Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1. Το κύριο ζήτημα που ανακύπτει με την παρούσα υπόθεση έγκειται στο κατά πόσον η υποχρέωση ανακτήσεως μιας ενισχύσεως, που χορηγήθηκε από τις κρατικές αρχές σε μία επιχείρηση κατά παράβαση της Συνθήκης, είναι δυνατό να μην εκπληρωθεί κατ' εφαρμογή κανόνα εσωτερικού δικαίου. Πράγματι, εν ονόματι της δικονομικής αυτονομίας, της οποίας τυγχάνουν τα κράτη μέλη κατά την εκπλήρωση των κοινοτικών τους υποχρεώσεων, η Κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας επικαλείται την αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, όπως γίνεται αντιληπτή στο εσωτερικό δίκαιο, προκειμένου να δικαιολογήσει τη μη εκτέλεση της αποφάσεως της Επιτροπής, με την οποία εντέλλεται να αποσύρει, μέσω ανακτήσεως, την ενίσχυση που χορηγήθηκε σε επιχείρηση παραγωγής πρωτογενούς αλουμινίου.
2. Υπενθυμίζω ότι η ενίσχυση, για την οποία πρόκειται, καταβλήθηκε από τις εθνικές αρχές χωρίς προηγούμενη κοινοποίηση, γεγονός που την καθιστά, αυτοδικαίως, παράνομη. Επιπλέον, η Επιτροπή θεωρεί ότι η εν λόγω ενίσχυση δεν συμβιβάζεται με την κοινή αγορά. Ούτε η κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας, αποδέκτρια της αποφάσεως της Επιτροπής, ούτε η επιχείρηση Alcan, την οποία αναμφίβολα η εν λόγω απόφαση αφορά άμεσα και ατομικά, επιδίωξαν την ακύρωσή της εντός της προθεσμίας του άρθρου 173, τρίτο εδάφιο, της Συνθήκης. Το επιχείρημα που βασίζεται στην αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης μπορεί να εκληφθεί ως ισχυρισμός σχετικά με το κύρος της αποφάσεως, στην περίπτωση δε αυτή η καθής κυβέρνηση δεν μπορεί πλέον να το θέσει υπό αμφισβήτηση, λόγω απωλείας της προθεσμίας, στο πλαίσιο της παρούσας προσφυγής (1). Πράγματι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, το νομότυπο ή το βάσιμο μιας τέτοιας αποφάσεως δεν μπορεί πλέον να αμφισβητηθεί στο πλαίσιο της διαδικασίας του άρθρου 93, παράγραφος 2. Πάντως, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, ακόμη και υπό τις περιστάσεις αυτές, η κυβέρνηση κατά της οποίας έχει ασκηθεί ενώπιον του Δικαστηρίου προσφυγή λόγω παραβάσεως μπορεί ως "μόνο αμυντικό ισχυρισμό" να επικαλεστεί "την απόλυτη αδυναμία ορθής εκτελέσεως της αποφάσεως" (2). Η δε απόφαση του Δικαστηρίου της 7ης Ιουνίου 1988, Επιτροπή κατά Ελληνικής Δημοκρατίας, διευκρίνισε πολύ πρόσφατα ότι οι ενδεχόμενες οικονομικές δυσχέρειες αυτών που έλαβαν την ενίσχυση δεν συνιστούν παρόμοια αδυναμία (3). Ας σημειωθεί πάντως ότι, στην τελευταία αυτή περίπτωση, η Επιτροπή απαίτησε μόνο την κατάργηση της ενισχύσεως και όχι την επιστροφή της (4).
