Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Α - Τα πραγματικά περιστατικά
1. Στην παρούσα διαδικασία η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, προσφεύγουσα, προσέφυγε κατά του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, καθού, για το λόγο ότι, κατά την άποψή της, το τελευταίο δεν στήριξε μία από τις αποφάσεις του σε ορθή νομική βάση.
2. Στις 7 Απριλίου 1987, το καθού εξέδωσε απόφαση για τη σύναψη της Διεθνούς Συμβάσεως για το εναρμονισμένο σύστημα περιγραφής και κωδικοποιήσεως των εμπορευμάτων καθώς και του τροποποιητικού της πρωτοκόλλου (1). Μολονότι η προσφεύγουσα είχε προτείνει στο καθού να στηρίξει την απόφαση αυτή στο άρθρο 113 της Συνθήκης ΕΟΚ (2), το καθού τροποποίησε την πρόταση της προσφεύγουσας, κατά το άρθρο 149 της Συνθήκης ΕΟΚ, και στήριξε την απόφασή του στις διατάξεις των άρθρων 28, 113 και 235 της Συνθήκης ΕΟΚ.
3. Η Διεθνής Σύμβαση για το εναρμονισμένο σύστημα περιγραφής και κωδικοποιήσεως των εμπορευμάτων υιοθετήθηκε από το Συμβούλιο Τελωνειακής Συνεργασίας τον Ιούνιο 1983 και επρόκειτονα αντικαταστήσει τη δασμολογική ονοματολογία των Βρυξελλών του Δεκεμβρίου 1950 και να εφαρμοστεί, περαιτέρω, στις διεθνείς εμπορικές στατιστικές, καθώς και στις στατιστικές των μεταφορών. Η Σύμβαση αποβλέπει γενικά στη διευκόλυνση του διεθνούς εμπορίου.
4. Εκτός από διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, η σύμβαση προβλέπει ένα θεσμικό σύστημα, κατά το οποίο η Επιτροπή του Εναρμονισμένου Συστήματος συνεργάζεται με το Συμβούλιο Τελωνειακής Συνεργασίας για την τροποποίηση της συμβάσεως σύμφωνα με απλουστευμένη διαδικασία και για την κατάρτιση επεξηγηματικών σημειώσεων, γνωμοδοτήσεων περί κατατάξεως και άλλων γνωμοδοτήσεων, καθώς και συστάσεων, προκειμένου να εξασφαλιστεί ενιαία ερμηνεία και εφαρμογή του εναρμονισμένου συστήματος.
5. Στην Επιτροπή του εναρμονισμένου συστήματος εκπροσωπούνται τόσο η Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα, όσο και - ως προς τον τομέα των προϊόντων της Ευρωπαϊκής Κοινότητας 'Ανθρακα και Χάλυβα - τα κράτη μέλη της Κοινότητας. Η Κοινότητα και τα κράτη μέλη διαθέτουν, εντούτοις, στην Επιτροπή αυτή δικαίωμα μιας μόνο ψήφου, το οποίο οφείλουν να ασκούν από κοινού.
6. Στη σύμβαση δεν καθορίζονται δασμολογικοί συντελεστές.
7. Η προσφεύγουσα θεωρεί την ενέργεια του καθού παράνομη, επειδή η επίδικη απόφαση θα πρέπει να θεωρηθεί ως μέτρο εμπορικής πολιτικής κατά το άρθρο 113 της Συνθήκης ΕΟΚ.
8. Η προσφεύγουσα ζητεί από το Δικαστήριο:
- να ακυρώσει την απόφαση 87/369 του Συμβουλίου, της 7ης Απριλίου 1987, για τη σύναψη της Διεθνούς Συμβάσεως για το εναρμονισμένο σύστημα περιγραφής και κωδικοποιήσεως των εμπορευμάτων, καθώς και του τροποποιητικού της πρωτοκόλλου
- να καταδικάσει το Συμβούλιο στα δικαστικά έξοδα.
Η προσφεύγουσα προτείνει εντούτοις να αποφασιστεί, για λόγους ασφάλειας του δικαίου, ότι η Σύμβαση παραμένει σε ισχύ και ως προς το ενδοκοινοτικό εμπόριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 174, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ.
