Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1. Με την υπό κρίση προσφυγή, η Επιτροπή, υποστηριζόμενη από την κυβέρνηση των Κάτω Χωρών, ζητεί από το Δικαστήριο να διαπιστώσει ότι η Γαλλική Δημοκρατία, μη καθορίζουσα τις τιμές λιανικής πωλήσεως των βιομηχανοποιημένων καπνών στο καθοριζόμενο από τους βιομηχάνους εισαγωγείς επίπεδο, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 5, παράγραφος 1, της οδηγίας του Συμβουλίου της 19ης Δεκεμβρίου 1972 περί των φόρων, πλην των φόρων κύκλου εργασιών, οι οποίοι επιβαρύνουν την κατανάλωση των επεξεργασμένων καπνών (72/464/ΕΟΚ) (1) και τις υποχρεώσεις που της επιβάλλει το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ.
2. Επιπλέον, η Γαλλική Δημοκρατία, μη θεσπίζουσα τα μέτρα που συνεπάγεται η εκτέλεση της αποφάσεως του Δικαστηρίου της 21ης Ιουνίου 1983, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 171 της Συνθήκης ΕΟΚ.
3. Σ' αυτή την απόφαση, εκδοθείσα επί της υποθέσεως 90/82 (2), το Δικαστήριο έκρινε ότι η Γαλλική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις που της επιβάλλει το κοινοτικό δίκαιο κατά το ότι η τότε ισχύουσα νομοθεσία δεν επέτρεπε στους καπνοβιομηχάνους ή τους εισαγωγείς να καθορίζουν ελεύθερα τις τιμές λιανικής πωλήσεως (ΤΛΠ) των βιομηχανοποιημένων καπνών.
4. Η σχετική γαλλική κανονιστική ρύθμιση περιείχετο τότε στο νόμο 76-448 της 24ης Μαΐου 1976 περί αναδιοργανώσεως του μονοπωλίου βιομηχανοποιημένων καπνών (3) και στο decret 76-1324 της 31ης Δεκεμβρίου 1976 περί οικονομικού και φορολογικού καθεστώτος των βιομηχανοποιημένων καπνών (4).
5. Το άρθρο 10 του decret 76.1324 περί εφαρμογής του άρθρου 6 του νόμου 76-448 όριζε ότι η ΤΛΠ των καπνών ορίζονται με απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών.
6. Προς το σκοπό εκτελέσεως της αποφάσεως της 21ης Ιουνίου 1983 και του συνδυασμού του ελεύθερου καθορισμού των ΤΛΠ με τις απαιτήσεις του συστήματος ελέγχου των ισχυουσών στη Γαλλία τιμών από το 1945, η γαλλική κυβέρνηση, κατόπιν επαφών με τις υπηρεσίες της Επιτροπής, δημοσίευσε, στις 24 Ιανουαρίου 1985 (5), ανακοίνωση σχετική με τη διαδικασία καθορισμού των τιμών λιανικής πωλήσεως των βιομηχανοποιημένων καπνών, η οποία, χωρίς να τροποποιεί την ισχύουσα νομοθεσία, καθόρισε με ποιο τρόπο και κατά ποία διαδικασία η εν λόγω νομοθεσία εφαρμόζεται εφεξής.
7. Σύμφωνα μ' αυτή την ανακοίνωση,
α) οι τιμές των προϊόντων που διατίθενται για πρώτη φορά στη γαλλική αγορά ανακοινώνονται δύο μήνες προ της προβλεπόμενης για τη διάθεσή τους προς πώληση ημερομηνίας,
β) οι ΤΛΠ των προϊόντων που έχουν ήδη διατεθεί στη γαλλική αγορά καθορίζονται βάσει τιμολογίων καταρτιζόμενων με συνεννόηση μεταξύ των καπνοβιομηχάνων και εισαγωγέων και των γαλλικών αρχών, δηλώνονται, κατά την ημερομηνία εφαρμογής τους, στην ειδική διεύθυνση ανταγωνισμού και καταναλώσεως από τους καπνοβιομηχάνους ή εισαγωγείς για τους οποίους πρόκειται και στη συνέχεια δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα της Γαλλικής Δημοκρατίας με απόφαση του Υπουργού Οικονομίας, Οικονομικών και Προϋπολογισμού.
