Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1. Μολονότι η υπόθεση αυτή έχει ήδη απασχολήσει το Δικαστήριο κατά την εξέταση της ένστασης απαραδέκτου που προέβαλε το καθού και που οδήγησε στην έκδοση της παρεμπίπτουσας αποφάσεως της 8ης Μαρτίου 1988, ας μου επιτραπεί να υπενθυμίσω σύντομα ορισμένα περιστατικά και σημαντικές ημερομηνίες που πρέπει να ληφθούν υπόψη όταν θα εκδοθεί η απόφαση επί της ουσίας.
2. 1. Με απόφαση που άρχισε να ισχύει από 1ης Αυγούστου 1981, ο Brown, με βαθμό C 2, κλιμάκιο 5, μέχρι τότε, διορίσθηκε στο βαθμό Β 5, κλιμάκιο 4. 'Ετσι, σύμφωνα με το άρθρο 45, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων, κατόπιν διαγωνισμού (εσωτερικού βάσει τίτλων και εξετάσεων), ο Brown ανήλθε σε υψηλότερη κατηγορία. Προκειμένου να καλυφθεί η διαφορά μεταξύ των αποδοχών που αντιστοιχούσαν στην παλαιά και στη νέα κατάταξή του, χορηγήθηκε στο Brown επίδομα διαφοράς αποδοχών αποκαλούμενο "φθίνον", δεδομένου ότι, σύμφωνα με το ισχύον τότε σύστημα, εξαφανιζόταν σταδιακά ανάλογα με την αντίστοιχη αύξηση στη νέα κατάταξη.
3. 2. Στις 29 Ιανουαρίου 1985, το Δικαστήριο, με την απόφασή του στην υπόθεση 273/83, Michel κατά Επιτροπής, σκέψη 23 (Συλλογή 1985, σ. 347), έκρινε ότι
"οι εν λόγω διατάξεις του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι η κατάταξη υπαλλήλου σε κλιμάκιο κατά τη μετάβασή του από μια κατηγορία σε άλλη πρέπει να βασίζεται στις αρχές που αναφέρονται στο άρθρο 46 και όχι στις αρχές του άρθρου 32, δεύτερο εδάφιο".
4. 3. Στις 10 Απριλίου 1986, ο πρόεδρος του Δικαστηρίου, υπό την ιδιότητά του ως ΑΔΑ έλαβε τη γενική απόφαση σχετικά με τη "μετάβαση από μια κατηγορία σε υψηλότερη κατηγορία κατόπιν διαγωνισμού" (βλέπε τίτλο της ανακοίνωσης με την οποία η απόφαση γνωστοποιήθηκε στο προσωπικό). Στο τμήμα Α της απόφασης αυτής αναφέρονται τα συμπεράσματα σχετικά με την κατάταξη σε κλιμάκιο στα οποία είχε καταλήξει το Δικαστήριο με την απόφαση Michel ως προς την εφαρμογή του άρθρου 46 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως. Προκαταρκτικά, η απόφαση διασαφήνιζε πάντως ότι
"η κατάταξη σε βαθμό μετά από μετάβαση υπαλλήλου από μια κατηγορία σε υψηλότερη κατηγορία κατόπιν διαγωνισμού εξακολουθεί, καταρχήν, να ορίζεται στον εισαγωγικό βαθμό της θέσης για την οποία προσλήφθηκε".
Με το τμήμα Β της απόφασης θεσπίζεται, με ισχύ από 1ης Μαρτίου 1986, νέο σύστημα επιδόματος διαφοράς αποδοχών αποκαλούμενο "εξελικτικό", καθόσον το επίδομα θα υπολογίζεται του λοιπού αφού ληφθεί υπόψη η "πλασματική σταδιοδρομία" που ο ενδιαφερόμενος θα είχε συμπληρώσει αν είχε παραμείνει στην παλαιά του κατηγορία. Με βάση την απόφαση αυτή, η οποία εφαρμοζόταν επίσης - χωρίς όμως αναδρομικό αποτέλεσμα - σε όλους εκείνους οι οποίοι είχαν ανέλθει σε υψηλότερη κατηγορία πριν από την 1η Μαρτίου 1986, ο Brown, ο οποίος είχε προαχθεί στο βαθμό Β 4, κλιμάκιο 2, την 1η Ιανουαρίου 1986, λάμβανε επομένως επίδομα ίσο προς τη διαφορά μεταξύ των αποδοχών που αντιστοιχούσαν στην κατάταξη αυτή και των αποδοχών που αντιστοιχούν στο βαθμό C 2, κλιμάκιο 7, που θα είχε από την 1η Αυγούστου 1984 μέχρι την 1η Αυγούστου 1986 αν είχε παραμείνει στην κατηγορία C.