9. Το καθού ζητεί από το Δικαστήριο να απορρίψει την προσφυγή και να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα. Είναι της γνώμης ότι με τη σύμβαση δεν επιδιώκονται σκοποί εμπορικής πολιτικής.
10. Στους ισχυρισμούς των διαδίκων θα αναφερθώ στο πλαίσιο των παρατηρήσεών μου, καθόσον αυτό είναι αναγκαίο. Κατά τα λοιπά παραπέμπω στο περιεχόμενο της εκθέσεως για την επ' ακροατηρίου συζήτηση.
Β - Παρατηρήσεις
11. Στο πλαίσιο των παρατηρήσεών μου θα αναφερθώ καταρχάς στο ζήτημα της νομικής βάσεως της αποφάσεως περί της συμβάσεως υπό το πρίσμα της θεσπίσεως τελωνειακής ονοματολογίας. Στη συνέχεια θα ασχοληθώ με τα προβλήματα που αφορούν τη στατιστική των εμπορευμάτων.
1. Νομική βάση για τη σύναψη συμβάσεως περί της τελωνειακής ονοματολογίας
12. Κατά το άρθρο 3, στοιχείο β), της Συνθήκης ΕΟΚ οι δραστηριότητες της Κοινότητας περιλαμβάνουν τη θέσπιση κοινού δασμολογίου. Το κοινό δασμολόγιο συνίσταται σε δύο κύρια στοιχεία: στην περιγραφή των εμπορευμάτων (τελωνειακή ονοματολογία) και στον αντιστοιχούντα δασμολογικό συντελεστή.
13. Αν εξετάσει κανείς τα άρθρα 18 έως 29 της Συνθήκης ΕΟΚ, που ρυθμίζουν τη θέσπιση του κοινού δασμολογίου στο εσωτερικό της Κοινότητας, παρατηρεί ότι τα άρθρα αυτά περιέχουν διατάξεις περί της προσεγγίσεως των δασμολογικών συντελεστών των κρατών μελών και προβλέπουν την πλήρη εφαρμογή του κοινού δασμολογίου, το αργότερο κατά τη λήξη της μεταβατικής περιόδου. Το άρθρο 28 της Συνθήκης ΕΟΚ προβλέπει, περαιτέρω, ότι το Συμβούλιο αποφασίζει κάθε αυτόνομη τροποποίηση ή αναστολή των δασμών του κοινού δασμολογίου. Το κεφάλαιο αυτό της Συνθήκης ΕΟΚ δεν περιέχει, αντίθετα, ρητή διάταξη ως προς το πως και από ποιον διαμορφώνεται το κοινό δασμολόγιο στο σύνολό του, ιδίως δε η τελωνειακή ονοματολογία.
14. 'Οσον αφορά τη θέσπιση του κοινού δασμολογίου κατά τη μεταβατική περίοδο της ΕΟΚ, δεν ήταν απαραίτητη η ρύθμιση της σχετικής αρμοδιότητας, επειδή το κοινό δασμολόγιο θα προέκυπτε, κατά τα άρθρα 19 επ. της Συνθήκης ΕΟΚ, από τα δασμολόγια των τεσσάρων τελωνειακών εδαφών της Κοινότητας, τα οποία διέφεραν μεν ως προς το ύψος των δασμολογικών συντελεστών, στηρίζονταν όμως γενικά στη σύμβαση της 15ης Δεκεμβρίου 1950 περί της ονοματολογίας για την κατάταξη των εμπορευμάτων στα τελωνειακά δασμολόγια. Η Κοινότητα υποκατέστησε τα κράτη μέλη ως προς τις υποχρεώσεις που απέρρεαν από τη σύμβαση αυτή, όπως έκρινε το Δικαστήριο με την απόφαση της 19ης Νοεμβρίου 1975 επί της υποθέσεως 38/75 (3) δεσμευόταν από τη σύμβαση αυτή, καθώς και από τη Σύμβαση της ίδια ημερομηνίας περί ιδρύσεως Συμβουλίου Τελωνειακής Συνεργασίας. Κατά συνέπεια, η Κοινότητα τήρησε κατά την πρώτη θέσπιση του κοινού δασμολογίου αυτή τη λεγόμενη "ονοματολογία των Βρυξελλών" και στήριξε το σχετικό κανονισμό στα άρθρα 28 και 111 της Συνθήκης ΕΟΚ (4).
