Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1. Οι συνεκδικαζόμενες υποθέσεις που μας απασχολούν σήμερα αφορούν μια νέα διαφορά σχετικά με αποφάσεις της εξεταστικής επιτροπής του εσωτερικού διαγωνισμού CΟΜ/Β/2/82. Ο διαγωνισμός αυτός διοργανώθηκε για την κατάρτιση εφεδρικού πίνακα μελλοντικών προσλήψεων βοηθών διοικήσεως, αναπληρωτών βοηθών γραμματείας και αναπληρωτών τεχνικών βοηθών διοικήσεως των βαθμών 5 και 4 της κατηγορίας Β. Στις υποθέσεις 293/84, Sorani και λοιποί κατά Επιτροπής (Συλλογή 1986, σ. 967) και 294/84, Adams και λοιποί κατά Επιτροπής (Συλλογή 1986, σ. 977), το Δικαστήριο ακύρωσε τις αποφάσεις με τις οποίες η εξεταστική επιτροπή του διαγωνισμού αυτού απέκλεισε από τις εξετάσεις τους προσφεύγοντες στις υποθέσεις αυτές. Στην υπόθεση Sorani οι προσφεύγοντες ανέρχονταν σε έντεκα συνολικά, ενώ στην υπόθεση Adams ήταν πενήντα τρεις. Οι αποφάσεις ακυρώθηκαν για το λόγο ότι οι υποψήφιοι δεν είχαν τη δυνατότητα να λάβουν θέση επί των γνωμών που εξέφεραν γι' αυτούς οι ιεραρχικοί προϊστάμενοί τους (σκέψεις 17 έως 19 της αποφάσεως στην υπόθεση 293/84 και 22 έως 24 της αποφάσεως στην υπόθεση 294/84).
2. Μετά τη δημοσίευση αυτών των αποφάσεων η εξεταστική επιτροπή επανέλαβε τη διαδικασία του διαγωνισμού όσον αφορά τους ενδιαφερομένους από το σημείο κατά το οποίο το Δικαστήριο έκρινε ότι η Επιτροπή αυτή είχε ενεργήσει πλημμελώς. Κάλεσε καταρχάς όλους τους υποψηφίους σε ατομικές συνεντεύξεις που διενεργήθηκαν τον Ιούνιο και τον Ιούλιο του 1986, κατά τις οποίες τους έθεσε τις ίδιες ερωτήσεις που είχε θέσει αντίστοιχα στους ιεραρχικούς προϊσταμένους τους. Η διαδικασία αυτή κατέληξε σε μια εγκύκλιο της 11ης Ιουλίου 1986, η οποία γνωστοποιούσε στους υποψηφίους ότι οι πληροφορίες τις οποίες έδωσαν δεν οδήγησαν την εξεταστική επιτροπή σε αλλαγή της αποφάσεώς της της 15ης Ιουνίου 1984. Κατόπιν διοικητικών ενστάσεων που ασκήθηκαν από ορισμένους από τους προσφεύγοντες κατά της ανεπαρκείας αυτής της απαντήσεως - ενστάσεων οι οποίες ήταν κατά τη γνώμη μου προδήλως βάσιμες -, η εξεταστική επιτροπή κάλεσε τους υποψηφίους σε νέες συνεντεύξεις το Δεκέμβριο του 1986, στις οποίες τους ζητήθηκε να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους επί των γνωμών που εξέφεραν οι ιεραρχικοί προϊστάμενοί τους. Η εξεταστική επιτροπή επιζήτησε με τον τρόπο αυτό να συμμορφωθεί στις αποφάσεις του Δικαστηρίου, με ισχνά όμως αποτελέσματα. Οι προσφεύγοντες στις παρούσες υποθέσεις έλαβαν όλοι από ένα έγγραφο της 12ης Φεβρουαρίου 1987, απευθυνόμενο προς όλους με το ίδιο περιεχόμενο, στο οποίο εδηλούτο ότι οι πληροφορίες που παρέσχον στην εξεταστική επιτροπή δεν την οδήγησαν σε αλλαγή της θέσεώς της και με το οποίο επιβεβαιώθηκε έτσι στην πραγματικότητα ότι δεν έγιναν δεκτοί στις εξετάσεις. Οι προσφεύγοντες των υποθέσεων που μας απασχολούν σήμερα στρέφονται όλοι κατά της αποφάσεως αυτής. Στην υπόθεση 100/87 υπάρχουν είκοσι έξι προσφεύγοντες και στις υποθέσεις 146 και 153/87 μόνον ένας.
