Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1. Με δύο αποφάσεις της 9ης Απριλίου 1987, το Cour de cassation του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου υπέβαλε στο Δικαστήριο δύο προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία διατάξεων που προβλέπουν τη δυνατότητα των κοινοτικών υπαλλήλων να μεταφέρουν στο συνταξιοδοτικό τους σύστημα τα δικαιώματα που απέκτησαν σε εθνικό σύστημα συντάξεων πριν προσληφθούν ως υπάλληλοι της Κοινότητας. Το Δικαστήριο απάντησε σε ένα από τα ερωτήματα αυτά, που ανέκυψε στα πλαίσια της υπόθεσης Fingruth, στην απόφασή του της 5ης Οκτωβρίου 1988 (1). Στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας το Δικαστήριο πρέπει να εξετάσει το άλλο ερώτημα, το οποίο αναφέρεται στην κατάσταση του Francois Retter. Πράγματι, μετά την προφορική διαδικασία η οποία διεξήχθη, και για τις δύο προδικαστικές υποθέσεις, στην ίδια συνεδρίαση, το Δικαστήριο δέχτηκε, όπως είχα προτείνει, ότι ήταν απαραίτητη η επανάληψη της προφορικής διαδικασίας στην υπόθεση Retter.
2. Θα εκθέσω, καταρχάς, τα πραγματικά και νομικά στοιχεία που είναι απαραίτητα για την κατανόηση των προβλημάτων τα οποία καλείται να επιλύσει το Δικαστήριο.
3. Ο Retter μονιμοποιήθηκε ως υπάλληλος της ΕΚΑΧ στις 5 Φεβρουαρίου 1962. Υπήχθη, κατά συνέπεια, στον κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων της ΕΚΑΧ, ο οποίος είχε θεσπιστεί με κανονισμό που εξέδωσε η επιτροπή των προέδρων της ΕΚΑΧ. Το άρθρο 11, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, του παραρτήματος VΙΙΙ, ορίζει ότι:
"Ο υπάλληλος που εισέρχεται στην υπηρεσία της Κοινότητας, μετά τη λήξη των καθηκόντων του σε διοίκηση, σε εθνικό ή διεθνή οργανισμό ή σε επιχείρηση, έχει την ευχέρεια, κατά το χρόνο της μονιμοποιήσεώς του, να καταβάλει στην Κοινότητα:
- είτε το στατιστικό ισοδύναμο των δικαιωμάτων επί της συντάξεως αρχαιότητας που είχε αποκτήσει στη διοίκηση, τον εθνικό ή διεθνή οργανισμό ή την επιχείρηση, όπου υπαγόταν,
- είτε το κατ' αποκοπή ποσό της εξαγοράς που του οφείλεται από το ταμείο συντάξεως αυτής της διοικήσεως, του οργανισμού ή της επιχειρήσεως κατά το χρόνο της αποχωρήσεώς του."
Ως ημερομηνία ενάρξεως της ισχύος του κανονισμού αυτού είχε οριστεί, από το άρθρο 2, η 1η Ιανουαρίου 1962. Πρέπει ν' αναφερθεί ότι, στην ουσία, το κείμενο αυτό επανελάμβανε με προσαρμογές τις διατάξεις του κανονισμού 31 (ΕΟΚ), 11 (ΕΚΑΕ) των Συμβουλίων της 18ης Δεκεμβρίου 1961 περί καθορισμού του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων και του καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας και της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενεργείας (2), ο οποίος επίσης τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 1962.
4. Προτού μονιμοποιηθεί ως υπάλληλος της ΕΚΑΧ, ο Retter είχε εργαστεί και μισθωτός σε εταιρία του Λουξεμβούργου και συμπλήρωσε, 61 μήνες υπαγωγής στο ταμείο συντάξεως των ιδιωτικών υπαλλήλων (Caisse de pension des employes prives, στο εξής "CΡΕΡ"). Κατά το χρόνο μονιμοποιήσεώς του ίσχυε στο Λουξεμβούργο νόμος της 29ης Αυγούστου 1951 για την ασφάλιση συντάξεως των ιδιωτικών υπαλλήλων. Ο νόμος αυτός προέβλεπε, στο άρθρο 64, ότι ο ασφαλισμένος ο οποίος, μετά συμπλήρωση τουλάχιστον 30 μηνών εισφορών, διακόπτει την ασφάλισή του χωρίς να λάβει σύνταξη, δικαιούται "αποζημίωση εξαγοράς", στο δε άρθρο 65 ότι ο ασφαλισμένος που εισέπραξε την αποζημίωση αυτή δεν έχει πλέον "δικαίωμα λήψεως παροχών από το ταμείο". Το άρθρο 66 του ίδιου νόμου όριζε, ως προς την αποβολή της αιτήσεως εξαγοράς, αποκλειστική προθεσμία δύο ετών από την ημερομηνία διακοπής της υποχρεώσεως καταβολής εισφορών. Κατά την προφορική διαδικασία διευκρινίστηκε ότι η προβλεπόμενη από το νόμο του 1951 εξαγορά δεν αφορούσε παρά μόνο τις βαρύνουσες τον ασφαλισμένο εισφορές.