5. 4. Με την παρεμπίπτουσα απόφασή του της 8ης Μαρτίου 1988, το Δικαστήριο έκρινε απαράδεκτη την προσφυγή που άσκησε εν τω μεταξύ ο Brown
"καθόσον απέβλεπε στη χορήγηση επιδόματος διαφοράς αποδοχών υπολογιζόμενου σύμφωνα με τα κριτήρια που καθορίζονται με την εν λόγω γενική απόφαση από την ημέρα διορισμού του προσφεύγοντος" στο βαθμό Β 5, κλιμάκιο 4 (σκέψη 14).
Αντιθέτως, το Δικαστήριο έκρινε ότι η προσφυγή ήταν παραδεκτή καθόσον απέβλεπε
"στη χορήγηση από 1ης Φεβρουαρίου 1985 επιδόματος διαφοράς αποδοχών σύμφωνα με τη γενική απόφαση του Προέδρου του Δικαστηρίου της 10ης Απριλίου 1986" (σημείο 1 του διατακτικού).
6. Παρά τις πολύ σαφείς αυτές σκέψεις της παρεμπίπτουσας απόφασης της 8ης Μαρτίου 1986, ο προσφεύγων, με το υπόμνημά του απαντήσεως, που υπέβαλε αφού η απόφαση αυτή είχε δημοσιευθεί, ζητεί από το Δικαστήριο όχι μόνο να αναγνωρίσει ότι το νέο σύστημα επιδόματος διαφοράς αποδοχών έπρεπε να είχε εφαρμοσθεί στην περίπτωσή του από 1ης Φεβρουαρίου 1985, αλλά ακόμη
"να κρίνει ότι, εν πάση περιπτώσει, ο προσφεύγων δικαιούται να λάβει το επίδομα διαφοράς αποδοχών ώστε να καλύπτεται η διαφορά μεταξύ του μισθού του προηγούμενού του βαθμού C 2, κλιμάκιο 5 και του μισθού που αντιστοιχεί στο βαθμό Β 4, κλιμάκιο 2 από την 1η Φεβρουαρίου 1985".
7. Το καθού διακρίνει στο αίτημα αυτό έμμεση προσπάθεια επαναφοράς στη συζήτηση του τμήματος της προσφυγής που το Δικαστήριο είχε κρίνει απαράδεκτο με την απόφαση της 8ης Μαρτίου 1988, δεδομένου ότι με το αίτημα αυτό εξακολουθεί να αμφισβητείται η κατάταξη του Brown στο βαθμό Β 5, κλιμάκιο 4, όπως είχε καθορισθεί κατά τη μετάβασή του στην κατηγορία Β το 1981. Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, ο προσφεύγων πράγματι διασαφήνισε ότι η προσφυγή του στρεφόταν όχι μόνο κατά του τμήματος Β της προσβαλλόμενης γενικής αποφάσεως, αλλά και κατά του τμήματος Α σχετικά με την κατάταξη σε βαθμό και σε κλιμάκιο, του οποίου αμφισβητεί επίσης τη μη αναδρομικότητα. Χωρίς να ληφθεί υπόψη το ότι η εφαρμογή των διατάξεων του τμήματος αυτού στην περίπτωση του προσφεύγοντος κατά το διορισμό του στην κατηγορία Β ή με ισχύ από 1ης Φεβρουαρίου 1985 δεν θα του παρείχαν κανένα ευεργέτημα, δεδομένου ότι κατατάχθηκε στο υψηλότερο κλιμάκιο του εισαγωγικού βαθμού της νέας κατηγορίας του, το κεφάλαιο αυτό της προσφυγής του είναι προφανώς απαράδεκτο διότι είτε ισοδυναμεί με αμφισβήτηση, εκτός των προθεσμιών της προσφυγής, της κατάταξης η οποία έγινε κατά τη μετάβασή του στην κατηγορία Β, είτε συνιστά νέο αίτημα το οποίο δεν είχε διατυπωθεί στο δικόγραφο της προσφυγής ούτε, εξάλλου, στην απάντηση.
