Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Α - Πραγματικά περιστατικά
1. Η δίκη επί της οποίας θα αναπτύξω σήμερα τις προτάσεις μου, αφορά το ζήτημα εάν η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, καθής, μπορούσε βασίμως να θεωρήσει τη χορήγηση από τη Γαλλική Δημοκρατία, προσφεύγουσα, πιστώσεων για επενδύσεις με ειδικούς όρους ως ασυμβίβαστη προς την Κοινή Αγορά ενίσχυση και να διατάξει την επιστροφή της.
2. Η προσφεύγουσα είχε χορηγήσει το 1984 μέσω του Βιομηχανικού Ταμείου Εκσυγχρονισμού (Fonds industriel de modernisation, FΙΜ) προς τη Societe europeenne de brasserie (SΕΒ) δάνειο ύψους 40 εκατ. γαλλικών φράγκων (FF) με επιτόκιο 9,25 % και διάρκεια επτά ετών, για την εν μέρει χρηματοδότηση μιας επενδύσεως ύψους 181,05 εκατ. FF.
3. 'Εργο του Βιομηχανικού Ταμείου Εκσυγχρονισμού ήταν η προώθηση του εκσυγχρονισμού της γαλλικής βιομηχανίας. Για το σκοπό αυτό το FΙΜ χορηγούσε δάνεια προς ενίσχυση χρηματοδοτικών προγραμμάτων που ήταν κατάλληλα για την προώθηση τεχνολογικών καινοτομιών. Το FΙΜ εχρηματοδοτείτο από τα έσοδα των λογαριασμών βιομηχανικής αναπτύξεως (Comptes de developpement industriel/Codevi), βραχυπρόθεσμων καταθέσεων ταμιευτηρίου που συγκεντρώνονταν από το κράτος με σταθερό επιτόκιο κατώτερο των επιτοκίων της αγοράς. Το κίνητρο που παρεχόταν στους αποταμιευτές για να θέσουν χρήματα στη διάθεση του δημοσίου συνίσταται στη φορολογική απαλλαγή των εισοδημάτων από τους λογαριασμούς αναπτύξεως. Αυτό σήμαινε για το κράτος ότι παραιτείται μερικώς από τα φορολογικά του έσοδα.
4. Η καθής, με απόφαση της 19ης Δεκεμβρίου 1984 που απηύθυνε προς την προσφεύγουσα, χαρακτήρισε τα δάνεια FΙΜ (1) ως ενισχύσεις, χωρίς όμως να προβάλει αντιρρήσεις ως προς τη χορήγηση των ενισχύσεων, εφόσον η προσφεύγουσα ανακοίνωσε στην καθής, κατά το άρθρο 93, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΟΚ τις σημαντικές περιπτώσεις ενισχύσεων πριν από τη χορήγησή τους, έτσι ώστε να μπορεί η τελευταία να εξετάσει εάν συμβιβάζονται προς το άρθρο 92 της Συνθήκης ΕΟΚ.
5. Η προσφεύγουσα, με έγγραφό της της 25ης Φεβρουαρίου 1985, αμφισβήτησε το χαρακτηρισμό των δανείων FΙΜ ως ενισχύσεων, δεν άσκησε όμως προσφυγή κατά της αποφάσεως της 19ης Δεκεμβρίου 1984. Αντιθέτως, σε εκπλήρωση της υποχρεώσεως γνωστοποιήσεως που επιβλήθηκε με την απόφαση απέστειλε τον Απρίλιο του 1985 προς την καθής ορισμένους φακέλους σχετικά με επιχειρήσεις που είχαν λάβει δάνεια FΙΜ, μεταξύ των οποίων και το φάκελο που αφορούσε τη Societe europeenne de brasserie.
6. Στις 18 Δεκεμβρίου 1985 η καθής κίνησε τη διαδικασία ελέγχου των ενισχύσεων κατά το άρθρο 93, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΟΚ.