5. Ουδόλως αμφισβητείται ότι το θεσπισθέν με το νόμο του 1951 σύστημα εξαγοράς δεν μπορεί να θεωρηθεί ως εφαρμογή, στο δίκαιο του Λουξεμβούργου, του δικαιώματος μεταφοράς το οποίο προβλέπει ο κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως των κοινοτικών υπαλλήλων. Εντούτοις, για τους ευρισκόμενους στη θέση αυτή κοινοτικούς υπαλλήλους, οι οποίοι είχαν καταβάλει εισφορές σε σύστημα ασφαλίσεως του Λουξεμβούργου, η εξαγορά αυτή ήταν ο μόνος τρόπος που παρείχε τη δυνατότητα να επιτύχουν την επιστροφή των εισφορών τους μετά τη λήξη της υπαγωγής τους στο σύστημα αυτό.
6. Συνεπώς, οι μονιμοποιούμενοι κοινοτικοί υπάλληλοι που είχαν καταβάλει εισφορές στο Λουξεμβούργο ενήργησαν επιλέγοντας τον έναν από τους εξής δύο τρόπους. Ορισμένοι προτίμησαν την αναμονή, και δεν ζήτησαν την εξαγορά βάσει του νόμου του 1951. 'Αλλοι, όπως ο Retter, ακολουθώντας κατά γράμμα το νόμο αυτό, ο οποίος, όπως έχω αναφέρει, προέβλεπε αποκλειστική προθεσμία δύο ετών, ζήτησαν την εξαγορά των εισφορών τους έτσι ώστε να αποφύγουν την απώλεια του δικαιώματος προς επιστροφή τους, την οποία θεωρούσαν ως αναπόφευκτη σε περίπτωση που δεν ζητούσαν αυτή την εξαγορά.
7. Ο νόμος της 14ης Μαρτίου 1979 ρύθμισε στο Λουξεμβούργο, τον τρόπο ασκήσεως του δικαιώματος προς μεταφορά, το οποίο παρείχε ο κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως των κοινοτικών υπαλλήλων. 'Ορισε, τροποποιώντας το άρθρο 18 του νόμου της 16ης Δεκεμβρίου 1963, ότι οι εισφορές που καταβλήθηκαν σε συνταξιοδοτικό σύστημα του Λουξεμβούργου μεταφέρονται, κατόπιν αιτήσεως του ενδιαφερομένου, στο κοινοτικό συνταξιοδοτικό σύστημα, με τόκο 4% ετησίως υπολογιζόμενο από 31ης Δεκεμβρίου κάθε έτους ασφαλίσεως, η δε σχετική αίτηση υποβάλλεται εντός αποκλειστικής προθεσμίας ενός έτους από της ημερομηνίας μονιμοποιήσεως. Ο νόμος αυτός προσέθετε ότι αυτός ο τρόπος εξαγοράς, ο οποίος αφορούσε, όπως διευκρινίστηκε κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, το σύνολο των εισφορών, δηλαδή τόσο το ποσό που βαρύνει τον ασφαλισμένο, όσο και το ποσό που βαρύνει τον εργοδότη, εφαρμοζόταν και για τα άτομα που υπηρετούσαν ήδη ως μόνιμοι κοινοτικοί υπάλληλοι, υπό την προϋπόθεση υποβολής της σχετικής αιτήσεως εντός αποκλειστικής προθεσμίας ενός έτους από της θέσεώς του σε ισχύ.
8. Ο νέος νόμος έδωσε τη δυνατότητα στους κοινοτικούς υπαλλήλους οι οποίοι, ως τότε, είχαν προτιμήσει την αναμονή και δεν είχαν ζητήσει την προβλεπόμενη από το νόμο του 1951 αποζημίωση εξαγοράς των εισφορών να υπαχθούν στις ευεργετικές διατάξεις του νέου συστήματος εξαγοράς, ασκούντες το δικαίωμα μεταφοράς που τους παρείχε ο κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεώς τους. Επομένως, γι' αυτούς το γεγονός ότι δεν είχαν ζητήσει την υπαγωγή τους στο σύστημα του νόμου του 1951 δεν είχε κανένα δυσμενές αποτέλεσμα, παρά την ύπαρξη αποκλειστικής προθεσμίας.
9. Αντίθτα, οι υπάλληλοι οι οποίοι είχαν τηρήσει, όπως ο Retter κατά γράμμα το νόμο του 1951 και είχαν ζητήσει την αποζημίωση εξαγοράς των εισφορών τους φοβούμενοι την αποκλειστική προθεσμία, θεωρήθηκε ότι απώλεσαν, κατά το άρθρο 65 του εν λόγω νόμου, κάθε δικαίωμα σχετικά με τις εισφορές αυτές, πράγμα το οποίο τους εμπόδιζε να υπαχθούν στο νέο σύστημα του νόμου του 1979. 'Οσα και αν ειπώθηκαν επ' αυτού ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την προφορική διαδικασία, δεν προκύπτει ότι τα δικαστήρια του Λουξεμβούργου αναφέρθηκαν κάποια στιγμή στη δυνατότητα που είχε ο Retter να επικαλεστεί τις ευεργετικές διατάξεις του νόμου του 1979 εντός προθεσμίας ενός έτους από της ενάρξεως της ισχύος του. Ειδικότερα, από την ανάγνωση της αποφάσεως του Conseil superieur des assurances sociales, της 2ας Ιουλίου 1986, προκύπτει σαφώς ότι η υποβληθείσα το Φεβρουάριο του 1983 αίτηση του Retter, με την οποία ζητούσε να υπαχθεί στο σύστημα του νόμου του 1979 με παράλληλη ακύρωση της αποζημιώσεως εξαγοράς του 1964, απορρίφθηκε από το CΡΕΡ με βάση μόνο το άρθρο 65 του νόμου του 1951, σύμφωνα με το οποίο "σε περίπτωση χορηγήσεως της αιτούμενης εξαγοράς ... επέρχεται οριστική εκκαθάριση (του) λογαριασμού στο ταμείο ..." (3) και ότι σε κανένα στάδιο της διαδικασίας ενώπιον αυτού του εθνικού δικαστηρίου δεν είχε προβληθεί ο ισχυρισμός ότι αυτή η αίτηση ήταν εκπρόθεσμη, σε σχέση με την καθοριζόμενη από το νόμο του 1979 προθεσμία ενός έτους.