3. Το πρώτο ζήτημα το οποίο καλείται το Δικαστήριο να ερευνήσει είναι η αίτηση ερμηνείας των αποφάσεων που εκδόθηκαν στις υποθέσεις 293 και 294/84, αίτηση που υποβλήθηκε στην υπόθεση 100/87 κατ' εφαρμογή του άρθρου 40 του πρωτοκόλλου περί του οργανισμού του Δικαστηρίου και του άρθρου 102 του κανονισμού διαδικασίας. Κατά την άποψη που υποστηρίζεται επί του σημείου αυτού, οι εν λόγω αποφάσεις επάγονται ότι οι προσφεύγοντες έπρεπε να γίνουν δεκτοί στις εξετάσεις χωρίς άλλες διατυπώσεις. Εντούτοις, όπως ανέφερα ήδη, ο λόγος που έγινε δεκτός στις εν λόγω αποφάσεις ήταν ότι η εξεταστική επιτροπή παρανόμως στέρησε τους υποψηφίους από τη δυνατότητα να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους επί της γνώμης που εξέφεραν οι προϊστάμενοί τους. Για το λόγο αυτό ακυρώθηκε η απόφαση της εξεταστικής επιτροπής. 'Ολοι οι διάδικοι συμφωνούν ότι οι εν λόγω αποφάσεις είχαν αυτή τη συνέπεια. Κατά τη γνώμη μου, στο σημείο αυτό δεν υφίσταται καμία αμφιβολία. Το σημείο στο οποίο αναφέρεται η διαφωνία των διαδίκων είναι η εφαρμογή αυτών των αποφάσεων σε ορισμένο σύνολο πραγματικών περιστατικών, στην προκειμένη δε περίπτωση στην κατάσταση των προσφευγόντων κατόπιν της δημοσιεύσεως των εν λόγω αποφάσεων. Το Δικαστήριο έχει παγίως δεχθεί ότι οι αιτήσεις ερμηνείας που αφορούν στην πραγματικότητα στην εκτέλεση αποφάσεως είναι απαράδεκτες (βλέπε, ιδίως, την υπόθεση 110/63 Α, Williams κατά Επιτροπής, ECR 1966, σ. 287, και υπόθεση 206/81 Α, Alvarez κατά Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, Συλλογή 1983, σ. 2865). 'Οπως παρατήρησε ο γενικός εισαγγελέας VerLoren van Themaat σ' αυτή τη δεύτερη υπόθεση (σ. 2877), "από τη φύση της η ακύρωση μιας αποφάσεως ... έχει ως συνέπεια την αποκατάσταση της προϋφισταμένης καταστάσεως". Η ακύρωση των αποφάσεων της εξεταστικής επιτροπής στις υποθέσεις 293 και 294/84 επανέφερε τους προσφεύγοντες στην κατάσταση στην οποία βρίσκονταν πριν από τις εν λόγω αποφάσεις, δηλαδή οι αιτήσεις συμμετοχής τους ήταν πάντοτε υπό έρευνα από την εξεταστική επιτροπή. Αυτό αντιστοιχεί επίσης στη γνώμη του γενικού εισαγγελέα Sir Gordon Slynn ο οποίος δήλωσε στο τέλος των προτάσεών του στην υπόθεση 294/84 ότι: "... όλες οι περιπτώσεις που αποτελούν αντικείμενο αυτής της υποθέσεως πρέπει να επανεξεταστούν ... για να διακριβωθεί αν ορισμένοι από τους υποψηφίους μπορούν να γίνουν δεκτοί στις εξετάσεις" (η υπογράμμιση είναι δική μου). Δεν υπάρχει κανένα θέμα ερμηνείας καταλήγω λοιπόν ότι η αίτηση ερμηνείας που υποβάλλεται στην υπόθεση 100/87 πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.
4. Για τους ίδιους λόγους νομίζω ότι στις υποθέσεις 146 και 153/87 πρέπει να απορριφθούν τα επιχειρήματα των προσφευγόντων με τα οποία ισχυρίζονται ότι η Επιτροπή δεν εκπλήρωσε την υποχρέωσή της να εκτελέσει ορθώς τις προηγούμενες αποφάσεις επειδή δεν τους δέχτηκε να μετάσχουν στις εξετάσεις.
5. Εισέρχομαι ήδη στην ουσία της υποθέσεως: στο αίτημα ακυρώσεως της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο έγγραφο της 12ης Φεβρουαρίου 1987 περί αποκλεισμού των προσφευγόντων από τις εξετάσεις.