8. Εξάλλου, κατά το μέτρο που το αίτημά του θα πρέπει να ερμηνευθεί ως αποβλέπον όχι στην αναθεώρηση της κατάταξής του, αλλά στη χορήγηση επιδόματος το οποίο θα του εξασφαλίζει, παρά την κατάταξή του στο βαθμό Β 5, κλιμάκιο 4, αποδοχές που αντιστοιχούν στο βαθμό Β 4, κλιμάκιο 2, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, ιδίως λόγω της αναδρομής στην 1η Φεβρουαρίου 1985, ημερομηνία κατά την οποία η κατάταξή του ήταν πάντα στο βαθμό Β 5, κλιμάκιο 4 και όχι στο βαθμό Β 4, κλιμάκιο 2, η πραγματική σημασία του αιτήματος δεν μπορεί να είναι άλλη από τη χορήγηση, επιπλέον του "εξελικτικού" επιδόματος διαφοράς αποδοχών που θεσπίσθηκε με τη γενική απόφαση της 10ης Απριλίου 1986, επιδόματος το οποίο να καλύπτει τη διαφορά μεταξύ των αποδοχών που αντιστοιχούν στον πραγματικό του βαθμό και κλιμάκιο, δηλαδή στο βαθμό Β 5, κλιμάκιο 4 και εκείνων που αντιστοιχούν στο βαθμό και στο κλιμάκιο που καθορίσθηκαν με βάση υποθετική κατάταξη στο βαθμό Β 4, κλιμάκιο 2. Πράγματι, τον Μάρτιο 1986, ημερομηνία κατά την οποία η επίδικη γενική απόφαση ανέπτυξε τα αποτελέσματά της, όπως και κατά τον Φεβρουάριο 1985, ημερομηνία από την οποία ο προσφεύγων θέλει να αρχίσει η αναδρομικότητα της απόφασης, ο προσφεύγων έλαβε ή θα λάβει, κατ' εφαρμογή της εν λόγω αποφάσεως, επίδομα καλύπτον τη διαφορά μεταξύ του πραγματικού του βαθμού και του βαθμού C 2, κλιμάκιο 7, που θα είχε αν δεν είχε μεταβάλει κατηγορία. 'Ομως, ο βασικός μισθός που αντιστοιχεί στο βαθμό C 2, κλιμάκιο 7, δεν είναι μόνον υψηλότερος από τον μισθό που αντιστοιχεί στο βαθμό Β 5, κλιμάκιο 4, αλλά και από εκείνον που αντιστοιχεί στο βαθμό Β 4, κλιμάκιο 2. Από αυτό προκύπτει ότι και στην περίπτωση αυτή το αίτημά του πρέπει να κριθεί απαράδεκτο λόγω του ότι βαίνει πέραν αυτού που το Δικαστήριο έκρινε παραδεκτό, δηλαδή "τη χορήγηση, από 1ης Φεβρουαρίου 1985, επιδόματος διαφοράς αποδοχών υπολογιζόμενου σύμφωνα με τη γενική απόφαση του Προέδρου του Δικαστηρίου της 10ης Απριλίου 1986".
9. Το μόνο ζήτημα το οποίο μένει ακόμη να επιλυθεί μετά την παρεμπίπτουσα απόφαση του Δικαστηρίου της 8ης Μαρτίου 1988 είναι, επομένως, εκείνο της αναδρομικότητας του τμήματος Β της προσβαλλόμενης γενικής αποφάσεως. Συγκεκριμένα, το ζήτημα είναι αν στην απόφαση Michel της 29ης Ιανουαρίου 1985 μπορεί να θεμελιωθεί το αίτημα του προσφεύγοντος να του χορηγηθεί, από το μήνα που ακολουθεί την έκδοση της απόφασης, εξελικτικό επίδομα διαφοράς αποδοχών όπως εκείνο που θεσπίσθηκε με την εν λόγω γενική απόφαση.
