Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1 . Το Tribunal du travail της Αμβέρσας υπέβαλε στο Δικαστήριο ορισμένα προδικαστικά ερωτήματα όσον αφορά την ερμηνεία του άρθρου 12, παράγραφος 2, του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 1408/71 του Συμβουλίου ( 1 ), και τούτο υπό τις εξής περιστάσεις .
2 . Ο Cornelis Bakker, ολλανδός υπήκοος, ο οποίος εργάστηκε ως μισθωτός κυρίως στις Κάτω Χώρες, επί μερικά όμως έτη και στο Βέλγιο, ζήτησε και έλαβε, κατ' εφαρμογή - το τονίζω - των εθνικών κανόνων και μόνο καθενός από τα δύο κράτη μέλη, δύο συντάξεις γήρατος .
3 . Στις Κάτω Χώρες, ο Bakker πέτυχε, από 1ης Μαΐου 1984 και σύμφωνα με τις τότε ισχύουσες διατάξεις του γενικού νόμου περί ασφαλίσεως γήρατος ( στο εξής : ΑΟW ), να του καταβάλλεται σύνταξη εγγάμου, υπολογιζόμενη στο 100% του καθαρού κατώτατου μισθού . Η σύνταξη αυτή παρουσίαζε τη σημαντική ιδιαιτερότητα ότι αντιπροσώπευε όχι μόνο τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα τα οποία είχε αποκτήσει αυτοπροσώπως ο Bakker, αλλά και συνταξιοδοτικά δικαιώματα που είχαν αποκτηθεί από τη σύζυγό του, οικοκυρά . Πράγματι, η ολλανδική νομοθεσία προέβλεπε τότε την καταβολή στο σύζυγο συντάξεως η οποία αντιπροσώπευε δικαιώματα που είχε αποκτήσει ο καθένας από τους δύο συζύγους .
4 . Παράλληλα, η Εθνική Υπηρεσία Συντάξεων Μισθωτών του Βελγίου χορήγησε στον Bakker, σύμφωνα με τους κανόνες της βελγικής νομοθεσίας, σύνταξη λόγω συμπληρώσεως του ορίου ηλικίας, υπολογιζόμενη με βάση το συντελεστή οικογένειας, ήτοι 75% του μισθού που εισέπραττε προηγουμένως . Η εφαρμογή στην περίπτωση του Bakker του συντελεστή οικογένειας δικαιολογείτο από το ότι ήταν έγγαμος, η σύζυγος του οποίου δεν λαμβάνει σύνταξη ούτε έχει άλλη πρόσοδο αντί συντάξεως . Συγκεκριμένα, ο Bakker, ο οποίος είχε εργαστεί στο Βέλγιο επί τρία περίπου έτη, εισέπραττε τα 3/45 της συντάξεως υπολογιζόμενης με τον ανωτέρω συντελεστή οικογένειας .
5 . Οι δυσκολίες για τον Bakker εμφανίστηκαν με την τροποποίηση της ολλανδικής νομοθεσίας περί συντάξεων γήρατος, κατόπιν της οδηγίας 79/7/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1978, περί της προοδευτικής εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ ανδρών και γυναικών σε θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως ( 2 ). Πράγματι, οι ολλανδικές αρχές θεώρησαν ότι η εφαρμογή, στις Κάτω Χώρες, της αρχής που διατυπώνει η οδηγία υπαγόρευε την αντικατάσταση του συστήματος, σύμφωνα με το οποίο μόνο ο σύζυγος δικαιούτο συντάξεως αντιπροσωπευτικής των δικαιωμάτων που είχαν αποκτήσει και οι δύο σύζυγοι, με νέο σύστημα, κατά το οποίο κάθε σύζυγος θα δικαιούτο προσωπικώς συντάξεως λόγω συμπληρώσεως του ορίου ηλικίας . 'Ετσι, δυνάμει των νέων διατάξεων του νόμου ΑΟW, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ από 1ης Απριλίου 1985, κάθε σύζυγος δικαιούτο, από το 65ο έτος της ηλικίας του, συντάξεως ίσης προς το 50% του καθαρού κατώτατου μισθού . Η νέα νομοθεσία, κατά τέτοιο τρόπο, "κόβει τη σύνταξη στα δύο ". Η νομοθεσία αυτή προέβλεπε επίσης ότι ο έγγαμος που πληροί τις προϋποθέσεις για να συνταξιοδοτηθεί λόγω συμπληρώσεως του ορίου ηλικίας και του οποίου ο/η σύζυγος δεν έχει ακόμα φθάσει το 65ο έτος εισπράττει συμπλήρωμα συντάξεως ίσο προς το 50% του καθαρού κατώτατου μισθού . Η τελευταία αυτή διάταξη αποσκοπούσε σαφώς στην ομαλή μετάβαση από το παλαιό στο νέο σύστημα και στο να αποτρέψει την απότομη μείωση, κατά το ήμισυ, των πόρων των οικογενειών βάσει της νομοθεσίας περί συντάξεων λόγω συμπληρώσεως του ορίου ηλικίας .