Το έγγραφο αυτό έχει την εξής διατύπωση:
"Η εξεταστική επιτροπή εξήτασε με τη μεγαλύτερη προσοχή τις απόψεις που της γνωστοποιήσατε επί των γνωμών που έδωσαν οι ερωτηθέντες προϊστάμενοι, καθώς και επί των πληροφοριών που της παρέσχετε με την ευκαιρία αυτή είτε προφορικά είτε εγγράφως.
Θα ήθελα να σας υπενθυμίσω ότι οι διάφορες συζητήσεις στις οποίες προέβη αποτελούν μόνο μέρος των στοιχείων που ελήφθησαν υπόψη κατά τη συνολική εξέταση του φακέλου της αιτήσεως συμμετοχής σας.
Ενόψει του συνόλου των στοιχείων αυτών τα οποία διαθέτει, η εξεταστική επιτροπή δεν διαπίστωσε ότι υπάρχει λόγος να επανέλθει επί της αποφάσεως που έλαβε για σας προηγουμένως και η οποία σας ανακοινώθηκε την 11η Ιουλίου 1986."
Υπενθυμίζω ότι η απόφαση αυτή επιβεβαίωνε την προηγούμενη απόφαση της 15ης Ιουνίου 1984.
6. Οι προσφεύγοντες των επιδίκων τριών υποθέσεων προβάλλουν διάφορα επιχειρήματα τα οποία θα ερευνήσω στη συνέχεια. Καταρχάς στις υποθέσεις 100 και 146/87 οι προσφεύγοντες επικαλούνται έλλειψη ή ανεπάρκεια αιτιολογίας του εν λόγω εγγράφου. Πρέπει φυσικά - και αυτό αποτελεί βασική απαίτηση του κοινοτικού δικαίου - να αναφέρουν οι αποφάσεις τους λόγους επί των οποίων στηρίζονται. Η βασική αυτή αρχή βρίσκει παράδειγμα εφαρμογής στο άρθρο 25 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, τα κρίσιμα χωρία του οποίου όσον αφορά το θέμα που μας απασχολεί έχουν την εξής διατύπωση:
"Ο υπάλληλος δύναται να προσφύγει στην αρμοδία για τους διορισμούς αρχή του οργάνου του.
Κάθε ατομική απόφαση που λαμβάνεται κατ' εφαρμογή του παρόντος κανονισμού πρέπει να κοινοποιείται εγγράφως αμελλητί στον ενδιαφερόμενο. Κάθε βλαπτική απόφαση πρέπει να είναι αιτιολογημένη ..."
'Οσον αφορά την εφαρμογή αυτής της αρχής στις αποφάσεις με τις οποίες απορρίπτονται αιτήσεις συμμετοχής σε διαγωνισμούς υφίσταται ήδη σημαντική νομολογία η οποία ανατρέχει στην υπόθεση 44/71, Marcato κατά Επιτροπής (ECR 1972, σ. 427), στην υπόθεση 37/72, Marcato κατά Επιτροπής (ECR 1973, σ. 361) και στην υπόθεση 31/75, Costacurta κατά Επιτροπής (ECR 1975, σ. 1563). Στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 4, 19 και 28/78, Salerno και λοιποί κατά Επιτροπής (ECR 1978, σ. 2403), το Δικαστήριο δέχτηκε ότι η εξεταστική επιτροπή ενός διαγωνισμού είναι υποχρεωμένη να αιτιολογεί την απόφασή της με την οποία απέκλεισε αιτήσεις συμμετοχής στο διαγωνισμό και ότι ναι μεν επιτρέπεται η συνοπτική αιτιολογία όταν υπάρχει μεγάλος αριθμός υποψηφίων, το γεγονός όμως της απλής διαπιστώσεως ότι ο υποψήφιος δεν συγκεντρώνει μια προϋπόθεση η οποία περιλαμβάνει περισσότερα διαφορετικά στοιχεία δεν μπορεί να ικανοποιήσει την απαίτηση αιτιολογίας, δεδομένου ιδίως ότι μια τέτοια αιτιολογία δεν μπορεί να παράσχει στον ενδιαφερόμενο ικανοποιητική ένδειξη για να γνωρίζει αν ο αποκλεισμός του είναι βάσιμος. Ακολουθώντας τη νομολογία Kobor (υπόθεση 