10. 'Οπως και αν έχουν τα πράγματα, χωρίς να γίνεται συσχετισμός προς την προθεσμία αυτή, το ερώτημα που υπέβαλε το Cour de cassation του Μεγάλου Δουκάτου Λουξεμβούργου αφορά στην ουσία το αν το δικαίωμα μεταφοράς δεν εμποδίζει, μετά την έναρξη της ισχύος του θεσπισθέντος το 1962 κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων της ΕΚΑΧ, την εφαρμογή ενός συστήματος αποζημιώσεως εξαγοράς όπως το προβλεπόμενο από το νόμο του Λουξεμβούργου του 1951. Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, η καταβληθείσα το 1964 στον Retter αποζημίωση θα μπορούσε, πράγματι, να θεωρηθεί ως παράτυπη, η δε ακύρωσή της θα έφερνε τον ενδιαφερόμενο στην ίδια θέση με εκείνους τους κοινοτικούς υπαλλήλους που είχαν προτιμήσει την αναμονή.
11. Δεν μπορεί όμως να δοθεί απάντηση στο ερώτημα ποια ήταν τα αποτελέσματα, στο εσωτερικό δίκαιο, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων της ΕΚΑΧ και, ειδικότερα, των διατάξεών του περί της μεταφοράς των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων, χωρίς να δοθεί προηγουμένως απάντηση σε ένα άλλο ερώτημα, σχετικό με το αν αυτός ο κανοισμός και αυτές οι διατάξεις είχαν οποιοδήποτε αποτέλεσμα στις εσωτερικές νομοθεσίες. Είναι απαραίτητο να τεθεί αυτό το ερώτημα λόγω της διαδικασίας σύμφωνα με την οποία θεσπίστηκε, το 1962, ο κανονισμός περί της υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων της ΕΚΑΧ, λόγος για τον οποίο ακριβώς κρίθηκε δικαιολογημένη η επανάληψη της προφορικής διαδικασίας.
12. Οι διατάξεις περί της μεταφοράς των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων ήταν ταυτόσημες στους κανονισμούς υπηρεσιακής καταστάσεως που θεσπίστηκαν το 1962, αφενός, για τους υπαλλήλους της ΕΚΑΧ και, αφετέρου, για τους υπαλλήλους της ΕΟΚ και της ΕΚΑΕ. 'Ομως, ενώ για τους τελευταίους ο κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως θεσπίστηκε με πράξη που είχε τη νομική μορφή κανονισμού των Συμβουλίων των δύο Κοινοτήτων που δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και ο οποίος όριζε στο τελευταίο εδάφιο του μόνου άρθρου που περιελάμβανε ότι "είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος", αντίθετα για την ΕΚΑΧ ακολουθήθηκε άλλη διαδικασία. Πράγματι, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 78 της Συνθήκης ΕΚΑΧ και της παραγράφου 7.3 της συμβάσεως περί μεταβατικών διατάξεων που προέβλεπε το άρθρο 85 της εν λόγω Συνθήκης, ο κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων της ΕΚΑΧ θεσπίστηκε με κανονισμό επιτροπής προεδρευόμενης από τον πρόεδρο του Δικαστηρίου, στην οποία μετείχαν ο πρόεδρος της Ανωτάτης Αρχής, ο πρόεδρος της Συνελεύσεως και ο πρόεδρος του Συμβουλίου, χωρίς να δημοσιευτεί στην Επίσημη Εφημερίδα ή σε άλλο έντυπο και χωρίς να αναφέρει ότι αυτός ο κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.
13. 'Ετσι, ενώ δεν νομίζω ότι χρειάζονται ιδιαίτερες εξηγήσεις για την εφαμρογή σε κάθε κράτος μέλος των διατάξεων του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων της ΕΟΚ και της ΕΚΑΕ, που τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 1962, δεν ισχύει το ίδιο και για τις διατάξεις του τυπικά χωριστού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων της ΕΚΑΧ, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ την ίδια ημέρα.
