Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1. Ο Del Plato άσκησε προσφυγή η οποία αφορά κυρίως τους όρους υπό τους οποίους η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή μπορεί να εγκαταλείψει τις δυνατότητες εσωτερικής προαγωγής και να προβεί σε διορισμό απ' έξω για τις θέσεις του επιστημονικού και τεχνικού κλάδου.
2. Ο ενδιαφερόμενος, διπλωματούχος αρχιτέκτων, είναι μόνιμος υπάλληλος της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, υπηρετεί δε στο Κοινό Κέντρο Ερευνών της Ispra. Εργάζεται από το 1967 και βρίσκεται ήδη στο βαθμό Β 3 του επιστημονικού και τεχνικού κλάδου.
3. Το Δικαστήριο έχει ήδη εκδικάσει τις άκαρπες απόπειρές του να μεταπηδήσει στην κατηγορία Α κρίνοντας τις προσφυγές που άσκησε αυτός ο ίδιος και οι συνάδελφοί του κατά της αρνήσεως εγγραφής τους σε πίνακα καταλληλότητας ασκήσεως των καθηκόντων της κατηγορίας αυτής (1).
4. Τα πραγματικά περιστατικά της παρούσας δίκης μπορούν να συνοψιστούν ως εξής:
Κατόπιν προκηρύξεως κενής της θέσεως του προϊσταμένου της υπηρεσίας στην οποία εργάζεται ο Del Plato, ο τελευταίος υπέβαλε υποψηφιότητα στις 29 Απριλίου 1986. Την ίδια μέρα του αντιτάχθηκε προφορική άρνηση από έναν υπάλληλο του "Γραφείου υποψηφιοτήτων". Στις 30 Απριλίου 1986 υπέβαλε ο προσφεύγων την υποψηφιότητά του με συστημένη επιστολή και απόδειξη παραλαβής.
Στις 9 Σεπτεμβρίου 1986, προ της απουσίας οποιασδήποτε απαντήσεως της Επιτροπής, ο Del Plato άσκησε διοικητική ένσταση η οποία πρωτοκολλήθηκε στη γενική γραμματεία της Επιτροπής στις 11 Σεπτεμβρίου 1986. Εν τω μεταξύ, ένα νέο οργανόγραμμα εμφάνισε τον Timm ως διορισθέντα στην κενή θέση.
Η Επιτροπή απήντησε στη διοικητική αυτή ένσταση με απορριπτικό έγγραφο της 9ης Απριλίου 1987.
5. Ο Del Plato άσκησε στις 10 Απριλίου 1987 προσφυγή ενώπιον του Δικαστηρίου, με την οποία ζητεί:
- την ακύρωση της απορρίψεως της υποψηφιότητάς του
- την ακύρωση του διορισμού του Timm
- την ακύρωση της σιωπηράς απορρίψεως της διοικητικής του ενστάσεως
και επικουρικά
- την καταδίκη της Επιτροπής σε αποζημίωση.
6. Μετά την υποβολή του υπομνήματός της αντικρούσεως επί της ουσίας καθώς και του υπομνήματος ανταπαντήσεως στον προσφεύγοντα, προέβαλε η Επιτροπή κατά της προσφυγής ορισμένες ενστάσεις απαραδέκτου. Προσέθεσε δε ότι οι ενστάσεις αυτές μπορούν να προβληθούν ανεξάρτητα από το σημείο στο οποίο βρίσκεται η δίκη για το λόγο ότι αφορούν την προθεσμία ασκήσεως προσφυγής η οποία είναι δημοσίας τάξεως. Είναι αληθές ότι η πάγια νομολογία του Δικαστηρίου αναγνωρίζει στις προθεσμίες προσφυγής το χαρακτήρα αυτό (2).
7. Εντούτοις, κατά την έρευνα των ενστάσεων απαραδέκτου φαίνεται ότι ναι μεν η πρώτη μεταξύ αυτών αφορά πράγματι την προθεσμία ασκήσεως της προσφυγής, όσον αφορά την κρίση ως απαραδέκτου λόγω εκπροθέσμου του αιτήματος ακυρώσεως της απορρίψεως της υποψηφιότητας του προσφεύγοντος, αντιθέτως όμως, οι άλλες τρεις ενστάσεις στηρίζονται η μία στην έλλειψη εννόμου συμφέροντος ασκήσεως της προσφυγής, η άλλη στο ότι δεν είναι δεκτική προσφυγής η προσβαλλόμενη πράξη, η δε τρίτη στην έλλειψη προηγουμένης ασκήσεως διοικητικής ενστάσεως. Αλλά το άρθρο 42, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας απαγορεύει την προβολή νέων ισχυρισμών κατά τη διάρκεια της δίκης εκτός αν στηρίζονται σε νομικά και πραγματικά στοιχεία που ανέκυψαν κατά την έγγραφη διαδικασία. Αντιθέτως, το άρθρο 92, παράγραφος 2, του ίδιου κανονισμού επιτρέπει στο Δικαστήριο να ερευνά αυτεπαγγέλτως οποτεδήποτε το απαράδεκτο για λόγους δημοσίας τάξεως.
8. Ο προσφεύγων επαφίεται στο σημείο αυτό στην κρίση του Δικαστηρίου.