112/78, Kobor κατά Επιτροπής, ECR 1979, σ. 1573) και Bonu (υπόθεση 89/79, Bonu κατά Συμβουλίου, ECR 1980, σ. 553), το Δικαστήριο έκρινε στην υπόθεση Verzyck (υπόθεση 225/82, Verzyck κατά Επιτροπής, Συλλογή 1983, σ. 1991) ότι το εύρος της απαιτούμενης αιτιολογίας μπορεί να ποικίλλει ανάλογα με το είδος και το επίπεδο του διαγωνισμού. Σε περίπτωση διαγωνισμού με ευρεία συμμετοχή το έργο της διοικήσεως θα επιβαρυνόταν κατά τρόπο αφόρητο αν έπρεπε να παρέχει για κάθε αποκλεισμό λεπτομερείς εξηγήσεις κατά συνέπεια, πρέπει μεν να υφίσταται μια γενική έκθεση του σκεπτικού, το οποίο όμως μπορεί να είναι διατυπωμένο κατά τρόπο περιληπτικό, εκτός αν ζητηθούν ρητώς ατομικές εξηγήσεις. Σε κάθε περίπτωση παραμένει επιτακτική η συνοπτική παράθεση αιτιολογίας και στην προαναφερθείσα υπόθεση η προσβληθείσα απόφαση ακυρώθηκε για το λόγο αυτό παρά το γεγονός ότι ο προσφεύγων δεν είχε ζητήσει ρητώς εξηγήσεις. Οι ίδιες αρχές πρέπει να εφαρμοστούν στο διαγωνισμό ο οποίος μας απασχολεί στην προκειμένη περίπτωση έστω κι αν ο αριθμός των υποψηφίων είναι εξαιρετικά υψηλός.
7. Επιπλέον, σε μια άλλη υπόθεση στην οποία έδωσε λαβή ο ίδιος διαγωνισμός, στην υπόθεση 206/85, Beiten κατά Επιτροπής (απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 1987), ακυρώθηκε η απόφαση με την οποία δεν έγινε δεκτή η προσφεύγουσα στις εξετάσεις λόγω ελλείψεως λεπτομερειακών εξηγήσεων παρά τη ρητή αίτηση της τελευταίας. Η απόφαση του Δικαστηρίου εκδόθηκε μετά τις αποφάσεις που προσβάλλονται εν προκειμένω, αλλά επρόκειτο απλώς για εφαρμογή της προηγουμένης νομολογίας. 'Οσον αφορά τις δύο προηγούμενες αποφάσεις του Δικαστηρίου στις οποίες έδωσε λαβή αυτός ο διαγωνισμός, Adams και Sorani, υπογραμμίζω ότι η έλλειψη αιτιολογίας δεν αποτέλεσε το λόγο ακυρώσεως στην απόφαση Adams και ότι οι αποφάσεις της εξεταστικής επιτροπής ακυρώθηκαν και στις δύο εν λόγω υποθέσεις βάσει άλλου λόγου ακυρώσεως, όπως ανέφερα ήδη. Πάντως, είναι προφανές ότι οι αποφάσεις αυτές ήταν σε κάθε περίπτωση πλημμελείς λόγω ανεπαρκείας αιτιολογίας, όπως τόνισε ρητά ο γενικός εισαγγελέας Sir Gordon Slynn στην υπόθεση Sorani, στην οποία εξέφρασε την εξής γνώμη: "όσον αφορά την έλλειψη αιτιολογίας πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι σ' έναν τέτοιο διαγωνισμό με τόσους υποψηφίους μπορεί να αρκεί καταρχάς η επίκληση γενικών λόγων. 'Ομως, όταν ένας υποψήφιος ζητεί τους ειδικούς λόγους και την επανεξέταση της περιπτώσεώς του, η εξεταστική επιτροπή οφείλει, κατά τη γνώμη μου, να προσδιορίσει τους ακριβείς παράγοντες που πρέπει να εφαρμοστούν στην περίπτωσή του ...". Προσέθεσε δε ότι κάθε υποψήφιος είχε δικαίωμα να γνωρίζει ποια κριτήρια δεν πληρούσε για να μπορεί να εκτιμήσει μήπως, καταλήγοντας σ' αυτό το συμπέρασμα, η εξεταστική επιτροπή είχε υποπέσει σε νομική πλάνη, λαμβάνοντας υπόψη παραδείγματος χάρη εντελώς απρόσφορες σκέψεις.