6 . Σύμφωνα με τη νέα νομοθεσία, το Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων των Κάτω Χωρών ( στο εξής : SVΒ ) τροποποίησε το συνταξιοδοτικό καθεστώς του Bakker . Από 1ης Απριλίου 1985 και δεδομένου ότι η Bakker δεν είχε ακόμα φθάσει το 65ο έτος της ηλικίας της, χορήγησε στον Bakker προσωπική σύνταξη ίση προς το 50% του καθαρού κατώτατου μισθού μαζί με συμπλήρωμα συντάξεως . Κατόπιν, όταν η Bakker συμπλήρωσε το 65ο έτος της ηλικίας της, το SVΒ εξακολούθησε να καταβάλλει, από 1ης Σεπτεμβρίου 1985, τη σύνταξή του ίση προς το 50% του καθαρού κατώτατου μισθού, χωρίς όμως συμπλήρωμα συντάξεως, δεδομένου ότι από την ημερομηνία αυτή η Bakker ελάμβανε προσωπική σύνταξη ίση προς το 50% του καθαρού κατώτατου μισθού .
7 . Το γεγονός ακριβώς αυτό, δηλαδή η χορήγηση στην Bakker, βάσει του ΑΟW, συντάξεως λόγω συμπληρώσεως του ορίου ηλικίας, οδήγησε την Εθνική Υπηρεσία Συντάξεων του Βελγίου να θεωρήσει ότι ο Bakker δεν πληρούσε πλέον τις προϋποθέσεις ώστε η σύνταξή του να υπολογίζεται με βάση το συντελεστή οικογένειας, αφού η σύζυγός του ελάμβανε σύνταξη . 'Ετσι, η Εθνική Υπηρεσία Συντάξεων αποφάσισε, στις 26 Μαρτίου 1986, να χορηγήσει στον Bakker, από 1ης Σεπτεμβρίου 1985, σύνταξη υπολογιζόμενη με βάση το συντελεστή αγάμου, ήτοι 60% του μισθού που εισέπραττε προηγουμένως . Στο πλαίσιο της προσφυγής που άσκησε ο Bakker κατά της αποφάσεως αυτής, το Tribunal du travail της Αμβέρσας υπέβαλε, με απόφαση της 8ης Μαρτίου 1987, τα υπό εξέταση προδικαστικά ερωτήματα .
8 . Η παράγραφος 2 του άρθρου 12 του κανονισμού 1408/71, η οποία αποτελεί το επίκεντρο των ερωτημάτων που υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο, διατυπώνει, στην πρώτη περίοδο, μια γενική αρχή και προβλέπει, στη δεύτερη περίοδο, αποκλίσεις από την αρχή αυτή . Η γενική αρχή συνίσταται στην εφαρμογή, εις βάρος του δικαιούχου, των διατάξεων περί μειώσεως, αναστολής ή καταργήσεως που προβλέπονται από τη νομοθεσία κράτους μέλους, σε περίπτωση σωρεύσεως μιας παροχής κοινωνικής ασφαλίσεως με άλλες παροχές κοινωνικής ασφαλίσεως ή άλλα εισοδήματα, ακόμα και αν πρόκειται για παροχές που αποκτήθηκαν δυνάμει της νομοθεσίας άλλου κράτους μέλους ή εισοδήματα που αποκτώνται στο έδαφος άλλου κράτους μέλους . Απόκλιση από την αρχή αυτή προβλέπεται στην περίπτωση που ο δικαιούχος λαμβάνει παροχές της ίδιας φύσεως για αναπηρία, γήρας, θάνατο ( συντάξεις ) ή επαγγελματική ασθένεια που καταβάλλονται από τους φορείς δύο ή περισσοτέρων κρατών μελών σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 46, 50 και 51 ή του άρθρου 60, παράγραφος 1, στοιχείο β ).