7. Στην απόφασή της της 14ης Ιανουαρίου 1987 (2), με την οποία ολοκληρώθηκε η διαδικασία αυτή, η καθής διαπίστωσε:
"'Αρθρο 1
Το δάνειο FΙΜ των 40 εκατ. FF που περιλαμβάνει στοιχεία ενισχύσεως κατά την έννοια του άρθρου 92, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ λαμβανομένης υπόψη της επιδοτήσεως επιτοκίου 4,75 μονάδων, που χορηγήθηκε σε επιχείρηση παραγωγής μπύρας και το οποίο κοινοποιήθηκε στην Επιτροπή με επιστολή της 30ής Απριλίου 1985, χορηγήθηκε κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 93, παράγραφος 3, της Συνθήκης και είναι ασυμβίβαστο με την Κοινή Αγορά κατά την έννοια του άρθρου 92 της Συνθήκης.
'Αρθρο 2
Η εν λόγω ενίχυση πρέπει να επιστραφεί ..."
8. Στην αιτιολογία της αποφάσεως η καθής αναφέρει ότι το δάνειο FΙΜ περιέχει στοιχεία ενισχύσεως - καθορισμός επιτοκίων κατωτέρων των επιτοκίων αγοράς (3) - υπό την έννοια του άρθρου 92, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ, επειδή παρέχει στις δανειοδοτούμενες επιχειρήσεις τη δυνατότητα να απαλλάσσονται, μέσω πόρων του Δημοσίου, από μέρος των επενδυτικών δαπανών που συνήθως φέρουν.
9. Η καθής περιγράφει, περαιτέρω, την κατάσταση της αγοράς μπύρας στην Κοινότητα ως εξής: η κατανάλωση μπύρας στις χώρες της Κοινότητες είναι στάσιμη ή φθίνουσα. Το εξωτερικό εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών ανέρχεται σε 4 % περίπου των συνολικών πωλήσεων μπύρας στην Κοινότητα. Οι πωλήσεις στη Γαλλία αποτελούν το 5 % περίπου του συνόλου των πωλήσεων στα κράτη της Κοινότητας (χωρίς την Ελλάδα). Η Γαλλία εισάγει λίγο περισσότερο από το 10 % των αναγκών της από τα άλλα κράτη μέλη. Οι γαλλικές εξαγωγές προς άλλα κράτη μέλη αποτελούν το 1,5 % περίπου της γαλλικής παραγωγής.
10. Η επιχείρηση που έλαβε δάνειο FΙΜ ελέγχεται κατά 100 % από ένα γαλλικό όμιλο, ο οποίος παράγει άνω του 50 % της συνολικής γαλλικής παραγωγής και συμμετέχει στο ενδοκοινοτικό εμπόριο μπύρας. Αυτή η ίδια η επιχείρηση κατέχει περίπου το 20 % της γαλλικής αγοράς.
11. Ενόψει των σκέψεων που προαναφέρθηκαν η ενίσχυση μπορεί να επηρεάσει το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών και να νοθεύσει τον ανταγωνισμό κατά το άρθρο 92, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ, ευνοώντας την οικεία επιχείρηση κατά τη γαλλική παραγωγή μπύρας.
12. Η απόφαση της καθής δεν εξηγεί πώς υπολογίστηκε η διαπιστωθείσα επιδότηση επιτοκίου ύψους 4,75 μονάδων.
13. Η προσφεύγουσα θεωρεί παράνομη την απόφαση της καθής. Ισχυρίζεται ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 92, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ, επειδή το επίδικο δάνειο δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ασυμβίβαστη προς την Κοινή Αγορά ενίσχυση. Ο ρόλος του κράτους στο σύστημα του FΙΜ είναι περιορισμένος η απώλεια φορολογικών εσόδων είναι αμελητέα. Η ενίσχυση, ενόψει του μικρού της μεγέθους, δεν μπορεί να επηρεάσει το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών.
14. Συντρέχει, περαιτέρω, παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως που απορρέει από το άρθρο 190 της Συνθήκης ΕΟΚ, επειδή η καθής δεν ανέφερε το ύψος των εξαγωγών της SΕΒ προς άλλα κράτη μέλη και δεν έδωσε καμία εξήγηση για την υποτιθέμενη επιδότηση επιτοκίου ύψους 4,5 %.
15. Η εντολή περί αναζητήσεως της εν λόγω ενισχύσεως που περιέχεται στο άρθρο 2 της αποφάσεως συνιστά παραβίαση της γενικής αρχής της ασφάλειας δικαίου, επειδή είναι ασαφής. Η εντολή αυτή δεν καθιστά δυνατό στην προσφεύγουσα τον καθορισμό του πραγματικού ύψους της ενισχύσεως που χαρακτηρίστηκε παράνομη και πρέπει να επιστραφεί.