14. Πρέπει να διευκρινιστεί εξαρχής ότι οι δυσχέρειες που μπορούν να προκύψουν από την παράλειψη της δημοσιεύσεως του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων της ΕΚΑΧ είναι σχετικά περιορισμένες καταρχάς διότι, όσον αφορά την ουσία, οι διατάξεις αυτού του κανονισμού αφορούν μόνο τις σχέσεις μεταξύ των κοινοτικών οργάνων και των υπαλλήλων τους και, από της πλευράς αυτής, η διανομή σε κάθε υπάλληλο αντιτύπου του εν λόγω κειμένου συνιστά κοινοποίηση η οποία δεν μπορεί να αμφισβητηθεί νομικά εξάλλου, το 1968 οι διαφορετικοί κανονισμοί υπηρεσιακής καταστάσεως που αφορούσαν αντίστοιχα τους υπαλλήλους της ΕΚΑΧ και των άλλων δύο Κοινοτήτων αντικαταστάθηκαν από ένα "κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων", ο οποίος θεσπίστηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ, Ευρατόμ, ΕΚΑΧ) 259/68 του Συμβουλίου της 29ης Φεβρουαρίου 1968, και τέθηκε σε ισχύ στις 5 Μαρτίου 1968, την επομένη της δημοσιεύσεώς του στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (4). Η τελική διάταξη του κανονισμού αυτού ορίζει ότι "είναι δεσμευτικός ως προς όλα, τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος".'Ετσι το πρόβλημα της εφαρμογής στα κράτη μέλη των διατάξεων του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων της ΕΚΑΧ τίθεται μόνο για το διάστημα μεταξύ 1ης Ιανουαρίου 1962 και 5ης Μαρτίου 1968.
15. Ακριβώς όμως μεταξύ των δύο αυτών ημερομηνιών, το 1964, εφαρμόστηκε, έναντι του Retter, διάταξη της νομοθεσίας του Λουξεμβούργου, η συμφωνία της οποίας προς τις διατάξεις του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων της ΕΚΑΧ περί μεταφοράς των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων τίθεται υπό αμφισβήτηση στην παρούσα προδικαστική υπόθεση.
16. Είναι ασφαλώς λυπηρό το ότι ο κανονισμός περί θεσπίσεως του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων δεν δημοσιεύτηκε όπως οι κανονισμοί περί θεσπίσεως του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων της ΕΟΚ και της ΕΚΑΕ. Η διαπιστούμενη επ' αυτού διαφορά μπορεί να δημιουργήσει αμφιβολίες όσον αφορά την απευθείας εφαρμογή στα κράτη μέλη ορισμένων διατάξεων του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως της ΕΚΑΧ, οι οποίες, χωρίς αυτή την απευθείας εφαρμογή, θα ήταν αναποτελεσματικές καθόσον αναπτύσσουν συνέπειες όχι μόνο στις σχέσεις μεταξύ των κοινοτικών οργάνων και των υπαλλήλων τους, αλλά, επίσης, σε επίπεδο εσωτερικού δικαίου, στις σχέσεις μεταξύ των υπαλλήλων αυτών και των αρχών των κρατών μελών. Οι διατάξεις που ρυθμίζουν τη μεταφορά, στο κοινοτικό συνταξιοδοτικό σύστημα, των δικαιωμάτων που έχουν κτηθεί σε εθνικό ασφαλιστικό σύστημα πριν από την πρόσληψη κάθε υπαλλήλου στις Κοινότητες, αποτελούν άριστο παράδειγμα του γεγονότος ότι ορισμένοι κανόνες του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως περιορίζονται να αναπτύξουν έννομες συνέπειες και πέρα από τη σφαίρα των κοινοτικών οργάνων. Εξάλλου, πρέπει να σημειωθεί ότι σε περίπτωση που γίνει δεκτό ότι ο κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων της ΕΚΑΧ δεν είχε απευθείας εφαρμογή, μεταξύ 1962 και 1968, αυτό θα είχε ως αποτέλεσμα την, χωρίς αμφιβολία, δυσμενή διάκριση για περίοδο έξι ετών, των υπαγόμενων στον κανονισμό αυτό, σε σχέση με τους υπαλλήλους των δύο άλλων Κοινοτήτων, με όλες τις δυσμενείς συνέπειες που ασφαλώς αντιλαμβάνεται το Δικαστήριο.
17. Κατά την προφορική διαδικασία η Επιτροπή ανέφερε στο Δικαστήριο ότι το 1962 είχε εγκαταλειφθεί την τελευταία στιγμή το σχέδιο θεσπίσεως ενιαίου κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων των τριών Κοινοτήτων. Εάν δεν είχε εγκαταλειφθεί το σχέδιο αυτό, ο εν λόγω κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως θα περιλαμβανόταν, κατά πάσα πιθανότητα, στους προαναφερθέντες κανονισμούς της 18ης Δεκεμβρίου 1962, η δημοσίευση των οποίων στην Επίσημη Εφημερίδα και η ρητή αναφορά ότι ισχύουν άμεσα σε κάθε κράτος μέλος θα περιόριζε κατά πολύ τις δυσκολίες.
18. Εφόσον αυτό δεν συνέβη τίθεται το ερώτημα εάν η μη δημοσίευση του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων της ΕΚΑΧ αποκλείει την απευθείας εφαρμογή των διατάξεών του στα κράτη μέλη.
19. Κατά την προφορική διαδικασία, το CΡΕΡ ισχυρίστηκε ότι από το άρθρο 15 της Συνθήκης ΕΚΑΧ προκύπτει ότι ασφαλώς πρέπει να δοθεί αρνητική απάντηση. Ο ισχυρισμός αυτός ουδόλως πρέπει να απασχολήσει το Δικαστήριο, καθόσον το τρίτο εδάφιο του άρθρου 19 αφορά την εφαρμογή "διά μόνης της δημοσιεύσεώς τους", μόνο των αποφάσεων, συστάσεων και γνωμών της Ανωτάτης Αρχής. Στην παρούσα όμως περίπτωση πρόκειται για την εφαρμογή διατάξεων κανονισμού της Επιτροπής των τεσσάρων προέδρων των θεσμικών οργάνων της ΕΚΑΧ, αυτός δε δεν περιλαμβάνεται στην ονοματολογία του άρθρου 15.