15. Μολονότι ούτε το άρθρο 28 ούτε το άρθρο 111 της Συνθήκης ΕΟΚ προβλέπει ρητά αρμοδιότητα θεσπίσεως τελωνειακής ονοματολογίας, το Συμβούλιο στηρίχθηκε στην ύπαρξη της αρμοδιότητας αυτής. Το άρθρο 28 και το άρθρο 113 της Συνθήκης ΕΟΚ, το οποίο αντικατέστησε το άρθρο 111 της Συνθήκης ΕΟΚ μετά την πάροδο της μεταβατικής περιόδου, χορηγούν στο Συμβούλιο την εξουσία τροποποιήσεως των δασμολογικών συντελεστών. Οι δασμολογικοί συντελεστές όμως δεν μπορούν να εφαρμοστούν από μόνοι τους, χωρίς τελωνειακή ονοματολογία. Συνεπώς, οι προαναφερθείσες διατάξεις της Συνθήκης συμπεριλαμβάνουν κατ' ανάγκη την αρμοδιότητα της Κοινότητας να υιοθετήσει την ονοματολογία των Βρυξελλών που συμφωνήθηκε από τα κράτη μέλη το1950, ως αναγκαίο συμπλήρωμα (συμπληρωματική αρμοδιότητα), θα έλεγε κανείς, της εξουσίας τροποποιήσεως των δασμολογικών συντελεστών.
16. Μετά την πάροδο της μεταβατικής περιόδου, οι ετήσιοι τροποποιητικοί του κοινού δασμολογίου κανονισμοί (5), καθώς και οι αποφάσεις του Συμβουλίου περί τροποποιήσεως της ονοματολογίας, με τις οποίες θεσπίστηκαν συστάσεις του Συμβουλίου Τελωνειακής Συνεργασίας (6), στηρίχθηκαν στα άρθρα 28 και 113 της Συνθήκης ΕΟΚ.
17. Αν λοιπόν η θέσπιση τελωνειακής ονοματολογίας για τους αυτόνομους δασμολογικούς συντελεστές μπορεί να στηριχθεί στο άρθρο 28 της Συνθήκης ΕΟΚ, ενώ για τους συμβατικούς μπορεί να στηριχτεί στο άρθρο 113 της Συνθήκης ΕΟΚ, όσον αφορά το εσωτερικό της Κοινότητας, ανακύπτει περαιτέρω το ζήτημα ποια διάταξη της Συνθήκης πρέπει να θεωρηθεί ως ορθή νομική βάση για τη σύναψη συμβάσεως διεθνούς δικαίου, η οποία προβλέπει ενιαία τελωνειακή ονοματολογία τόσο για τους αυτόνομους όσο και για τους συμβατικούς δασμολογικούς συντελεστές.
18. Κατά το καθού Συμβούλιο η Σύμβαση δεν συνιστά μέτρο εμπορικής πολιτικής, επειδή δεν αποβλέπει ούτε έχει ως αποτέλεσμα τη μεταβολή του όγκου του εξωτερικού εμπορίου της Κοινότητας. Επειδή όμως επηρεάζει νομικές διατάξεις της Κοινότητας, όπως το κοινό δασμολόγιο που στηρίζεται στα άρθρα 28 και 113 της Συνθήκης ΕΟΚ, έπρεπε η σύναψή της, σύμφωνα με την απόφαση του Δικαστηρίου της 31ης Μαρτίου 1971 στην υπόθεση 22/70 (7), να στηριχθεί στις νομικές βάσεις στις οποίες στηρίζονται οι προαναφερθείσες ενδοκοινοτικές νομικές διατάξεις, δηλαδή στα άρθρα 28 και 113 της Συνθήκης ΕΟΚ.