8. Λαμβάνοντας υπόψη αυτές τις παρατηρήσεις και την προηγούμενη νομολογία που μνημόνευσα θα έπρεπε να είναι πρόδηλο για την Επιτροπή ότι κάθε νέα απόφαση αποκλεισμού των υποψηφίων από τις εξετάσεις θα έπρεπε να είναι αιτιολογημένη.
9. Η Επιτροπή δεν προσήγγισε αυτά τα προβλήματα. Υποστηρίζει απλώς (όλη δε η επιχειρηματολογία της περιορίζεται σε μία μόνον φράση) ότι η απόφαση που περιλαμβάνεται σ' αυτό το έγγραφο δεν αποτελεί παρά επιβεβαίωση προηγουμένης αποφάσεως και ότι το μόνο νέο στοιχείο που έπρεπε να λάβει υπόψη της η εξεταστική επιτροπή ήταν η άποψη την οποία υποστήριξαν οι υποψήφιοι επί των γνωμών που εξέφρασαν οι ιεραρχικοί προϊστάμενοί τους. Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι αποτελεί επαρκή αιτιολογία το γεγονός ότι αναφέρει πως το μόνο νέο στοιχείο δεν ώθησε την εξεταστική επιτροπή να τροποποιήσει την άποψή της.
10. Το επιχείρημα αυτό δεν μπορεί, κατά τη γνώμη μου, να γίνει δεκτό. Ανεξάρτητα από το γεγονός ότι θα έπρεπε, αν η απόφαση που προκύπτει από το έγγραφο της 12ης Φεβρουαρίου 1987 αποτελούσε επιβεβαίωση προηγούμενης απόφασης, η εν λόγω προηγούμενη απόφαση να είναι αυτή η ίδια κανονικά αιτιολογημένη (πράγμα που προδήλως δεν ήταν), έχω τη γνώμη ότι, έστω συνοπτικό, το έγγραφο της 12ης Φεβρουαρίου 1987 ήταν ανεπαρκώς αιτιολογημένο. Δεν αναφέρει καθόλου ότι οι περιπτώσεις των προσφευγόντων εξετάστηκαν ατομικά. Αποτελεί το τελευταίο από μια σειρά στερεοτύπων εγγράφων, από τα οποία το πρώτο ανατρέχει στον Ιούνιο του 1984, κατόπιν των οποίων κανένας από τους προσφεύγοντες δεν ενημερώθηκε, ούτε ακόμη και τώρα για τους λόγους του αποκλεισμού του από τις εξετάσεις.
11. Η Επιτροπή δεν επιχείρησε να στηριχτεί στην απόφαση του Δικαστηρίου στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 64, 71 έως 73 και 78/86, Sergio και λοιποί κατά Επιτροπής (απόφαση της 8ης Μαρτίου 1988), η νομολογία δε αυτή δεν θα τη βοηθούσε, κατά την άποψή μου, στην προκειμένη περίπτωση. Και εκεί επίσης το Δικαστήριο επισήμανε έλλειψη αιτιολογίας. Πάντως, στις εν λόγω υποθέσεις, το Δικαστήριο έκρινε ότι τα στοιχεία που προσήχθησαν κατά τη διαδικασία απεδείκνυαν ότι η εξεταστική επιτροπή είχε εξετάσει προσεκτικά κάθε υποψηφιότητα και κατά την προφορική διαδικασία κάθε διάδικος είχε την ευκαιρία να υποβάλει τις παρατηρήσεις του ως προς τις διαδικασίες που ακολούθησε η εξεταστική επιτροπή και ως προς τις εκτιμήσεις της. Το Δικαστήριο ήταν σε θέση να διαπιστώσει αυτό το ίδιο ότι η εξεταστική επιτροπή είχε ακολουθήσει τις κατάλληλες διαδικασίες και κατά συνέπεια ότι η έλλειψη αιτιολογίας στις εν λόγω υποθέσεις δεν υπέκρυπτε διαδικαστική πλημμέλεια που δικαιολογούσε την ακύρωση αυτών των αποφάσεων.
