Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Α - Τα πραγματικά περιστατικά
1. Στη σημερινή διαδικασία λόγω παραβάσεως της Συνθήκης, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, προσφεύγουσα, ζητεί να αναγνωρισθεί ότι η Ελληνική Δημοκρατία, καθής, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΟΚ, επειδή καθόρισε ανώτατες τιμές για εισαγωγές προβείου και αιγείου κρέατος, καθώς και ζώντων ζώων.
2. Με απόφαση της 19ης Μαρτίου 1984 ο έλληνας Υπουργός Εμπορίου όρισε ότι τα τιμολόγια για εισαγωγή προβατοειδών και αιγοειδών ή προβείου και αιγείου κρέατος πρέπει να υποβάλλονται σε μια επιτροπή ελέγχου συναλλάγματος για προληπτικό έλεγχο. Τα τιμολόγια αυτά εγκρίνονται, εφόσον η τιμή δεν υπερβαίνει τα 1 650 δολάρια ΗΠΑ (USD) ανά τόνο ζώντων ζώων ή τα 1 730 USD ανά τόνο κρέατος. Στην απόφαση δεν γίνεται καμία διάκριση ανάλογα με την προέλευση των εμπορευμάτων. Η απόφαση ισχύει, επομένως, για εισαγωγές από την υπόλοιπη Κοινότητα όπως και από τρίτες χώρες.
3. Η προσφεύγουσα θεωρεί ότι η ενέργεια αυτή της καθής συνιστά ποικιλοτρόπως παράβαση του κοινοτικού δικαίου, δηλαδή της απαγορεύσεως μέτρων ισοδύναμου αποτελέσματος προς ποσοτικούς περιορισμούς επί των εισαγωγών, των αρχών της κοινής εμπορικής πολιτικής, συμφωνιών μεταξύ της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας και ορισμένων τρίτων χωρών, καθώς και των κανόνων περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του προβείου και αιγείου κρέατος.
4. Η προσφεύγουσα ζητεί από το Δικαστήριο κατόπιν των διευκρινίσεων που δόθηκαν κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση.
- να αναγνωρίσει ότι η Ελληνική Δημοκρατία, με τις εσωτερικές διατάξεις και την πρακτική που εφαρμόζει στις εισαγωγές προβείου και αιγείου κρέατος, καθώς και ζώντων προβατοειδών και αιγοειδών, εξαρτώντας δηλαδή τις εισαγωγές αυτές από την εφαρμογή ανώτατων τιμών, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 30 και 113 της Συνθήκης ΕΟΚ, καθώς και από τον κανονισμό 1837/80 του Συμβουλίου, τους κανονισμούς 19/82 και 20/82 της Επιτροπής και τις συμφωνίες υπό μορφή ανταλλαγής επιστολών μεταξύ της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας και ορισμένων τρίτων χωρών για το εμπόριο στον τομέα του προβείου και αιγείου κρέατος
- να καταδικάσει την Ελληνική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
5. Η καθής ζητεί να απορριφθεί η προσφυγή και να καταδικασθεί η προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.
6. Θεωρεί ότι τα μέτρα που θέσπισε είναι απαραίτητα για τον έλεγχο του συναλλάγματος. Συγχρόνως εξυπηρετούν τα συμφέροντα των καταναλωτών οι οποίοι προστατεύονται από υπεραυξημένες τιμές εισαγωγών. Εξάλλου, οι καθορισθείσες τιμές δεν αποτελούν ανώτατες αλλά ενδεικτικές τιμές, με τις οποίες επιδιώκεται να διευκολυνθεί το έργο των αρχών που είναι επιφορτισμένες με τον έλεγχο του συναλλάγματος.
7. Κατά τη συζήτηση παραδέχτηκε, εντούτοις, η καθής ότι στην πράξη δεν χορηγούνται εγκρίσεις για εισαγωγές, οι τιμές των οποίων είναι χαμηλότερες από τις καθορισθείσες τιμές.
8. Ως προς τη σχέση μεταξύ των τιμών που καθόρισε η καθής και των τιμών που καθόρισε η Κοινότητα, η προσφεύγουσα προέβη κατά τη συζήτηση σε παρατηρήσεις γενικής φύσεως, χωρίς όμως να αναφέρει συγκεκριμένα στοιχεία.