16. Για τους λόγους αυτούς η προσφεύγουσα ζητεί:
- να ακυρωθεί η απόφαση της καθής της 14ης Ιανουαρίου 1987 σχετικά με δάνειο FΙΜ σε επιχείρηση του τομέα ζυθοποΐας και
- να καταδικαστεί η καθής στα δικαστικά έξοδα.
17. Η καθής ζητεί:
- να απορριφθεί η προσφυγή ως αβάσιμη και να καταδικαστεί η προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.
18. Η καθής θεωρεί ότι η απόφασή της είναι, καταρχήν, νόμιμη. Ισχυρίζεται επιπλέον ότι το δάνειο χορηγήθηκε με επιτόκιο 9,25 %, ενώ το επιτόκιο της αγοράς για παρόμοιο δάνειο ανερχόταν σε 14 %. 'Ετσι προκύπτει επιδότηση επιτοκίου ύψους 4,14 %. Το επιτόκιο της αγοράς που χρησιμοποιήθηκε για τον υπολογισμό είναι εκείνο, που εφαρμόζεται από το Credit national στα δάνεια για επιχειρήσεις και εξοπλισμό και το οποίο καθορίστηκε ως επιτόκιο αναφοράς σε συμφωνία με την προσφεύγουσα στην ανακοίνωσή της περί των αρχών του συντονισμού των ρυθμίσεων των περιφερειακών ενισχύσεων (4). Η καθής χρησιμοποίησε έτσι στοιχεία γνωστά στις γαλλικές αρχές.
19. Στους περαιτέρω ισχυρισμούς των διαδίκων επί της ουσίας θα αναφερθώ, κατά το μέτρο που είναι αναγκαίο, στο πλαίσιο της διατυπώσεως της γνώμης μου.
Β - Η γνώμη μου επί της υποθέσεως
20. Ακολουθώντας τη διάρθρωση του δικογράφου της προσφυγής θα ασχοληθώ διαδοχικά με τους τρεις λόγους ακυρώσεως που προβάλλει η προσφεύγουσα: ύπαρξη ενισχύσεως αντίθετης προς το άρθρο 92 της Συνθήκης ΕΟΚ παράβαση ουσιώδους τύπου παραβίαση της αρχής της ασφάλειας δικαίου.
1. 'Υπαρξη ενισχύσεως αντίθετης προς το άρθρο 92, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ
21. Η προσφεύγουσα θεωρεί ότι το δάνειο FΙΜ δεν αποτελεί ενίσχυση αντίθετη προς το άρθρο 92, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ, επειδή τόσο οι διατεθέντες πόροι του δημοσίου - η μη φορολόγηση των λογαριασμών ταμιευτηρίου Codevi - όσο και το μέγεθος του παρεχόμενου στις ευνοούμενες επιχειρήσεις οφέλους αποτελούν ασήμαντα μεγέθη και δεν μπορούν, επομένως, να επηρεάσουν το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών.
22. Στο σημείο αυτό πρέπει να παρατηρηθεί ότι κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου οι κρατικές ή από πόρους του δημοσίου χορηγούμενες ενισχύσεις οιασδήποτε μορφής, πρέπει να κρίνονται ανάλογα με τα αποτελέσματά τους (5). Σημασία δεν έχει το ότι ευνοείται ορισμένη επιχείρηση απευθείας με πόρους του Δημοσίου, αλλά το ότι παρέχεται όφελος στην επιχείρηση αυτή βάσει εθνικής ρυθμίσεως.
23. Ακριβώς αυτό πρέπει όμως να θεωρηθεί ότι υφίσταται στην προκειμένη περίπτωση, επειδή η παραίτηση της προσφεύγουσας από φορολογικά έσοδα - που αποβαίνει προς όφελος των κατόχων των λογαριασμών ταμιευτηρίου Codevi - καθιστά δυνατή στο FΙΜ τη χορήγηση πιστώσεως προς ορισμένες επιχειρήσεις με προτιμησιακούς όρους.
24. Πρόκειται επομένως για κρατική ενίσχυση, όπως διαπίστωσε καταρχήν και η καθής στην απόφασή της της 19ης Δεκεμβρίου 1984.