3. Θεωρώ τη νομική κατάσταση σαφή. Η κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας όφειλε να εκτελέσει την απόφαση της Επιτροπής εντός της ταχθείσας προθεσμίας και να απαιτήσει την απόδοση της ενισχύσεως από την επιχείρηση Alcan. Η τελευταία θα μπορούσε τότε να ασκήσει είτε προσφυγή για υπέρβαση εξουσίας κατά της αποφάσεως των εθνικών αρχών, επικαλούμενη, προκειμένου να αντιταχθεί στην επιστροφή αυτή, την προστασία της δικαιολογημένης της εμπιστοσύνης, όσον αφορά το νομότυπο της ενισχύσεως, είτε αγωγή περί αποκαταστάσεως της ενδεχόμενης ζημίας που υπέστη λόγω της συμπεριφοράς των εν λόγω αρχών οι οποίες, έχοντας χορηγήσει αντικανονικά ενίσχυση προς αυτήν, την υποχρέωσαν σε επιζήμια απόδοση. Θα εναπόκειτο τότε στον εθνικό δικαστή να εκτιμήσει, ενόψει των αρχών του κοινοτικού δικαίου και της νομολογίας του Δικαστηρίου, και αφού προσφύγει ενδεχομένως σ' αυτό, ζητώντας την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως, αν, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, η εφαρμογή της αρχής αυτής του εσωτερικού δικαίου συμβιβάζεται με τις απαιτήσεις του κοινοτικού δικαίου.
4. Θα ήταν αρκετά παράδοξο να απαλλαγεί μία κυβέρνηση από το καθήκον εκτελέσεως μιας αποφάσεως "δεσμευτικής ως προς όλα τα μέρη της για τους αποδέκτες που ορίζει" (5), για το λόγο ότι η δικαιολογημένη εμπιστοσύνη αυτού που όφειλε να συμμορφωθεί με την εθνική απόφαση που πρέπει να εκδοθεί αξίζει προστασίας.
5. Αν υποτεθεί ότι το γερμανικό επιχείρημα πρέπει να θεωρηθεί ως συστατικό στοιχείο "λόγου απαλλαγής από την ποινή", το μόνο ζήτημα που πρέπει να εξεταστεί είναι, συνεπώς, το αν η υποχρέωση ανακτήσεως της εν λόγω ενισχύσεως, που υπέχει η καθής κυβέρνηση, μπορεί να προσκρούσει στην οφειλομένη προστασία της ενδεχόμενης δικαιολογημένης εμπιστοσύνης της ωφελουμένης επιχειρήσεως.
6. Με την επιβαλλόμενη σύνεση, και λαμβάνοντας τις αναγκαίες προφυλάξεις από απόψεως διατυπώσεως, το Δικαστήριο κατέληξε, πράγματι, στο να αναγνωρίσει ότι στην παρούσα φάση του κοινοτικού δικαίου και ελλείψει κοινοτικών κανόνων στο συγκεκριμένο τομέα το εθνικό δίκαιο είναι αυτό ακριβώς που εφαρμόζεται στις προσφυγές που σχετίζονται με το κοινοτικό δίκαιο και στην εκπλήρωση εκ μέρους των εθνικών αρχών των υποχρεώσεων που επιβάλλονται από αυτό το τελευταίο. 'Ομως, η δικονομική αυτή αυτονομία δεν ισχύει απολύτως. Περιορίζεται από ορισμένες ουσιώδεις επιταγές της κοινοτικής έννομης τάξης.
7. Μεταξύ των επιταγών αυτών, που μπορούν να μετριάζουν και μάλιστα να αποκλείουν την εφαρμογή κανόνων του εσωτερικού δικαίου, περιλαμβάνεται η απαίτηση να μην καθίσταται στην πράξη αδύνατη η άσκηση ενός δικαιώματος ή η εκπλήρωση μιας υποχρεώσεως, που πηγάζουν από το κοινοτικό δίκαιο, όπως εν προκειμένω η υποχρέωση ανακτήσεως των ποσών που χορηγήθηκαν αντικανονικώς.