9. Η νομολογία του Δικαστηρίου έχει ήδη εκφρασθεί επί των δυσχερών αυτών ζητημάτων. 'Ετσι ερευνήθηκε αυτεπαγγέλτως, κατ' εφαρμογή του άρθρου 92, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, το απαράδεκτο για λόγους δημοσίας τάξεως που οφείλεται:
- στην έλλειψη εννόμου συμφέροντος ασκήσεως προσφυγής (3),
- στην έλλειψη προηγουμένης διοικητικής ενστάσεως ή στην πλημμέλεια της σχετικής διαδικασίας (4),
- στην έλλειψη βλαπτικής αποφάσεως (5),
- στο δεδικασμένο (6),
- στην ύπαρξη πράξεως η οποία δεν αφορά ατομικά και άμεσα τον προσφεύγοντα (7),
- τέλος, και αυτό αποτελεί απλώς υπόμνηση, στη λήξη των προθεσμιών ασκήσεως ενδίκων βοηθημάτων (8).
10. Εν προκειμένω φρονώ ότι αυτή η νομολογιακή κατασκευή μπορεί να οδηγήσει στη διάκριση μεταξύ του απαραδέκτου που δεν είναι δημοσίας τάξεως και το οποίο δεν μπορεί, κατά συνέπεια, να προβληθεί παρά μόνο κατά την έναρξη της δίκης, in limine litis, και του απαραδέκτου που είναι δημοσίας τάξεως και το οποίο, δεδομένου ότι μπορεί να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως οποτεδήποτε από το Δικαστήριο κατ' εφαρμογή του άρθρου 92, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, μπορεί επίσης να προβληθεί από τους διαδίκους, ανεξάρτητα από τη φάση της διαδικασίας. Δεν θα μπορούσε πράγματι να γίνει νοητό ότι μια ένσταση δημοσίας τάξεως μπορεί ακόμη να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο και δεν μπορεί να προβληθεί από τους διαδίκους, οι οποίοι ενδιαφέρονται επίσης, μαζί με το Δικαστήριο, για την τήρηση της δημοσίας τάξεως. Η κατασκευή αυτή η οποία έχει το προσόν της λογικής φαίνεται να συμβιβάζει συγχρόνως τις ανάγκες της δημοσίας τάξεως και την προστασία των δικαιωμάτων αμύνης.
11. 'Οπως κι αν έχει το πράγμα, στην προκειμένη περίπτωση οι ενστάσεις που προβάλλει η Επιτροπή είναι προδήλως παραδεκτές. 'Οπως υπενθύμισα, το Δικαστήριο έχει ήδη αναγνωρίσει το χαρακτήρα δημοσίας τάξεως στο απαράδεκτο λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος ασκήσεως της προσφυγής, λόγω του μη δεκτικού προσβολής χαρακτήρα της προσβαλλομένης πράξεως και λόγω ελλείψεως προηγουμένης διοικητικής ενστάσεως. 'Ετσι λοιπόν θα προχωρήσω στην έρευνα της βασιμότητας αυτών των ενστάσεων.
12. Η πρώτη ένσταση στρέφεται κατά του αιτήματος ακυρώσεως της απορρίψεως της υποψηφιότητας του προσφεύγοντος. Η Επιτροπή εκθέτει, αφενός, ότι δεν υπάρχει διαφορά κατά το μέτρο που ο προσφεύγων ζήτησε να προαχθεί και όχι να μετάσχει σε εσωτερικό διαγωνισμό, αφετέρου δε, ότι, εφόσον η υποψηφιότητά του της 29ης Απριλίου 1985 απορρίφθηκε την ίδια μέρα από την αρμόδια υπηρεσία, η διοικητική του ένσταση της 11ης Σεπτεμβρίου 1986 υποβλήθηκε πέραν της προθεσμίας των τεσσάρων μηνών και ότι κατά συνέπεια η σιωπηρή απορριπτική απόφαση που ακολούθησε τη διοικητική του ένσταση αποτελεί επιβεβαίωση της πρώτης απορρίψεως και επομένως δεν είναι δεκτική προσφυγής.
13. Το πρώτο σκέλος της ενστάσεως παρίσταται αλυσιτελές. Η προσφυγή ζητεί από το Δικαστήριο να ακυρώσει την άρνηση που προβλήθηκε κατά της αιτήσεως συμμετοχής σε εσωτερικό διαγωνισμό, αλλά η υποψηφιότητα που έχει επισυναφθεί σ' αυτή την προσφυγή στηρίζεται στο άρθρο 29, παράγραφος 1, στοιχείο α), του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, δηλαδή στη διαδικασία προαγωγής-μεταθέσεως. Η Επιτροπή δεν διοργάνωσε άλλωστε ποτέ εσωτερικό διαγωνισμό. Πράγματι, αυτό που αιτιάται ο προσφεύγων είναι η άρνηση της καθής να του προτείνει προαγωγή-μετάθεση, έστω κι αν δεν περιλαμβάνεται στον πίνακα των καταλλήλων να ασκήσουν τα καθήκοντα της κατηγορίας Α, κατά το μέτρο που θεωρεί ότι η Επιτροπή μπορεί να αποστεί από αυτό τον πίνακα. Το ότι φαίνεται να άρχισε κάποια συζήτηση για την απόρριψη υποψηφιότητας σε διαγωνισμό, αυτό φαίνεται να οφείλεται στο ότι ο προσφεύγων θεωρεί ότι όλο το άρθρο 29 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως υποχρεώνει την Επιτροπή καταρχάς να ερευνήσει τις δυνατότητες προαγωγής και μεταθέσεως εντός του θεσμικού οργάνου, κατόπιν δε, πριν προσφύγει σε εξαιρετική διαδικασία, να ερευνήσει τις δυνατότητες διοργανώσεως εσωτερικού διαγωνισμού στον οποίο θα ανελάμβανε την υποχρέωση, ενδεχομένως, να μετάσχει. Η άρνηση της Επιτροπής να λάβει υπόψη της την υποψηφιότητα του προσφεύγοντος στηρίζεται στο γεγονός ότι, αφενός μεν, ο προσφεύγων δεν περιλαμβάνεται στον πίνακα των καταλλήλων να ασκήσουν τα καθήκοντα της κατηγορίας Α, αφετέρου δε, ότι το άρθρο 29 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως δεν εφαρμόζεται στην πρόσληψη εκτάκτων υπαλλήλων. Υφίσταται επομένως δικαστική διαφορά.