25. Ως προς το δεύτερο σκέλος του ισχυρισμού της προσφεύγουσας ότι η ενίσχυση είναι ασήμαντη, μάλιστα δε σχεδόν ανεπαίσθητη, και, επομένως, δεν μπορεί να νοθεύσει τον ανταγωνισμό, πρέπει να παρατηρηθεί ότι το κριτήριο του αισθητού χαρακτήρα έχει σημασία στην πρακτική της Επιτροπής στο πλαίσιο της εφαρμογής του άρθρου 85 της Συνθήκης ΕΟΚ, όπως δέχτηκε το Δικαστήριο. Δεν φαίνεται εντούτοις ενδεδειγμένη η μεταφορά της αρχής αυτής στην απαγόρευση των ενισχύσεων του άρθρου 92 της Συνθήκης ΕΟΚ. Ούτε από το γράμμα των σχετικών διατάξεων ούτε από τη μέχρι τούδε νομολογία του Δικαστηρίου (6) μπορεί να συναχθεί ότι πρέπει να υφίσταται τέτοια εξαίρεση από τη βασική απαγόρευση των ενισχύσεων. Επειδή οι κρατικές ενισχύσεις διαταράσσουν το επιδιωκόμενο από τη Συνθήκη καθεστώς ανόθευτου ανταγωνισμού και επειδή τα κράτη μέλη υποχρεούνται κατά το άρθρο 5 της Συνθήκης ΕΟΚ να διευκολύνουν την Κοινότητα στην εκτέλεση της αποστολής της, είναι κατά βάση δικαιολογημένη η εφαρμογή αυστηρότερου κριτηρίου στη συμπεριφορά των κρατών μελών από ό,τι στη συμπεριφορά των επιχειρήσεων. Επιπλέον, το άρθρο 92 περιέχει στις παραγράφους του 2 και 3 ένα σύστημα εξαιρέσεων περισσότερο διαφοροποιημένο από το προβλεπόμενο π.χ. στο άρθρο 85, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΟΚ: συμβιβάζονται έτσι ορισμένες ενισχύσεις κατά το άρθρο 92, παράγραφος 2, καταρχήν, προς την Κοινή Αγορά, όπως και ορισμένες ενισχύσεις μπορούν κατά το άρθρο 92, παράγραφος 3, στοιχεία α) έως γ), να θεωρηθούν από την Επιτροπή ότι συμβιβάζονται προς την Κοινή Αγορά. Περαιτέρω, το Συμβούλιο μπορεί, προτάσει της Επιτροπής, να επιτρέψει κατά το άρθρο 92, παράγραφος 2, στοιχείο δ), και άλλες κατηγορίες ενισχύσεων, δηλαδή ενισχύσεων που δεν συμβιβάζονται καταρχήν προς το περιεχόμενο των διατάξεων του άρθρου 92 της Συνθήκης ΕΟΚ.
26. Ενόψει αυτών των εκτεταμένων εξαιρέσεων δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι θα μπορούσαν να υφίστανται και περαιτέρω άγραφες εξαιρέσεις από την απαγόρευση των ενισχύσεων. Επομένως, δεν μπορεί να υιοθετηθεί η άποψη ότι ανεπαίσθητος επηρεασμός του ανταγωνισμού και του ενδοκοινοτικού εμπορίου θα έπρεπε να γίνεται ανεκτός στο πλαίσιο του άρθρου 92 της Συνθήκης ΕΟΚ.
27. Επειδή κατά τα λοιπά η καθής περιέγραψε λεπτομερώς την κατάσταση στον τομέα της μπύρας και κατέδειξε ότι οι διάφοροι παραγωγοί μπύρας της Κοινότητας βρίσκονται σε ανταγωνισμό μεταξύ τους, πρέπει να γίνει δεκτή η άποψή της ότι η επίδικη ενίσχυση μπορεί να επηρεάσει το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών και να νοθεύσει τον ανταγωνισμό υπό την έννοια του άρθρου 95, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ, ευνοώντας την εν λόγω επιχείρηση και τη γαλλική παραγωγή μπύρας.