20. Κατά την αναζήτηση λύσεως στο πρόβλημα που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, εξέτασα καταρχάς τη δυνατότητα στηρίξεως σε ορισμένα στοιχεία που αναφέρθηκαν κατά την προφορική διαδικασία προκειμένου να προτείνω στο Δικαστήριο την εξής άποψη: οι αρχές των κρατών μελών δεν μπορούν να προβάλουν την μη δημοσίευση του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων της ΕΚΑΧ, που τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 1962, για να αντιταχθούν στην εφαρμογή μιας διατάξεώς του, εφόσον από ενέργειές τους προκύπτει ότι έχουν λάβει γνώση του κανονισμού αυτού.
21. Εκτός από τις εκτεταμένες δυνατότητες που εξασφαλίζει στα κατ' αναλογία επιχειρήματα, η λύση αυτή, ή μια άλλη παρόμοια παρουσιάζει, εάν εξεταστεί προσεκτικά, ένα σοβαρό ελάττωμα, το οποίο αναιρεί μάλιστα την ουσία αυτού του ισχυρισμού, ότι συνεπάγεται, δηλαδή, ένα είδος "σχετικής" απευθείας εφαρμογής - θα έλεγα μάλιστα "τυχαίας" απευθείας εφαρμογής των διατάξεων του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων της ΕΚΑΧ. Απευθείας εφαρμογή, εξαρτώμενη από τις ενέργειες πολυαρίθμων οργάνων στα διάφορα κράτη μέλη, θα απέβαινε εντελεώς τυχαίο γεγονός. Η ίδια διάταξη θα μπορούσε να εφαρμόζεται απευθείας σε ένα κράτος μέλος και να μην εφαρμόζεται σ' ένα άλλο, ή ακόμα να εφαρμόζεται απευθείας σε περίπτωση που υπάγεται στην αρμοδιότητα μιας ορισμένης υπηρεσίες κράτους μέλους και να μην εφαρμόζεται σε μιαν άλλη παρόμοια που υπάγεται στην αρμοδιότητα μιας άλλης υπηρεσίας του ίδιου κράτους. Νομίζω ότι παρέλκει να τονίσω, στο σημείο αυτό, ότι αυτή η σχετικότητα είναι απαράδεκτη αν ληφθεί υπόψη η βασική αρχή της κοινοτικής έννομης τάξης, δυνάμει της οποίας, εκτός ρητής αντιθέτου διατάξεως, οι κανόνες του κοινοτικού δικαίου, ίδιοι για όλα τα κράτη μέλη, εφαρμόζονται κατά τρόπο ομοιόμορφο.
22. Εξάλλου, θα ήθελα γενικώς να υπογραμμίσω με ιδιαίτερη έμφαση την ανάγκη αποφυγής μιας απαντήσεως που θα μπορούσε να απομονωθεί κατά τις ανάγκες τυχαίων περιστάσεων. Πρέπει πράγματι, να επιδειχθεί ιδιαίτερη προσοχή στη δυνατότητα να χρησιμοποιήσουν διάδικοι άλλων υποθέσεων που έχουν μικρότερη σχέση με την εφαρμογή της αρχής επιείκειας, λύσεις που υπογορεύτηκαν, ωστόσο, από την τόσο θεμιτή προσπάθεια "ιάσεως" μιας καταστάσεως. Γνωρίζω ότι το Δικαστήριο θα επιδείξει την επιβαλλόμενη επ' αυτού ενάργεια.
23. Νομίζω, λοιπόν, ότι πρέπει να δοθεί μια συνολική απάντηση, καταφατική ή αρνητική, στο ερώτημα αν οι διατάξεις του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων της ΕΚΑΧ, που τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 1962 είχαν, ή μη, απευθείας εφαρμογή σε όλα τα κράτη μέλη.
24. Αναφορικά με την παράλειψη της δημοσιεύσεως, η οποία θα μπορούσε να στηρίξει αρνητική απάντηση, υπάρχουν στοιχεία που δικαιολογούν παρ' όλα αυτά καταφατική απάντηση;
25. Δεν πιστεύω ότι στοιχεία υπέρ μιας καταφατικής απαντήσεως μπορούν να συναχθούν από το γεγονός ότι ένα από τα μέλη της επιτροπής η οποία εξέδωσε τον κανονισμό περί θεσπίσεως του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων της ΕΚΑΧ, το 1962, ήταν ο πρόεδρος του Συμβουλίου της ΕΚΑΧ, δηλαδή της αρχής που αποτελείται σύμφωνα με το άρθρο 27 της Συνθήκης ΕΚΑΧ "από αντιπροσώπους των κρατών μελών". Αυτή η "έμμεση κοινοποίηση εν τοις πράγμασι στα κράτη μέλη", την οποία υπαινίσσεται ενώπιον του Δικαστηρίου η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων νομίζω ότι δεν πληροί τις ελάχιστες προϋποθέσεις αφαλείας δικαίου για τα κράτη μέλη, ούτε, κατά μείζονα λόγο, για τους πολίτες της Κοινότητας. Θεωρώ ιδίως ότι είναι δύσκολο να γίνει δεκτό ότι μπορεί να υπάρξει απευθείας εφαρμογή ενός κανόνα σε όλα τα κράτη μέλη, δηλαδή έναντι όλων των ενδιαφερομένων προσώπων σε όλα τα κράτη μέλη, χωρίς τα πρόσωπα αυτά να έχουν τη δυνατότητα να λάβουν γνώση τόσο του περιεχομένου του εν λόγω κανόνα, όσο και της απευθείας εφαρμογής του.