14. Το δεύτερο σκέλος της ενστάσεως δεν στηρίζεται παρά μόνο αν υποτεθεί ότι αντιτάχθηκε ρητή άρνηση στον προσφεύγοντα στις 29 Απριλίου 1986. Πράγματι, στην περίπτωση αυτή η διοικητική ένσταση της 11ης Σεπτεμβρίου 1986 θα ήταν προφανώς εκπρόθεσμη. Η σιωπηρή απόρριψη αυτής της διοικητικής ενστάσεως, μετά την εκπνοή της προθεσμίας των τεσσάρων μηνών, θα αποτελούσε πλέον επιβεβαίωση της ρητής απορρίψεως που διατυπώθηκε στις 29 Απριλίου 1986.
15. Πώς έχουν όμως στην πραγματικότητα τα πράγματα; Στις 29 Απριλίου 1986 υπέβαλε ο προσφεύγων την υποψηφιότητά του σ' έναν υπάλληλο του αρμοδίου γραφείου, ο οποίος την απέρριψε χωρίς να του εξηγήσει τους λόγους. Την επομένη απέστειλε ο προσφεύγων την υποψηφιότητά του με συστημένη επιστολή και απόδειξη παραλαβής. Δεν φαίνεται να μπορεί να χαρακτηρισθεί η προαναφερθείσα προφορική άρνηση ως απόφαση της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής κατά την έννοια του άρθρου 90 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση πρόκειται απλώς για μια υλική πράξη, η οποία στερείται εγγράφου βάσεως, χωρίς αιτιολογία και η οποία δεν προέρχεται πράγματι από την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή.
16. Θα πρέπει, κατά συνέπεια, να θεωρηθεί ότι η υποψηφιότητα της 30ής Απριλίου 1986 απορρίφθηκε σιωπηρά μετά την παρέλευση προθεσμίας τεσσάρων μηνών, σύμφωνα με το άρθρο 90, παράγραφος 1, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, δηλαδή στις 30 Αυγούστου 1986. Ο προσφεύγων υπέβαλε την διοικητική του ένσταση στις 11 Σεπτεμβρίου 1986 εντός της προθεσμίας των τριών μηνών του άρθρου 90, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως. Η διοικητική αυτή ένσταση απορρίφθηκε επίσης σιωπηρά στις 11 Ιανουαρίου 1987, η απόρριψη δε αυτή επιβεβαιώθηκε ρητά στις 9 Απριλίου 1987 με έγγραφο που διαβιβάστηκε στον ενδιαφερόμενο ιεραρχικά. Η προσφυγή ασκήθηκε πριν από την παρέλευση της σχετικής προθεσμίας ασκήσεως προσφυγών, στις 10 Απριλίου 1987.
17. Επομένως, η πρώτη αυτή ένσταση πρέπει να απορριφθεί και κατά τα δύο σκέλη της.
18. Η δεύτερη ένσταση απαραδέκτου στρέφεται κατά του αιτήματος ακυρώσεως του διορισμού του Timm. Πρόκειται εδώ για το ζήτημα αν ο προσφεύγων έχει έννομο συμφέρον να ζητήσει την ακύρωση αυτού του διορισμού αφού δεν έχει δικαίωμα, κατά την άποψη της Επιτροπής, να διοριστεί σ' αυτή τη θέση. Σας προτείνω να ερευνηθεί αυτή η ένσταση με την ουσία της υποθέσεως δεδομένου ότι η τύχη της ενστάσεως αυτής εξαρτάται κατά πολύ από την απάντηση που θα δοθεί στο αίτημα ακυρώσεως της απορρίψεως της υποψηφιότητας του προσφεύγοντος.
19. Η τρίτη ένσταση απαραδέκτου αφορά το αίτημα ακυρώσεως της σιωπηρής απορρίψεως της διοικητικής ενστάσεως του προσφεύγοντος. Η Επιτροπή στηρίζεται στην απόφαση του Δικαστηρίου Plug, σύμφωνα με την οποία
"κάθε απορριπτική απόφαση, είτε είναι σιωπηρή είτε ρητή, εφόσον είναι σαφής, είναι απλώς βεβαιωτική της πράξεως ή της παραλείψεως για τις οποίες παραπονείται ο ενιστάμενος και δεν συνιστά προσβλητή πράξη" (9).
20. Εντούτοις, στην απόφαση Andersen της 19ης Ιανουαρίου 1984 κρίνατε ότι
"στο πλαίσιο των υπαλληλικών διαφορών, που ρυθμίζεται κατά τέτοιο τρόπο ώστε η διαδικασία της διοικητικής ενστάσεως να προηγείται αναγκαστικά της ασκήσεως της προσφυγής, το έννομο συμφέρον των προσφευγόντων να ζητήσουν την ακύρωση της αποφάσεως με την οποία απορρίπτεται η ένστασή τους συγχρόνως με την ακύρωση της βλαπτικής γι' αυτούς πράξεως δεν μπορεί να αποκλειστεί, ανεξαρτήτως από το συγκεκριμένο αποτέλεσμα της ακυρώσεως τέτοιας αποφάσεως σε συγκεκριμένη περίπτωση" (10).
