθρου 3, παράγραφος 2, ενισχύεται από το άρθρο 6, το οποίο προέβλεψε ότι οι ευθυγραμμίσεις με τις προσφορές τρίτων χωρών, όπου αυτές επιτρέπονται, δεν πρέπει να καταλήγουν σε τιμές κατώτερες του ελαχίστου.
Επομένως, οι επιχειρήσεις υπόκεινται τόσο στο καθεστώς ελαχίστων τιμών, το οποίο επιβάλλει η γενική απόφαση βάσει του άρθρου 61, όσο και στην υποχρέωση να μην εισάγουν διακρίσεις όταν οι συναλλαγές είναι συγκρίσιμες, την οποία επιβάλλει το άρθρο 60, παράγραφος 1, και αναπτύσσει η απόφαση 30-53. Το γεγονός ότι η τελευταία αυτή υποχρέωση μπορεί να ιδωθεί αντίστροφα ως ελευθερία (εφαρμογής διαφορετικών τιμών για μη συγκρίσιμες συναλλαγές) δεν πρέπει να προκαλέσει εδώ σύγχυση.
Με το υπόμνημα απαντήσεως, η LΑF ισχυρίστηκε ότι η γενική απόφαση είναι άκυρη ως εκδοθείσα καθ' υπέρβαση των εξουσιών της Επιτροπής, διότι η επιβολή ενιαίας ελαχίστης τιμής για διαφορετικού είδους πωλήσεις συνιστά διάκριση. Οι μη συγκρίσιμες συναλλαγές αντιπροσωπεύουν ασήμαντη αναλογία επί των πωλήσεων στο σύνολο της αγοράς χάλυβα. Η Επιτροπή αντέτεινε ορθώς ότι ο ισχυρισμός περί υπερβάσεως εξουσίας είναι απαράδεκτος, εφόσον προβάλλεται για πρώτη φορά με το υπόμνημα απαντήσεως πάντως - συνέχισε - οι πωλήσεις προς την αυτοκινητοβιομηχανία κάθε άλλο παρά αντιπροσωπεύουν ασήμαντο μερίδιο της αγοράς, ανέρχονται αντιθέτως στο 25 % των προϊόντων ψυχρής ελάσεως στην Κοινότητα, η δε FΙΑΤ καλύπτει το 80 % των αναγκών της από τη LΑF. Τέτοιες αναλογίες δεν μπορούν να θεωρούνται ασήμαντες και πρέπει να εμπίπτουν στη γενική απόφαση. Σημαντικότερο είναι ένα στοιχείο το οποίο δεν προέβαλε η Επιτροπή: η γενική απόφαση δεν αποσκοπεί στην επιβολή μιας τιμής για όλες τις συναλλαγές. Επιβάλλει ελάχιστες τιμές, κάτω των οποίων οι επιχειρήσεις δεν μπορούν ναπωλούν τα προϊόντα τους, δεν τις εμποδίζει όμως να χρεώνουν υψηλότερες τιμές, σύμφωνα πάντα με το άρθρο 60.
Είναι, κατά την άποψή μου, σαφές, ότι τα άρθρα 60 και 61 διαλαμβάνουν πολύ διαφορετικές καταστάσεις. Το άρθρο 60 απαγορεύει κάθε πρακτική που εισάγει διακρίσεις συνεπαγόμενη την εφαρμογή από έναν πωλητή ανίσων όρων επί συγκρισίμων συναλλαγών. Το άρθρο 61 παρέχει στην Επιτροπή την εξουσία να καθορίζει, κατόπιν διαβουλεύσεως, κατώτατες τιμές υπό ειδικές συνθήκες, όταν αυτό παρίσταται αναγκαίο για τη διασφάλιση των στόχων του άρθρου 3 της Συνθήκης. Στην προκειμένη περίπτωση, η γενική απόφαση εκδόθηκε διότι η Επιτροπή είχε αναγνωρίσει ότι υπήρχε έκδηλη κρίση, όπως αναφέρεται στο άρθρο 61, πρώτο εδάφιο, στοιχείο β), της Συνθήκης. Κατά την άποψή μου, οι εξουσίες που παρέχονται με το άρθρο 61 δεν πρέπει να νοούνται σε συνάρτηση προς το άρθρο 60.