19. Η προσφεύγουσα δέχεται επίσης ότι τα πεδία εφαρμογής των άρθρων 28 και 113 της Συνθήκης ΕΟΚ αλληλοκαλύπτονται εν μέρει. Θεωρεί όμως ότι το άρθρο 113 περιέχει το γενικό κανόνα και ότι το άρθρο 28 της Συνθήκης ΕΟΚ πρέπει, επομένως, να ερμηνευθεί συσταλτικά. Αν με κάποιο μέτρο επιδιώκεται σκοπός εμπορικής πολιτικής, το μέτρο αυτό εμπίπτει στο άρθρο 113, όχι όμως στο άρθρο 28 της Συνθήκης ΕΟΚ.
20. Η θέσπιση κοινού δασμολογίου και κοινής εμπορικής πολιτικής έναντι τρίτων χωρών αποτελεί μια από τις σημαντικότερες δραστηριότητες της Κοινότητας. Αυτό προκύπτει από τη θέση της υποχρεώσεως αυτής στο σύστημα της Συνθήκης, δηλαδή στο άρθρο 3, στοιχείο β). Η θέσπιση κοινού δασμολογίου προϋποθέτει κατά λογική αναγκαιότητα τη θέσπιση τελωνειακής ονοματολογίας. Το δεύτερο μέρος της Συνθήκης (οι βάσεις της Κοινότητας, τίτλος Ι: η ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων, κεφάλαιο 1: Η τελωνειακή ένωση, τμήμα 2: η θέσπιση του κοινού δασμολογίου) περιέχει τις διατάξεις σχετικά με τη θέσπιση του κοινού δασμολογίου.
21. Καταρχάς πρέπει να υπενθυμιστεί ότι της θεσπίσεως του κοινού δασμολογίου προϋπήρχε η τελωνειακή ονοματολογία που υιοθετήθηκε με αυτό: η τελωνειακή ονοματολογία των Βρυξελλών της 15ης Δεκεμβρίου 1950, που ίσχυε στα τέσσερα αρχικά τελωνειακά εδάφη της Κοινότητας και, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, δέσμευε την Κοινότητα.
22. Φυσικά οι συντάκτες της Συνθήκης δεν θεώρησαν ότι το δασμολόγιο που θεσπίστηκε κατά τον τρόπο αυτό θα παρέμενε αμετάβλητο. Γι' αυτό μεταβίβασαν στην Κοινότητα, μεταξύ άλλων, την εξουσία συνάψεως τελωνειακών συμφωνιών. Οι τελωνειακές συμφωνίες αφορούν κατά λογική αναγκαιότητα όχι μόνο δασμολογικούς συντελεστές, αλλά και την τελωνειακή ονοματολογία. 'Αλλως, δεν μπορούν να οριστούν δασμολογικοί συντελεστές. Είναι εντελώς φυσικό το ότι το άρθρο 113 της Συνθήκης ΕΟΚ αναφέρει τις δασμολογικές συμφωνίες, επειδή οι δασμολογικές συμφωνίες, οι οποίες, όπως αναφέρθηκε, περιλαμβάνουν τελωνειακή ονοματολογία και δασμολογικούς συντελεστές, συνάπτονται μεταξύ της τελωνειακής ενώσεως "Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα" και τρίτων χωρών. Υπό τις δεδομένες περιστάσεις, η σύναψη πολυμερών συμφωνιών είναι, ως προς την τελωνειακή ονοματολογία, η διαδικασία που ακολουθείται από την Κοινότητα. Ο αυτόνομος καθορισμός τελωνειακής ονοματολογίας είναι μεν θεωρητικά δυνατός, παύει όμως να είναι δυνατός κατά το μέτρο που τα κράτη μέλη της Κοινότητας και η διάδοχός τους, η Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα, δεσμεύονται από διεθνείς συμφωνίες στον τομέα αυτό. Κατά συνέπεια, δεν τίθεται θέμα εφαρμογής του άρθρου 28 της Συνθήκης ΕΟΚ στον τομέα αυτόν, ενόψει τόσο του γράμματός του, όσο και της πραγματικής καταστάσεως. Στο άρθρο αυτό γίνεται λόγος μόνο για δασμούς, όχι όμως και για ονοματολογία. Γι' αυτό, μόνον το άρθρο 113 μπορεί να χρησιμεύσει ως νομική βάση για τη θέσπιση νέας τελωνειακής ονοματολογίας μέσω διεθνών διαπραγματεύσεων.