12. Στην περίπτωση των υποθέσεων των οποίων έχει ήδη επιληφθεί το Δικαστήριο η Επιτροπή προσήγαγε τα πρακτικά των συσκέψεων της εξεταστικής επιτροπής, συνοδευόμενα με παραδείγματα πινάκων που κατήρτισε η εξεταστική επιτροπή που έδειχναν τις απαντήσεις των υποψηφίων. Τα πρακτικά αυτά δεν παρέχουν την ίδια ασφάλεια όπως στην υπόθεση Sergio. Οι φάκελοι είναι ατελείς και δεν παρέχουν καμία ένδειξη που να επιτρέπει να αντιληφθεί κανείς γιατί δεν έγιναν δεκτές οι δοθείσες από τους υποψηφίους απαντήσεις. Εξάλλου, δεν αφορούν φυσικά παρά μόνο το τελευταίο στάδιο της διαδικασίας. Υπό τις περιστάσεις αυτές, νομίζω ότι δεν είναι δυνατό να εφαρμοστεί στην προκειμένη περίπτωση η πολύ περιορισμένη εξαίρεση από τη γενική αρχή που έγινε δεκτή με την απόφαση Sergio.
13. Οι αποφάσεις είναι επομένως πλημμελείς λόγω ελλείψεως αιτιολογίας. Στην υπόθεση 153/87 η προσφεύγουσα δεν επικαλέστηκε ρητά την έλλειψη αιτιολογίας ως λόγο ακυρώσεως στην προσφυγή της. Προσέθεσε όμως στο σχετικό δικόγραφο, ως παράρτημα VΙ, το φωτοαντίγραφο μιας πλήρους αιτήσεως της 12ης Δεκεμβρίου 1987 την οποία απηύθυνε στον πρόεδρο και στα μέλη της εξεταστικής επιτροπής και με την οποία απέβλεπε προφανώς στο να λάβει εξηγήσεις για τους λόγους του αποκλεισμού της από τις εξετάσεις: αίτηση στην οποία δεν έλαβε πράγματι απάντηση. Πρέπει επομένως σ' όλες τις παρούσες υποθέσεις να ακυρωθεί η απόφαση για το λόγο αυτό. Κατόπιν αυτού, μπορώ να περιοριστώ στην έρευνα κατά τρόπο αρκετά βραχύ των λοιπών λόγων ακυρώσεως που προβάλλουν οι προσφεύγοντες.
14. Στις υποθέσεις Sorani, Adams και Beiten μεγάλος αριθμός αιτιάσεων αναφέρεται στη διεξαγωγή των εργασιών του διαγωνισμού στην προκειμένη περίπτωση οι προσφεύγοντες επαναλαμβάνουν ορισμένες από αυτές τις αιτιάσεις και προβάλλουν κι άλλες, όπως έχουν δικαίωμα. Στην υπόθεση 100/87 οι προσφεύγονες αμφισβητούν τη νομιμότητα της διαδικασίας λόγω του ότι οι ιεραρχικοί προϊστάμενοι τους οποίους συμβουλεύτηκε η εξεταστική επιτροπή αρχικά ήταν οι βοηθοί των διαφόρων γενικών διευθυντών αντί του αμέσου ιεραρχικού προϊσταμένου καθενός των υποψηφίων. Μολονότι τα πρόδηλα πλεονεκτήματα αυτής της διαδικασίας, σ' ένα διαγωνισμό που προσήλκυσε οκτακόσιες εξήντα αιτήσεις συμμετοχής, είναι φανερά, το επιχείρημα ότι οι βοηθοί των γενικών διευθυντών δεν μπορούσαν να έχουν ακριβή γνώση των γνώσεων όλων των υποψηφίων φαίνεται ότι αποτελεί ισχυρό επιχείρημα. Πάντως πρέπει να δοθεί στην Επιτροπή ευρεία ελευθερία ενεργείας όσον αφορά τη διοργάνωση τέτοιου διαγωνισμού και δεν νομίζω ότι η χρησιμοποιηθείσα μέθοδος, η οποία μάλιστα είχε ρητά αναγγελθεί στην προκήρυξη του διαγωνισμού, ήταν τόσο παράλογη ώστε να καταστήσει πλημμελή το διαγωνισμό.