28. Η διαπίστωση ότι πρόκειται για ενίσχυση αντίθετη προς το άρθρο 92 της Συνθήκης ΕΟΚ συνεπάγεται την περαιτέρω διαπίστωση ότι υπάρχει παράβαση και του άρθρου 93, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΟΚ, επειδή η ενίσχυση χορηγήθηκε πριν ενημερωθεί η καθής από την προσφεύγουσα για τη χορήγηση της ενισχύσεως.
2. Παράβαση ουσιώδους τύπου - Παράβαση του άρθρου 190 της Συνθήκης ΕΟΚ
29. Εν προκειμένω, ισχυρίζεται η προσφεύγουσα ότι η καθής δεν ανέφερε στην επίδικη απόφαση ούτε το ύψος των εξαγωγών της δανειολήπτριας επιχειρήσεως προς άλλα κράτη μέλη ούτε διαπίστωσε πλεονάζουσα ικανότητα παραγωγής στον τομέα της ζυθοποιίας ούτε καν εξήγησε πώς υπολόγισε την επιδότηση επιτοκίου ύψους 4,75 μονάδων.
30. Ως προς τα δύο πρώτα σημεία του ισχυρισμού αυτού μπορώ να είμαι σύντομος: η καθής εξέθεσε ότι η κατανάλωση μπύρας στην Κοινότητα είναι στάσιμη, περιέγραψε δε περαιτέρω το ενδοκοινοτικό εμπόριο μπύρας. Δεν ήταν, αντίθετα, αναγκαίο να καταδείξει τη συγκεκριμένη συμμετοχή της δανειολήπτριας επιχειρήσεως στο ενδοκοινοτικό εμπόριο, επειδή το ενδοκοινοτικό εμπόριο και, επομένως, και ο ενδοκοινοτικός ανταγωνισμός μπορούν να επηρεαστούν ακόμη και όταν ενισχύεται επιχείρηση, η οποία δεν εξάγει μεν σε άλλα κράτη μέλη, βρίσκεται όμως στη δική της εγχώρια αγορά σε σχέση ανταγωνισμού με προϊόντα προελεύσεως άλλων κρατών μελών.
31. Αν υπήρχε πλεονάζουσα ικανότητα παραγωγής στην Κοινοτήτα στον τομέα της ζυθοποΐας, αυτό θα συνιστούσε έναν επιπλέον λόγο να μην επιτραπεί η επίδικη ενίσχυση. Δεν χρειάζεται όμως να καταδειχθεί η ύπαρξη πλεονάζουσας ικανότητας παραγωγής, επειδή η Συνθήκη ΕΟΚ εκκινεί από τη βασική απαγόρευση των ενισχύσεων και δεν περιορίζεται να μην επιτρέπει τις ενιχύσεις μόνο στην περιπτωση πλεονάζουσας ικανότητας παραγωγής στον οικείο τομέα.
32. Δυσκολότερα αντιμετωπίζεται το επιχείρημα ότι η καθής δεν ανέφερε πώς υπολόγισε συγκεκριμένα το ύψος της επιδοτήσεως επιτοκίου. Πράγματι, στην απόφαση της καθής της 14ης Ιανουαρίου 1987 δεν περιέχεται καμία αναφορά στη μέθοδο υπολογισμού. Αντιθέτως, η καθής εξέθεσε για πρώτη φορά κατά τη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου ότι υπολόγισε το ύψος της επιδοτήσεως επιτοκίου, συγκρίνοντας το πραγματικό ύψος του επιτοκίου του δανείου FΙΜ, ανερχόμενου σε 9,75 % με το επιτόκιο που εφαρμοζόταν κατά την υπό κρίση περίοδο στα δάνεια του Credit national για επιχειρήσεις και εξοπλισμό, ύψους 14 %. Το επιτόκιο αυτό περιελήφθη με πρόταση της προσφεύγουσας στην ανακοίνωση της καθής περί των ρυθμίσεων των περιφερειακών ενισχύσεων της 21ης Δεκεμβρίου 1978 (7). Πρόκειται για το μοναδικό διαθέσιμο επιτόκιο αναφοράς το οποίο ήταν γνωστό στην προσφεύγουσα ήδη από το 1978.