10. Κατά του αιτήματος αυτού, το καθού προβάλλει τα εξής τρία επιχειρήματα:
1) το επίδομα διαφοράς αποδοχών, ανεξαρτήτως του αν είναι "φθίνον" ή "εξελικτικό", δεν προβλέπεται από τον κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως, αλλά στηρίχθηκε σε σκέψεις συνδεόμενες με την πολιτική διοικήσεως του προσωπικού, χωρίς να υπάρχει καμιά νομική υποχρέωση
2) η αρχή της ασφάλειας του δικαίου εμποδίζει να προσδίδεται σε κοινοτική πράξη αναδρομικό αποτέλεσμα, εκτός εξαιρέσεως, όταν αυτό επιβάλλεται από τον επιδιωκόμενο σκοπό και εφόσον η δικαιολογημένη εμπιστοσύνη των ενδιαφερομένων γίνεται προσηκόντως σεβαστή
3) η απόφαση Michel δεν αφορά καθόλου το ζήτημα του επιδόματος διαφοράς αποδοχών, αλλά έχει ως μόνο αντικείμενο την κατάταξη σε κλιμάκιο υπαλλήλου μετά τη μετάβασή του σε υψηλότερη κατηγορία.
11. 'Ολα αυτά τα επιχειρήματα αποβλέπουν στο να αποδειχθεί ότι ο πρόεδρος του Δικαστηρίου δεν υπείχε υποχρέωση ούτε δυνάμει του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως ούτε βάσει της απόφασης Michel να θεσπίσει εξελικτικό επίδομα διαφοράς αποδοχών - ή οποιασδήποτε μορφής - και, επομένως, ο προσφεύγων δεν δικαιούται να ζητήσει όπως ευεργέτημα το οποίο δεν του οφείλεται κανονικά να του χορηγηθεί αναδρομικώς.
12. Ευθύς εξαρχής αναφέρω ότι, όσον αφορά το αποτέλεσμα στο οποίο καταλήγει, δηλαδή στην απόρριψη της προσφυγής, η άποψη του καθού είναι ακριβής. Πάντως, όπως έχει διατυπωθεί, δεν μου φαίνεται ιδιαίτερα ορθή ή, εν πάση περιπτώσει, στερείται αποχρώσεων.
13. Είναι αληθές ότι αντικείμενο της διαφοράς στην υπόθεση Michel ήταν η κατάταξη του προσφεύγοντος σε κλιμάκιο μετά τη μετάβασή του σε υψηλότερη κατηγορία. Είναι επίσης αληθές ότι στον κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως δεν γίνεται λόγος για επίδομα διαφοράς αποδοχών προοριζόμενο να καλύψει την ενδεχόμενη διαφορά μεταξύ των παλαιών και των νέων αποδοχών που λαμβάνει ο υπάλληλος ο οποίος μεταβαίνει από μια κατηγορία σε άλλη.
14. Η εξήγηση βρίσκεται στο ότι το άρθρο 46 αναφέρεται ρητά μόνο στην περίπτωση προαγωγής σε υψηλότερο βαθμό εντός της ίδιας κατηγορίας και στην περίπτωση αυτή, με τις διατάξεις του σχετικά με την κατάταξη σε κλιμάκιο, εξασφαλίζει ότι ο προαχθείς υπάλληλος λαμβάνει πράγματι στο νέο του βαθμό βασικό μισθό ίσο τουλάχιστον, αν όχι υψηλότερο, με εκείνον που εισέπραττε στον παλαιό του βαθμό.