8. Η Επιτροπή έκρινε ότι το κείμενο της ανακοινώσεως ήταν κατάλληλο για να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις του κοινοτικού δικαίου, όπως τις ερμήνευσε το Δικαστήριο, με την απόφαση της 21ης Ιουνίου 1983, στο μέτρο που φαινόταν ότι προέκυπτε από την εν λόγω ανακοίνωση ότι οι γαλλικές αρχές θα επικύρωναν τις ΤΛΠ τις δηλούμενες από τους βιομηχάνους ή εισαγωγείς.
9. Συνέβη, εντούτοις, ότι διάφοροι επιχειρηματίες διαμαρτυρήθηκαν στην Επιτροπή ότι ο αρμόδιος Γάλλος Υπουργός αρνήθηκε να επικυρώσει τις δηλώσεις των νέων ΤΛΠ, επικαλούμενος την ύπαρξη γενικής πολιτικής που έχει ως σκοπό να αναχαιτίσει την αύξηση των τιμών.
10. Η προσοχή της Επιτροπής επιστήθηκε στο γεγονός ότι, αντιθέτως προς ότι πίστευε, η γαλλική κυβέρνηση ερμήνευε την επίμαχη ανακοίνωση κατά τρόπο που θεωρούσε μη σύμφωνο προς το κοινοτικό δίκαιο.
11. Το αναφυέν από την υπό κρίση υπόθεση ζήτημα συνοψίζεται, έτσι, στο αν οι επελθούσες τροποποιήσεις στη γαλλική έννομη τάξη, μετά την απόφαση της 21ης Ιουνίου 1983, είναι τέτοιες ώστε οι σχετικές με τον καθορισμό των ΤΛΠ των βιομηχανοποιημένων καπνών απαιτήσεις του κοινοτικού δικαίου μπορούν να θεωρηθούν ως τηρηθείσες.
12. Προβαίνω στην ανάλυση των επιχειρημάτων των διαδίκων σχετικά με καθένα από τους προβαλλόμενους στην προσφυγή ισχυρισμούς.
1. Παράβαση του άρθρου 5, παράγραφος 1, της οδηγίας 72/464/ΕΟΚ
13. Το άρθρο 5, παράγραφος 1, της οδηγίας είναι αυτό που καθιερώνει την αρχή κατά την οποία "οι καπνοβιομήχανοι και οι εισαγωγείς καθορίζουν ελεύθερα τις ανώτατες τιμές λιανικής πωλήσεως κάθε προϊόντος τους", με την επιφύλαξη, ωστόσο, ότι η διάταξη αυτή δεν μπορεί να παρεμποδίσει "την εφαρμογή των εθνικών νομοθεσιών όσον αφορά τον έλεγχο του επιπέδου των τιμών ή την τήρηση των επιβαλλομένων τιμών".
14. Για να κριθεί αν η γαλλική κανονιστική ρύθμιση συμβιβάζεται μ' αυτή τη διάταξη, πρέπει να ληφθεί υπόψη ο αναγκαίος σύνδεσμος μεταξύ των δύο μερών από τα οποία αποτελείται αυτή η διάταξη, και ειδικότερα, όπως ήδη κρίθηκε με την απόφαση 90/82, η έννοια που πρέπει να αποδοθεί στη διττή επιφύλαξη που διατυπώνεται στο δεύτερο μέρος της, σχετικά με την εφαρμογή των εθνικών νομοθεσιών όσον αφορά τον έλεγχο του επιπέδου των τιμών και την τήρηση των επιβαλλόμενων τιμών χονδρικής πωλήσεως.