23. Το γεγονός ότι το άρθρο 113 της Συνθήκης ΕΟΚ χορηγεί στην Κοινότητα εξουσία συνάψεως συμβάσεως περί της τελωνειακής ονοματολογίας προκύπτει από τις εξής σκέψεις: το άρθρο 28της Συνθήκης ΕΟΚ χορηγεί αναμφισβήτητα αρμοδιότητα τροποποιήσεως των αυτόνομων δασμολογικών συντελεστών, όταν αυτή στηρίζεται σε ενδοκοινοτικούς λόγους και δεν συναρτάται προς την κοινή εμπορική πολιτική. Με τη θέσπιση της κοινής αυτής εμπορικής πολιτικής μετά την πάροδο της μεταβατικής περιόδου πρέπει να θεωρηθεί ότι η χορηγούμενη από το άρθρο 113 της Συνθήκης ΕΟΚ αρμοδιότητα τροποποιήσεως των δασμολογικών συντελεστών συνιστά τη γενική διάταξη, η οποία εκτοπίζει σε μεγάλο βαθμό τη ρύθμιση του άρθρου 28 της Συνθήκης ΕΟΚ, το οποίο περιέχεται στο τμήμα περί της θεσπίσεως του κοινού δασμολογίου. Τέλος, το άρθρο 113 της Συνθήκης ΕΟΚ δεν αναφέρει την τροποποίηση μόνο των συμβατικών δασμολογικών συντελεστών, αλλά των δασμολογικών συντελεστών γενικά. Η άποψη αυτή στηρίζεται στην απόφαση της 6ης Μαρτίου 1987 στην υπόθεση 45/86 (8), με την οποία το Δικαστήριο θεώρησε το άρθρο 113 της Συνθήκης ΕΟΚ ως ορθή νομική βάση για το σύστημα των γενικευμένων προτιμήσεων για εμπορεύματα των αναπτυσσόμενων χωρών. Τουλάχιστον όσον αφορά την αναστολή δασμών για βιομηχανικά προϊόντα επιχειρήσεων πρόκειται για αυτόνομο μέτρο, που δεν στηρίζεται σε συμβατικές υποχρεώσεις, όπως επιβεβαιώθηκε πρόσφατα από το Συμβούλιο στην υπόθεση 51/87 (9).
24. Το συμπέρασμα αυτό δεν αναιρείται από το ότι τα κράτη μέλη της Κοινότητας τροποποίησαν με την Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη το άρθρο 28 της Συνθήκης ΕΟΚ, επιτρέποντας πλέον την τροποποίηση των αυτόνομων δασμολογικών συντελεστών με απλουστευμένη διαδικασία, αντίστοιχη εκείνης του άρθρου 113 της Συνθήκης ΕΟΚ. Με την τροποποίηση αυτή - που δεν εφαρμόζεται ακόμη εν προκειμένω - καιτην προσέγγιση των διαδικαστικών κανόνων έχασε πάντως τη σημασία της οριοθετήσεως μεταξύ των άρθρων 28 και 113 της Συνθήκης ΕΟΚ. Αυτή έπρεπε, όμως, να εξεταστεί στα πλαίσια της παρούσας δίκης.
25. Εφόσον η τροποποίηση των δασμολογικών συντελεστών εμπίπτει, ανάλογα με τον επιδιωκόμενο σκοπό, είτε στο άρθρο 28 είτε στο άρθρο 113 της Συνθήκης ΕΟΚ και, περαιτέρω, το άρθρο 113 της Συνθήκης ΕΟΚ προβλέπει ιδίως τη σύναψη δασμολογικών συμφωνιών, τότε είναι εύλογο οι συμφωνίες αυτές να περιέχουν, μεταξύ άλλων, μη δασμολογικό τελωνειακό δίκαιο και να πρόκειται επομένως και για συμφωνίες περί της διαμορφώσεως της τελωνειακής ονοματολογίας.