8. Η αρχή του εσωτερικού δικαίου σχετικά με την προστασία της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, την οποία επικαλείται η καθής κυβέρνηση αποτελεί επίσης μέρος της κοινοτικής έννομης τάξης, αλλά το περιεχόμενό της δεν είναι κατ' ανάγκη το ίδιο. Εν προκειμένω, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία αναφέρεται στην αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης λόγω της παραπομπής στο εθνικό δικονομικό δίκαιο. Επομένως, πρέπει να εξετασθεί κατά πόσον η αρχή αυτή, όπως έχει διατυπωθεί στο γερμανικό δίκαιο, μπορεί να αντιταχθεί στην υποχρέωση ανακτήσεως της εν λόγω ενισχύσεως.
9. Δύο αποφάσεις του Δικαστηρίου μου φαίνονται ιδιαίτερα σημαντικές από την άποψη αυτή. Πρώτον, το Δικαστήριο δέχτηκε στην απόφαση Ferwerda ότι
"στο πλαίσιο των διαφορών που αποβλέπουν στην ανάκτηση εκ μέρους των αρχών των κρατών μελών ποσών που έχουν καταβληθεί χωρίς νόμιμη αιτία σε επιχειρηματίες ως επιστροφές λόγω εξαγωγής",
το κοινοτικό δίκαιο δεν αντιτάσσεται
"στην εφαρμογή της αρχής της ασφάλειας του δικαίου, βασιζόμενης στο εθνικό δίκαιο, δυνάμει της οποίας τα οικονομικά ωφελήματα που χορηγήθηκαν εκ πλάνης από τη δημόσια αρχή δεν μπορούν να ανακτηθούν, αν η εν λόγω πλάνη δεν οφείλεται σε ανακριβείς πληροφορίες που παρέσχε ο δικαιούχος ή αν η πλάνη αυτή, παρόλο ότι οι παρασχεθείσες πληροφορίες ήταν ανακριβείς αλλά παρασχέθηκαν καλή τη πίστει, μπορούσε εύκολα να αποφευχθεί" (6).
Δεύτερον, στην απόφαση Deutsche Milchkontor (7) - στην οποία ιδίως στηρίζεται η γερμανική κυβέρνηση - αφού υπέμνησε το Δικαστήριο ότι
"οι αρχές της τηρήσεως της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της ασφάλειας του δικαίου περιλαμβάνονται στην κοινοτική έννομη τάξη",
δέχτηκε ότι
"δεν είναι συνεπώς δυνατό να θεωρηθεί ότι αντιβαίνει σ' αυτή την έννομη τάξη το γεγονός ότι μια εθνική νομοθεσία εξασφαλίζει την τήρηση των αρχών της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της ασφάλειας του δικαίου σε έναν τομέα, όπως της αναζήτησης κοινοτικών ενισχύσεων που έχουν καταβληθεί χωρίς νόμιμη αιτία" (8).
Καταρχήν, κατέληξε το Δικαστήριο, εφόσον οι ίδιοι κανόνες εφαρμόζονται στον τομέα της ανακτήσεως των ενισχύσεων, κοινοτικών και εθνικών, που έχουν χορηγηθεί χωρίς νόμιμη αιτία, δεν μπορούν να θεωρηθούν ότι αντίκεινταιι προς το κοινοτικό δίκαιο ή ότι θίγουν την αποτελεσματικότητά του.
"Αυτό ισχύει ιδίως", προσέθεσε το Δικαστήριο, "για λόγους αποκλεισμού της αναζήτησης, οι οποίοι συνδέονται με συμπεριφορά της ίδιας της διοίκησης, και τους οποίους συνεπώς αυτή η ίδια μπορεί να αποφύγει" (9).
10. Υπενθυμίζω εντούτοις ότι η απόφαση του Δικαστηρίου San Giorgio (10), παρόλο ότι εκδόθηκε εντός διαφορετικού πλαισίου και ως προς έναν ειδικό κανόνα περί αποδείξεως του εθνικού δικαίου, περιέχει μία κεφαλαιώδους σημασίας διευκρίνιση, η οποία κατά τη γνώμη μου έχει γενική εφαρμογή. Η επιταγή σχετικά με το να μην καταστεί αδύνατη στην πράξη η άσκηση ενός δικαιώματος που πηγάζει από έναν κοινοτικό κανόνα υπερτερεί της απαιτήσεως μη διακρίσεως μεταξύ των προσφυγών που βασίζονται στη μη τήρηση των κοινοτικών διατάξεων και αυτών που βασίζονται αποκλειστικά στις διατάξεις του εσωτερικού δικαίου.