9. Από τους σχετικούς κανονισμούς συνάγεται, εντούτοις, η ακόλουθη σχέση: για το οικονομικό έτος 1984/85 καθορίστηκε στον τομέα του προβείου κρέατος βασική τιμή 428,04 Εcu και τιμή παρεμβάσεως 363,83 Εcu (1). Βάσει της αντιπροσωπευτικής τιμής 1 Εcu = 90,5281 δρχ. (2) που ίσχυε από τις 2 Απριλίου 1984 για τον τομέα του πρόβειου κρέατος συνάγεται κατά συνέπεια βασική τιμή 38 749,65 και τιμή παρεμβάσεως 32 936,84 δρχ.
10. Ενόψει της τιμής συναλλάγματος 1 USD = 103,9 δρχ. (3) που ίσχυε στις 4 Απριλίου 1984, ανέρχεται η ανώτατη τιμή που καθόρισε η καθής για το πρόβειο κρέας σε 28 364,70 δρχ. και για τα ζώντα ζώα σε 17 143,5 δρχ. ανά 100 kg αντιστοίχως.
11. Κατόπιν αιτήσεως του Δικαστηρίου η προσφεύγουσα προσκόμισε ενώπιον του Δικαστηρίου ορισμένα στοιχεία σχετικά με τις τιμές, συγχρόνως όμως εξέθεσε ότι δεν εφαρμόζεται τιμή παρεμβάσεως για πρόβειο κρέας στην Ελλάδα, επειδή δεν υπάρχουν σχετικές εκτελεστικές διατάξεις εσωτερικού δικαίου. Επιπλέον, η προσφεύγουσα εξέθεσε ότι η βασική τιμή δεν επηρεάζει την τιμή αγοράς.
12. Στους υπόλοιπους ισχυρισμούς των διαδίκων θα αναφερθώ διεξοδικότερα, εφόσον είναι αναγκαίο, κατά τη διατύπωση της γνώμης μου επί της υποθέσεως.
Β - Η γνώμη μου επί της υποθέσεως
1. Επί των τιμών που καθόρισε η καθής
13. Πριν από κάθε νομική εκτίμηση της υποθέσεως πρέπει καταρχάς να διευκρινιστεί αν οι τιμές που καθόρισε η καθής είναι πράγματι ανώτατες τιμές ή απλώς ενδεικτικές τιμές.
14. Σύμφωνα με το έγγραφο της Τράπεζας της Ελλάδος της 19ης Μαρτίου 1984, το σύστημα που θεσπίστηκε με την απόφαση του υπουργού εμπορίου της ίδιας ημέρας αποσκοπεί στον προληπτικό έλεγχο των τιμών για τις εν λόγω εισαγωγές. Στο έγγραφο αυτό δεν υπάρχει κανένα στοιχείο υπέρ της απόψεως ότι οι καθορισθείσες τιμές είναι απλώς ενδεικτικές τιμές οι οποίες δεν παρεμποδίζουν τη διαμόρφωση υψηλότερων από αυτές τιμών. Το ίδιο ισχύει και για τη μεταγενέστερη ρύθμιση της 12ης Νοεμβρίου 1987, η οποία είναι κατά τον ίδιο τρόπο αυστηρά διατυπωμένη και δεν περιέχει καμία ένδειξη για εξαιρέσεις. Επιπλέον, πρέπει να σημειωθεί ότι η καθής αναγκάστηκε να παραδεχθεί κατά τη συζήτηση ότι η ύπαρξη ακριβώς των τιμών που καθόρισε έχει αμβλυντική επίδραση επί των τιμών και στην πράξη δεν διενεργήθηκαν εισαγωγές σε υψηλότερες τιμές.
15. Οι διαπιστώσεις αυτές μου φαίνονται επαρκείς για να θεωρήσω ότι ευσταθεί ο ισχυρισμός της προσφεύγουσας ότι πρόκειται πράγματι για ανώτατες τιμές. Η προσφεύγουσα στηρίζεται στο γράμμα της βαλλόμενης αποφάσεως και στα στοιχεία που προσκόμισε η καθής κατά τη συζήτηση.
16. Επομένως, για την περαιτέρω εξέταση πρέπει να ληφθεί ως βάση η άποψη της προσφεύγουσας ότι η καθής καθόρισε ανώτατες τιμές για τις αναφερθείσες εισαγωγές.