15. 'Οπως έκρινε το Δικαστήριο με την προναφερθείσα απόφαση της 21ης Ιουνίου 1983, "οι επιφυλάξεις αυτές πρέπει να ερμηνευτούν έτσι, ώστε το περιεχόμενό τους να συμβιβάζεται με τον κανόνα του ελεύθερου προσδιορισμού από τον καπνοβιομήχανο ή τον εισαγωγέα της τιμής πωλήσεως, στο βαθμό που ο κανόνας αυτός εκφράζει, στο πεδίο που αφορά η οδηγία, την αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων υπό κανονικούς όρους ανταγωνισμού, όπως αναφέρεται στο προοίμιο της οδηγίας" (σκέψη 20).
16. 'Οσον αφορά την έκφραση "τήρηση των επιβαλλομένων τιμών", το Δικαστήριο διευκρίνισε (προαναφερθείσα απόφαση, σκέψη 23) ότι, στο πλαίσιο του μηχανισμού φορολογίας του καπνού, η έκφραση αυτή "πρέπει να νοηθεί ότι αναφέρεται σε τιμή η οποία, αφού προσδιοριστεί από τον καπνοβιομήχανο ή τον εισαγωγέα και εγκριθεί από τη δημόσια αρχή, επιβάλλεται ως ανωτάτη τιμή και υπό την έννοια αυτή πρέπει να τηρείται σε όλα τα στάδια του κυκλώματος διανομής μέχρι την πώληση στον καταναλωτή".
17. Ακόμα σαφέστερα, το Δικαστήριο έκρινε στην απόφαση Inno κατά ΑΤΑΒ , της 16ης Νοεμβρίου 1977 (6) ότι η δεύτερη φράση της παραγράφου 1 του άρθρου 5 δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη να επιβάλλουν ορισμένη τιμή πωλήσεως στον καταναλωτή εισαγόμενων ή παραχθέντων εντός της χώρας βιομηχανοποιημένων καπνών, υπό τον όρο η τιμή αυτή να έχει καθοριστεί ελεύθερα από το βιομήχανο ή τον εισαγωγέα.
18. Δεν υφίσταται, επομένως, "στο σύστημα της οδηγίας αντίφαση μεταξύ του κανόνα του ελεύθερου προσδιορισμού της τιμής από τον καπνοβιομήχανο ή τον εισαγωγέα και της εξουσίας που έχει επιφυλαχθεί στα κράτη μέλη να εξασφαλίζουν την τήρηση της διατιμήσεως, δεδομένου ότι η διατίμηση δεν είναι τίποτε άλλο από την τιμή εισαγωγής που προσδιορίζει ο καπνοβιομήχανος ή ο εισαγωγέας, η οποία περιβάλλεται με την έγκριση του κράτους και έτσι καθίσταται υποχρεωτική για κάθε έμπορο" (απόφαση Επιτροπή κατά Γαλλικής Δημοκρατίας, 90/82, προαναφερθείσα, σκέψη 25).