21. Η πιο πρόσφατη νομολογία του Δικαστηρίου είναι ακόμη πιο σαφής. 'Ετσι, στην απόφαση Vainker της 17ης Ιανουαρίου 1989 κρίθηκε ότι
"η διοικητική ένσταση και η απόρριψή της, ρητή ή σιωπηρή, από την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή αποτελούν αναπόσπαστο μέρος σύνθετης διαδικασίας. Υπό τις περιστάσεις αυτές, η προσφυγή στο Δικαστήριο, έστω κι αν στρέφεται ρητά κατά της απορρίψεως της διοικητικής ενστάσεως του υπαλλήλου, έχει ως συνέπεια να επιλαμβάνεται το Δικαστήριο της βλαπτικής πράξεως κατά της οποίας υποβλήθηκε η διοικητική ένσταση" (11).
22. Στην απόφαση δε Koutchoumoff της 26ης Ιανουαρίου 1989 δεχθήκατε την ίδια λύση κρίνοντας ότι:
"σύμφωνα με το σύστημα του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, ο υπάλληλος οφείλει να υποβάλει διοικητική ένσταση κατά της αποφάσεως την οποία αμφισβητεί και να προσφύγει ενώπιον του Δικαστηρίου κατά της αποφάσεως η οποία απέρριψε την ένστασή του. Υπό τις προϋποθέσεις αυτές η προσφυγή είναι παραδεκτή, είτε στρέφεται κατά μόνης της αποφάσεως που αμφισβητήθηκε αρχικά είτε κατά της αποφάσεως που απέρριψε τη διοικητική ένσταση είτε κατ' αμφοτέρων των πράξεων αυτών" (12).
23. Τέλος, προσφάτως τηρήσατε την ίδια στάση στην απόφαση Bossi της 2ας Φεβρουαρίου 1989 (13).
24. Σας προτείνω να επιβεβαιώσετε την πρόσφατη αυτή νομολογία, κρίνοντας παραδεκτή την προσφυγή που στρέφεται κατά της σιωπηρής αποφάσεως με την οποία απορρίφθηκε η διοικητική ένσταση.
25. Με την τέταρτη ένσταση απαραδέκτου προβάλλεται κατά του επικουρικού αιτήματος περί αποζημιώσεως, αφενός μεν, ότι το αίτημα αυτό δεν αποτέλεσε αντικείμενο προηγούμενης διοικητικής ενστάσεως, αφετέρου δε, ότι το απαράδεκτο του ακυρωτικού αιτήματος συνεπάγεται και το απαράδεκτο του αιτήματος αποζημιώσεως το οποίο συνδέεται στενά με το ακυρωτικό αίτημα. Τα δύο αυτά σημεία αναφέρονται σε πάγια νομολογία του Δικαστηρίου. Πράγματι, πολλές φορές τονίσατε ότι
"στις υπαλληλικές προσφυγές τα αιτήματα που υποβάλλονται ενώπιον του Δικαστηρίου πρέπει να έχουν το ίδιο αντικείμενο με τα αιτήματα που περιλαμβάνονται στη διοικητική ένσταση" (14).
26. Είχα την ευκαιρία στις προτάσεις μου στην υπόθεση Bossi (15) να εκφράσω την άποψή μου σχετικά με την ερμηνεία αυτής της εννοίας της ταυτότητας αντικειμένου. Η νομολογία του Δικαστηρίου δεν φαινόταν τότε οριστικά παγιωμένη όσον αφορά τα αιτήματα αποζημιώσεως που προστίθενται, στις προσφυγές ενώπιον του Δικαστηρίου, στα ακυρωτικά αιτήματα τα οποία, μόνον αυτά, είχαν αποτελέσει αντικείμενο προηγούμενης διοικητικής ενστάσεως.
27. Λύσατε τα δυσχερή αυτά θέματα στην απόφαση που προσφάτως εκδώσατε στην υπόθεση Bossi. Πράγματι, με την απόφαση αυτή κρίνατε ότι
"η διοικητική ένσταση, με την οποία ένας υπάλληλος επικρίνει το γεγονός ότι δεν εγγράφηκε σε πίνακα που καταρτίστηκε στο πλαίσιο διαδικασίας προαγωγών, καλεί την ΑΔΑ να θεραπεύσει την παρανομία που επικαλείται και να λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα για να αποκαταστήσει τον ενιστάμενο στην κατάσταση στην οποία θα βρισκόταν αν δεν είχε διαπραχθεί η παρανομία. Τα μέτρα αυτά περιλαμβάνουν αναγκαστικά την αποκατάσταση της ζημίας την οποία μπορεί να υπέστη ο αιτών από το γεγονός της προσαπτόμενης παρανομίας και που δεν διασφαλίζει την έκδοση νέας πράξεως που να μην πάσχει αυτή την παρανομία" (16).
28. Το πρώτο σκέλος της εν λόγω ενστάσεως απαραδέκτου δεν μπορεί επομένως να ευδοκιμήσει.