26. Εφόσον όμως, όπως εκτέθηκε, προβλέπεται ρητά εξουσία της Κοινότητας προς σύναψη συμβάσεως περί της τελωνειακής ονοματολογίας, η οποία εξουσία συνδέεται προς ορισμένη διαδικασία - απόφαση του Συμβουλίου με ειδική πλειοψηφία - τότε δεν επιτρέπεται πλέον η προσφυγή σε μη ρητώς προβλεπόμενη επικουρική αρμοδιότητα, σε διάταξη δηλαδή που δεν αναφέρει διόλου την εξουσία συνάψεως συμφωνιών και μπορούσε να ασκηθεί κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο μόνο με ομόφωνη απόφαση του Συμβουλίου.
27. Θα ήταν βέβαια δυνατό, αν δεν υπήρχαν οι διατάξεις του άρθρου 113 της Συνθήκης ΕΟΚ, να αναγνωρίσει κανείς εξουσία της Κοινότητας προς σύναψη της συμβάσεως μέσω ευρείας ερμηνείας του άρθρου 28 της Συνθήκης ΕΟΚ σε συνδυασμό προς τις αρχές της αποφάσεως της 31ης Μαρτίου 1971 στην υπόθεση 22/70 (10) οι "ανακλαστικές αρμοδιότητες" που αναγνώρισε το Δικαστήριο με τηναπόφαση αυτή πρέπει πάντως να υποχωρούν, ως επικουρικές, έναντι των ρητά προβλεπόμενων αρμοδιοτήτων της Συνθήκης ΕΟΚ, ιδίως όταν αυτή προβλέπει αυστηρότερη διαδικασία εκδόσεως αποφάσεως.
28. Ως προς το μέρος της συμβάσεως που αναφέρεται στην περιγραφή των εμπορευμάτων (τελωνειακή ονοματολογία), δεν είναι, επομένως, επιτρεπτή η επίκληση του άρθρου 28 της Συνθήκης ΕΟΚ ως νομικής βάσεως.
2. Εφορμογή του άρθρου 235 της Συνθήκης ΕΟΚ επί της τελωνειακής ονοματολογίας
29. Το άρθρο 235 της Συνθήκης ΕΟΚ μπορεί επίσης να χρησιμεύσει ως νομική βάση για τη σύναψη της Συμβάσεως. 'Οπως προκύπτει από το γράμμα του άρθρου 235 και όπως επιβεβαίωσε το Δικαστήριο με την απόφαση της 6ης Μαρτίου 1987 στην υπόθεση 45/86, επίκληση του άρθρου αυτού δικαιολογείται μόνον όταν καμιά άλλη διάταξη της Συνθήκης δεν χορηγεί στα κοινοτικά όργανα την εξουσία που απαιτείται για την έκδοση της οικείας νομικής πράξεως. Επειδή, όπως αναπτύχθηκε, το άρθρο 113 της Συνθήκης ΕΟΚ αποτελεί επαρκή νομική βάση, δεν έπρεπε να γίνει επίκληση του άρθρου 135 της Συνθήκης ΕΟΚ στον τομέα της τελωνειακής ονοματολογίας.
3. Ως προς τη νομική βάση για τη στατιστική ονοματολογία
30. Το καθού υποστηρίζει την άποψη ότι το άρθρο 235 της Συνθήκης ΕΟΚ πρέπει να χρησιμοποιηθεί ως βάση για το μέρος της Συμβάσεως που αφορά τη στατιστική, επειδή το μέρος αυτό επηρεάζει την ονοματολογία των εμπορευμάτων για τις στατιστικές τουεξωτερικού εμπορίου της Κοινότητας και του εμπορίου μεταξύ των κρατών μελών της (Νimexe). Το Συμβούλιο εξέδωσε το σχετικό κανονισμό βάσει του άρθρου 235 της Συνθήκης ΕΟΚ (11). Στο σημείο αυτό η προσφεύγουσα αντιτάσσει ότι η Σύμβαση δεν περιέχει ρύθμιση σχετική με τις στατιστικές του ενδοκοινοτικού εμπορίου. Αντίθετα, η ρύθμιση σχετικά με τις στατιστικές του εξωτερικού εμπορίου εξυπηρετεί την άσκηση της εμπορικής πολιτικής, επειδή από αυτές προσφέρονται στοιχεία σχετικά με την εξέλιξη των εμπορικών ρευμάτων και την αποτελεσματικότητα των χρησιμοποιούμενων μέτρων ασκήσεως της εμπορικής πολιτικής.