19. 'Ομως η Επιτροπή, παρόλον ότι αναγνωρίζει ότι οι τιμές βιομηχανοποιημένων καπνών που διατίθενται στο εμπόριο για πρώτη φορά στη γαλλική αγορά καθορίζονται ελευθέρως, υποστήριξε ότι, ενόψει της εφαρμογής που οι γαλλικές αρχές επιφυλάσσουν στην ανακοίνωση που δημοσίευσαν, οι τιμές των προϊόντων που έχουν ήδη διατεθούν στην αγορά δεν μπορούν να καθορίζονται ελευθέρως από τους καπνοβιομηχάνους ή εισαγωγείς. Κατά την Επιτροπή, η τιμή χονδρικής πωλήσεως, που αποτελεί την αντιπαροχή που λαμβάνει ο παραγωγός ή ο εισαγωγέας είναι, δεδομένου του εφαρμοζόμενου στη Γαλλία συστήματος, απλό μεταβλητό ποσό εξαρτώμενο από αποφάσεις που όλες λαμβάνονται από το γαλλικό κράτος: αφενός, την ΤΛΠ που καθορίζεται κατά το νόμο 74-448 και το decret 76-1324, αφετέρου, το περιθώριο διανομής (καθορισθέν το 1976 σε 8 % της ΤΛΠ) και το ποσό των φορολογικών επιβαρύνσεων (ειδικός φόρος καταναλώσεως και ΦΠΑ). Η τιμή χονδρικής πωλήσεως προκύπτει, έτσι, απλώς από τη διαφορά μεταξύ των δύο αυτών αξιών, χωρίς οι παραγωγοί και οι χονδρέμποροι να μπορούν να καθορίσουν το ύψος της. Αυτή η διαφορά ανέρχεται, κατά τους υπολογισμούς της ολλανδικής κυβερνήσεως, περίπου σε 18 % της ΤΛΠ (όπως παραδέχθηκαν και οι πραγματογνώμονες της γαλλικής κυβερνήσεως κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση).
20. Από τα προεκτεθέντα προκύπτει, κατά την Επιτροπή, ότι οι παραγωγοί των άλλων κρατών μελών βρέθηκαν σε αδυναμία να επιτύχουν τιμές χονδρικής πωλήσεως που θα τους επέτρεπαν να εξασφαλίσουν την κάλυψη του κόστους παραγωγής τους. Η Επιτροπή στηρίζει τα συμπεράσματά της σε στατιστικά στοιχεία περί εξελίξεως των τιμών χονδρικής πωλήσεως και του κόστους παραγωγής στη Γαλλία και στις Κάτω Χώρες, λαμβάνοντας επίσης υπόψη τις διακυμάνσεις των τιμών συναλλάγματος στο εσωτερικό του SΜΕ (Ευρωπαϊκού Νομισματικού Συστήματος).
21. Η γαλλική κυβέρνηση, από την πλευρά της, δεν αμφισβητεί ότι παρεμβαίνει στον καθορισμό των ΤΛΠ των προϊόντων που έχουν ήδη διατεθεί στο εμπόριο στη γαλλική αγορά, καθώς και στον καθορισμό του περιθωρίου των λιανοπωλητών και στον καθορισμό του ύψους του φόρου. Διαβεβαιώνει, όμως, ότι δεν αναμιγνύεται στον καθορισμό των τιμών πωλήσεως και, επομένως, στον καθορισμό του περιθωρίου διανομής του χονδρέμπορα-εισαγωγέα: στο πλαίσιο της τιμής πωλήσεως στους λιανοπωλητές, η κατανομή μεταξύ της τιμής χονδρικής πωλήσεως και του περιθωρίου του χονδρέμπορου - εισαγωγέα προκύπτει από διαπραγμάτευση μεταξύ των μερών. Κατά συνέπεια, απαντώνται στη γαλλική αγορά επίπεδα περιθωρίου εισαγωγής και τιμής χονδρικής πωλήσεως κυμαινόμενα ανάλογα με τον εισαγωγέα και τη φύση των συναφθεισών μεταξύ των μερών συμφωνιών.
22. Πρέπει να ομολογήσω ότι αυτές οι επεξηγήσεις της γαλλικής κυβερνήσεως είναι εντελώς ανεπαρκείς.
23. Το άρθρο 5, παράγραφος 1, της οδηγίας 72/464/ΕΟΚ καθιερώνει την αρχή, κατά την οποία οι βιομήχανοι και εισαγωγείς καθορίζουν ελεύθερα τις ανώτατες τιμές λιανικής πωλήσεως των βιομηχανοποιημένων προϊόντων καπνού. Η παρέμβαση των δημοσίων αρχών για να επιβάλουν αυτές τις τιμές δεν μπορεί - όπως είδαμε ανωτέρω - να υπερβεί τα όρια της απλής εγκρίσεως ελευθέρως καθοριζόμενων από τους καπνοβιομήχανους ή εισαγωγείς τιμών, κατόπιν ενσωματώσεως των φορολογικών επιβαρύνσεων.