Το συμπέρασμα ότι όλες οι συναλλαγές υπόκεινται στις ελάχιστες τιμές καθιστά εντελώς περιττή την εξέταση του ζητήματος αν οι πωλήσεις LΑF/FΙΑΤ μπορούν να θεωρηθούν ως "μη συγκρίσιμες", όπως ισχυρίζεται η LΑF. Αν είχα καταλήξει στην αντίθετη άποψη, το ζήτημα αυτό θα έπρεπε να εξεταστεί.
Γενικώς η LΑF ισχυρίζεται ότι οι συναλλαγές μεταξύ LΑF και FΙΑΤ προέκυψαν από μια δέσμη ρυθμίσεων, την οποία καθόρισαν τα συμβαλλόμενα μέρη της συμφωνίας του 1982 (στην οποία πρέπει να σημειωθεί ότι η LΑF δεν ήταν συμβαλλόμενη): δεν αποτελούν απλές αγοραπωλησίες κατά τη συνήθη έννοια του εμπορίου.
Από τέσσερις απόψεις, κατά τη LΑF, οι συμβάσεις προμηθείας είναι μάλλον ιδιόρρυθμες για τον τομέα του χάλυβα και ιδίως για την αυτοκινητοβιομηχανία. Πρώτον, η δεκαετής διάρκεια βρίσκεται σε πλήρη διάσταση προς το συνήθη κανόνα του εξαμήνου ή του έτους. Δεύτερον, η τιμή καθορίζεται σε συνάρτηση προς τη μέση τιμή την οποία χρεώνουν οι γερμανοί και γάλλοι παραγωγοί χάλυβα στις εγχώριες αυτοκινητοβιομηχανίες αν τα μέρη δεν καταλήγουν σε συμφωνία επί της τιμής αυτής, η διαφορά διευθετείται ανεκκλήτως με διαιτησία, ρήτρα σπανιότατη σε τέτοιου είδους συμφωνίες. Τρίτον, προβλέπεται η ανταλλαγή πληροφοριών σε θέματα εμπορίου, έρευνας και τεχνολογίας, η δε LΑF υποχρεούται να συμμορφώνεται με πολύ ειδικές υποχρεώσεις σχετικά με την εξυπηρέτηση, τις προδιαγραφές και τις τεχνολογικές καινοτομίες η μη συμμόρφωση παρέχει στη FΙΑΤ το δικαίωμα να αρνηθεί την παραλαβή. Η LΑF εγγυάται ότι τα προϊόντα της θα είναι ποιότητας εφάμιλλης με την των γάλλων και γερμανών παραγωγών χάλυβα. Τέταρτον και τελευταίον, η FΙΑΤ αναλαμβάνει την υποχρέωση να ικανοποιεί το 80 % των αναγκών της σε προϊόντα ψυχρής ελάσεως, ποσοστό που ουδέποτε απαντάται σε μια συνήθη σύμβαση προμηθείας ωστόσο, αν οι κυριότερες γαλλικές και γερμανικές αυτοκινητοβιομηχανίες μεταβάλουν την πολιτική εφοδιασμού τους, η FΙΑΤ θα δικαιούται τροποποιήσεως των τιμών ή μειώσεως του ποσοστού των αναγκών της το οποίο υποχρεούται να προμηθεύεται από τη LΑF.
