Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Με τον κανονισμό του Συμβουλίου (ΕΟΚ) 516/77 της 14ης Μαρτίου 1977 (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/17, σ. 226) περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των μεταποιημένων οπωροκηπευτικών, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1152/78 του Συμβουλίου της 30ής Μαΐου 1978 (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/21, σ. 94) θεσπίστηκε ένα σύστημα ενισχύσεως στην παραγωγή προκειμένου να καταστεί δυνατή η παρασκευή ορισμένων μεταποιημένων προϊόντων σε τιμή χαμηλότερη από την τιμή που θα προέκυπτε από την καταβολή μιας τιμής με περιθώρια κέρδους στους παραγωγούς νωπών προϊόντων, ώστε τα προϊόντα αυτά να καταστούν ανταγωνιστικά σε σχέση με τα μεταποιημένα προϊόντα προελεύσεως τρίτων χωρών.
Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1639/79 του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 1979 (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/26, σ. 5), πρόσθεσε στον πίνακα των προϊόντων τα οποία αφορά το σύστημα ενισχύσεως στην παραγωγή τις κονσέρβες κερασιών σε σιρόπι που εμπίπτουν στη δασμολογική κλάση 20.06 Β του κοινού δασμολογίου.
Τα άρθρα 3β έως 3γ του κανονισμού 516/77 (όπως τροποποιήθηκε) προβλέπουν ότι το κάθε σύστημα ενισχύσεως που θεσπίζουν βασίζεται σε συμβάσεις που δεσμεύουν τους παραγωγούς και τις επιχειρήσεις μεταποιήσεις και ότι οι εν λόγω συμβάσεις, συναπτόμενες για μια ελάχιστη διάρκεια που θα προσδιοριστεί, πρέπει να ορίζουν επακριβώς τις ποσότητες των πρώτων υλών στις οποίες αναφέρονται, την κλιμάκωση των παραδόσεων στους μεταποιητές και την τιμή που θα καταβληθεί στους παραγωγούς. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, καθορίζεται ελαχίστη τιμή που πρέπει να καταβάλλεται στους παραγωγούς, το δε ποσό της ενισχύσεως καθορίζεται κατά τρόπο ώστε να αντισταθμίζει τη διαφορά μεταξύ του επιπέδου των τιμών των κοινοτικών προϊόντων και των τιμών των προϊόντων τρίτων χωρών. Σε κάθε κράτος μέλος η ενίσχυση καταβάλλεται μόλις ο οργανισμός που έχει ορισθεί πιστοποιήσει ότι, πρώτον, ο μεταποιητής κατέβαλε στον πραγωγό τιμή τουλάχιστον ίση προς την ελαχίστη τιμή, δεύτερον, τα προϊόντα που αποτέλεσαν αντικείμενο συμβάσεων έχουν μεταποιηθεί και, τρίτον, τα προϊόντα τα προερχόμενα από τη μεταποίηση είναι σύμφωνα προς τους ισχύοντες κανόνες ποιότητος (άρθρο 3β, παράγραφος 5). Είναι προφανές ότι οι τρεις αυτές απαιτήσεις συνιστούν τις προϋποθέσεις γενέσεως του δικαιώματος για ενίσχυση.
Το άρθρο 3γ ορίζει ότι οι λεπτομέρειες εφαρμογής των άρθρων 3α και 3β καθορίζονται σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 20, θεσπίζονται δηλαδή από την Επιτροπή μετά γνωμάτευση της επιτροπής διαχειρίσεως.
Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1530/78 της Επιτροπής της 30ής Ιουνίου 1978 (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/21, σ. 235), όπως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα με τον κανονισμό ΕΟΚ 1348/80, της 30ής Μαΐου 1980 (Ο.J. 1980, L 135, σ. 66), θέσπισε τις λεπτομέρειες εφαρμογής του συστήματος ενισχύσεως. Οι αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού αυτού αναφέρουν ότι για να εξασφαλιστεί η καλή λειτουργία του συστήματος ενισχύσεως πρέπει να προβλέπεται ότι ο οργανισμός που ορίζεται από το κράτος μέλος θα ελέγχει με δειγματοληψία το βάρος και την ποιότητα των προϊόντων που παραδίδονται στις επιχειρήσεις μεταποίησης και θα εξακριβώνει τη λογιστική αποθήκης, η οποία "πρέπει να περιέχει ένα ελάχιστο αναγκαίο ενδείξεων για τον έλεγχο της μεταποιήσεως των προϊόντων που αποτέλεσαν το αντικείμενο των συμβάσεων".
