Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1. Η προσφυγή που άσκησε ο Simonella κατά της Επιτροπής αφορά τον εσωτερικό διαγωνισμό CΟΜ/Α/8/84, τον οποίο γνωρίζουμε με την ευκαιρία άλλων δικών (64, 71 έως 73 και 78/86) και ο οποίος αφορούσε υποψηφίους της κατηγορίας Β που επιθυμούσαν να ανέλθουν στην κατηγορία Α επί της προσφυγής αυτής πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να γίνουν οι ακόλουθες παρατηρήσεις.
2. 1) Φρονώ, όπως και η Επιτροπή, ότι το αίτημα της ακυρώσεως του εσωτερικού αυτού διαγωνισμού - που αποτελεί το κύριο αίτημα της προσφυγής - είναι απαράδεκτο.
3. Γνωρίζουμε ότι ο προσφεύγων πέρασε με επιτυχία όλα τα στάδια του διαγωνισμού και ότι δεν απέτυχε παρά στο στάδιο της τελικής προφορικής δοκιμασίας, το αποτέλεσμα της οποίας αποτέλεσε το μοναδικό καθοριστικό κριτήριο για την εγγραφή στον εφεδρικό πίνακα μελλοντικών προσλήψεων και στον οποίο δεν μπόρεσε να επιτύχει τον απαιτούμενο ελάχιστο αριθμό βαθμών. Μπορεί έτσι να λεχθεί ότι ελλείπει το έννομο συμφέρον του προσφεύγοντος για την ακύρωση του διαγωνισμού στο σύνολό του και ότι, αντιθέτως, μόνον ο δικαστικός έλεγχος της τελευταίας πράξεως του διαγωνισμού μπορεί να παρουσιάσει ενδιαφέρον για τον προσφεύγοντα. Στην περίπτωση που δικαιωθεί στο σημείο αυτό, δεν θα υπήρχε λόγος, κατά τη γνώμη μου, να ακυρωθούν όλα τα αποτελέσματα του διαγωνισμού. Από την άποψη του εννόμου συμφέροντος του προσφεύγοντος, αρκεί, αντιθέτως, να ακυρωθεί η άρνηση εγγραφής του στον εφεδρικό πίνακα μελλοντικών προσλήψεων και, κατά συνέπεια, να επιβληθεί ενδεχομένως στη διοίκηση να επαναλάβει την προφορική δοκιμασία γι' αυτόν (πράγμα που ζητεί ο προσφεύγων επικουρικά).
4. 2) Γνωρίζουμε ότι, στο πλαίσιο του πρώτου λόγου ακυρώσεως, ο προσφεύγων παραπονείται για το ότι η προκήρυξη του διαγωνισμού παρέλειψε να προσδιορίσει τη βαθμολογία των τίτλων, της δοκιμασίας της εκθέσεως και της μεταγενέστερης εκπαιδευτικής ασκήσεως και προβάλλει ότι κατ' αυτόν τον τρόπο παραβιάζεται το άρθρο 1 του παραρτήματος ΙΙΙ του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων, το οποίο προβλέπει ότι η προκήρυξη του διαγωνισμού πρέπει να προσδιορίζει ιδίως τη φύση των εξετάσεων και τη βαθμολογία τους.
5. Επί του σημείου αυτού πρέπει, προπαντός, να υπενθυμιστεί η νομολογία, σύμφωνα με την οποία μια προσφυγή με την οποία αμφισβητείται η νομιμότητα μιας προκηρύξεως διαγωνισμού που χαρακτηρίζεται ως πλημμελής και η οποία δεν προσεβλήθη ευθέως (πράγμα που προυποθέτει επίσης προηγούμενη άσκηση διοικητικής ενστάσεως) δεν είναι παραδεκτή όταν ασκείται μεταγενεστέρως στο πλαίσιο διαμφισβητήσεως ορισμένων πράξεων που ακολουθούν την εν λόγω προκήρυξη του διαγωνισμού (βλέπε αποφάσεις που εκδόθηκαν στην υπόθεση 294/84 (1) και, πιο πρόσφατα, στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 64, 71 έως 73 και 78/86 (2)). Εξάλλου, σαφώς ελλείπει το έννομο συμφέρον του προσφεύγοντος εν προκειμένω αφού τα τρία μνημονευθέντα σημεία αντιστοιχούν σε στάδια τα οποία πέρασε ο προσφεύγων με επιτυχία και στα οποία δεν μπορεί κανείς να διακρίνει για το λόγο αυτόν καμιά βλαπτική για τον προσφεύγοντα πράξη.