2. Παράβαση του άρθρου 30 της Συνθήκης ΕΟΚ
17. 'Ηδη στο άρθρο 2, παράγραφος 3, στοιχείο α), της οδηγίας 70/50 (4) η Επιτροπή περιέλαβε στα μέτρα ισοδύναμου αποτελέσματος προς ποσοτικούς περιορισμούς επί των εισαγωγών μέτρα "τα οποία καθορίζουν μόνο για τα εισαγόμενα προϊόντα κατώτατες ή ανώτατες τιμές πέρα από τις οποίες οι εισαγωγές απαγορεύονται, περιορίζονται ή εξαρτώνται από όρους που μπορούν να αποτελέσουν εμπόδιο για τις εισαγωγές".
18. Δεδομένου ότι στην Ελλάδα δεν έχουν καθοριστεί για την εγχώρια παραγωγή παρόμοιες ανώτατες τιμές, και επομένως οι ανώτατες τιμές αφορούν αποκλειστικά τις εισαγωγές, η εν λόγω ρύθμιση της καθής συνιστά απαγορευόμενο μέτρο ισοδύναμου αποτελέσματος προς ποσοτικό περιορισμό επί των εισαγωγών κατά την έννοια του άρθρου 30 της Συνθήκης ΕΟΚ, κατά το μέτρο που ισχύει για εισαγωγές από τα άλλα κράτη μέλη της Κοινότητας. Δεδομένου ότι η απόφαση της καθής ισχύει γενικώς και δεν κάνει διάκριση μεταξύ εισαγωγών από κράτη μέλη και τρίτες χώρες, επηρεάζει και τις εισαγωγές από τα άλλα κράτη της Κοινότητας. Δεν έχει σημασία εν προκειμένω το ότι οι εισαγωγές προβατοειδών και αιγοειδών ή προβείου και αιγείου κρέατος από αυτά τα κράτη της Κοινότητας προς την Ελλάδα δεν διενεργούνται σε αξιόλογη έκταση. Πράγματι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου θεωρείται κάθε εμπορική ρύθμιση των κρατών μελών ικανή να παρεμβάλει εμπόδια στο ενδοκοινοτικό εμπόριο, άμεσα ή έμμεσα, πραγματικά ή δυνητικά, ότι αποτελεί μέτρο ισοδύναμου αποτελέσματος προς ποσοτικούς περιορισμούς (5). Είναι όμως προφανές ότι μια ρύθμιση περί ανωτάτων τιμών, οι οποίες υπολείπονται σημαντικά των τιμών που θεωρεί ως ορθές η Κοινότητα, είναι τουλάχιστον ικανή να παρεμβάλει δυνητικώς εμπόδια στο ενδοκοινοτικό εμπόριο. Ενδεχομένως, μπορεί να αποδοθεί ακριβώς στο ύψος των ανωτάτων τιμών το γεγονός ότι δεν υφίσταται αξιόλογο εμπόριο των εν λόγω προϊόντων μεταξύ της Ελλάδας και της υπόλοιπης Κοινότητας.
19. Δεδομένου, εξάλλου, ότι πρόκειται για προληπτικό έλεγχο, η εφαρμοστέα διάταξη είναι εν προκειμένω το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ και όχι το άρθρο 106, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΟΚ, το οποίο θα εφαρμόταν αν επιτρέπονταν καταρχήν οι εισαγωγές και παρεμποδιζόταν απλώς η "εξαγωγή" του προϊόντος της πωλήσεως.
20. Επομένως, υφίσταται παράβαση του άρθρου 30 της Συνθήκης ΕΟΚ.