29. Η τύχη του δευτέρου σκέλους συνάπτεται στενά με το παραδεκτό του ακυρωτικού αιτήματος. Πράγματι, έχετε κρίνει από καιρό ότι
"το απαράδεκτο ενός ακυρωτικού αιτήματος επιφέρει και το απαράδεκτο του αιτήματος αποζημιώσεως το οποίο συνάπτεται στενά με το ακυρωτικό αίτημα" (17).
Επομένως, εφόσον σας προτείνω να κρίνετε παραδεκτό το ακυρωτικό αίτημα, οδηγούμαι φυσικά στο να προτείνω και το παραδεκτό του αιτήματος αποζημιώσεως.
30. Μετά τις μακρές αυτές αναπτύξεις που ήταν αναγκαίες λόγω της σχολαστικότητας με την οποία προέβαλε η Επιτροπή αυτές τις ενστάσεις απαραδέκτου, προχωρώ ήδη στην έρευνα της προσφυγής κατ' ουσίαν.
31. Τέσσερα αιτήματα διατυπώνονται ενώπιον του Δικαστηρίου, αλλά αμέσως φαίνεται ότι η τύχη του πρώτου, του αιτήματος περί ακυρώσεως της απορρίψεως της υποψηφιότητας, θα καθορίσει κατά τρόπο οιονεί υποχρεωτικό την τύχη των τριών λοιπών. Πράγματι, αν απορρίψετε το αίτημα ακυρώσεως της απορρίψεως της υποψηφιότητας του Del Plato, δεν θα μπορεί αυτός, σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου (18), να αμφισβητήσει παραδεκτώς το διορισμό του Timm, ελλείψει εννόμου συμφέροντος, εφόσον δεν έχει - θα τολμούσα σχεδόν να πω εφόσον δεν έχει πλέον - δικαίωμα διορισμού σ' αυτή τη θέση. Ωσαύτως, το αίτημα ακυρώσεως της σιωπηράς απορρίψεως της προηγουμένης διοικητικής ενστάσεως πρέπει να ακολουθήσει την ίδια τύχη με εκείνην του κυρίου αιτήματος ακυρώσεως της απορρίψεως της υποψηφιότητας. Τέλος, το αίτημα αποζημιώσεως δεν μπορεί να ευδοκιμήσει αν δεχθείτε ότι η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή μπορούσε νομίμως να απορρίψει την υποψηφιότητα του Del Plato.
32. Κατά συνέπεια, θα ασχοληθώ καταρχάς με την έρευνα του αιτήματος ακυρώσεως της απορρίψεως της υποψηφιότητας. 'Οσον αφορά το αίτημα αυτό, πρέπει να υπενθυμιστούν ορισμένα νομικά ζητήματα που έλυσε το Δικαστήριο με την πρόσφατη απόφασή του της 10ης Δεκεμβρίου 1987 (19) και τα οποία αποτελούν το ιστορικό το οποίο προκάλεσε τη γένεση της παρούσας υπόθεσης.
33. Στην απόφαση αυτή διαπιστώσατε, αφενός μεν, ότι οι διατάξεις του άρθρου 45, παράγραφος 1, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως αφορούν τις προαγωγές μόνον μέσα στον ίδιο κλάδο ή μέσα στην ίδια κατηγορία και δεν εφαρμόζονται στις περιπτώσεις μεταπηδήσεως από μια κατηγορία σε άλλη, αφετέρου δε, ότι οι διατάξεις του άρθρου 45, παράγραφος 2, που απαιτούν τη διεξαγωγή διαγωνισμού για τη μετάβαση από μια κατηγορία σε άλλη, αποκλείονται από το άρθρο 98, παράγραφος 2, για τους υπαλλήλους που κατέχουν στο πεδίο της ατομικής επιστήμης θέση η οποία απαιτεί επιστημονικές ή τεχνικές αρμοδιότητες και οι οποίες αμείβονται με τις πιστώσεις που έχουν διατεθεί στον προϋπολογισμό έρευνας και επενδύσεων. Από αυτό συναγάγατε ότι η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή μπορούσε να αποφασίσει τη μεταπήδηση σε ανώτερη κατηγορία των υπαλλήλων του επιστημονικού και του τεχνικού κλάδου χωρίς προσφυγή στη διαδικασία του διαγωνισμού και ότι μπορούσε επομένως να θεσπίσει διαδικασία sui generis η οποία να καθοδηγείται από τη διαδικασία του διαγωνισμού, αλλά να αφίσταται από τη διαδικασία αυτή σε πολλά σημεία, όπως η διαδικασία που θέσπισε η Επιτροπή στις 3 Ιουνίου 1983 με την επωνυμία των "προκαταρκτικών διαδικαστικών λεπτομερειών για τις αποφάσεις αλλαγής κατηγορίας Β προς Α για τους μονίμους υπαλλήλους και τους εκτάκτους υπαλλήλους του επιστημονικού και τεχνικού κλάδου" (20).
34. Αυτές οι "λεπτομέρειες", τη νομιμότητα των οποίων αναγνωρίσατε, προβλέπουν τη διαδικασία επιλογής από μια επιτροπή ad hoc η οποία καταρτίζει πίνακα των υπαλλήλων που κρίνονται ικανοί να μεταπηδήσουν, ενδεχομένως, στην κατηγορία Α. Απορρίψατε δε, με την προαναφερθείσα απόφαση, την προσφυγή του Del Plato ο οποίος ζητούσε κυρίως την ακύρωση της αρνήσεως εγγραφής του σ' αυτό τον πίνακα.