Ο κανονσμός αυτός της Επιτροπής, εκτός από το ότι επιβάλλει τη σύναψη γραπτών συμβάσεων και ποιοτικούς και ποσοτικούς ελέγχους, ορίζει στο άρθρο 4:
"2. Οι ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις μεταποιήσεως τηρούν λογιστική αποθήκης στην οποία εμφαίνονται κυρίως:
α) για κάθε μία από τις περιόδους που αναφέρονται στο άρθρο 1, παράγραφος 2:
- οι παρτίδες πρώτων υλών που αγοράζονται και εισρέουν στην επιχείρηση κάθε μέρα διακρίνοντας εκείνες που καλύπτονται από συμβάσεις μεταποιήσεως ή τροποποιητικές συμβάσεις καθώς και τους αριθμούς δελτίων παραλαβής, τα οποία ενδεχομένως έχουν καταρτισθεί για τις παρτίδες αυτές,
- το βάρος κάθε εισερχομένης παρτίδας καθώς και, στην περίπτωση παρτίδων που καλύπτονται από τις ανωτέρω συμβάσεις, το όνομα και τη διεύθυνση του συμβαλλομένου μέρους
..."
Το άρθρο 4, παράγραφος 3 προβλέπει ότι ο οργανισμός που ορίζεται από το κράτος μέλος προβαίνει σε δειγματοληπτικό έλεγχο και ελέγχει τη "λογιστική αποθήκης" κάθε επιχειρήσεως μεταποίησης (καθόσον στη γερμανική και τη γαλλική διατύπωση χρησιμοποιείται ο ίδιος όρος για τη λογιστική αποθήκης τόσο στην παράγραφο 2 όσο και στην παράγραφο 3 του άρθρου 4, θεωρώ ως συνώνυμους τους δύο διαφορετικούς όρους "stock accounts" και "stock records" που χρησιμοποιούνται στο αγγλικό κείμενο στις παραγράφους αυτές.
Η Bayernwald Fruechteverwertung ΕΠΕ ζήτησε την καταβολή ενισχύσεως στην παραγωγή για 55 τόνους γλυκά κεράσια μεταποιημένα το 1980 σε εκτέλεση έξι συμβάσεων. Η αρμόδια αρχή απέρριψε την αίτηση αυτή με την αιτιολογία ότι δεν συμφωνούσαν μεταξύ τους τα αποδεικτικά παραδόσεως, τα τιμολόγια και οι λογαριασμοί και ότι δεν είχε τηρηθεί κανονικά λογιστική αποθήκης σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 2, του κανονισμού της Επιτροπής. Το Verwaltungsgericht, ενώπιον του οποίου ασκήθηκε προσφυγή, έθεσε το πρόβλημα του κύρους και της εκτάσεως εφαρμογής του εν λόγω άρθρου 4, παράγραφος 2 και υπέβαλε στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
"Το άρθρο 4, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1530/78 της Επιτροπής της 30ής Ιουνίου 1978 (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/21, σ. 235) προβλέπει πρόσθετη προϋπόθεση για την καταβολή ενισχύσεως στην παραγωγή, την οποία είχε εξουσία να θεσπίσει η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων χωρίς να υπερβεί τη νομοθετική της αρμοδιότητα ή μήπως η προαναφερθείσα διάταξη προβλέπει απλώς ότι μόνο η λογιστική αποθήκης γίνεται δεκτή ως αποκλειστικό αποδεικτικό μέσο;"
Το πρώτο ανακύπτον ζήτημα είναι αν με το άρθρο 4, παράγραφος 2, η Επιτροπή απέβλεπε στο να προσθέσει στις προϋποθέσεις που θέσπισε το Συμβούλιο με το άρθρο 3β, παράγραφος 5, του κανονισμού 516/77 μία πρόσθετη προϋπόθεση, ενώ δεν είχε τέτοια εξουσία.
Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι η Επιτροπή δεν μπορεί ούτε να επεκτείνει ούτε να τροποποιήσει τις προϋποθέσεις ουσίας από τις οποίες το Συμβούλιο εξαρτά τη γένεση του δικαιώματος για ενίσχυση. Εξάλλου, η Επιτροπή έχει ρητά εξουσιοδοτηθεί από το Συμβούλιο να θεσπίζει τις λεπτομέρειες εφαρμογής των άρθρων 3α έως 3γ, δεδομένου ότι ο κανονισμός του Συμβουλίου δεν τις έχει θεσπίσει. 'Εχω την εντύπωση, όπως έκρινε και το Δικαστήριο σχετικά με άλλη αλλά παρεμφερή ρύθμιση, στην υπόθεση 121/83 Zuckerfabrik Franken (Συλλογή 1984, σ. 2039), ότι "η διάταξη αυτή πρέπει να νοηθεί υπό την έννοια ότι, καθόσον αφορά την αρμοδιότητά της, η Επιτροπή έχει την εξουσία να θεσπίζει όλα τα αναγκαία ή πρόσφορα εκτελεστικά μέτρα για να θέτει σε εφαρμογή την αρχική ρύθμιση, αρκεί μόνο να μην αντίκεινται προς τη ρύθμιση αυτή ή προς τους εκτελεστικούς κανόνες του Συμβουλίου" (δέκατη τρίτη σκέψη).