9 . Το Tribunal du travail ερωτά, κατ' ουσίαν, αν το άρθρο 10, παράγραφος 1, του βελγικού βασιλικού διατάγματος αριθ . 50, της 24ης Οκτωβρίου 1967, όπως έχει τροποποιηθεί, το οποίο προβλέπει δύο συντελεστές συντάξεως λόγω συμπληρώσεως του ορίου ηλικίας, αναλόγως του αν ο/η σύζυγος του συνταξιούχου λαμβάνει ή δεν λαμβάνει σύνταξη λόγω συμπληρώσεως του ορίου ηλικίας ή σύνταξη επιζώντος ή έχει αντί αυτής άλλη πρόσοδο, συνιστά διάταξη περί μειώσεως υπό την έννοια της γενικής αρχής που διατυπώνεται στην πρώτη περίοδο της παραγράφου και, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, μήπως εμπίπτει στις περιπτώσεις εξαιρέσεως που προβλέπονται στη δεύτερη περίοδο .
10 . 'Οπως έχουν διατυπωθεί τα ερωτήματα από το παραπέμπον δικαστήριο, θα μπορούσαν να οδηγήσουν το Δικαστήριο να απαντήσει, εκ πρώτης όψεως, χωρίς μεγάλη δυσκολία . Πράγματι, από τη διατύπωση του άρθρου 12, παράγραφος 2, φαίνεται να προκύπτει ότι η γενική αρχή της εφαρμογής των διατάξεων περί μειώσεως σε περίπτωση σωρεύσεως παροχών, καθώς και οι εξαιρέσεις που συνοδεύουν την αρχή, αυτή αφορούν μόνο τις περιπτώσεις σωρεύσεων παροχών των οποίων δικαιούχος είναι ένα και το αυτό πρόσωπο .
11 . 'Ολες οι παρατηρήσεις που αναπτύχτηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου στο πλαίσιο της έγγραφης διαδικασίας συγκλίνουν ως προς το σημείο αυτό . Για να θεωρηθεί βάσιμη η ερμηνεία αυτή, αρκεί, σχετικά, να ληφθεί υπόψη η χρήση των όρων "le beneficiaire" ( ο δικαιούχος ) στην πρώτη περίοδο και "l' interesse" ( ο ενδιαφερόμενος ) στη δεύτερη περίοδο της παραγράφου ( σημείωση του μεταφραστή : στο ελληνικό κείμενο, αμφότεροι οι ανωτέρω όροι αποδίδονται με τον όρο "δικαιούχος ").
12 . Η επίμαχη, όμως, διάταξη του βελγικού βασιλικού διατάγματος θεσπίζει ένα μηχανισμό μειώσεως μιας παροχής συντάξεως καταβαλλομένης σε ένα πρόσωπο, όταν ο/η σύζυγος του προσώπου αυτού δικαιούται συντάξεως λόγω συμπληρώσεως του ορίου ηλικίας ή συντάξεως επιζώντος . Επομένως, στην προκειμένη περίπτωση δεν πρόκειται για μείωση λόγω της σωρεύσεως παροχών προς ένα και το αυτό πρόσωπο . Συνεπώς, αν το Δικαστήριο σταθεί στο γράμμα των ερωτημάτων που υπέβαλε το παραπέμπον δικαστήριο, μπορεί ήδη από τώρα να δώσει αρνητική απάντηση στο πρώτο ερώτημα, οπότε τα δύο σκέλη του δευτέρου ερωτήματος καθίστανται άνευ αντικειμένου .
13 . Ωστόσο, αυτός ο τρόπος εξετάσεως των ερωτημάτων δεν θα ήταν, κατά τη γνώμη μου, ούτε σύμφωνος με το πνεύμα της νομολογίας του Δικαστηρίου, η οποία αποβλέπει στην παροχή λυσιτελών απαντήσεων στο δικαστήριο που υποβάλλει προδικαστικά ερωτήματα, ούτε εκείνος που αρμόζει στις πραγματικές δυσκολίες που συναντώνται στην υπόθεση η οποία το ώθησε να υποβάλει τα ερωτήματα αυτά .