26. Νομίζω λοιπόν ότι πρέπει να αναζητηθεί προς άλλη κατεύθυνση η δυνατότητα θεμελιώσεως της απευθείας εφαρμογής του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων της ΕΚΑΧ, η ερμηνεία του οποίου ζητείται από το Δικαστήριο στην παρούσα υπόθεση. Η κατεύθυνση αυτή πρέπει να είναι η αξιοποίηση της ουσιαστικής ενότητας του συνταξιοδοτικού συστήματος των υπαλλήλων των τριών Κοινοτήτων, από το 1962 μέχρι το 1968, ανεξάρτητα από την τυπική διαφορά των πράξεων με τις οποίες θεσπίστηκαν.
27. Πράγματι παρατηρείται ότι ο τίτλος του κανονισμού των δύο Συμβουλίων και της επιτροπής των προέδρων της ΕΚΑΧ, με ημερομηνία 10 Ιουλίου 1963, που δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (5), αναφέρεται ρητά στην "εκκαθάριση των συντάξεων των υπαλλήλων που αναφέρονται στο άρθρο 83, παράγραφος 3, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως", χωρίς να κάνει την παραμικρή διαφοροποίηση μεταξύ του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων της ΕΚΑΧ, αφενός, και εκείνου των υπαλλήλων των δύο άλλων Κοινοτήτων, αφετέρου. Αυτή η βούληση σφαιρικής αντιμετωπίσεως διατάξεων που ωστόσο, περιέχονται σε τυπικά χωριστές πράξεις εκδηλώνεται επίσης στην αιτιολογική σκέψη του εν λόγω κανονισμού, η οποία ορίζει ότι "εναπόκειται στην επιτροπή των προέδρων της Ευρωπαϊκής Κοινότητας 'Ανθρακα και Χάλυβα και στα Συμβούλια της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας και της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενεργείας να θεσπίσουν με κοινή συμφωνία ... τις λεπτομέρειες σχετικά με την εκκαθάριση των συντάξεων των υπαλλήλων που αναφέρονται στο άρθρο 83, παράγραφος 3, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως". Η δημοσίευση αυτών των στοιχείων δίνει, πιστεύω, την εικόνα της ταυτότητας των διατάξεων των κανονισμών υπηρεσιακής καταστάσεως περί των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων των κοινοτικών υπαλλήλων, όποια και αν είναι η Κοινότητα με την οποία συνδέονται, ή ακόμα και του ενιαίου χαρακτήρα του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως που τους διέπει. Αυτή δε η εικόνα αντιστοιχεί προς μια ουσιαστική ενότητα, εφόσον οι διατάξεις του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων της ΕΚΑΧ σε θέματα συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων δεν διαφέρουν σε τίποτα από τις διατάξεις των αντίστοιχων κανονισμών των άλλων κοινοτικών υπαλλήλων. Το γεγονός ότι οι διατάξεις που αφορούν αντιστοίχως τους μεν και τους δε περιλαμβάνονται σε τυπικά χωριστές πράξεις αποτελεί προφανώς, κατά την άποψη που δημοσίως εκφράζουν τα Συμβούλια και η επιτροπή των προέδρων, ένα στοιχείο που θα μπορούσε κατά κάποιο τρόπο να "απαλειφθεί". Η στάση αυτή γίνεται εύκολα κατανοητή αν ληφθεί υπόψη ότι τα 50 άρθρα του παραρτήματος VΙΙΙ του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων της ΕΚΑΧ, περί των λεπτομερειών εφαρμογής του συνταξιοδοτικού συστήματος, είναι κατά λέξη όμοια προς τα 50 πρώτα άρθρα του παραρτήματος VΙΙΙ του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων της ΕΟΚ και της ΕΚΑΕ, με μόνη προσθήκη το πεντηκοστό πρώτο άρθρο, το οποίο περιλαμβάνει μεταβατικές διατάξεις.
28. Αυτή η ανάλυση ενισχύεται, κατά την άποψή μου, από την απόφαση της 10ης Ιουλίου 1963, που εκδόθηκε από τα ίδια όργανα όπως και τον προαναφερθέντα κανονισμό της ίδιας ημερομηνίας και η οποία δημοσιεύτηκε στο ίδιο τεύχος της Επίσημης Εφημερίδας (6) στο άρθρο 1 αυτής της αποφάσεως γίνεται λόγος για "παροχή υπηρεσιών που προβλέπονται στο σύστημα συντάξεως των υπαλλήλων". Στην περίπτωση αυτή, προκύπτει ακόμα πιο καθαρά από ό,τι στον κανονισμό, η εικόνα της ενότητας του συνταξιοδοτικού συστήματος των τριών Κοινοτήτων και, κατά συνέπεια, η εικόνα της ουσιαστικής ταυτότητας των διατάξεων που διέπουν αυτό το σύστημα, όποια και αν είναι η Κοινότητα με την οποία συνδέεται ο υπάλληλος.