3. Παράβαση της ρυθμίσεως περί τιμών της κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του προβείου και αιγείου κρέατος
21. Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου τα κράτη μέλη δεν μπορούν πλέον, στους τομείς που υπόκεινται σε κοινή οργάνωση αγοράς, και ιδίως όταν αυτή η οργάνωση στηρίζεται σε κοινό σύστημα τιμών, να επεμβαίνουν μονομερώς με διατάξεις εσωτερικού δικαίου στο μηχανισμό διαμορφώσεως των τιμών οι οποίες ρυθμίζονται στο πλαίσιο της κοινής οργανώσεως αγοράς για την ίδια φάση παραγωγής ή εμπορίας (6) . Η κοινή οργάνωση αγοράς στον τομέα του προβείου και αιγείου κρέατος (7) περιέχει στον τίτλο Ι μια ρύθμιση τιμών, η οποία μεταξύ άλλων προβλέπει τον καθορισμό ετησίως βασικής τιμής και τιμής παρεμβάσεως. Επομένως, ο καθορισμός ανωτάτων τιμών για την εισαγωγή εμπορευμάτων είναι δυνατό να συνιστά επέμβαση στο μηχανισμό τιμών της οργανώσεως αγοράς, ιδίως αν ληφθεί υπόψη ότι οι ανώτατες τιμές εισαγωγής που καθόρισε η καθής είναι σημαντικά κατώτερες από την κοινή βασική τιμή ή την κοινή τιμή παρεμβάσεως.
22. Η προσφεύγουσα ισχυρίστηκε καταρχάς γενικώς ότι οι ανώτατες τιμές εισαγωγής που καθόρισε η καθής συνιστούν επέμβαση στο σύστημα διαμορφώσεως τιμών και προέβη σε συγκρίσεις μεταξύ των ελληνικών τιμών αγοράς και των επιτρεπόμενων τιμών εισαγωγής για το φθινόπωρο του 1987 (χρονική περίοδος που δεν αποτελεί αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας). Πάντως, η προσφεύγουσα δεν παρέσχε στοιχεία ως προς την επίδραση των ανωτάτων τιμών που καθορίστηκαν το 1984 επί της ρυθμίσεως περί τιμών της κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του προβείου και αιγείου κρέατος. Αντιθέτως, στη γραπτή της απάντηση σε μια ερώτηση που έθεσε το Δικαστήριο κατά τη συζήτηση εξέθεσε ότι η βασική τιμή δεν ασκεί καμία επίδραση επί της τιμής αγοράς και ότι η τιμή παρεμβάσεως στην Ελλάδα δεν εφαρμόζεται, διότι ελλείπουν ειδικές εσωτερικές εκτελεστικές διατάξεις. Το ζήτημα αν η έλλειψη αυτή συνιστά παράβαση της Συνθήκης, δεν μπορεί να εξεταστεί κατά την παρούσα διαδικασία, δεδομένου ότι τέθηκε για πρώτη φορά κατά τη συζήτηση.
23. Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου (8), αφότου η Κοινότητα θέσπισε, δυνάμει του άρθρου 40 της Συνθήκης ΕΟΚ, ρύθμιση για την εγκαθίδρυση κοινής οργανώσεως αγοράς σε συγκεκριμένο τομέα, τα κράτη μέλη οφείλουν να μη λαμβάνουν κανένα μέτρο που παρεκκλίνει από τη ρύθμιση αυτή ή μπορεί να τη βλάψει. Εφόσον όμως η ρύθμιση τιμών της κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του προβείου και αιγείου κρέατος δεν εφαρμόζεται καν στην Ελλάδα, η προσφεύγουσα όφειλε να εκθέσει συγκεκριμένα κατά ποιο τρόπο αυτή η ρύθμιση τιμών βλάφθηκε με τον καθορισμμό ανώτατων τιμών εισαγωγής ή πώς έγινε παρέκκλιση από αυτή την κοινή ρύθμιση. Η προσφεύγουσα όμως δεν προέβη ως προς αυτό σε καμία συγκεκριμένη παρατήρηση.
24. Κατά συνέπεια, η προσφεύγουσα δεν μπόρεσε να υποστηρίξει πειστικώς ότι η καθής επενέβη με τον καθορισμό ανωτάτων τιμών εισαγωγής στη ρύθμιση περί τιμών της κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του προβείου και αιγείου κρέατος.
4. Παράβαση της ρυθμίσεως περί εξωτερικού εμπορίου
25. Ως προς τις εισαγωγές από τρίτες χώρες, η προσφεύγουσα θεωρεί ότι ο καθορισμός από την καθής ανώτατων τιμών εισαγωγής αποτελεί απαγορευόμενο - λαμβανόμενο μονομερώς από κράτος μέλος - μέτρο εμπορικής πολιτικής το οποίο αντιβαίνει προς το άρθρο 113 της Συνθήκης ΕΟΚ, το άρθρο 20 της κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του προβείου και αιγείου κρέατος, καθώς και προς ορισμένες συμφωνίες της Κοινότητας με τρίτα κράτη σχετικά με το εμπόριο προβατοειδών και αιγοειδών, όπως επίσης και προς τις σχετικές εκτελεστικές διατάξεις που θέσπισε η Επιτροπή.