Οι κανόνες σχετικά με το περιεχόμενο ενός εντύπου αιτήσεως και την τήρηση των εγγράφων που είναι απαραίτητα για να εξασφαλιστεί ότι το σύστημα ενισχύσεως εφαρμόζεται κατά τον ενδεικνυόμενο τρόπο και δεν γίνεται καταχρηστική χρησιμοποίησή του, είναι κανόνες οι οποίοι μου φαίνεται, εκ πρώτης όψεως, ότι εμπίπτουν προφανώς στο πλαίσιο αυτής της μεταβίβασης εξουσίας. Είναι κανόνες οι οποίοι δεν αφορούν την ουσιαστική πλευρά του δικαιώματος καταβολής ενισχύσεως αλλά τη μέθοδο που έχει ως προορισμό να θεμελιώσει αυτό το δικαίωμα.
Απομένει να εξεταστεί το ζήτημα της εκτάσεως εφαρμογής της επίμαχης διατάξεως και να διευκρινιστεί αν οι απαιτήσεις που θέτει είναι δυσανάλογες.
Είναι προφανές ότι η Επιτροπή είναι σε ορισμένες περιπτώσεις αρμόδια, προκειμένου να εξασφαλισθεί η υλοποίηση των στόχων μιας κανονιστικής ρύθμισης και να εμποδισθεί η καταδολίευση, να θεσπίζει σαφείς λεπτομέρειες εφαρμογής που πρέπει να τηρούνται αυστηρά (βλέπε για παράδειγμα υπόθεση 18/76, Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας κατά Επιτροπής, ΕCR 1979, σ. 343 και υπόθεση 819/79 Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας κατά Επιτροπής, Συλλογή 1981, σ. 21). Μπορεί έτσι να επιβάλει φυσικούς ελέγχους ή να ζητήσει την προσκόμιση πρωτοτύπων, προϋποθέσεις που πρέπει να τηρούνται.
Νομίζω ότι στην υπόθεση που μας απασχολεί, προκειμένου, αφενός, τα κράτη μέλη να μπορούν να επιτελούν τους αναγκαίους ελέγχους, και να βεβαιώνονται ότι υπάρχει δικαίωμα ενισχύσεως, και, αφετέρου, προκειμένου οι κατηγορίες των παρεχομένων στοιχείων να είναι όσο το δυνατόν πιο ομοιογενείς στα διάφορα κράτη μέλη, είναι λογικό και εμπίπτει στις αρμοδιότητες της Επιτροπής να απαιτεί την τήρηση λογιστικής αποθήκης, εξυπακουμένου ότι η λογιστική αυτή πρέπει απλώς να περιέχει τουλάχιστον τα στοιχεία που είναι απαραίτητα για να εξακριβωθεί η μεταποίηση των προϊόντων που αποτελούν αντικείμενο των οικείων συμβάσεων. Δεν νομίζω ότι οι συγκεκριμένες ενδείξεις που απαιτούνται για τη λογιστική αποθήκης υπερβαίνουν αυτό που απαιτείται κατά νόμο.
Παρά το ότι η ακριβής μορφή της λογιστικής αποθήκης δεν έχει καθοριστεί και επομένως επιτρέπεται κάποια ελαστικότητα, ένα κράτος μέλος έχει δικαίωμα να αρνηθεί τη χορήγηση ενισχύσεως, αν δεν έχει τηρηθεί καν λογιστική αποθήκης που να περιέχει τα στοιχεία που καθορίζει ο κανονισμός ή αν η τηρηθείσα λογιστική είναι ατελής ή ανακριβής ώστε να μη μπορεί να θεωρηθεί πραγματικά ως λογιστική αποθήκης στην οποία εμφαίνονται τα προβλεπόμενα στοιχεία. Υπό την έννοια αυτή, η τήρηση λογιστικής αποθήκης συνιστά προϋπόθεση της χορηγήσεως της ενισχύσεως ακόμα και αν, όπως ισχυρίζεται ο εκπρόσωπος της Bayernwald η απαίτηση αυτή δεν είναι διατυπωμένη με τη μορφή "προϋποθέσεως". Η λογιστική αποθήκης πρέπει να τηρείται και πρέπει να μπορεί να ελέγχεται.