15. Αλλά, ο κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως σιωπά όσον αφορά την κατάταξη σε κλιμάκιο ενός υπαλλήλου ο οποίος μεταβαίνει σε υψηλότερη κατηγορία. 'Ομως, όπως έχουμε δει, επ' αυτού έχει εκδοθεί η απόφαση Michel, με την οποία το Δικαστήριο, αναλύοντας τις εν λόγω οργανικές διατάξεις αφού έλαβε υπόψη το πλαίσιο και τον σκοπό τους, έκρινε ότι η κατάταξη σε κλιμάκιο κατά τη μετάβαση σε υψηλότερη κατηγορία πρέπει να γίνεται βάσει των αρχών του άρθρου 46 και όχι του άρθρου 32. 'Οπως προκύπτει από την προαναφερθείσα σκέψη 23 της εν λόγω αποφάσεως, η οποία αρχίζει με τις λέξεις "από τα προηγούμενα συνάγεται ...", εφάρμοσε πάντως έτσι στην κατάταξη σε κλιμάκιο τη γενική διαπίστωση στην οποία προέβη με την προηγούμενη σκέψη, δηλαδή ότι,
"προκειμένου οι υπάλληλοι που έχουν έναν από τους πιο υψηλούς βαθμούς μιας κατηγορίας να μην υποστούν ζημία, μερικές φορές σημαντική, όσον αφορά το χρόνο υπηρεσίας και το μισθό, σε σχέση με τους συναδέλφους τους κατά τη μετάβασή τους στην ανώτερη κατηγορία, είναι ... αναγκαίο να εφαρμοσθούν στην περίπτωσή τους οι αρχές που προβλέπονται στο άρθρο 46 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως".
16. 'Ομως, το άρθρο 46 περιέχει, στο έδαφιο 2, διάταξη η οποία ορίζει ότι
"σε καμία περίπτωση ο υπάλληλος δεν λαμβάνει στο νέο του βαθμό βασικό μισθό κατώτερο από εκείνον που εισέπραττε στον παλαιό του βαθμό".
Εξάλλου, με την απόφαση Michel το Δικαστήριο παρατήρησε ότι το άρθρο 46 έχει ιδίως ως σκοπό να εξασφαλίσει κατά την εξέλιξη της σταδιοδρομίας των υπαλλήλων τη μεγαλύτερη δυνατή συνέχεια όχι μόνον όσον αφορά το χρόνο υπηρεσίας αλλά και το μισθό τους (βλέπε σκέψεις 21 και 22).
17. Από αυτό συνάγω ότι, μολονότι ο κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως δεν προβλέπει ρητά τη χορήγηση επιδόματος διαφοράς αποδοχών, οποιασδήποτε μορφής, δεν επιτρέπει εντούτοις να υφίσταται ο υπάλληλος μείωση του μισθού του μετά τη μετάβασή του σε υψηλότερη κατηγορία. Το όλο πρόβλημα είναι κατά ποιον τρόπο, ελλείψει διευκρινίσεων στον ίδιο τον κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως, μια τέτοια κατάσταση πρέπει να αποφευχθεί.
18. Σχετικώς, θα μπορούσε να γίνει η σκέψη ο ενδιαφερόμενος υπάλληλος να κατατάσσεται σε τέτοιο βαθμό και κλιμάκιο ώστε οι αποδοχές του να μην είναι χαμηλότερες από εκείνες που εισέπραττε στην παλαιά του κατηγορία. Πράγματι, ενόψει του πίνακα των μηνιαίων βασικών μισθών που περιλαμβάνεται στο άρθρο 66 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως προκύπτει ότι, από τη στιγμή που ο υπάλληλος ο οποίος μεταβάλλει κατηγορία κατατάσσεται στον εισαγωγικό βαθμό της νέας του κατηγορίας, υπάρχει κίνδυνος ο νέος του μισθός να είναι χαμηλότερος από εκείνον που εισέπραττε προηγουμένως, ιδίως, λόγω του γεγονότος ότι ο εισαγωγικός βαθμός στις διάφορες κατηγορίες περιλαμβάνει γενικά μόνον τέσσερα κλιμάκια.