26. Η καθής αντικρούει αυτόν τον ισχυρισμό προβάλλουσα ότι οι ανώτατες τιμές εισαγωγών που καθόρισε αποτελούν μέτρα ελέγχου του συναλλάγματος, όχι όμως και εμπορικής πολιτικής.
27. Κατά το άρθρο 20, παράγραφος 2, του κανονισμού 1837/80 απαγορεύεται στο εμπόριο με τρίτες χώρες η εφαρμογή κάθε ποσοτικού περιορισμού ή μέτρου ισοδυνάμου αποτελέσματος, εκτός αντιθέτων διατάξεων του κανονισμού ή παρεκκλίσεως που έχει αποφασιστεί από το Συμβούλιο.
28. Επιπλέον, η Κοινότητα έχει συνάψει με τρίτες χώρες σειρά συμφωνιών, των αποκαλουμένων συμφωνιών αυτοπεριορισμού, ως προς το εμπόριο προβατοειδών και αιγοειδών (9). Οι συμφωνίες αυτές, που κατά το άρθρο 228, παράγραφος 2 της Συνθήκης ΕΟΚ είναι επίσης δεσμευτικές για τα κράτη μέλη, προβλέπουν ως αντάλλαγμα για τον περιορισμό των εξαγωγών την υποχρέωση της Κοινότητας να λάβει όλα τα απαραίτητα μέτρα ώστε η αυτόματη χορήγηση άδειας εισαγωγής για τα εν λόγω προϊόντα που κατάγονται από το οικείο κράτος να εξαρτάται από την προσκόμιση άδειας εξαγωγής, η οποία εκδίδεται από την αρμόδια υπηρεσία του κράτους εξαγωγής. Σύμφωνα με τους κανονισμούς της Επιτροπής 19/82 και 20/82 (10), η αδεια εισαγωγής, η οποία εξαρτάται απλώς από την προσκόμιση της άδειας εξαγωγής που εκδίδεται από το κράτος εξαγωγής, εκδίδεται την εργάσιμη ημέρα που έπεται της ημέρας υποβολής της αιτήσεως. Ενόψει αυτής της ρυθμίσεως, δεν υπάρχει πεδίο για πρόσθετους όρους που θα μπορούσαν να θεσπίσουν μονομερώς τα κράτη μέλη ως προς τις εισαγωγές αυτές.
29. Οι ανώτατες τιμές εισαγωγών που καθόρισε η καθής, από την τήρηση των οποίων εξαρτάται η έκδοση άδειας εισαγωγής, δεν είναι σύμφωνες επομένως με τις διατάξεις των κανονισμών 19/82 και 20/82, με τις αναφερθείσες συμφωνίες με τρίτα κράτη, καθώς και με το άρθρο 20 της κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του προβείου και αιγείου κρέατος. Κατά συνέπεια, η καθής, κατά παραβίαση της κοινοτικής αρμοδιότητας διαμορφώσεως της κοινής εμπορικής πολιτικής, καθορίζοντας ανώτατες τιμές εισαγωγής παρέβη τα άρθρα 113, 189, παράγραφος 2, και 228, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΟΚ.
5. Επί του ελέγχου του συναλλάγματος
30. Επί του ισχυρισμού της καθής, ότι τα μέτρα που έλαβε είναι απαραίτητα για τον έλεγχο της παράνομης εκροής συναλλάγματος και επομένως επιτρέπονται, πρέπει να παρατηρηθεί ότι κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου είναι ανεπίτρεπτη μία εθνική ρύθμιση όταν οι στόχοι που επιδιώκονται μ' αυτή τη ρύθμιση μπορούν να επιτευχθούν το ίδιο αποτελεσματικά με λιγότερο περιοριστικά μέτρα, όπως με δειγματοληπτικους ελέγχους και κατάλληλες κυρώσεις (11).