11. Ως προς τις αποφάσεις Ferwerda και Milchkontor παρατηρώ καταρχάς ότι στις δύο αυτές υποθέσεις επρόκειτο για κοινοτικά κεφάλαια που χορηγήθηκαν εσφαλμένως και όχι, όπως εν προκειμένω, για εθνική ενίσχυση υποκείμενη στην υποχρέωση της προηγουμένης κοινοποιήσεως. Παρατηρώ, εν συνεχεία, ότι οι δύο αυτές αποφάσεις εκδόθηκαν στο πλαίσιο της παραπομπής για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως σχετικά με αιτήματα αποδόσεως των ποσών που είχαν καταβληθεί χωρίς νόμιμη αιτία. Τα περιστατικά αυτά θα μπορούσαν να έχουν επίδραση στην προσέγγιση που πρέπει να υιοθετηθεί. Ας σημειωθεί επίσης ότι, στην υπόθεση Milchkontor, η κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας είχε υποστηρίξει ότι το εσωτερικό δίκαιο δεν εφαρμόζεται, όταν πρόκειται για την απόδοση κοινοτικών κεφαλαίων, και ότι σ' αυτές τις περιπτώσεις υπάρχει απεριόριστη υποχρέωση αποδόσεως (11). Ας τονιστεί τέλος ότι στην απόφαση Ferwerda το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι
"οποιαδήποτε εκτίμηση που συνάγεται στο πλαίσιο μιας από τις εθνικές νομοθεσίες των κρατών μελών ή καθίσταται δυνατό να συναχθεί βάσει αυτής από μία αρχή της ασφάλειας του δικαίου δεν μπορεί, οπωσδήποτε, να έχει ως αποτέλεσμα την απόρριψη αιτήματος επιστροφής κοινοτικών οικονομικών ωφελημάτων που χορηγήθηκαν χωρίς νόμιμη αιτία. Πρέπει να εξετάζεται σε κάθε περίπτωση μήπως η εφαρμογή αυτή θέτει υπό αμφισβήτηση την ίδια τη βάση του κανόνα που επιβάλλει την εν λόγω επιστροφή και καταλήγει στο να την καθιστά αδύνατη στην πράξη" (12).
12. Η κρίση αυτή μου φαίνεται θεμελιώδης. Ασφαλώς, θα μπορούσε να εξεταστεί η ειδική περίπτωση της επιχειρήσεως Alcan, στην οποία χορηγήθηκε η επίμαχη ενίσχυση, προκειμένου να διαπιστωθεί αν, για λόγους που αφορούν την ίδια, δεν όφειλε να βεβαιωθεί, προτού να χρησιμοποιήσει την εν λόγω ενίσχυση, ότι ακολουθήθηκε η κοινοτική διαδικασία σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις. 'Εχει σημασία να παρατηρηθεί σχετικά, όπως έκανε και η Επιτροπή η οποία δεν διαψεύστηκε ως προς το σημείο αυτό, ότι η επιχείρηση Alcan γνωρίζει καλώς τις κοινοτικές διατάξεις στον τομέα των ενισχύσεων, εφόσον κατ' επανάληψη προέβη η ίδια σε καταγγελίες σχετικά με ενισχύσεις που χορηγήθηκαν στους ανταγωνιστές της.
13. Εντούτοις, προτείνω στο Δικαστήριο να μην εξετάσει την ειδική κατάσταση της επιχειρήσεως, στην οποία χορηγήθηκε η κρατική ενίσχυση κατά παράβαση των κανόνων της Συνθήκης, αλλά να κάνει μια σφαιρική προσέγγιση.