14 . Θεωρώ, πράγματι, ότι το Tribunal du travail της Αμβέρσας διερωτήθηκε, γενικώς, μήπως η εφαρμογή του μηχανισμού μειώσεως της βελγικής συντάξεως του Bakker, λαμβανομένης υπόψη της χορηγήσεως στη σύζυγό του ολλανδικής συντάξεως λόγω συμπληρώσεως του ορίου ηλικίας, αντιβαίνει σε κανόνα του κοινοτικού δικαίου . Νόμισε ότι εντόπισε τον ενδεχόμενο αυτό "φραγμό" στο άρθρο 12, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71, ενώ η διάταξη αυτή αφορά καταστάσεις διαφορετικές από την αποτελούσα το αντικείμενο της υποθέσεως . Συνεπώς, θεωρώ σύμφωνο με τη διαδικασία εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως να αναζητήσει το Δικαστήριο, όπως άλλωστε άφησε να εννοηθεί με τις παρατηρήσεις της και η κυβέρνηση των Κάτω Χωρών, μήπως το θέμα άπτεται άλλων κανόνων ή αρχών του κοινοτικού δικαίου .
15 . Στην πραγματικότητα, η ανάλυση της καταστάσεως που οδήγησε το παραπέμπον δικαστήριο να υποβάλει προδικαστικά ερωτήματα αποκαλύπτει την ύπαρξη ορισμένων δυσκολιών, ορισμένων παραδόξων καταστάσεων, για τις οποίες το Δικαστήριο θα πρέπει να διερωτηθεί μήπως θέτουν πρόβλημα από πλευράς των αρχών του κοινοτικού δικαίου .
16 . Καταρχάς, μπορεί να παρατηρηθεί ότι οι κοινωνικές νομοθεσίες των διαφόρων κρατών μελών αντιμετώπισαν ποικιλοτρόπως το ίδιο θέμα, ήτοι την οικονομική κατάσταση του ηλικιωμένου συζύγου ο οποίος δεν έχει εργαστεί και, κατά συνέπεια, δεν έχει καταβάλει στην πράξη εισφορές σε σύστημα ασφαλίσεως γήρατος .
17 . Ορισμένες νομοθεσίες έχουν δώσει, στο θέμα αυτό, λύση η οποία θα μπορούσε να χαρακτηριστεί κλασική . Η λύση αυτή συνίσταται στην αύξηση της συντάξεως γήρατος που καταβάλλεται σε εκείνον τον σύζυγο από τους δύο ο οποίος δικαιούται συντάξεως, διότι υπήρξε "ενεργός", λαμβανομένου υπόψη ότι ο σύζυγος αυτός συντηρεί τον άλλο . Υπό τύπον παραδείγματος, μπορεί να αναφερθεί σχετικά η βελγική νομοθεσία, όπως ακριβώς εκτίθεται στο άρθρο 10, παράγραφος 1, του βασιλικού διατάγματος της 24ης Οκτωβρίου 1967, διάταξη η οποία αποτελεί το επίκεντρο των προδικαστικών ερωτημάτων επί των οποίων καλείται σήμερα να αποφανθεί το Δικαστήριο και η οποία διακρίνει μεταξύ της συντάξεως με συντελεστή "αγάμου" και της συντάξεως με συντελεστή "οικογένειας" μπορεί επίσης να αναφερθεί και η γαλλική νομοθεσία, η οποία, στο άρθρο L 351-13 του Κώδικα Κοινωνικής Ασφαλίσεως, καθιερώνει την αρχή της αυξήσεως της συντάξεως γήρατος λόγω "συντηρούμενου συζύγου ". Σημειώνεται ότι, στις νομοθεσίες αυτού του είδους, η ύπαρξη συντηρούμενου συζύγου δικαιολογεί αύξηση της συντάξεως του άλλου συζύγου και όχι την καταβολή ιδίων παροχών .
18 . Η ισχύουσα ολλανδική νομοθεσία υιοθετεί ουσιωδώς διαφορετικές λύσεις . Το σύστημα που οργάνωναν οι διατάξεις του νόμου ΑΟW, όπως ίσχυε πριν από την 1η Απριλίου 1985, εμφάνιζε, από ορισμένες απόψεις, ορισμένες ομοιότητες με το κλασικό σύστημα της αυξήσεως λόγω συντηρούμενου συζύγου, δεδομένου ότι καταβαλλόταν στον σύζυγο σύνταξη μεγαλύτερη από εκείνη την οποία θα εισέπραττε ως άγαμος . Το ολλανδικό όμως σύστημα είχε την πρωτοτυπία να θεωρεί ότι η έγγαμη γυναίκα που δεν ασκούσε επαγγελματική δραστηριότητα αποκτούσε ίδια δικαιώματα συντάξεως γήρατος, τα οποία όμως μεταφράζονταν στην καταβολή στο σύζυγο συντάξεως μεγαλύτερης από τη σύνταξη του αγάμου .