6. Η σκέψη αυτή εφαρμόζεται, εξάλλου, και στο επιχείρημα που προβάλλεται ότι δεν προσδιορίστηκε ο τρόπος με τον οποίο αξιολογήθηκαν η γραπτή δοκιμασία και οι τίτλοι (δηλαδή τα αποφασιστικά εν προκειμένω κριτήρια), αν με το επιχείρημα αυτό ο προσφεύγων σκοπεί να επικαλεστεί έλλειψη αιτιολογίας των εν λόγω πράξεων ή υποχρέωση αιτιολογήσεως εν πάση περιπτώσει της αποφάσεως της 17ης Ιουνίου 1986, η οποία του απευθύνθηκε (και με την οποία ειδοποιήθηκε για το τελικό αποτέλεσμα). Κατά το μέτρο που πρόκειται για πράξεις που προέρχονται από προγενέστερα στάδια, τα οποία διεξήλθε ο προσφεύγων με επιτυχία, δεν υπήρχε ασφαλώς λόγος να αιτιολογηθούν κατά τρόπο ειδικό πράγματι, ο κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων (άρθρο 25) δεν προβλέπει υποχρέωση αιτιολογίας παρά μόνο για τις βλαπτικές πράξεις.
7. 3) Από τον πρώτο λόγο ακυρώσεως δεν απομένει συνεπώς παρά το επιχείρημα κατά το οποίο τα κριτήρια αξιολογήσεως της προφορικής δοκιμασίας δεν ανακοινώθηκαν, πράγμα που (κατά το μέτρο που η προκήρυξη του διαγωνισμού όριζε ρητά ότι ο ανώτατος δυνατός βαθμός ήταν 50 για την προφορική δοκιμασία) σημαίνει ότι προβάλλεται ανεπάρκεια αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως.
8. Κατά τη γνώμη μου, και αυτό το επιχείρημα δεν μπορεί να γίνει δεκτό. Θα πρέπει σχετικώς να υπογραμμιστεί - και αυτό αποτελεί ένα πρώτο σημαντικό σημείο - ότι στον προσφεύγοντα ανακοινώθηκε η βαθμολογία την οποία έλαβε για την προφορική δοκιμασία (και επομένως ο αριθμός των βαθμών που του έλειπαν σε σχέση με τον ελάχιστο αριθμό βαθμών που ορίζει η προκήρυξη του διαγωνισμού). Εξάλλου - και αυτό είναι επίσης ένα σημαντικό σημείο - ο φάκελος των εξετάσεων, τον οποίο κατέθεσε η καθής στη δικογραφία, δείχνει λεπτομερώς την εξέλιξη της προφορικής δοκιμασίας, καθώς και τον τρόπο με τον οποίο βαθμολογήθηκαν τα διάφορα στάδια (παραπέμπω στο σημείο αυτό στις προτάσεις που ανέπτυξα στην υπόθεση 228/86, παράγραφος 41, καθώς και στην απόφαση της 24ης Μαρτίου 1988, Συλλογή 1988, σ. 1819, σκέψη 11). Περαιτέρω, δεν μπόρεσε ο προσφεύγων επίσης να αποδείξει κατά τι, στην εκτίμηση της προφορικής δοκιμασίας, παραβίασε η εξεταστική επιτροπή τους εφαρμοστέους κανόνες. Για το λόγο αυτόν δεν μπορεί να δικαιολογηθεί ακύρωση της αποφάσεως της 17ης Ιουνίου 1986 για έλλειψη αιτιολογίας.
9. 4) Οι παρατηρήσεις μου μπορούν να είναι επίσης σύντομες όσον αφορά το δεύτερο λόγο ακυρώσεως, με τον οποίο ο προσφεύγων ισχυρίζεται ότι για τον καθορισμό του αποτελέσματος της προφορικής δοκιμασίας υπεισήλθαν σκέψεις ξένες προς το σκοπό του διαγωνισμού, επομένως δε και για τον καθορισμό του πίνακα επιτυχόντων - και ότι επομένως η εξεταστική επιτροπή δεν είχε ως μοναδικό σκοπό την επιλογή των υποψηφίων που κατέχουν (κατά το γράμμα του άρθρου 27 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως) "τα πιο υψηλά προσόντα".
10. Στην πραγματικότητα η άποψη αυτή δεν στηρίζεται σε "αντικειμενικές, κρίσιμες και συγκλίνουσες ενδείξεις" τις οποίες θεωρεί η νομολογία (βλέπε απόφαση που εκδόθηκε στην υπόθεση 69/83 (3)) απαραίτητες στην περίπτωση αυτή, δηλαδή όταν προβάλλεται κατάχρηση εξουσίας.