14. Το κύριο σημείο έγκειται, κατά τη γνώμη μου, στο ότι η ενίσχυση που χορηγήθηκε χωρίς προηγούμενη κοινοποίηση είναι παράνομη per se και μπορεί για το λόγο αυτό να αποτελέσει το αντικείμενο αιτήσεως επιστροφής. Η υποχρέωση κοινοποιήσεως κάθε σχεδίου ενισχύσεως έχει κριθεί από τη νομολογία του Δικαστηρίου ως ιδιαίτερα επιτακτική. Δεν έκρινε, πράγματι, το Δικαστήριο, όταν για πρώτη φορά στο πλαίσιο προσφυγής βάσει του άρθρου 93, παράγραφος 2, η Επιτροπή ζήτησε από αυτό τη λήψη προσωρινών μέτρων δυνάμει του άρθρου 186 της Συνθήκης, ότι
"η μη τήρηση της διατάξεως της τελευταίας φράσεως του άρθρου 93, η οποία συνιστά τη διασφάλιση του μηχανισμού ελέγχου που έχει θεσπιστεί με τη διάταξη αυτή, συνιστά μία τόσο κατάφωρη προσβολή του εν λόγω μηχανισμού ώστε μπορεί, αφεαυτής, να προκαλέσει την εφαρμογή του άρθρου 186" (13).
15. Επιπλέον, σε πολλές αποφάσεις που εκδόθηκαν στις 11 Δεκεμβρίου 1973, το Δικαστήριο έκανε δεκτό ότι η υποχρέωση κοινοποιήσεως ήταν αμέσου αποτελέσματος (14). Τέλος, ας αναφερθεί ότι στην απόφαση του Δικαστηρίου Επιτροπή κατά Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, σχετικά με τις ενισχύσεις για τη μετατροπή και την εξυγίανση των μεταλλευτικών περιφερειών (15), το Δικαστήριο έκανε δεκτό ότι
"η Επιτροπή έχει αρμοδιότητα, όταν διαπιστώσει ότι δεν συμβιβάζεται μια ενίσχυση με την κοινή αγορά, να αποφασίσει ότι το ενδιαφερόμενο κράτος πρέπει να την καταργήσει ή να την τροποποιήσει" (16)
και ότι
"εναπόκειται στις κοινοτικές αρχές, που έχουν ως αποστολή να εξασφαλίζουν την τήρηση της Συνθήκης, να καθορίσουν το μέτρο στο οποίο η υποχρέωση του οικείου κράτους μέλους μπορεί ενδεχομένως να συγκεκριμενοποιηθεί στις αιτιολογημένες γνώμες ή αποφάσεις που εκδίδονται δυνάμει των άρθρων 169 και 93, παράγραφος 2, αντίστοιχα, καθώς και στα δικόγραφα των προσφυγών που κατατίθενται στο Δικαστήριο" (17).
16. Συνεχίζοντας την εν λόγω νομολογία, το Δικαστήριο αποφάνθηκε στην απόφαση Deufil (18), προκειμένου για το περιεχόμενο της συγκεκριμενοποιήσεως αυτής, ότι
"κατά το άρθρο 93, παράγραφος 2, η Επιτροπή αποφασίζει αν το ενδιαφερόμενο κράτος πρέπει να καταργήσει ή να τροποποιήσει την ενίσχυση, αν διαπιστώσει ότι αυτή δεν συμβιβάζεται με την κοινή αγορά. 'Οταν, αντιθέτως προς τις διατάξεις της παραγράφου 3, η μελετώμενη επιδότηση έχει ήδη καταβληθεί, η εν λόγω απόφαση μπορεί να λάβει τη μορφή εντολής προς τις εθνικές αρχές να διατάξουν την επιστροφή της" (19).