31. Είναι αναμφισβήτητο ότι μια ονοματολογία, επί της οποίας πρόκειται να στηριχτεί η επεξεργασία των στατιστικών του εξωτερικού εμπορίου, εμπίπτει στον τομέα της κοινής εμπορικής πολιτικής. Χρησιμεύει ως βάση για τη λήψη στοιχείων περί της εξελίξεως των διεθνών εμπορικών σχέσεων, καθώς και περί της αποτελεσματικότητας των μέτρων ασκήσεως της εμπορικής πολιτικής της Κοινότητας. Η ρύθμιση αυτή βρίσκεται σε τόσο στενή σχέση προς την ενδεικτική απαρίθμηση παραδειγμάτων του άρθρου 113, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ, ώστε να μπορεί ευχερώς να συμπεριληφθεί στην κοινή εμπορική πολιτική.
32. Μια τέτοια ρύθμιση μπορεί σαφώς να έχει πραγματικές συνέπειες στις στατιστικές του ενδοκοινοτικού εμπορίου συνέπειες νομικής φύσεως - και αυτές μόνον εννοούσε η απόφαση του Δικαστηρίου της 31ης Μαρτίου 1971 στην υπόθεση 22/70 10 - δεν μπορούν όμως να διαγνωστούν. Η χρησιμοποίηση του συστήματος αυτού από τα όργανα της Κοινότητας "λόγω ομοιότητας" και στις στατιστικές του ενδοκοινοτικού εμπορίου στηρίζεται σε αυτόνομη νομική πράξη (12), η οποία δεν έχει καμιά νομική σχέση με τη σύμβαση για το εναρμονισμένο σύστημα.
33. Η συναγωγή συμπερασμάτων για τη ρύθμιση των στατιστικών του εσωτερικού εμπορίου της Κοινότητας από τη ρύθμιση των στατιστικών του εξωτερικού εμπορίου αποκλείεται και από το γεγονός ότι στα κοινοτικά όργανα μεταβιβάστηκε μεν η αρμοδιότητα ασκήσεως της κοινής εμπορικής πολιτικής, όχι όμως και η αρμοδιότητα ρυθμίσεως του εσωτερικού εμπορίου, επειδή αυτό ρυθμίζεται κυρίως από την ίδια τη Συνθήκη ΕΟΚ, ιδίως από τις διατάξεις περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων. Και για το λόγο αυτό δεν είναι πειστική η συναγωγή συμπερασμάτων για τη νομική βάση της θεσπίσεως της τελωνειακής ονοματολογίας από την εφαρμογή της τελωνειακής ονοματολογίας για το εξωτερικό εμπόριο στις στατιστικές του εσωτερικού εμπορίου.
34. Ούτε η εφαρμογή του εναρμονισμένου συστήματος στις στατιστικές του εσωτερικού εμπορίου δικαιολογεί επομένως τη χρήση του άρθρου 235 της Συνθήκης ΕΟΚ ως νομικής βάσεως.
4. Ως προς τη διατήρηση της ισχύος της αποφάσεως
35. Το ότι η επίδικη απόφαση του Συμβουλίου πρέπει, συνεπώς, να ακυρωθεί, δεν μεταβάλλει καθόλου τη νομική κατάσταση από πλευράς δημοσίου διεθνούς δικαίου, κατά το οποίο η Κοινότητα εξακολουθεί να δεσμεύεται από την επικύρωση της Συμβάσεως που τέθηκε εν τω μεταξύ σε ισχύ. Αυτό προκύπτει από τις αρχές του δικαίου των Διεθνών Συνθηκών, όπως έχουν διατυπωθεί π.χ. στο άρθρο 46της Συμβάσεως της Βιέννης περί του δικαίου των Συνθηκών της 23ης Μαΐου 1969 και στο άρθρο 46 της Συμβάσεως της Βιέννης της 21ης Μαρτίου 1986 περί του δικαίου των Συνθηκών των διεθνών οργανισμών. Η Κοινότητα επικύρωσε μεν τη Σύμβαση κατά παράβαση του εσωτερικού της διαδικαστικού δικαίου σχετικά με την αρμοδιότητα συνάψεως συνθηκών, πλην όμως η παράβαση αυτή δεν ήταν προφανής στα λοιπά συμβαλλόμενα μέρη. Επομένως, η Κοινότητα δεν μπορεί να την επικαλεστεί έναντι των αντισυμβαλλομένων της.