19 . Μετά την έκδοση της οδηγίας του Συμβουλίου της 19ης Δεκεμβρίου 1978, οι Κάτω Χώρες εφάρμοσαν την ίση μεταχείριση ανδρών και γυναικών, ακολουθώντας μέχρι τέλους τη λογική του συστήματος που απλώς σκιαγραφούσε τη νομοθεσία τους, και προέβλεψαν, με τις νέες διατάξεις του νόμου ΑΟW, ότι η απόκτηση συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων από τον "μη ενεργό" σύζυγο όφειλε να οδηγεί στην καταβολή, στο σύζυγο αυτό, ιδίας συντάξεως και όχι στην αύξηση της συντάξεως του άλλου συζύγου .
20 . Οι διαφορές, όμως, αυτές στην αντιμετώπιση, εκ μέρους των εθνικών νομοθεσιών, της καταστάσεως του μη ενεργού συζύγου φαίνεται να έχουν συνέπειες από πλευράς των διατάξεων όπως το άρθρο 10, παράγραφος 1, του βελγικού βασιλικού διατάγματος της 24ης Οκτωβρίου 1967 . Γνωρίζουμε, πράγματι, ότι στην περίπτωση ενός προσώπου που έχει εργαστεί στις Κάτω Χώρες και στο Βέλγιο, το γεγονός ότι η ολλανδική κοινωνική νομοθεσία λαμβάνει υπόψη την κατάσταση του μη ενεργού συζύγου υπό μορφή καταβολής σ' αυτόν συντάξεως γήρατος έχει ως συνέπεια, κατά την εφαρμογή της βελγικής κοινωνικής νομοθεσίας, να χορηγείται στον ενδιαφερόμενο εργαζόμενο βελγική σύνταξη γήρατος με συντελεστή αγάμου και όχι με τον - υψηλότερο - συντελεστή οικογένειας . Αντιθέτως, στην περίπτωση προσώπου το οποίο έχει εργαστεί, π.χ ., στη Γαλλία και στο Βέλγιο, το γεγονός ότι η γαλλική κοινωνικοασφαλιστική νομοθεσία λαμβάνει υπόψη την κατάσταση του μη ενεργού συζύγου υπό μορφήν αυξήσεως της συντάξεως γήρατος του εργαζομένου λόγω "συντηρούμενου συζύγου" δεν εμποδίζει προφανώς τον ίδιο αυτό εργαζόμενο να εισπράττει, στο Βέλγιο, τη βελγική σύνταξη γήρατος με το συντελεστή οικογένειας .
21 . Δεν μπορώ να κρύψω την αμηχανία μου μπροστά στον κίνδυνο μιας τέτοιας διαφοράς μεταχειρίσεως, λαμβανομένου ιδίως υπόψη ότι η χορήγηση, στο πλαίσιο της ολλανδικής νομοθεσίας, ιδίας συντάξεως γήρατος στον μη ενεργό σύζυγο εμφανίζεται ως η εφαρμογή κοινοτικής οδηγίας .
22 . Ας επανέλθω στην περίπτωση μιας οικογένειας όπου ο ενεργός σύζυγος εργάστηκε στις Κάτω Χώρες και στο Βέλγιο και στην περίπτωση μιας οικογένειας όπου ο ενεργός σύζυγος εργάστηκε στη Γαλλία και στο Βέλγιο, ας διατυπώσω δε την υπόθεση ότι το σύνολο των δύο ολλανδικών συντάξεων γήρατος που καταβάλλονται στους συζύγους της πρώτης οικογένειας ισούται προς τη γαλλική σύνταξη γήρατος, προσαυξημένη λόγω συντηρούμενου συζύγου, που καταβάλλεται στον ενεργό σύζυγο της δεύτερης οικογένειας . Ποιας μεταχειρίσεως θα τύχουν οι δύο αυτές οικογένειες από πλευράς βελγικού δικαίου; Στην πρώτη οικογένεια, ο ενεργός σύζυγος θα εισπράξει τη σύνταξη γήρατος με το συντελεστή αγάμου . Στη δεύτερη οικογένεια, θα την εισπράξει με το συντελεστή οικογένειας . Συνολικά, το άθροισμα των παροχών της πρώτης οικογένειας θα είναι κατώτερο από το άθροισμα των παροχών της δεύτερης οικογένειας, λόγω της διαφορετικής εφαρμογής του βελγικού νόμου .