19. Το ζήτημα όμως αυτό, δηλαδή το ζήτημα αν, σε μια τέτοια κατάσταση, ο υπάλληλος πρέπει να κατατάσσεται σε υψηλότερο από τον εισαγωγικό βαθμό, μπορεί να παραμείνει αναπάντητο στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης, δεδομένου ότι εν προκειμένω ο προσφεύγων δεν μπορεί παραδεκτώς να προσβάλει ούτε την κατάταξή του όπως είχε καθορισθεί κατά το διορισμό του στην κατηγορία Β ούτε να ζητήσει μια τέτοια κατάταξη αναδρομικώς από 1ης Φεβρουαρίου 1985. Θα περιορισθώ να διευκρινίσω απλώς ότι, κατά την άποψή μου, αυτό που εμποδίζει την αποδοχή της αρχής της κατάταξης σε υψηλότερο από τον εισαγωγικό βαθμό δεν είναι τόσο τα επιχειρήματα που προβάλλει σχετικώς το καθού, όπως επαναλαμβάνονται στο σημείο ΙΙΙ.9 της έκθεσης για την επ' ακροατηρίου συζήτηση, αλλά μάλλον η σκέψη ότι η κατάταξη πρέπει να εξαρτάται από τη φύση της προς κατάληψη θέσεως και τα προς άσκηση καθήκοντα και δεν πρέπει να γίνεται ανάλογα με τις αποδοχές (1).
20. Οπωσδήποτε, στην περίπτωση κατά την οποία μια τέτοια κατάταξη δεν μπορεί να γίνει, οι διατάξεις του άρθρου 46, δυνάμει των οποίων ο υπάλληλος ο οποίος μεταβάλλει κατηγορία δεν πρέπει να υποστεί μείωση του μισθού, υποχρεώνουν τα κοινοτικά όργανα να του χορηγήσουν επίδομα προοριζόμενο να συμψηφίσει τη διαφορά μεταξύ του παλαιού και του νέου βασικού μισθού του.
21. Εδώ έγκειται, κατά την άποψή μου, το "νέο στοιχείο" στην απόφαση Michel. Στην προγενέστερη νομολογία, όπως διαμορφώθηκε ιδίως με την απόφαση της 13ης Ιουλίου 1972, Besnard και λοιποί κατά Επιτροπής (συνεκδικασθείσες υποθέσεις 55 έως 76, 86, 87 και 95/71, Rec. 1972, σ. 543), πράγματι, το Δικαστήριο θεωρώντας ότι υπάρχει σαφής διάκριση μεταξύ της προαγωγής που αναφέρει το άρθρο 45, παράγραφος 1, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως και της μετάβασης σε υψηλότερη κατηγορία, κατά το άρθρο 45, παράγραφος 2, έκρινε ότι
"οι διατάξεις του άρθρου 46 δεν εφαρμόζονται, καθεαυτές, στην αλλαγή κατηγορίας" (σκέψη 10).
'Ετσι, κατέληγε στο συμπέρασμα ότι υπήρχε μόνον απλή ευχέρεια της διοικητικής αρχής
"να αποφεύγεται όπως η άνοδος ενός υπαλλήλου στην ιεραρχία έχει ως αποτέλεσμα να του παρέχονται χαμηλότερες αποδοχές από εκείνες που θα εισέπραττε στην παλαιά υπηρεσιακή του κατάσταση" (σκέψη 20).
και έκανε δεκτό ότι μια τέτοια μέριμνα, μολονότι δεν δικαιολογούσε παρέκκλιση από τον κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως,
"δεν εμπόδιζε πάντως την προσωρινή χορήγηση συμψηφιστικού επιδόματος" (σκέψη 21).
22. Η απόφαση Michel, με την οποία γίνεται δεκτό ότι η εφαρμογή των αρχών του άρθρου 46 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως στην περίπτωση αλλαγής κατηγορίας, ακριβώς για να μην υφίστανται οι ενδιαφερόμενοι υπάλληλοι μείωση, μερικές φορές σημαντική, αρχαιότητας και μισθού, μεταβάλλει την ευχέρεια αυτή σε υποχρέωση, τουλάχιστον στις περιπτώσεις εκείνες που η κατάταξή τους στη νέα κατηγορία δεν τους εξασφαλίζει βασικό μισθό τουλάχιστον ίσο με εκείνον που θα εισέπρατταν στην παλαιά τους κατηγορία.