29. Εφόσον οι προαναφερθείσες κοινοτικές νομικές πράξεις, οι οποίες δημοσιεύτηκαν σύμφωνα με όλους τους νόμιμους τύπους, διαπιστώνουν την ενότητα του συνταξιοδοτικού συστήματος των υπαλλήλων των Κοινοτήτων υποδηλώνουν, επίσης σε όλους τους ενδιαφερόμενους ότι οι διατάξεις, τις οποίες είχαν προηγουμένως πληροφορηθεί με τη δημοσίευση του κανονισμού της 18ης Δεκεμβρίου 1961 περί θεσπίσεως του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων της ΕΟΚ και της ΕΚΑΕ, εφαρμόζονταν με τον ίδιο τρόπο στους υπαλλήλους των τριών Κοινοτήτων, συμπεριλαμβανομένων των υπαλλήλων της ΕΚΑΧ. Υποδηλώνοντας, επίσης, ότι αυτές οι διατάξεις περί των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων εφαρμόζονταν με τον ίδιο τρόπο στους υπαλλήλους των τριών Κοινοτήτων, οι προαναφερθείσες πράξεις υπογράμμιζαν ιδίως ότι οι διατάξεις τους εφαρμόζονταν απευθείας, κατά τον ίδιο τρόπο σε όλα τα κράτη μέλη.
30. Θεωρώ, συνεπώς, ότι η διάταξη της οποίας ζητείται η ερμηνεία, δηλαδή το άρθρο 11, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, του παραρτήματος VΙΙΙ, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων της ΕΚΑΧ, που θεσπίστηκε το 1962, πρέπει να θεωρηθεί ότι εφαρμόζεται απευθείας σε όλα τα κράτη μέλη, από 1ης Ιανουαρίου 1962, ημερομηνία θέσεως σε ισχύ των δύο πράξεων της 10ης Ιουλίου 1963, η οποία ταυτίζεται προς την ημερομηνία που όρισε η επιτροπή των τεσσάρων προέδρων της ΕΚΑΧ για τη θέση σε ισχύ του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων της ΕΚΑΧ.
31. Συνεπώς, αυτή η διάταξη εφαρμοζόταν απευθείας στο Λουξεμβούργο τη στιγμή κατά την οποία ο Retter, συμμορφούμενος προς τον εθνικό νόμο της 29ης Αυγούστου 1951, ζήτησε από το CΡΕΡ αποζημίωση εξαγοράς των συνταξιοδοτικών του δικαιωμάτων. Βέβαια, στο πλαίσιο της έγγραφης διαδικασίας, η κυβέρνηση του Λουξεμβούργου επανέλαβε τον ισχυρισμό ότι ο κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως των κοινοτικών υπαλλήλων, στο μέτρο που αφορά την παρούσα υπόθεση, δεν θέσπισε κανένα δικαίωμα το οποίο να μπορούν αυτοτελώς να επικαλεστούν οι ιδιώτες, καθώς μόνο οι διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας που καθορίζουν τις λεπτομέρειες για τη μεταφορά των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων έχουν νομική ισχύ. Από την απόφαση όμως που εξέδωσε το Δικαστήριο στην προαναφερθείσα απόφαση Fingruth προκύπτει σαφώς ότι οι ιδιώτες μπορούν κάλλιστα να επικαλούνται τη διάταξη του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των κοινοτικών υπαλλήλων περί της μεταφοράς των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων, βασιζόμενοι μάλιστα σ' αυτήν για να αντιταχθούν σε μέτρο εφαρμογής του εθνικού δικαίου.
32. Είναι, ωστόσο, αληθές ότι η απευθείας εφαρμογή της εν λόγω διατάξεως δεν έχει απόλυτη σημασία καθόσον αίτηση περί μεταφοράς δεν μπορεί να εξεταστεί από τις αρμόδιες αρχές κράτους μέλους βάσει αυτής της διατάξεως και μόνο. Η νομοθεσία του κράτους αυτού πρέπει να καθορίσει τις λεπτομέρειες για την πραγματοποίηση της μεταφοράς, έχει δε τη δυνατότητα να προτιμήσει μόνο έναν από τους τρόπους που προβλέπει η διάταξη αυτή, του στατικού ισοδύναμου και της αποζημιώσεως εξαγοράς, όπως προκύπτει από την απόφαση του Δικαστηρίου της 17ης Δεκεμβρίου 1987, Επιτροπή κατά Λουξεμβούργου (7). Εφόσον όμως σκοπός είναι να διασφαλιστεί ότι η εθνική νομοθεσία δεν θα επηρεάσει την έκταση και την αποτελεσματικότητα διατάξεως του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως και ότι δεν θα καταστήσει αδύνατη την άσκηση δικαιώματος που παρέχει ο εν λόγω κανονισμός, η απευθείας εφαρμογή παράγει όλα της τα αποτελέσματα.