36. Επειδή επομένως εξακολουθεί να υφίσταται η δέσμευση από πλευράς διεθνούς δικαίου, δεν θεωρώ αναγκαίο να αποφασιστεί η διατήρηση σε ισχύ της ακυρουμένης αποφάσεως κατά το άρθρο 174, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ. Ούτε και θα έβλαπτε, πάντως, να αποφασιστεί κάτι τέτοιο για λόγους σαφήνειας.
Γ - Πρόταση
37. Προτείνω, επομένως, στο Δικαστήριο να κάνει δεκτή την προσφυγή και να καταδικάσει το Συμβούλιο στα δικαστικά έξοδα.
(*) Μετάφραση από τα γερμανικά.
(1) Απόφαση του Συμβουλίου, της 7ης Απριλίου 1987, για τη σύναψη της Διεθνούς Συμβάσεως για το εναρμονισμένο σύστημα περιγραφής και κωδικοποιήσεως των εμπορευμάτων, καθώς και του τροποποιητικού της πρωτοκόλλου (87/369), ΕΕ 1987, L 198, σ. 1.
(2) ΕΕ 1984, C 120, σ. 2.
(3) Απόφαση του Δικαστηρίου της 19ης Νοεμβρίου 1975 στην υπόθεση 38/75, Zollagent der NV Nederlandse Spoorwegen κατά Inspektor der Einfuhrzoelle und Verbrauchssteuern, Slg. 1975, σ. 1439, 1451.
(4) Κανονισμός 950/68 του Συμβουλίου της 28ης Ιουνίου 1968, περί του κοινού δασμολογίου, ABl. 1968, L 172, σ. 1.
(5) Για ολόκληρο το κοινό δασμολόγιο καταρχάς με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1/71 της 17ης Δεκεμβρίου 1970, περί τροποποιήσεως του κανονισμού (ΕΟΚ) 950/68 περί του κοινού δασμολογίου, ABl. 1971, L 1, σ. 1.
(6) Βλέπε, π.χ., τις αποφάσεις της 14ης Ιουνίου 1977 και της 18ης Δεκεμβρίου 1978, ABl. 1977, L 149, σ. 17 και ABl. 1979, L 6, σ. 23.
(7) Απόφαση της 31ης Μαρτίου 1971 στην υπόθεση 22/70, Επιτροπή κατά Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Slg. 1971, σ. 263.
(8) Απόφαση της 26ης Μαρτίου 1987 στην υπόθεση 45/86, Επιτροπή κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1987, σ. 1493.
(9) Υπόθεση 51/87, Επιτροπή κατά Συμβουλίου, προτάσεις της 29ης Ιουνίου 1988.
(10) 'Οπου ανωτέρω, σκέψεις 15 έως 19.
(11) Κανονισμός (ΕΟΚ) 1445/72 του Συμβουλίου, της 24ης Απριλίου 1972, περί της ονοματολογίας των εμπορευμάτων για τις στατιστικές του εξωτερικού εμπορίου της Κοινότητας και του εμπορίου μεταξύ των κρατών μελών της, ABl. 1972, L 161, σ. 1.
(12) Κανονισμός (ΕΟΚ) 3367/87 του Συμβουλίου, της 9ης Νοεμβρίου 1987, σχετικά με την εφαρμογή της συνδυασμένης ονοματολογίας στις στατιστικές του εξωτερικού εμπορίου μεταξύ των κρατών μελών και την τροποποίηση του κανονισμού 1736/75 περί των στατιστικών του εξωτερικού εμπορίου της Κοινότητας και του εμπορίου μεταξύ των κρατών μελών της, ΕΕ 1987, L 321, σ. 3.
Full & Egal Universal Law Academy