Κατά τη LΑF, οι παράγοντες αυτοί καθιστούν τις συμβάσεις εντελώς μη συγκρίσιμες με τις συνήθεις συμβάσεις προμηθείας προϊόντων χάλυβα για την αυτοκινητοβιομηχανία, ακόμη και τις μεσοπρόθεσμες. Το 65 % της παραγωγής της LΑF, αφότου συστάθηκε το 1982, πωλήθηκε στη FΙΑΤ. Πράγματι, η LΑF ισχυρίστηκε ότι ελεγχόταν από τη FΙΑΤ μέχρι τον Δεκέμβριο 1985 αυτό, κατά την προσφεύγουσα, σημαίνει ότι η Επιτροπή είχε ανέκαθεν ως πρακτική να θεωρεί μη συγκρίσιμες τις εντός ομίλου πωλήσεις. Η Επιτροπή ορθώς παρατηρεί ότι η κατοχή του 50 % του κεφαλαίου δεν απονέμει δικαίωμα ελέγχου. Η LΑF ανταπαντά ότι το ποσοστό αυτό είναι αρκετά υψηλό για να θεμελιώσει κοινότητα συμφερόντων και να καταστήσει, επομένως, τις πωλήσεις μη συγκρίσιμες.
Η LΑF διατείνεται ακόμη ότι η Επιτροπή έχει δεχθεί ότι οι υπό κρίση πωλήσεις πρέπει να χαρακτηριστούν μη συγκρίσιμες. Πριν εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση, η Επιτροπή απευθύνθηκε, όπως υποχρεούνταν να πράξει σύμφωνα με το άρθρο 36 της Συνθήκης, εγγράφως στην προσφεύγουσα στις 21 Μαρτίου 1986, καλώντας την να υποβάλει τις παρατηρήσεις της για τις προσαπτόμενες παραβάσεις. Η Επιτροπή τής καταλόγιζε παράβαση της απόφασης 30-53, και συγκεκριμένα τη μη εφαρμογή επί των πωλήσεων προς τη FΙΑΤ των δημοσιευμένων όρων της LΑF σχετικά με τις προθεσμίες καταβολής και τα μεταφορικά έξοδα. Με τις παρατηρήσεις της επί του εγγράφου αυτού, η LΑF προέβαλε το επιχείρημα της μη συγκρισιμότητας, η δε προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχει αναφορά περί παραβάσεως της απόφασης 30-53. Εξ αυτού η LΑF συνάγει ότι η Επιτροπή δέχεται ότι οι πωλήσεις δεν ήσαν συγκρίσιμες.
Ωστόσο, καίτοι είναι αλήθεια ότι δεν επιβλήθηκε πρόστιμο για παράβαση της απόφασης 30-53, η ίδια η προσβαλλόμενη απόφαση ρητά αναφέρει ότι οι συμφωνίες είναι συγκρίσιμες με πολλές άλλες στον τομέα της αυτοκινητοβιομηχανίας. Η Επιτροπή διατείνεται ότι πληρούνται και οι τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 3, παράγραφος 1, της απόφασης 30-53, πρώτον, διότι η FΙΑΤ τελεί σε ανταγωνισμό προς άλλες αυτοκινητοβιομηχανίες που αγοράζουν ομοειδή προϊόντα χάλυβα δεύτερον, διότι, σύμφωνα με τους όρους της ίδιας της σύμβασης, τα προϊόντα που προμηθεύει η LΑF στη FΙΑΤ πρέπει να είναι εφάμιλλης ποιότητας με τα αντίστοιχα της Γαλλίας και της Γερμανίας και, τρίτον, για τους εξής λόγους: παρά τη μακρά διάρκεια της σύμβασης, η τιμή πρέπει να καθορίζεται ανά εξάμηνο, σύμφωνα δηλαδή με το γενικό κανόνα η ρήτρα περί υπολογισμού της τιμής είναι αρκετά ακριβής ώστε να καθιστά την προσφυγή στη διαιτησία μάλλον απίθανη, αναιρώντας έτσι την πρακτική σημασία αυτού του εξαιρετικού χαρακτηριστικού της σύμβασης τέλος, το 80 % των αναγκών της FΙΑΤ αποτελεί μεν υψηλό ποσοστό, πλην όμως οι γαλλικές, γερμανικές και βρετανικές αυτοκινητοβιομηχανίες καλύπτουν επίσης τις ανάγκες τους σε παρόμοια αναλογία από παραγωγούς χάλυβα της χώρας της καθεμιάς.