35. Ο προσφεύγων, στηριζόμενος στην απόφαση αυτή, ισχυρίζεται κυρίως:
α) ότι η υποψηφιότητά του έπρεπε να ληφθεί υπόψη αφού δεν είναι αναγκαία η διοργάνωση διαγωνισμού για τη μεταπήδηση από την κατηγορία Β στην κατηγορία Α για τους υπαλλήλους του επιστημονικού και τεχνικού κλάδου και ότι η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή μπορεί να αποστεί από τον πίνακα των ικανών να ασκήσουν καθήκοντα της κατηγορίας Α
β) ότι η Επιτροπή παρέβη το άρθρο 29, παράγραφος 1, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, εφόσον δεν ερεύνησε τις δυνατότητες εσωτερικού διαγωνισμού
γ) ότι η Επιτροπή παρέβη το άρθρο 29, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, επειδή διοργάνωσε εξωτερικό διαγωνισμό, ενώ το άρθρο αυτό δεν επιτρέπει τη διαδικασία αυτή παρά μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις
δ) ότι η Επιτροπή παρέβη το άρθρο 29, παράγραφος 1, εδάφιο 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως επειδή δεν επιτρέπεται να καταρτισθεί εφεδρικός πίνακας μελλοντικών προσλήψεων πριν αποφασιστεί η προσφυγή στη διαδικασία του εσωτερικού διαγωνισμού.
36. Παρατηρώ ευθύς εξαρχής ότι αυτοί οι λόγοι ακυρώσεως δεν φαίνονται βάσιμοι.
37. 'Οσον αφορά τον πρώτο λόγο ακυρώσεως, είναι ακριβές ότι η Επιτροπή μπορούσε να διορίσει τον Del Plato στην εν λόγω θέση, μολονότι δεν είχε εγγραφεί στον πίνακα των ικανών να ασκήσουν καθήκοντα της κατηγορίας Α, εφόσον θεωρούσε ότι υπήρχαν αντικειμενικοί λόγοι που οδηγούσαν στο ότι είχε τα απαιτούμενα για την κενή αυτή θέση προσόντα.
38. Πράγματι, η Επιτροπή δεν είναι απόλυτα δεσμευμένη από τις "διαδικαστικές λεπτομέρειες" που θέσπισε. Μπορούσε κάλλιστα να επιλέξει υπάλληλο ο οποίος δεν περιλαμβανόταν στον πίνακα των ικανών να ασκήσουν καθήκοντα της κατηγορίας Α, εφόσον υφίσταντο αντικειμενικοί λόγοι για την ενέργεια αυτή. Σχετικά, έχετε ήδη, πράγματι, κρίνει ότι
"ναι μεν μια εσωτερική οδηγία δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως κανόνας δικαίου τον οποίο υποχρεούται σε κάθε περίπτωση να τηρήσει η διοίκηση, η οδηγία όμως αυτή εκφράζει πάντως κανόνα συμπεριφοράς που υποδεικνύει την πρακτική που πρέπει να ακολουθηθεί, από τον οποίο δεν μπορεί να αποστεί η διοίκηση χωρίς να αναφέρει τους λόγους που την οδήγησαν σ' αυτή την ενέργεια, διότι άλλως παραβιάζει τις αρχές της ίσης μεταχείρισης" (21).
39. Πάντως, η Επιτροπή διαθέτει στο σημείο αυτό διακριτική εξουσία και ο έλεγχος του Δικαστηρίου περιορίζεται στην εξακρίβωση της ελλείψεως πρόδηλης πλάνης εκτιμήσεως και, πράγμα που δεν προβάλλεται στην προκειμένη υπόθεση, καταχρήσεως εξουσίας. Πράγματι, η πάγια νομολογία του Δικαστηρίου δέχεται ότι
"πρέπει να αναγνωριστεί στην αρμόδια για τους διορισμούς αρχή εξουσία εκτιμήσεως όλων των πλευρών που μπορούν να έχουν σημασία για την αναγνώριση προηγούμενης πείρας, όσον αφορά τόσο τη φύση όσο και τη διάρκεια της πείρας αυτής, καθώς και τη λίγο πολύ στενή σχέση που μπορούν να έχουν με τις απαιτήσεις της προς πλήρωση θέσεως" (22).
40. Ο προσφεύγων ισχυρίζεται ότι είχε τα προσόντα της εν λόγω θέσεως διότι κατείχε, όπως δηλώνει, τη θέση αυτή προσωρινά.
41. Επί του σημείου αυτού έχει ήδη κρίνει το Δικαστήριο ότι
"ναι μεν δεν μπορεί να απαιτηθεί από έναν υπάλληλο να εκπληρώνει καθήκοντα ανωτέρου επιπέδου από το βαθμό του, πλην της περιπτώσεως της προσωρινής ασκήσεως τέτοιων καθηκόντων, το γεγονός όμως ότι ο υπάλληλος αυτός δέχεται να ασκήσει τέτοια καθήκοντα αποτελεί στοιχείο που πρέπει να ληφθεί υπόψη κατά την προαγωγή, αλλά δεν παρέχει στον ενδιαφερόμενο κανένα δικαίωμα ανακατατάξεως" (23).
42. Στην προκειμένη περίπτωση, ο προσφεύγων δεν προέβαλε κανένα στοιχείο ικανό να αποδείξει την ύπαρξη πρόδηλης πλάνης εκτιμήσεως εκ μέρους της διοικήσεως. Ο πρώτος λόγος ακυρώσεως πρέπει επομένως να απορριφθεί.