33. Θα ήταν ασφαλώς εύλογο το να είχε αναφερθεί ο τρόπος υπολογισμού της επιδοτήσεως επιτοκίου στην επίδικη απόφαση. Δεν νομίζω, όμως, ότι μπορεί να θεωρηθεί η έλλειψη των σχετικών διευκρινίσεων ως παράβαση ουσιώδους τύπου. Πράγματι, κατά τη νομολογία, η αιτιολογία μιας βλαπτικής αποφάσεως πρέπει να καθιστά δυνατό στο Δικαστήριο τον έλεγχο νομιμότητας και να περιέχει στον ενδιαφερόμενο τα στοιχεία που του είναι αναγκαία για να κρίνει εάν η απόφαση είναι ή όχι αιτιολογημένη. Η υποχρέωση αιτιολογίας των αποφάσεων αποτελεί κατά βάση συνάρτηση των περιστάσεων υπό τις οποίες εκδίδονται οι αποφάσεις και των ισχυρισμών των μερών που συμμετέχουν στη διοικητική διαδικασία (8). Επειδή η προσφεύγουσα ήταν κάλλιστα σε θέση, ενόψει ιδίως του ότι το τραπεζικό σύστημα στη Γαλλία είναι εθνικοποιημένο σε μεγάλο βαθμό, να γνωρίζει τα συνήθη και τα προτιμησιακά επιτόκια, η ίδια δε προκάλεσε την αναγραφή του επιτοκίου του Credit National στην ανακοίνωση της Επιτροπής του 1978 και, επιπλέον, δεν ανέφερε τίποτε κατά τη διοικητική διαδικασία ενώπιον της Επιτροπής περί των διαφόρων επιτοκίων, δεν μου φαίνεται ότι έπρεπε οπωσδήποτε η καθής να αναφέρει στην απόφασή της στοιχεία, τα οποία έπρεπε ασφαλώς να ήταν γνωστά στην προσφεύγουσα. Θεωρώ αρκετό το ότι η καθής εξήγησε ενώπιον του Δικαστηρίου τον ορθό υπολογισμό της βάσει γεγονότων γνωστών στην προσφεύγουσα.
34. Δεν δίνει, επίσης, λαβή για αιτιάσεις, το ότι η καθής εφάρμοσε εν προκειμένω το επιτόκιο αναφοράς, που θα έπρεπε να ισχύει μόνο για τη ρύθμιση περί περιφερειακών ενισχύσεων, όχι όμως για ενισχύσεις άλλου είδους. Ορθώς ανέφερε η καθής ότι η απαγόρευση των ενισχύσεων κατά το άρθρο 92 της Συνθήκης ΕΟΚ στηρίζεται κατά βάση σε ενιαία έννοια της ενισχύσεως και γίνεται διαφοροποίηση μόνο στον τομέα των εξαιρετικών ρυθμίσεων των παραγράφων 2 και 3. Εφόσον τώρα ορίστηκε ορισμένο επιτόκιο αναφοράς, ως προς την απάντηση στο ερώτημα εάν ορισμένο ύψος επιτοκίου πρέπει να θεωρηθεί επιδότηση επιτοκίου και, επομένως, ενίσχυση, υπό την έννοια του άρθρου 92, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ, φαίνεται αντικειμενικά ορθό να ληφθεί το επιτόκιο αυτό υπόψη, ακόμη και αν είχε αρχικά προβλεφθεί μόνο για τον ειδικό τομέα ορισμένων από τις διατάξεις που περιέχουν εξαιρέσεις.
35. Επειδή η ίδια η προσφεύγουσα ανέφερε το επιτόκιο αναφοράς στην καθής και δεν ανέφερε άλλα επιτόκια κατά τη διαδικασία ελέγχου των ενισχύσεων, πρέπει να μπορεί να της αντιταχθεί το εν λόγω επιτόκιο αναφοράς. Εδώ δεν ενδιαφέρει το ζήτημα εάν η ενισχυθείσα επιχείρηση μπορούσε να προσβάλει το επιτόκιο αναφοράς, στην περίπτωση που η πραγματική επιδότηση ήταν κατώτερη του 4,75 %.
3. Παραβίαση της γενικής αρχής της ασφάλειας δικαίου
36. Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι οι διατάξεις της αποφάσεως, ιδίως όσον αφορά την υποχρέωση επιστροφής της "εν λόγω ενισχύσεως" είναι ασαφείς. Δεν της καθιστά δυνατό να καθορίσει το πραγματικό ύψος της ενισχύσεως που κηρύσσεται παράνομη και πρέπει να επιστραφεί.