Κατά όλων αυτών των επιχειρημάτων πρέπει, ωστόσο, να σημειωθεί ότι οι συνιστώσες διάκριση ως προς τις τιμές πρακτικές, οι οποίες απαγορεύονται από το άρθρο 60 και την απόφαση 30-53,είναι οι εφαρμοζόμενες από μια επιχείρηση έναντι των αγοραστών της και όχι οι διαφορές πρακτικής ως προς τις τιμές μεταξύ διαφόρων επιχειρήσεων.
Η LΑF αναφέρει ότι αποδίδει μεγάλη σημασία στο μη συγκρίσιμο χαρακτήρα τον οποίο προβάλλει για τις πωλήσεις της προς τη FΙΑΤ. Ωστόσο, το ζήτημα αυτό όχι μόνο δεν χρειάζεται να κριθεί στην παρούσα δίκη, όπως υποστήριξα, αλλά και είναι αδύνατο να κριθεί. Το Δικαστήριο δεν διαθέτει στοιχεία για τις άλλες πωλήσεις της LΑF και για το κατά πόσο ομοιάζουν ή διαφέρουν από τις πωλήσεις προς τη FΙΑΤ. Η Επιτροπή δεν ενέμεινε στον ισχυρισμό της ότι η LΑF είχε παραβεί την απόφαση 30-53, αφιστάμενη των δημοσιευμένων όρων και προϋποθέσεων στην περίπτωση της FΙΑΤ, ισχυρισμό ο οποίος κατ' ανάγκη συνεπάγεται άνιση μεταχείριση ως προς τις τιμές σε συγκρίσιμες συναλλαγές.
Πράγματι, το Δικαστήριο διαθέτει δύο μόνο πληροφοριακά στοιχεία. Το πρώτο είναι ότι η LΑF πωλούσε σε τιμές κατώτερες των ελαχίστων, πράγμα που δεν έχει σχέση με το συγκρίσιμο των πωλήσεων αυτών προς τις λοιπές πωλήσεις της. Το δεύτερο είναι ότι το 65 % της παραγωγής της LΑF πωλείται στη FΙΑΤ. Νομίζω ότι δύσκολα μπορεί μια επιχείρηση να ισχυριστεί ότι ένα τόσο υψηλό ποσοστό του κύκλου εργασιών της μπορεί να χαρακτηριστεί εξαιρετικό τόσο, ώστε να δικαιολογεί παρέκκλιση από τις δημοσιευθείσες τιμές της. Ενώπιον παρομοίου επιχειρήματος στην προαναφερθείσα υπόθεση Rumi, ο γενικός εισαγγελέας Capotorti είπε τα εξής: "... η έκταση της έννοιας της μη συγκρισιμότητας περιορίζεται σε συμβάσεις πωλήσεως που διαφέρουν ριζικά από εκείνες που συνήθως συνάπτει ο ίδιος προμηθευτής. Μπορούν έτσι να θεωρηθούν οι συναλλαγές μη συγκρίσιμες (με εκείνες που πρέπει να γίνονται σύμφωνα με τον τιμοκατάλογο) μόνο στην περίπτωση συμβάσεων ειδικής φύσεως τις οποίες συνάπτει η επιχείρηση όλως εξαιρετικώς ... Αυτό ασφαλώς δεν ισχύει για τις επίδικες συμβάσεις ... οι οποίες, όχι μόνο δεν αποτελούν εξαίρεση στον τομέα των πωλήσεων της επιχείρησης ενόψει των ειδικών χαρακτηριστικών του πωλουμένου προϊόντος, αλλ' αντιθέτως αποτελούν τον κανόνα ..." (στη σ. 2545).
Αυτό ασφαλώς δεν σημαίνει ότι οι λοιπές πωλήσεις της LΑF ήταν κατ' ανάγκη συγκρίσιμες με τις πωλήσεις της προς τη FΙΑΤ. Ωστόσο, κατά τεκμήριο μόνο ως προς τις λοιπές πωλήσεις, που αποτελούν το μικρότερο ποσοστό του κύκλου εργασιών της, θα μπορούσε να δικαιολογείται παρέκκλιση από τις δημοσιευμένες τιμές.