23 . 'Ενα τέτοιο αποτέλεσμα δεν δημιουργεί ερωτηματικά ως προς το κατά πόσον είναι σύμφωνο με το κοινοτικό δίκαιο;
24 . Με τις παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στο πλαίσιο της έγγραφης διαδικασίας, η Επιτροπή ανέφερε ότι οι δυσμενείς συνέπειες που υφίστανται οι σύζυγοι Bakker οφείλονται όχι στην εφαρμογή του βελγικού συστήματος, αλλά στην ολλανδική νομοθεσία περί ασφαλίσεως γήρατος, όπως αυτή ίσχυε πριν από την 1η Απριλίου 1985 .
25 . Το επιχείρημα αυτό δεν είναι απολύτως πειστικό . Καταλήγει, τρόπον τινά, στο συμπέρασμα ότι αν ο "παλαιός" νόμος ΑΟW περιοριζόταν, όπως τα κλασικά συστήματα προσαυξήσεως της συντάξεως λόγω συντηρουμένου συζύγου, να προβλέπει υψηλότερη σύνταξη για τον ενεργό σύζυγο χωρίς να θεωρεί ότι η αύξηση αυτή πηγάζει από συνταξιοδοτικά δικαιώματα που αποκτά ο μη ενεργός σύζυγος, η θέση της κοινοτικής οδηγίας της 19ης Δεκεμβρίου 1978 σε ισχύ δεν θα είχε καταστήσει αναγκαία, στις Κάτω Χώρες, τη θέσπιση νέων διατάξεων οι οποίες να υλοποιούν, υπό μορφή χορηγήσεως ιδίας συντάξεως, τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα που έχει αποκτήσει ο μη ενεργός σύζυγος . Η αποδοχή του συλλογισμού αυτού καταλήγει στη σιωπηρή αναγνώριση του συστήματος προσαυξήσεως της συντάξεως λόγω συντηρουμένου συζύγου ως "κοινώς αποδεκτού" κοινοτικού συστήματος και στη θεώρηση του ολλανδικού συστήματος ιδίας συντάξεως του μη ενεργού συζύγου ως εκφράσεως ιδιαιτερότητας, το οποίο θα πρέπει να υποστεί τις δυσμενείς συνέπειες της ιδιαιτερότητάς του . 'Ομως, ενόψει της κοινοτικής αρχής της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών σε θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως, την οποία θέτει σε εφαρμογή η οδηγία του Συμβουλίου της 19ης Δεκεμβρίου 1978, δεν είναι δυνατό να θεωρηθεί a priori μια νομοθεσία που χορηγεί ίδια σύνταξη στον μη ενεργό σύζυγο ως λιγότερο καλή από τις νομοθεσίες που χορηγούν, μόνο στον ενεργό σύζυγο, προσαύξηση συντάξεως λόγω του ότι ο σύζυγος αυτός έχει τη συντήρηση του άλλου, ή ακόμα να θεωρηθεί η ρύθμιση αυτή περιττή .
26 . Επομένως, η διαφορά η οποία ώθησε το Tribunal du travail της Αμβέρσας να υποβάλει προδικαστικά ερωτήματα στο Δικαστήριο φαίνεται να παρουσιάζει όντως σοβαρό πρόβλημα, το οποίο αξίζει να μελετηθεί . Μπορεί το Δικαστήριο, επ' ευκαιρία αυτής της προδικαστικής υποθέσεως, να μελετήσει το θέμα και να επιλύσει το εν λόγω πρόβλημα;
27 . Κατά την έγγραφη διαδικασία, μόνον η κυβέρνηση των Κάτω Χωρών διεύρυνε τη συζήτηση και εξήλθε από το πλαίσιο του άρθρου 12, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71, διατάξεως η οποία, όπως αναφέρθηκε, δεν έχει σχέση με το πρόβλημα που όντως τίθεται εν προκειμένω . Η εν λόγω κυβέρνηση ανέφερε εν συντομία ότι η εφαρμογή της επίμαχης βελγικής διατάξεως έχει αποτελέσματα αντίθετα, τα οποία αντιβαίνουν στην ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων στο εσωτερικό της Κοινότητας και ότι η διάταξη αυτή αντιβαίνει, επιπλέον, στην προαναφερθείσα οδηγία της 19ης Δεκεμβρίου 1978, καθότι απαιτεί, με το άρθρο 4, παράγραφος 1, από τις εθνικές νομοθεσίες να είναι διαμορφωμένες κατά τρόπον ώστε ο υπολογισμός των καταβαλλομένων εισφορών να είναι ανεξάρτητος από την οικογενειακή κατάσταση του δικαιούχου .