31. Δεδομένου ότι αυτή η συλλογιστική μπορεί να εφαρμοστεί πλήρως και στην παρούσα διαδικασία - καθόσον θα μπορούσε, παραδείγματος χάριν, να ελέγχονταν δειγματοληπτικώς οι εισαγωγές και να είχαν προβλεφθεί κυρώσεις για τις παράνομες μεταφορές συναλλάγματος - τα μέτρα της καθής δεν μπορούν να δικαιολογηθούν ούτε από απόψεως ελέγχου συναλλάγματος.
6. Επί των δικαστικών εξόδων
32. Δεδομένου ότι η προσφεύγουσα νίκησε ως προς τα κυριότερα σημεία, πρέπει η καθής να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Γ - Πρόταση
33. Κατόπιν όλων αυτών, προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί ως εξής:
"1) Η Ελληνική Δημοκρατία παρέβη με τις εσωτερικές της διατάξεις και την ακολουθούμενη πρακτική της ως προς τις εισαγωγές προβείου και αιγείου κρέατος, καθώς και ζώντων προβατοειδών και αιγοειδών, τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 30, 113, 189 παράγραφος 2, και 228, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΟΚ, εξαρτώντας την εισαγωγή προβατοειδών και αιγοειδών ή προβείου και αιγείου κρέατος από την τήρηση ανωτάτων τιμών, κατά παράβαση της ρυθμίσεως περί εξωτερικού εμπορίου του άρθρου 20 του κανονισμού 1837/80, των διατάξεων των κανονισμών 19/82 και 20/82 της Επιτροπής, καθώς και των δεσμεύσεών της από ορισμένες συμφωνίες με τρίτες χώρες σχετικά με το εμπόριο προβατοειδών και αιγοειδών.
2) Καταδικάζει την Ελληνική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα."
(*) Μετάφραση από τα γερμανικά.
(1) Κανονισμός 873/84, ΕΕ 1984, L 90, σ. 42.
(2) Κανονισμός 855/84, παράρτημα V, ΕΕ 1984, L 90, σ. 1.
(3) ΕΕ 1984, C 94, σ. 1.
(4) Οδηγία 70/50 της Επιτροπής, της 22ας Δεκεμβρίου 1969, εκδοθείσα βάσει των διατάξεων του άρθρου 33, παράγραφος 7, περί καταργήσεως των μέτρων ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικούς περιορισμούς των εισαγωγών που δεν εμπίπτουν σε άλλες διατάξεις που έχουν εκδοθεί βάσει της Συνθήκης ΕΟΚ, ΑΒl. 1970, L 13, σ. 29.
(5) Βλέπε απόφαση της 11ης Ιουλίου 1974 στην υπόθεση 8/74, Ποινική δίκη κατά Dassonville, Slg. 1974, σ. 837, ιδίως σ. 852.
(6) Βλέπε απόφαση της 29ης Ιουνίου 1978 στην υπόθεση 154/77, Ποινική δίκη κατά Dechmann, Slg. 1978, σ. 1573, ιδίως 1584.
(7) Κανονισμός 1837/80 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1980, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του προβείου και αιγείου κρέατος, ΕΕ ειδ. έκδ. 03/029 σ. 150.
(8) Βλέπε απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 1984 στην υπόθεση 237/82, Jongeneel Kaas BV κατά Ολλανδικού δημοσίου και λοιπών, Συλλογή 1984, σ. 483, ιδίως σ. 501 και επ. απόφαση της 4ης Φεβρουαρίου 1988 στην υπόθεση 255/86, Επιτροπή κατά Βασιλείου του Βελγίου, Συλλογή 1988, σ. 693.
(9) Π.χ. με τη Βουλγαρία, ΕΕ 1982, L 43 με την Ουγγαρία, ΕΕ L 1981, L 150 με την Πολωνία, ΕΕ 1981, L 137 με τη Ρουμανία, ΕΕ 1981, L 137 με την Τσεχοσλοβακία, ΕΕ 1982, L 204.
(10) ΕΕ 1982, L 3, σσ. 18 και 26, αντίστοιχα.
(11) Βλέπε απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 1986 στην υπόθεση 124/85, Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά Ελληνικής Δημοκρατίας, Συλλογή 1986, σ. 3935.
Full & Egal Universal Law Academy