17. Η νομολογία αυτή συμβαδίζει με τις προσπάθειες που καταβάλλει η Επιτροπή προκειμένου να διασφαλίσει την τήρηση της κοινοτικής νομιμότητας στον τομέα των κρατικών ενισχύσεων. Εξάλλου, η ανακοίνωση της Επιτροπής του 1983 "ενημερώνει ... τους δυνάμει δικαιούχους των κρατικών ενισχύσεων για τον πρόωρο χαρακτήρα των ενισχύσεων αυτών που χορηγούνται παράνομα, με την έννοια ότι κάθε δικαιούχος ενισχύσεως η οποία χορηγείται παράνομα, δηλαδή πριν η Επιτροπή καταλήξει σε τελική απόφαση για το αν συμφωνούν με τη Συνθήκη, είναι δυνατό να υποχρεωθεί να επιστρέψει την ενίσχυση" (20). Η ειδοποίηση αυτή εντάσσεται κατά τρόπο άμεσο στη γραμμή που ακολουθεί η Επιτροπή, όπως αυτή εκφράζεται στις πρόσφατες εκθέσεις της επί της πολιτικής του ανταγωνισμού. Πράγματι, στη δέκατη πέμπτη από τις εν λόγω εκθέσεις, η Επιτροπή διευκρινίζει ότι "έδωσε οδηγίες στις υπηρεσίες της να κινούν αυτομάτως τη διαδικασία του άρθρου 93, παράγραφος 2, όταν το κράτος μέλος δεν απαντά σε αίτηση κοινοποιήσεως εντός της ταχθείσας προθεσμίας" και ότι "μελετά το ενδεχόμενο αυτόματης αιτήσεως επιστροφής των ενισχύσεων που καταβλήθηκαν είτε χωρίς προηγούμενη κοινοποίηση είτε προτού η Επιτροπή να έχει λάβει τελική απόφαση ως προς αυτές παρόμοιες ενισχύσεις είναι πράγματι παράνομες υπό το πρίσμα της διαδικασίας, ακόμη και αν κατά την εξέταση αποδεικνύονται ότι συμβιβάζονται με την κοινή αγορά" (21). Στην δέκατη έκτη έκθεσή της η Επιτροπή εξηγεί ότι "ακολούθησε την πολιτική που συνίσταται στη συστηματική απαίτηση αποδόσεως των ενισχύσεων που χορηγούνται παρανόμως από τα κράτη μέλη και κρίνονται ασυμβίβαστες με την κοινή αγορά επιβεβαίωσε την πρόθεσή της να εφαρμόσει προοδευτικά την ίδια αρχή στις ενισχύσεις που κρίνονται παράνομες μόνο για λόγους διαδικασίας, δηλαδή λόγω της μη τηρήσεως εκ μέρους των κρατών μελών της υποχρεώσεως προηγουμένης κοινοποιήσεως των σχεδίων ενισχύσεων" (22). Η πολιτική αυτή ακολουθήθηκε συστηματικά, όπως αποδεικνύεται από τη δεκάτη εβδόμη έκθεση της Επιτροπής επί της πολιτικής του ανταγωνισμού (23).
18. Ενόψει του θεμελιώδους χαρακτήρα της υποχρεώσεως κοινοποιήσεως της νέας ενισχύσεως που προβλέπεται στο άρθρο 93, παράγραφος 3, της Συνθήκης και λόγω του αμέσου αποτελέσματος της διατάξεως αυτής, μπορεί βασίμως να υποστηριχθεί ότι κάθε επιχείρηση που λαμβάνει κρατικές ενισχύσεις οφείλει να γνωρίζει ότι αυτή η ενίσχυση πρέπει προηγουμένως να κοινοποιηθεί στην Επιτροπή και ότι σε περίπτωση μη κοινοποιήσεως μπορεί να απαιτηθεί η απόδοσή της. 'Ετσι, καμιά δικαιολογημένη εμπιστοσύνη δεν μπορεί να υπάρξει για τον δικαιούχο ενισχύσεως που δεν έχει κοινοποιηθεί. Ο τελευταίος υποχρεούται να επιδείξει σύνεση, εγρήγορση και επιφυλακτικότητα. Η έλλειψη οποιασδήποτε επαληθεύσεως εκ μέρους του δικαιούχου σχετικά με την κοινοποίηση της εν λόγω ενισχύσεως τον εμποδίζει να επικαλεστεί λυσιτελώς τη δικαιολογημένη του εμπιστοσύνη.