Δεν είναι πάντως αναγκαίο να σχηματίσει κρίση το Δικαστήριο ως προς τη συγκρίσιμη φύση των πωλήσεων προς τη FΙΑΤ, για να απορρίψει τον πρώτο και κύριο λόγο ακυρώσεως της LΑF.
Ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως συνίσταται στο ότι οι μη συγκρίσιμες συναλλαγές, δεδομένου ότι δεν υπάγονται στο σύστημα ελαχίστων τιμών, δεν χρειάζεται να κοινοποιούνται βάσει του άρθρου 3, παράγραφος 2, της γενικής απόφασης. Το επιχείρημα αυτό μου φαίνεται ότι πρέπει να ακολουθήσει την τύχη του πρώτου. Κατά την άποψή μου, μόνο συμβάσεις που εμπίπτουν στο άρθρο 3, παράγραφος 2, μπορούν να εξαιρεθούν από το σύστημα ελαχίστων τιμών και μόνο κατόπιν αιτήσεως προς την Επιτροπή. Η γενική απόφαση δεν προβλέπει "αυτόματη" εξαίρεση.
Ο τρίτος λόγος ακυρώσεως συνίσταται στην κατάχρηση εξουσίας λόγω του ότι η Επιτροπή δεν αιτιολόγησε επαρκώς γιατί έκρινε ότι οι πωλήσεις της LΑF αποτελούν συγκρίσιμες συναλλαγές. Ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε αντίφαση δεχθείσα τη μια φορά ότι οι πωλήσεις ήταν μη συγκρίσιμες και ισχυριζόμενη τώρα ότι είναι συγκρίσιμες. Τον ισχυρισμό αυτό τον απορρίπτω για το λόγο που εξέθεσα. Εν πάση περιπτώσει, η Επιτροπή τονίζει ότι αναφέρθηκε στη συγκρίσιμη φύση των συναλλαγών μόνο και μόνο για να αποκρούσει το σχετικό επιχείρημα της LΑF δικαιολογημένα, επομένως, ήταν σύντομη. Και αν ακόμη η αιτιολογία της Επιτροπής είναι ανεπαρκής, δεδομένου ότι η συγκρισιμότητα δεν ασκεί, κατά την άποψή μου, επιρροή στο ζήτημα αν η LΑF παρέβη τη γενική απόφαση, η απόφαση σχετικά με την πώληση σε τιμές κατώτερες των ελαχίστων πάσχει από κατάχρηση εξουσίας.
Ωστόσο, η LΑF ζήτησε από το Δικαστήριο να υποχρεώσει την Επιτροπή να προσκομίσει τα στοιχεία που διαθέτει με άλλες συμφωνίες προμηθείας στον τομέα της αυτοκινητοβιομηχανίας και τις άλλες δεκαέξι ατομικές αποφάσεις της περί επιβολής προστίμων, ομοίων με το επιβληθέν στη LΑF, σε παραγωγούς χάλυβα για τον τομέα αυτόν. Αυτά τα στοιχεία δεν θα είχαν, κατά την άποψή μου, σημασία, για να κριθεί αν οι πωλήσεις της LΑF προς τη FΙΑΤ ήταν συγκρίσιμες με τις λοιπές πωλήσεις της τούτο δε κατά μείζονα λόγο διότι η έννοια της συγκρίσιμης συναλλαγής είναι άσχετη προς τους κανόνες περί ελαχίστων τιμών που επιβάλλονται βάσει του άρθρου 61.
Για τους προεκτεθέντες λόγους, νομίζω ότι η προσφυγή της LΑF είναι αβάσιμη. Η προσβαλλόμενη απόφαση δεν πρέπει να θιγεί, δεν υπάρχουν δε λόγοι μειώσεως του επιβληθέντος προστίμου. Νομίζω ότι η LΑF πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα της Επιτροπής.
(*) Μετάφραση από τα αγγλικά.
Full & Egal Universal Law Academy