43. Ο δεύτερος, ο τρίτος και ο τέταρτος λόγος ακυρώσεως προϋποθέτουν ότι το άρθρο 29 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως εφαρμόζεται στην περίπτωση που έχει υποβληθεί στην κρίση σας.
44. Η Επιτροπή δηλώνει, στο υπόμνημά της αντικρούσεως, ότι οι μη μόνιμοι υπάλληλοι του επιστημονικού και τεχνικού κλάδου προσλαμβάνονται κυρίως ως έκτακτοι υπάλληλοι και, κατά συνέπεια, το άρθρο 29 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, που περιλαμβάνεται στον τίτλο ΙΙΙ που επιγράφεται "Σταδιοδρομία του (μονίμου) υπαλλήλου", δεν μπορεί να εφαρμοστεί στην υπό κρίση υπόθεση. Είναι αληθές ότι το άρθρο 1 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως ορίζει τον υπάλληλο των Κοινοτήτων ως πρόσωπο που έχει διοριστεί σε μόνιμη θέση ενός οργάνου των Κοινοτήτων. Εξάλλου, το δεύτερο μέρος του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως περιλαμβάνει τις ειδικές διατάξεις για τους εκτάκτους υπαλλήλους (άρθρα 1 έως 50α) που καθιστούν κατ' αναλογία εφαρμοστέα ορισμένα άρθρα του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των μονίμων υπαλλήλων. Το άρθρο 29 του κανονισμού αυτού δεν περιλαμβάνεται μεταξύ αυτών των άρθρων. Φρονώ επομένως ότι το άρθρο αυτό δεν εφαρμόζεται κατά την πρόσληψη εκτάκτων υπαλλήλων.
45. Κατά τα λοιπά, η νομολογία την οποία επικαλείται ο προσφεύγων όσον αφορά το άρθρο 29 δεν φαίνεται να είναι κρίσιμη:
- η απόφαση Van Belle (24) αφορά την αδυναμία αποκλεισμού των υποψηφίων που είναι ήδη υπάλληλοι από διαδικασία προσλήψεως πλην του διαγωνισμού για τη θέση του υπαλλήλου
- η απόφαση Erik van der Stijl (25) υπενθυμίζει απλώς ότι η διαδικασία προσλήψεως πλην του διαγωνισμού του άρθρου 29, παράγραφος 2, δεν μπορεί να διενεργηθεί παρά μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις.
Και στις δύο περιπτώσεις επρόκειτο για πρόσληψη σε θέση μονίμου υπαλλήλου.
46. Πρέπει επιπλέον να παρατηρηθεί ότι ναι μεν δεχθήκατε την κατ' αναλογία εφαρμογή του άρθρου 29, αναγνωρίσατε όμως εν πάση περιπτώσει ευρεία εξουσία εκτιμήσεως στην αρμόδια για τους διορισμούς αρχή όσον αφορά την έρευνα, ευθύς μετά την κίνηση της διαδικασίας, των δυνατοτήτων εσωτερικής και εξωτερικής προσλήψεως (26).
47. Επομένως, οι τέσσερις λόγοι ακυρώσεως που προβάλλονται προς στήριξη του αιτήματος ακυρώσεως της απορρίψεως της υποψηφιότητας του προσφεύγοντος δεν μου φαίνονται βάσιμοι.
48. 'Οπως εξέθεσα προηγουμένως, η απόρριψη του πρώτου ακυρωτικού αιτήματος συνεπάγεται το απαράδεκτο του αιτήματος ακυρώσεως του διορισμού του Timm και την κατ' ουσίαν απόρριψη του αιτήματος ακυρώσεως της σιωπηρής απορρίψεως της προηγούμενης διοικητικής ενστάσεως και του αιτήματος αποζημιώσεως.
49. Καταλήγω επομένως:
1) στην απόρριψη των ενστάσεων απαραδέκτου που προέβαλε η Επιτροπή κατά των αιτημάτων ακυρώσεως της απορρίψεως της υποψηφιότητας του Del Plato, ακυρώσεως της σιωπηρής απορρίψεως της διοικητικής του ενστάσεως και του αιτήματος αποζημιώσεως,
2) στην κατ' ουσίαν απόρριψη των τριών αυτών αιτημάτων,
3) στο απαράδεκτο του αιτήματος ακυρώσεως του διορισμού του Timm,
4) στην καταδίκη του Del Plato στα δικαστικά έξοδα, πλην των εξόδων στα οποία υποβλήθηκε η Επιτροπή, τα οποία θα παραμείνουν εις βάρος της, κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 70 του κανονισμού διαδικασίας.
(*) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
(1) Απόφαση της 10ης Δεκεμβρίου 1987, συνεκδικασθείσες υποθέσεις 181, 182, 183 και 184/86, Sergio del Plato και λοιποί, Συλλογή 1987, σ. 4991.
(2) Απόφαση της 12ης Ιουλίου 1984, 227/83, Μούσης, Συλλογή 1984, σ. 3133, σκέψη 12. Βλέπε επίσης απόφαση της 5ης Ιουνίου 1980, 108/79, Belfiore, Rec. 1980, σ. 1769, σκέψη 3 απόφαση της 19ης Φεβρουαρίου 1981, 122 και 123/79, Schiavo, Συλλογή 1981, σ. 473, σκέψη 27 απόφαση της 13ης Νοεμβρίου 1986, 232/85, Becker, Συλλογή 1986, σ. 3401, σκέψη 8.