15. Οι προσφεύγοντες στις υποθέσεις 100 και 153/87 ισχυρίζονται επίσης ότι οι ιεραρχικοί προϊστάμενοι - όπως και οι ίδιοι οι υποψήφιοι κατά τις μεταγενέστερες συνεντεύξεις - ερωτήθηκαν για το αν ο υποψήφιος είχε ή όχι εκπληρώσει καθήκοντα επιπέδου Β και υποστηρίζουν ότι ήταν παράνομο να ληφθεί υπόψη αυτό το κριτήριο κατά το μέτρο που δεν αναφερόταν ούτε στην προκήρυξη του διαγωνισμού ούτε σε άλλα έγγραφα. Πρόκειται για επιχείρημα το οποίο απορρίπτω επίσης διότι το γεγονός αν ορισμένος υποψήφιος άσκησε στην πραγματικότητα καθήκοντα επιπέδου του βαθμού στον οποίο ζητεί να προαχθεί αποτελεί στοιχείο που εμφανίζει αναγκαστικά ενδιαφέρον σε κάθε εξεταστική επιτροπή. Αποτελεί επομένως σιωπηρό στοιχείο που περιλαμβάνεται σ' όλους τους διαγωνισμούς αυτού του είδους, στοιχείο ουσιώδες, το οποίο δεν αποτελεί όμως αναγκαία προϋπόθεση προαγωγής. Η εξεταστική επιτροπή δεν φαίνεται να θεώρησε το στοιχείο αυτό αναγκαία προϋπόθεση.
16. Στην υπόθεση 146/87 ο προσφεύγων ισχυρίζεται ότι εφόσον εγγράφηκε δύο φορές πριν από δεκαπέντε χρόνια στους πίνακες επιτυχόντων σε διαγωνισμό για τη μετάβαση στο βαθμό Β, πρέπει να τύχει του ίδιου δικαιώματος και τώρα εφόσον δεν υπάρχουν λόγοι που να δικαιολογούν κατά τρόπο αρκετά σαφή τη διαφορά κρίσεως. Ο προσφεύγων στηρίζεται στην υπόθεση 112/78, Kobor κατά Επιτροπής (ECR 1979, σ. 1573). Στην υποθεση αυτή, όπως και στην υπόθεση 108/84 (De Santis κατά Ελεγκτικού Συνεδρίου, Συλλογή 1985, σ. 947), στην οποία εφαρμόστηκε η ίδια αρχή, έγινε λόγος για την κτηθείσα πείρα από τον ενδιαφερόμενο υποψήφιο. Και στις δύο προϋποθέσεις το Δικαστήριο έκρινε ότι, πλην αν υφίστανται λόγοι που δικαιολογούν αντίθετο συμπέρασμα, η πρακτική ή η επαγγελματική πείρα ενός υποψηφίου, εφόσον κρίθηκε επαρκής για να γίνει δεκτός σε εξετάσεις σ' ένα διαγωνισμό, πρέπει να λογισθεί επαρκής για να γίνει δεκτός σε άλλο διαγωνισμό για τον οποίο απαιτείται το ίδιο επίπεδο πείρας. Ο προσφεύγων δεν αναφέρει αν είχε γίνει δεκτός στις εξετάσεις των προηγουμένων διαγωνισμών μόνον λόγω της πείρας του, αφήνει όμως να νοηθεί ότι η συμμετοχή του εξηγείτο από τις καλές εκθέσεις κρίσεως που είχαν συντάξει γι' αυτόν οι προϊστάμενοί του. Υπό τις προϋποθέσεις αυτές νομίζω ότι δεν δεσμεύεται μια εξεταστική επιτροπή από εκθέσεις κρίσεως που συντάχθηκαν για έναν υποψήφιο 15 και πλέον έτη προηγουμένως και οι οποίες είχαν κριθεί προηγουμένως καλές από μια άλλη εξεταστική επιτροπή. Οι τελευταίες εκθέσεις κρίσεως είναι αυτές που έχουν σημασία. Τα επιχειρήματα όμως του προσφεύγοντος στο σημείο αυτό έστω κι αν δεν μπορούν να γίνουν δεκτά κατά την άποψή μου, αποτελούν πάντως μέρος ενός ευρύτερου λόγου ακυρώσεως, ότι δηλαδή κανένας πρόσφορος λόγος δεν αναφέρθηκε που να δικαιολογεί την άρνηση συμμετοχής του στις εξετάσεις και ο ευρύτερος αυτός λόγος ακυρώσεως μου φαίνεται βάσιμος για τους λόγους που προανέφερα.