23. Με αυτό το δεδομένο, θεωρώ πάντως ότι η έννοια του "βασικού μισθού" πρέπει να νοείται ως καλύπτουσα το τμήμα των αποδοχών του υπαλλήλου εκτός των οικογενειακών επιδομάτων και των επιδομάτων του άρθρου 62, εδάφιο 3, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως. Ο βασικός μισθός τον οποίο εισπράττει ο υπάλληλος στη νέα του κατηγορία δεν πρέπει, επομένως, να αντιστοιχεί κατ' ανάγκη σε έναν από τους "βασικούς μηνιαίους μισθούς" όπως υπολογίζονται στο άρθρο 66 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως. Πράγματι, ο σκοπός δεν είναι να εξασφαλισθεί η αύξηση του βασικού μισθού, αλλά να αποφευχθεί οποιαδήποτε μείωσή του.
24. Από αυτό προκύπτει ότι το "φθίνον" επίδομα μπορεί να ανταποκριθεί πλήρως στο σκοπό αυτόν. 'Ενα τέτοιο επίδομα διασφαλίζει ότι ο υπάλληλος ο οποίος διορίσθηκε σε υψηλότερη κατηγορία εξακολουθεί, παρά την κατάταξή του, να λαμβάνει τουλάχιστον το βασικό μισθό που εισέπραττε στην παλαιά του κατηγορία. Σε μια τέτοια περίπτωση, συνάγεται ότι η θέσπιση επιδόματος "εξελικτικού" τύπου, περισσότερο ευνοϊκού, δεν στηρίζεται σε νόμιμη υποχρέωση που βαρύνει τις διοικητικές αρχές, ώστε ο υπάλληλος ο οποίος μεταβάλλει κατηγορία σε καμιά περίπτωση δεν δικαιούται να ζητήσει να του χορηγηθεί το επίδομα αυτό αναδρομικώς.
25. Στην αλληλουχία αυτή, ας μου επιτραπεί εξάλλου να παρατηρήσω ότι, με την προαναφερθείσα απόφαση Besnard η οποία, το αναφέρω παρεμπιπτόντως, αφορούσε τη γενική διοικητική απόφαση της Επιτροπής βάσει της οποίας είχε γίνει η ατομική κατάταξη του προσφεύγοντος στην υπόθεση Michel, το Δικαστήριο έκρινε ότι, με τη χορήγηση συμψηφιστικού επιδόματος το οποίο ελάμβανε υπόψη την πλασματική σταδιοδρομία των ενδιαφερομένων υπαλλήλων στην παλαιά τους κατηγορία,
"η σκέψη αυτή (το νόμιμο συμφέρον που έχει ο υπάλληλος όπως η εξέλιξή του δεν συνεπάγεται, εκτός εξαιρέσεως, μείωση του μισθού) αναπτύχθηκε, υπέρ των προσφευγόντων, μέχρι τα ακρότατα όριά της" (βλέπε σκέψεις 31 και 32).
26. Βάσει όλων των προαναφερθέντων, επιβάλλεται επομένως το συμπέρασμα ότι το αίτημα του Brown να του χορηγηθεί, από 1ης Φεβρουαρίου 1985, επίδομα διαφοράς αποδοχών υπολογιζόμενο σύμφωνα με τη γενική απόφαση του προέδρου του Δικαστηρίου της 10ης Απριλίου 1986 είναι αβάσιμο. Επομένως, η προσφυγή του πρέπει να απορριφθεί και τα δικαστικά έξοδα να κατανεμηθούν σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 70 του κανονισμού διαδικασίας.
(*) Γλώσσα του πρωτοτύπου : η γαλλική.
(1) Βλέπε απόφαση του Δικαστηρίου της 13ης Ιουλίου 1972 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 55 έως 76, 86, 87 και 95/71 (Besnard και λοιποί κατά Συμβουλίου, Rec. 1972, σ. 543), ιδίως τις σκέψεις 19 ("οι αποδοχές είναι συνάρτηση του βαθμού και της θέσης και όχι το αντίθετο") και 31 ("ο βαθμός στον οποίο εντάσσεται ο υπάλληλος μετά την αλλαγή κατηγορίας δεν μπορεί να καθορίζεται από τις αποδοχές που λάμβανε προηγουμένως").
Full & Egal Universal Law Academy