(3) Διάταξη της 7ης Οκτωβρίου 1987, 108/86, di Muro, Συλλογή 1987, σ. 3933, σκέψη 10 Διάταξη της 24ης Σεπτεμβρίου 1987, 134/77, Βλάχου, Συλλογή 1987, σ. 3633, σκέψεις 6 έως 10 Διάταξη της 28ης Νοεμβρίου 1985, 19/85, Gregoire-Foulon, Συλλογή 1985, σ. 3771, σκέψεις 7 έως 9.
(4) Διάταξη της 18ης Μαρτίου 1987, 13/86, Bonkewitz-Lindner, Συλλογή 1987, σ. 1417, σκέψεις 5 έως 7 Διάταξη της 4ης Ιουνίου 1987, 16/86, Pertoldi, Συλλογή 1987, σ. 2409, σκέψεις 5 έως 8.
(5) Διάταξη της 7ης Οκτωβρίου 1987, 248/86, Brueggemann, Συλλογή 1987, σ. 3963, σκέψη 6.
(6) Διάταξη της 1ης Απριλίου 1987, 159 και 267/84, 12 και 264/85, Ainsworth και λοιποί, Συλλογή 1987, σ. 1579, σκέψεις 3 και 4.
(7) Διάταξη της 26ης Σεπτεμβρίου 1984, 297/83, Les Verts, Συλλογή 1984, σ. 3339, σκέψη 7 Διάταξη της 26ης Σεπτεμβρίου 1984, 216/83, Les Verts, Συλλογή 1984, σ. 3325, σκέψη 7.
(8) Απόφαση της 4ης Φεβρουαρίου 1987, 276/85, Κλαδάκης, Συλλογή 1987, σ. 495, σκέψη 6 Διάταξη της 16ης Ιουνίου 1988, 371/87, Προγούλης, Συλλογή 1988, σ. 3091, σκέψεις 10 και 11 Διάταξη της 15ης Οκτωβρίου 1986, 349/85, Δανία κατά Επιτροπής, που δεν έχει ακόμα δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 2 Διάταξη της 15ης Μαρτίου 1984, 131/83, Vaupel, ΕΕ C 128 της 15.5.1984, σκέψη 5.
(9) Απόφαση της 9ης Δεκεμβρίου 1982, 191/81, Συλλογή 1982, σ. 4229, σκέψη 13.
(10) Υπόθεση 260/80, Συλλογή 1984, σ. 177, σκέψη 4.
(11) Υπόθεση 293/87, Συλλογή 1989, σ. 23, σκέψη 8.
(12) Υπόθεση 224/87, Συλλογή 1989, σ. 99, σκέψη 7.
(13) Υπόθεση 346/87, Συλλογή 1989, σ. 303, σκέψεις 9 και 10.
(14) Απόφαση της 20ής Μαΐου 1987, 242/85, Geist, Συλλογή 1987, σ. 2181, σκέψη 9. Βλέπε επίσης απόφαση της 10ης Δεκεμβρίου 1987, 277/84, Jaensch, Συλλογή 1987, σ. 4923, σκέψη 10.
(15) Υπόθεση 346/87, που προαναφέρθηκε, σ. 313.
(16) 'Οπ.π., σκέψη 28.
(17) Απόφαση της 12ης Δεκεμβρίου 1967, 4/67, Collignon, Rec. 1967, σ. 470, ιδίως σ. 480.
(18) Απόφαση της 30ής Μαΐου 1984, 111/83, Picciolo, Συλλογή 1984, σ. 2323, σκέψη 29 απόφαση της 29ης Οκτωβρίου 1975, 81 έως 88/74, Marenco, Rec. 1975, σ. 1287, σκέψεις 6 και 7.
(19) Συνεκδικασθείσες υποθέσεις 181 έως 184/86, Sergio del Plato και λοιποί, σκέψεις 13 και 14.
(20) Διοικητικές πληροφορίες αριθ. 409 της 24ης Ιουνίου 1983.
(21) Απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 1974, 148/73, Couwage, Rec. 1974, σ. 81, σκέψη 12 βλέπε επίσης απόφαση της 1ης Δεκεμβρίου 1983, 190/82, Blomefield, Συλλογή 1983, σ. 3981, σκέψη 20 επίσης Sergio del Plato και λοιποί, που προαναφέρθηκε, σκέψη 10.
(22) Απόφαση της 5ης Φεβρουαρίου 1987, 280/85, Μουζουράκης, Συλλογή 1987, σ. 589, σκέψη 5 βλέπε 190/82, Blomefield, που προαναφέρθηκε, σκέψη 26 βλέπε απόφαση της 12ης Ιουλίου 1984, 17/83, Αγγελίδης, Συλλογή 1984, σ. 2907, σκέψη 16.
(23) Απόφαση της 11ης Μαΐου 1978, 25/77, De Roubaix, Rec. 1978, σ. 1081, σκέψη 17 βλέπε επίσης απόφαση της 12ης Ιουλίου 1973, 28/72, Tontodonati, Rec. 1973, σ. 779, σκέψη 8.
(24) Απόφαση της 5ης Δεκεμβρίου 1974, 176/73, Rec. 1974, σ. 1361.
(25) Απόφαση της 7ης Οκτωβρίου 1985, 128/84, Συλλογή 1985, σ. 3281.
(26) Απόφαση της 14ης Ιουλίου 1983, 10/82, Mogensen, Συλλογή 1983, σ. 2397.
Full & Egal Universal Law Academy