11. Αυτή η έλλειψη ενδείξεων μπορεί ασφαλώς να αντιταχθεί στον προσφεύγοντα όσον αφορά τις αμφιβολίες που εκφράζει για την αμεροληψία της εξεταστικής επιτροπής, προβάλλοντας ότι οι αναλογίες των υποψηφίων του Λουξεμβούργου και των Βρυξελλών που εγγράφηκαν στον εφεδρικό πίνακα μελλοντικών προσλήψεων αντιστοιχούν προς τις αναλογίες των υποψηφίων των Βρυξελλών και του Λουξεμβούργου που πέτυχαν μετά το πρώτο στάδιο του διαγωνισμού (εξακρίβωση των τίτλων και προφορικές δοκιμασίες). Ενόψει αυτού του επιχειρήματος και της σκέψεως ότι ο τόπος εργασίας των υποψηφίων ήταν αποφασιστικός κατά την επιλογή των υποψηφίων που εγγράφηκαν στον εφεδρικό πίνακα μελλοντικών προσλήψεων, θα πρέπει να υπενθυμιστεί ότι τα ονόματα των υποψηφίων δεν ήταν γνωστά κατά τη διόρθωση των γραπτών δοκιμίων, κατά τρόπο ώστε δεν ήταν ασφαλώς δυνατή η επιλογή των υποψηφίων κατά τη διόρθωση των εν λόγω γραπτών, βάσει του τόπου εργασίας. Είναι μεν αληθές ότι η αναλογία των υποψηφίων των Βρυξελλών και του Λουξεμβούργου που πέρασαν με επιτυχία την προφορική δοκιμασία είναι η ίδια ακριβώς, αυτό όμως αποτελεί γεγονός που μπορεί να είναι εντελώς τυχαίο, πολύ περισσότερο διότι είναι δύσκολο να φαντασθεί κανείς ότι μια εξεταστική επιτροπή στην οποία περιλαμβάνονται εκπρόσωποι της επιτροπής του προσωπικού προέβη συλλογικά σε χειρισμούς σαν αυτούς που υποθέτει ο προσφεύγων.
12. Το ίδιο ισχύει όσον αφορά και το γεγονός, το οποίο προβάλλει ο προσφεύγων, ότι έξι υποψήφιοι της Υπηρεσίας Επισήμων Εκδόσεων έγιναν μεν δεκτοί για την προφορική δοκιμασία, αλλά κανείς από αυτούς δεν εγγράφηκε στον εφεδρικό πίνακα μελλοντικών προσλήψεων. Το γεγονός αυτό ουδόλως επιτρέπει να υποτεθεί ότι οι υποψήφιοι αυτοί αποκλείστηκαν για λόγους μη αντικειμενικούς, τούτο δε με τη σκέψη ότι η εξεταστική επιτροπή μπορεί να χολώθηκε από τις προσφυγές που άσκησαν τρεις άλλοι υπάλληλοι της Υπηρεσίας Επισήμων Εκδόσεων. Πράγματι, είναι δεδομένο ότι όταν τελείωσε η προφορική δοκιμασία (η οποία κράτησε μέχρι τις 6 Ιουνίου 1986), η πλειονότητα των προσφυγών που ασκήθηκαν κατά του διαγωνισμού αυτού είχαν υποβληθεί από υπαλλήλους που δεν είχαν καμία σχέση με την Υπηρεσία Επίσημων Εκδόσεων. Θα πρέπει επομένως, αντιθέτως, να υποτεθεί ότι η απουσία υπαλλήλων της Υπηρεσίας Επισήμων Εκδόσεων από τον εφεδρικό πίνακα μελλοντικών προσλήψεων εξηγείται από το γεγονός ότι οι υπάλληλοι αυτοί (καθόσον ανήκουν στην κατηγορία Β) είναι, λόγω της φύσεως της υπηρεσίας τους και της πείρας που αποκτούν στο πλαίσιο αυτής της υπηρεσίας, λιγότερο προετοιμασμένοι για να ανέλθουν στην κατηγορία Α, από ό,τι οι υπάλληλοι που εργάζονται σε άλλους τομείς.
13. Κανένας από τους προβαλλόμενους λόγους ακυρώσεως δεν μπορεί να γίνει δεκτός. 'Ετσι λοιπόν καταλήγω στην πρόταση, ότι η προσφυγή που άσκησε ο Simonella πρέπει να απορριφθεί - εν μέρει ως απαράδεκτη, εν μέρει ως αβάσιμη - τα δε δικαστικά έξοδα να κριθούν βάσει του άρθρου 70 του κανονισμού διαδικασίας.
(*) Μετάφραση από τα γερμανικά.
(1) Απόφαση της 11ης Μαρτίου 1986 στην υπόθεση 294/84, Hermanus Adams και λοιποί κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Συλλογή 1986, σ. 977, ιδίως σ. 984.
(2) Απόφαση της 8ης Μαρτίου 1988 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 64, 71 έως 73 και 78/86, Giovanni Sergio και λοιποί κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Συλλογή 1988, σ. 1399.
(3) Απόφαση της 21ης Ιουνίου 1984, Charles Lux κατά Ελεγκτικού Συνεδρίου, Συλλογή 1984, σ. 2447.
Full & Egal Universal Law Academy