33. Φθάνω, επιτέλους, στην ίδια την ουσία του ερωτήματος που υπέβαλε το Cour de cassation του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου. Ούτε η κυβέρνηση του Λουξεμβούργου, ούτε το CΡΕΡ δεν αμφισβήτησαν ότι οι διατάξεις του νόμου του 1951 δεν καθόριζαν τις λεπτομέρειες που θα καθιστούσαν δυνατή την εφαρμογή της αρχής της μεταφοράς. Η καταβολή σε ασφαλισμένο αποζημιώσεως εξαγοράς ίσης προς τις εισφορές του και μόνο, η οποία επιφέρει την οριστική εκκαθάριση των δικαιωμάτων του, δεν μπορεί να συνιστά τρόπο μεταφοράς στο κοινοτικό σύστημα των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων που αποκτήθηκαν στο πλαίσιο εθνικού συστήματος. Οι κοινοτικοί υπάλληλοι ήταν εξάλλου υποχρεωμένοι να κάνουν χρήση του συστήματος της προβλεπόμενης από το νόμο του 1951 αποζημιώσεως εξαγοράς, εφόσον αυτός ο νόμος προέβλεπε αποκλειστική προθεσμία δύο ετών από της ημερομηνίας διακοπής της καταβολής εισφορών για κάθε αίτηση περί χορηγήσεως της αποζημιώσεως εξαγοράς. Επιπλέον, η είσπραξη αυτής της αποζημιώσεως, η οποία επέφερε οριστική εκκαθάριση των δικαιωμάτων των ενδιαφερομένων έναντι του συνταξιοδοτικού συστήματος του Λουξεμβούργου, τους αποστερούσε τη δυνατότητα να ζητήσουν να υπαχθούν στις ευεργετικές διατάξεις της νομοθεσίας του Λουξεμβούργου, οι οποίες θα επέτρεπαν πράγματι τη μεταφορά των δικαιωμάτων, την κατάλληλη στιγμή.
34. Προφανώς σύστημα εξαγοράς, όπως το προβλεπόμενο από το νόμο του Λουξεμβούργου του 1951, ήταν ασυμβίβαστο προς το αναγνωριζόμενο από τον κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως δικαίωμα μεταφοράς, αυτός δε ο κανονισμός εμπόδιζε την εφαρμογή επί κοινοτικού υπαλλήλου ενός τέτοιου συστήματος. Αυτή είναι και η απάντηση την οποία προτείνω να δώσει το Δικαστήριο στο ερώτημα του Cour de cassation.
35. Το δικαστήριο αυτό διερωτήθηκε αν υπήρχε δυνατότητα να χρησιμοποιηθεί, έναντι της εξαγοράς που είχε επιβληθεί το 1964 στον Retter, το άρθρο 21, δεύτερο εδάφιο, του νόμου του Λουξεμβούργου της 16ης Δεκεμβρίου 1963, που απαγορεύει κάθε επιστροφή των εισφορών "εφόσον ο ασφαλισμένος υπάγεται σε ένα από τα αναφερόμενα στον παρόντα νόμο συστήματα", το δε ερώτημά του αποσκοπούσε στο να διευκρινιστεί αν η προκείμενη διάταξη του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως είχε ως αποτέλεσμα την εξομοίωση του κοινοτικού συστήματος ασφαλίσεων προς τα "αναφερόμενα". Νομίζω ότι η διάταξη αυτή του κανονισμού εμπόδιζε ευθέως την εφαρμογή συστήματος όπως το προβλεπόμενο από το νόμο του 1951, χωρίς να υπάρχει ανάγκη να καθοριστούν επακριβώς τα αποτελέσματα του κοινοτικού δικαίου έναντι διατάξεως όπως αυτή του άρθρου 21, δεύτερο εδάφιο, του νόμου 1963. Λαμβανομένης υπόψη αυτής της παρατηρήσεως, η διατύπωση της απαντήσεως που θα προτείνω στο Δικαστήριο έχει ως βάση αυτή η οποία προτάθηκε από την Επιτροπή.
36. Προτείνω, επομένως, στο Δικαστήριο να αποφανθεί ότι:
"Το άρθρο 11, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, του παραρτήματος VΙΙΙ, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων ΕΚΑΧ έχει την έννοια ότι, από 1ης Ιανουαρίου 1962, απέκλεισε την εφαρμογή εθνικής κανονιστικής ρυθμίσεως δυνάμει της οποίας κοινοτικός υπάλληλος υπαγόμενος στην κοινωνική ασφάλιση του εν λόγω κράτους μέλους ήταν υποχρεωμένος να παραιτηθεί οριστικώς, έναντι καταβολής αποζημιώσεως εξαγοράς ίσης προς τις εισφορές του, από τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα που είχε αποκτήσει σε ένα εθνικό σύστημα, πριν από την πρόσληψή του ως μονίμου υπαλλήλου ενός κοινοτικού οργάνου και, κατά συνέπεια, να παραιτηθεί από το προνόμιο της μεταφοράς των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων του που του παρείχε η εν λόγω διάταξη."
(*) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
(1) Υπόθεση 129/87, Συλλογή 1988, σ. 6121.
(2) ΕΕ ειδ. έκδ. 01/001, σ. 19.
(3) Σχετικό υπ' αριθ. 1, υποβληθέν προς υποστήριξη του υπομνήματος του CΡΕΡ.
(4) ΕΕ ειδ. έκδ. 01/001, σ. 108.
(5) JΟ 130 της 24.8.1963, σ. 2301.
(6) 'Οπ.π., σ. 2303.
(7) Υπόθεση 315/85, Συλλογή 1987, σ. 5391.
Full & Egal Universal Law Academy