28 . Μόνο στο πλαίσιο των δύο συντόμων προφορικών παρατηρήσεών τους, η Εθνική Υπηρεσία Συντάξεων του Βελγίου και η Επιτροπή αναφέρθηκαν στα σημεία αυτά . Δεν νομίζω ότι τα επιχειρήματα που αναπτύχθηκαν με τις δύο αυτές παρατηρήσεις κατά την επ' ακροατηρίου συνεδρίαση μπορούν να βοηθήσουν το Δικαστήριο να σχηματίσει την κρίση του .
29 . 'Οσον αφορά τη λήψη υπόψη της οικογενειακής καταστάσεως για τον υπολογισμό των παροχών, η Επιτροπή ανέφερε ότι, σύμφωνα με την απόφαση του Δικαστηρίου, της 11ης Ιουνίου 1987, στην υπόθεση Teuling ( 3 ), μια προσαύξηση της συντάξεως λόγω συντηρουμένου συζύγου η οποία θα ευνοούσε στατιστικώς περισσότερο τους εγγάμους άνδρες απ' ό,τι τις έγγαμες γυναίκες θα αντέβαινε στο άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 79/7, εκτός αν η χορήγηση της προσαυξήσεως αυτής μπορούσε να δικαιολογηθεί από αντικειμενικούς λόγους, αλλά ότι μια προσαύξηση η οποία εκφράζεται σε ποσοστό επί των ακαθαρίστων εισοδημάτων του ενεργού συζύγου και όχι, όπως στην υπόθεση Teuling, σε ποσοστό επί ενιαίου κατωτάτου μισθού δεν δικαιολογείται αντικειμενικά . Συνεπώς, οφείλω να ομολογήσω ότι το συμπέρασμα ότι το τιθέμενο πρόβλημα όσον αφορά την ίση μεταχείριση είναι σημαντικό, αλλά δεν αποτελεί αντικείμενο του ερωτήματος που έχει σήμερα υποβληθεί στο Δικαστήριο, δεν μου φαίνεται να είναι πολύ πειστικό, ούτε να ανταποκρίνεται στην ουσία της υποθέσεως, δεδομένου ότι το Tribunal du travail της Αμβέρσας σαφώς ερωτά το Δικαστήριο κατά πόσον συμβιβάζεται με το κοινοτικό δίκαιο μια εθνική διάταξη η οποία διακρίνει μεταξύ συντάξεως αγάμου και συντάξεως "οικογένειας", η δεύτερη των οποίων, σε σχέση με την πρώτη, είναι προσαυξημένη κατά ποσοστό των εισοδημάτων του ενεργού συζύγου .
30 . Εξάλλου, ο ισχυρισμός ότι η εφαρμογή της επίμαχης βελγικής διατάξεως δεν έχει επιπτώσεις στην ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων στο εσωτερικό της Κοινότητας δεν συζητήθηκε καθόλου από την πλευρά της διαφοράς μεταχειρίσεως που υφίσταται μεταξύ, αφενός, της περιπτώσεως παροχών γήρατος που καταβάλλονται στον μη ενεργό σύζυγο και, αφετέρου, της περιπτώσεως προσαυξήσεως της συντάξεως που καταβάλλεται στον ενεργό σύζυγο λόγω συντηρούμενου συζύγου .
31 . Υπό τις συνθήκες αυτές, φρονώ ότι η διατύπωση των ερωτημάτων που υπέβαλε το παραπέμπον δικαστήριο, τα οποία επικεντρώνονται αποκλειστικά στο συγκεκριμένο κείμενο ορισμένης κοινοτικής διατάξεως η οποία δεν έχει σχέση με το πρόβλημα που καλείται να επιλύσει το εν λόγω δικαστήριο, δεν επέτρεψε την εξαντλητική έκθεση επιχειρημάτων ως προς το κατά πόσον συμβιβάζεται με το κοινοτικό δίκαιο εθνική διάταξη η οποία συνάγει, από την καταβολή παροχών κοινωνικής ασφαλίσεως που αποβλέπουν στη λήψη υπόψη της καταστάσεως του μη ενεργού ηλικιωμένου συζύγου, συνέπειες διαφορετικές αναλόγως του αν οι εν λόγω παροχές λαμβάνουν τη μορφή προσαυξήσεως της συντάξεως του ενεργού συζύγου ή τη μορφή ιδίας συντάξεως προς τον μη ενεργό σύζυγο .