Αντίθετα, καθόσον η τήρηση αυτή έχει ως αντικείμενο τη διευκόλυνση του ελέγχου των συγκεκριμένων ποσοτήτων για τις οποίες οφείλεται ενίσχυση, δεν έπεται ότι αποκλείεται να εξετασθούν και άλλα έγγραφα για να καθοριστεί αν οφείλεται η ενίσχυση. 'Ετσι, σε περίπτωση αμφιβολιών, όσον αφορά την ακρίβεια των αριθμητικών στοιχείων που περιέχονται στη λογιστική αποθήκης, η αρμόδια αρχή μπορεί να απαιτήσει την προσκόμιση και άλλων εγγράφων για να επαληθεύσει την ακρίβεια της λογιστικής αυτής. Νομίζω ότι και ο παραγωγός μπορεί να υποβάλλει άλλα έγγραφα για να διαλύσει τέτοιες αμφιβολίες, να διορθώσει ενδεχόμενες διαφορές ή να συμπληρώσει τα σημεία που παρελήφθησαν από αβλεψία. Παρά το ότι τέτοια λάθη μπορεί να προκαλέσουν αμφιβολία ως προς το δικαίωμα για ενίσχυση και να έχουν ως αποτέλεσμα ο παραγωγός να μην απαλλαγεί από την υποχρέωσή του αποδείξεως, νομίζω ότι θα ήταν υπερβολικό να απορριφθεί στο σύνολό της η καταβολή ενισχύσεως εξαιτίας ορισμένων ασήμαντων σφαλμάτων και παραλείψεων που άνετα μπορούν να διορθωθούν με τη βοήθεια πρωτοτύπων εγγράφων. Πρέπει - και αυτό είναι το σημαντικό - να τηρείται λογιστική αποθήκη που να περιέχει ακριβείς ενδείξεις ως προς τα ουσιώδη στοιχεία, όπως καθορίζει το άρθρο 4, παράγραφος 2.
Δέχομαι ότι η εκδοχή αυτή αφήνει μεγάλο κενό μεταξύ της περιπτώσεως απόλυτης ελλείψεως λογιστικής αποθήκης (οπότε δεν υφίσταται δικαίωμα ενισχύσεως) και της περιπτώσεως λογιστικής που περιέχει ορισμένα ασήμαντα σφάλματα που διορθώνονται εύκολα (οπότε η ενίσχυση χορηγείται). Μεταξύ των δύο αυτών περιπτώσεων, το βάρος της αποδείξεως που φέρει η εταιρία η οποία δεν τήρησε ακριβή λογιστική μπορεί να είναι ιδιαίτερα μεγάλο, επειδή ως μόνη απόδειξη δεν μπορεί να προσκομίσει παρά μόνο πρωτότυπα έγγραφα, όπως τιμολόγια ή αποδεικτικά παραδόσεως, εφόσον υπάρχουν. Στο εθνικό δικαστήριο ή την εθνική αρχή εναπόκειται να προσδιορίσει, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, αν μία λογιστική μπορεί να διορθωθεί κατά τρόπο επαρκώς σαφή και αξιόπιστο ώστε να αποδειχθεί ότι οφείλεται η ενίσχυση για ορισμένες ενέργειες.
Κατά συνέπεια νομίζω ότι στο υποβληθέν ερώτημα πρέπει να δοθεί η ακόλουθη απάντηση:
"Δεν αποδείχθηκε ότι το άρθρο 4, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1530/78 της Επιτροπής, το οποίο επιβάλλει την τήρηση λογιστικής αποθήκης που να περιέχει συγκεκριμένες ενδείξεις, είναι παράνομο, επειδή εξέρχεται της νομοθετικής αρμοδιότητας της Επιτροπής που της παρασχέθηκε με το άρθρο 3γ του κανονισμού ΕΟΚ 516/77 του Συμβουλίου, όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό ΕΟΚ 1152/78 του Συμβουλίου η τήρηση λογιστικής αποθήκης που είναι ακριβής ως προς τα ουσιώδη στοιχεία συνιστά προϋπόθεση της γενέσεως του δικαιώματος προς ενίσχυση, ακόμη και αν ορισμένα σφάλματα ή παραλήψεις μπορούν να διορθωθούν με τη βοήθεια άλλων εγγράφων."
Εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων των διαδίκων της κύριας δίκης τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Επιτροπή δεν αποδίδονται.
(*) Μετάφραση από τα αγγλικά.
Full & Egal Universal Law Academy