37. Ούτε αυτός ο ισχυρισμός μου φαίνεται ότι ευσταθεί. Η περιεχόμενη στο άρθρο 2 της επίδικης απόφασης εντολή περί επιστροφής της εν λόγω ενισχύσεως πρέπει να εξετασθεί σε συνδυασμό προς το άρθρο 1, που κάνει λόγο για δάνειο ύψους 40 εκατ. FF, το οποίο είχε αρχικά χορηγηθεί με επιδότηση επιτοκίου 4,75 μονάδων. Από την απόφαση αυτή προκύπτει επομένως ότι η προσφεύγουσα πρέπει να ζητήσει από τη δανειολήπτρια επιχείρηση την επιδότηση επιτοκίου επί του εκάστοτε ύψους των δανείου - το δάνειο θα επιστρεφόταν με δόσεις. Αν κατά την περαιτέρω διάρκεια του δανείου μειωθεί η αρχική επιδότηση επιτοκίου, αυτό θα πρέπει να ληφθεί υπόψη από την προσφεύγουσα κατά τη λήψη των διατασσομένων στο άρθρο 2 της αποφάσεων μέτρων συμμορφώσεως προς την απόφαση. Τελικά, κατά το άρθρο 93 της Συνθήκης ΕΟΚ, μπορεί να απαιτηθεί μόνο επιστροφή της ενισχύεως που πράγματι χορηγήθηκε - της επιδοτήσεως επιτοκίου - η οποία κατά το χρόνο εκδόσεως της αποφάσεως ανερχόταν σε 4,75 %, της οποίας όμως η μελλοντική εξέλιξη δεν μπορεί να προβλεφθεί από την καθής.
Γ - Πρόταση
38. Καταλήγοντας προτείνω στο Δικαστήριο να απορρίψει την προσφυγή και να καταδικάσει τη Γαλλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
(*) Μετάφραση από τα γερμανικά.
(1) Απόφαση της Επιτροπής, της 19ης Δεκεμβρίου 1984, σχετικά με το γαλλικό σύστημα ενισχύσεων στη βιομηχανία με τη μορφή ειδικών δανείων για επενδύσεις, επιδοτούμενων δανείων σε επιχειρήσεις, συμπληρωματικών δανείων επαναχρηματοδότησης και δανείων του Βιομηχανικού Ταμείου Εκσυγχρονισμού (ΕΕ 1985, L 216, σ. 12).
(2) Απόφαση της Επιτροπής, της 14ης Ιανουαρίου 1987, σχετικά με δάνειο FΙΜ σε επιχείρηση του τομέα ζυθοποιίας (87/303), ΕΕ 1987, L 152, σ. 27.
(3) Αυτό αναφέρεται στη γενική απόφαση της 19ης Δεκεμβρίου 1984, όσον αφορά τα δάνεια FΙΜ (ΕΕ 1985, L 216, σ. 12), ιδίως σ. 14.
(4) Ανακοίνωση της Επιτροπής για τις ρυθμίσεις περί των περιφερειακών ενισχύσεων, Abl. 1979, C 31, σ. 9.
(5) Βλέπε την απόφαση της 2ας Ιουνίου 1974 στην υπόθεση 173/73, Ιταλική Δημοκρατία κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Slg. 1974, σ. 709, καθώς και την απόφαση της 22ας Μαρτίου 1977 στην υπόθεση 78/76, Steinike und Weinlig κατά Γερμανικού Δημοσίου, Slg. 1977, σ. 595, ιδίως σ. 612.
(6) Βλέπε ιδίως την απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 1980 στην υπόθεση 730/79, Philip Morris Holland BV κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Slg. 1980, σ. 2671.
.
(7) 'Οπ.π., υποσημ. 4, σ. 9, ιδίως σ. 14.
(8) Βλέπε ιδίως τις αποφάσεις της 10ης Ιουλίου 1986 στις υποθέσεις 234/84 και 40/85, Βασίλειο του Βελγίου κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Συλλογή 1986, σσ. 2263 και 2321, αντιστοίχως καθώς και την απόφαση της 17ης Νοεμβρίου 1987 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 142/84 και 146/84, ΒΑΤ και λοιποί κατά Επιτροπής (Συλλογή 1987, σ. 4487, σκέψη 72).
Full & Egal Universal Law Academy