17. Τέλος, οι προσφεύγοντες των τριών υποθέσεων ισχυρίζονται ότι η εξεταστική επιτροπή δεν ήταν σε θέση, ελλείψει εγγράφων στοιχείων, να θυμάται τις γνώμες που εξέφεραν οι ιεραρχικοί προϊστάμενοι των υποψηφίων όταν, περίπου τρία έτη αργότερα εξήτασε τους υποψηφίους επί των γνωμών αυτών. Οι υποψήφιοι θεωρούν ότι η εξεταστική επιτροπή έπρεπε να ζητήσει εκ νέου τη γνώμη των ιεραρχικών προϊσταμένων για να κατέχει πλήρως το σύνολο των στοιχείων. Η Επιτροπή διατείνεται ότι τα μέλη της εξεταστικής επιτροπής μπορούσαν να στηριχτούν στις δικές τους σημειώσεις επί των δηλώσεων των ιεραρχικών προϊσταμένων καθώς και στη μνήμη τους και εφιστά την προσοχή επί των πρακτικών των συσκέψεων της εξεταστικής επιτροπής, πρακτικών στα οποία αναγράφονται λεπτομέρειες αυτών των δηλώσεων των εν λόγω προϊσταμένων. Το να στηριχτεί κανείς σε σημειώσεις και σε ατελείς τυχόν προσωπικές αναμνήσεις για τις γνώμες που εκφράστηκαν πριν από τρία χρόνια για μεγάλο αριθμό υποψηφίων μου φαίνεται ότι είναι λύση η οποία δεν αποτελούσε ίσως τον καλύτερο τρόπο ενεργείας. Πάντως, αυτός ο τρόπος ενεργείας δεν μου φαίνεται ακατάλληλος σε βαθμό ώστε να επιβάλλεται η ακύρωση της αποφάσεως γι' αυτό το λόγο. Για τους λόγους όμως που ήδη ανέφερα πρέπει να ακυρωθούν οι αποφάσεις σε όλες αυτές τις υποθέσεις.
18. Αφού η Επιτροπή φαίνεται ότι δεν αντελήφθη τις συνέπειες των προηγουμένων αποφάσεων του Δικαστηρίου, είναι ίσως χρήσιμο να καθοριστούν σαφώς ποιες είναι, κατά τη γνώμη μου, οι συνέπειες της εν λόγω ακυρώσεως. Οι συνέπειες αυτές είναι οι ακόλουθες: κατά το μέτρο που οι αποφάσεις είναι άκυρες λόγω ελλείψεως αιτιολογίας πρέπει στο εξής να παρασχεθούν στους προσφεύγοντες ατομικές εξηγήσεις που να προσδιορίζουν, για καθέναν από αυτούς, τους λόγους για τους οποίους δεν έγιναν δεκτοί στις εξετάσεις. Η εξήγηση πρέπει να αφορά την απόφαση στο σύνολό της, χωρίς να περιορίζεται στον προσδιορισμό των λόγων για τους οποίους οι συμπληρωματικές πληροφορίες που παρασχέθηκαν μεταγενέστερα δεν ήγαγαν την εξεταστική επιτροπή στη μεταβολή γνώμης. Η εξήγηση πρέπει επίσης να προσδιορίζει για καθένα από τους προσφεύγοντες την προϋπόθεση που δεν πληρούσε.
19. Οι προσφεύγοντες στην υπόθεση 100/87 ζητούν επίσης αποζημίωση 200 000 βελγικών φράγκων ο καθένας για την υλική ζημία και την ηθική βλάβη τις οποίες υπέστησαν. Οι προσφεύγοτες στις υποθέσεις 146 και 153/87 δεν ζητούν αποζημίωση. Φρονώ ότι πρέπει να απορριφθεί το αίτημα αποζημιώσεως. Κατέληξα στο ότι έπρεπε να παρασχεθούν στους προσφεύγοντες ατομικές εξηγήσεις που να προσδιορίζουν τους λόγους για τους οποίους δεν μπόρεσαν να γίνουν δεκτοί στις εξετάσεις. Αν οι λόγοι αυτοί είναι αποχρώντες, οι προσφεύγοντες δεν υπέστησαν καμιά υλική ζημία, δοθέντος ότι δεν θα γίνονταν δεκτοί στις εξετάσεις σε κάθε περίπτωση. Παραμένει το ζήτημα της ηθικής βλάβης επ' αυτού φρονώ ότι η ακύρωση των αποφάσεων αποτελεί κατάλληλη αποκατάσταση κάθε ηθικής βλάβης που μπορεί να υπέστησαν οι προσφεύγοντες, όπως στην υπόθεση 128/84, Van der Stijl κατά Επιτροπής (Συλλογή 1985, σ. 3281).
20. Κατά συνέπεια, είμαι της γνώμης ότι πρέπει:
1) να ακυρωθούν οι αποφάσεις της εξεταστικής επιτροπής με τις οποίες δεν έγιναν δεκτοί στις εξετάσεις καθένας από τους προσφεύγοντες
2) να καταδικαστεί η Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
(*) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
Full & Egal Universal Law Academy