32 . Ειδικότερα, η διατύπωση των ερωτημάτων δεν επέτρεψε στο Δικαστήριο να διαφωτιστεί, κατά τη συζήτηση, ως προς τις συνέπειες που θα πρέπει να συναχθούν στην περίπτωση που ο μη ενεργός σύζυγος, σύμφωνα με τις νέες διατάξεις του νόμου ΑΟW, υποχρεούται στην καταβολή εισφορών ασφαλίσεως γήρατος . Πράγματι, φαίνεται σημαντικό να μπορέσει το Δικαστήριο να εκτιμήσει κατά πόσο οι συνθήκες στην εν λόγω περίπτωση δικαιολογούν έναν ειδικό χαρακτηρισμό των συντάξεων όπως αυτές που διέπονται από τον ΑΟW και, επομένως, αντιμετώπιση διαφορετική από την αντιμετώπιση της περιπτώσεως προσαυξήσεως της συντάξεως λόγω συντηρουμένου συζύγου .
33 . 'Ετσι, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα ερωτήματα του παραπέμποντος δικαστηρίου κατά τρόπον ώστε να μπορέσει, εφόσον το κρίνει αναγκαίο, να υποβάλει νέα ερωτήματα, τα οποία όμως να αφορούν πιο συγκεκριμένα το πρόβλημα το οποίο καλείται να επιλύσει . Δεν νομίζω ότι η απάντηση του Δικαστηρίου μπορεί να εμπνευστεί από την απάντηση που προτείνει η Επιτροπή . Στο μέτρο που το άρθρο 12, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71 σαφώς δεν αφορά τις καταστάσεις στις οποίες αναφέρεται το άρθρο 10, παράγραφος 1, του βελγικού βασιλικού διατάγματος της 24ης Οκτωβρίου 1967, δεν θα ήταν, εν πάση περιπτώσει, ενδεδειγμένο να αποφανθεί το Δικαστήριο είτε ως προς το συμβιβαστό είτε ως προς το ασυμβίβαστο διατάξεων όπως η βελγική διάταξη με την επίμαχη κοινοτική διάταξη . Εξάλλου, θα ήταν, στην ουσία, σαφώς πρόωρο να λάβει το Δικαστήριο θέση επί του κατά πόσον διατάξεις του είδους της βελγικής διατάξεως συμβιβάζονται με άλλες διατάξεις του κοινοτικού δικαίου .
34 . Για τους λόγους αυτούς, καταλήγω προτείνοντας στο Δικαστήριο να αποφανθεί ως εξής :
"Μια διάταξη κράτους μέλους, η οποία προβλέπει ότι η σύνταξη λόγω συμπληρώσεως του ορίου ηλικίας υπολογίζεται με το συντελεστή αγάμου, κατώτερο από το συντελεστή οικογένειας, όταν ο/η σύζυγος του συνταξιούχου λαμβάνει σύνταξη λόγω συμπληρώσεως του ορίου ηλικίας, σύνταξη επιζώντος ή άλλο αντίστοιχο ωφέλημα, δεν έχει σχέση με το άρθρο 12, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, του οποίου τόσο η πρώτη όσο και η δεύτερη φράση αναφέρεται αποκλειστικά σε διατάξεις περί μειώσεως, αναστολής ή καταργήσεως που προβλέπονται από τη νομοθεσία κράτους μέλους σε περίπτωση σωρεύσεως πλειόνων παροχών προς το αυτό πρόσωπο ."
(*) Μετάφραση από τα γαλλικά .
( 1 ) Κανονισμός 1408/71, της 14ης Ιουνίου 1971 ( ΕΕ ειδ . έκδ . 05/001, σ . 73 ).
( 2 ) ΕΕ ειδ . έκδ . 05/003, σ . 160 .
( 3 ) Υπόθεση 30/85, Συλλογή 1987, σ . 2497 .
Full & Egal Universal Law Academy