19. Συνεπώς, προτείνω το Δικαστήριο να αποφανθεί ότι:
- η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας παρέβη υποχρέωση που υπέχει από τη Συνθήκη, επειδή δεν εφάρμοσε την απόφαση 86/60/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 14ης Δεκεμβρίου 1985, σχετικά με την ενίσχυση που έχει χορηγηθεί από τις αρχές του ομόσπονδου κράτους της Ρηνανίας-Παλατινάτου σε επιχείρηση παραγωγής πρωτογενούς αλουμινίου
- καταδικάζει την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας στα δικαστικά έξοδα.
(*) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
(1) Υπόθεση 52/83, Επιτροπή κατά Γαλλικής Δημοκρατίας, απόφαση της 15ης Νοεμβρίου 1983, Συλλογή 1983, σ. 3707, σκέψη 10.
(2) Υπόθεση 52/84, Επιτροπή κατά Βασιλείου του Βελγίου, απόφαση της 15ς Ιανουαρίου 1986, Συλλογή 1986, σ. 89, σκέψη 14.
(3) Υπόθεση 63/87, Συλλογή 1988, σ. 2875, σκέψη 14.
(4) Απόφαση της Επιτροπής 86/187/ΕΟΚ, της 13ης Νοεμβρίου 1985, ΕΕ L 136 της 23.5.1986, σ. 61.
(5) 'Αρθρο 189 της Συνθήκης ΕΟΚ.
(6) Υπόθεσ 265/78, απόφαση της 5ης Μαρτίου 1980, Rec. 1980, σ. 617, σκέψη 21.
(7) Συνεκδικασθείσες υποθέσεις 205 έως 215/82, απόφαση της 21ης Σεπτεμβρίου 1983, Συλλογή 1980, σ. 2633.
(8) Σκέψη 30.
(9) Σκέψη 31.
(10) Υπόθεση 199/82, απόφαση της 9ης Νοεμβρίου 1983, Συλλογή 1983, σ. 3595.
(11) Σ. 2656.
(12) Σκέψη 15.
(13) Υποθέσεις 31/77 R και 53/77 R, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου, Διάταξη της 21ης Μαΐου 1977, Rec. 1977, σ. 921, σκέψη 20.
(14) Υποθέσεις, 120/73, Gebrueder Lorenz, Rec. 1973, σ. 1471 121/73, Markmann, Rec. 1973, σ. 1485 122/73, Nordsee Deutsche Hochseefischerei, Rec. 1973, σ. 1511 141/73, Fritz Lohrey, Rec. 1973, σ. 1527.
(15) Υπόθεση 70/72, απόφαση της 12ης Ιουλίου 1973, Rec. 1973, σ. 813.
(16) Σκέψη 13.
(17) Σκέψη 16.
(18) Υπόθεση 310/85, Deufil κατά Επιτροπής, απόφαση της 24ης Φεβρουαρίου 1987, Συλλογή 1987, σ. 901.
(19) Σκέψη 24.
(20) ΕΕ C 318 της 24.11.1983, σ. 3.
(21) Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Δεκάτη Πέμπτη 'Εκθεση επί της πολιτικής του ανταγωνισμού, σσ. 149 και 150, σημείο 171.
(22) Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Δεκάτη 'Εκτη 'Εκθεση επί της πολιτικής του ανταγωνισμού, σσ. 147 και 148, σημείο 203.
(23) Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, CΟΜ(88) 232 τελικό, Βρυξέλλες, 26 Μαΐου 1988, σ. 169 και επ., C, Ι, 1.
Full & Egal Universal Law Academy