24. Η αρχή αυτή συντελεί όλως ιδιαιτέρως - σε τομέα χαρακτηριζόμενο από έντονη παρέμβαση του κράτους, η οποία ασκείται μέσω επιβολής σημαντικών φόρων ή με την ύπαρξη μονοπωλίων βιομηχανοποιήσεως ή διανομής - στη διασφάλιση της λειτουργίας της κοινής αγοράς με το να καταργηθούν προοδευτικά "οι παράγοντες οι οποίοι είναι ικανοί να εμποδίσουν την ελεύθερη κυκλοφορία και να νοθεύσουν του όρους ανταγωνισμού, τόσο επί εθνικού, όσο και επί ενδοκοινοτικού πεδίου" (προοίμιο της οδηγίας, τρίτη αιτιολογική σκέψη).
25. 'Ομως το γαλλικό σύστημα δεν ικανοποιεί πλήρως αυτές της απαιτήσεις.
26. Η ελευθερία διαπραγματεύσεων μεταξύ καπνοβιομηχάνων ή εισαγωγέων και χονδρεμπόρων διανομέων περιορίζεται στη διανομή υπολοίπου: του υπολοίπου που διατηρείται μετά την αφαίρεση από την ΤΛΠ του περιθωρίου διανομής των λιανοπωλητών και των φορολογικών επιβαρύνσεων. Αυτό απλώς καθορίζεται από τον αρμόδιο υπουργό.
27. 'Οπως οι εκπρόσωποι της γαλλικής κυβερνήσεως κατέληξαν να ομολογήσουν στην επ' ακροατηρίου συζήτηση, η ελευθερία των καπνοβιομηχάνων και εισαγωγέων περιορίζεται, έτσι, στη διανομή του γλυκίσματος, χωρίς να επεκτείνεται, όπως θα έπρεπε να συμβαίνει, στον καθορισμό του μεγέθους του (το ανώτατο επίπεδο της ΤΛΠ).
28. Καθορίζοντας μ' αυτόν τον τρόπο τις τιμές πωλήσεως στο κοινό των βιομηχανοποιημένων προϊόντων καπνού, οι γαλλικές αρχές δεν περιορίζονται στην έγκριση των ελευθέρως καθοριζομένων από τους καπνοβιομηχάνους ή εισαγωγείς τιμών υπερβαίνουν σαφώς τα όρια - με τον περιορισμό αυτής της ελευθερίας - των προνομίων που τους έχουν χορηγηθεί λόγω της ανάγκης να ελέγχεται η "τήρηση των επιβαλλομένων τιμών".
29. Δικαιολογείται αυτή η συμπεριφορά με την εφαρμογή της εθνικής νομοθεσίας όσον αφορά τον "έλεγχο του επιπέδου του τιμών";
30. Αυτό πιστεύει η γαλλική κυβέρνηση, για την οποία η μετάβαση, στον τομέα των βιομηχανοποιημένων καπνών, από ένα σύστημα διατιμήσεων σε σύστημα ελεύθερου καθορισμού των ανωτάτων τιμών από τους καπνοβιομηχάνους ή εισαγωγείς δεν μπορούσε να επιτευχθεί απότομα, χωρίς να προκύψουν από αυτό δυσμενείς συνέπειες από την άποψη του ελέγχου του πληθωρισμού.
31. Για το λόγο αυτό οι γαλλικές αρχές εφήρμοσαν σχέδιο προοδευτικής ελευθερώσεως των τιμών σ' αυτόν τον τομέα, λαμβάνοντας υπόψη τα οικονομικά του αποτελέσματα και τη φύση του ανταγωνισμού που ισχύει σ' αυτόν τον τομέα.
32. Η μέθοδος αυτή εμπίπτει στο πλαίσιο της εξελίξεως του γενικού συστήματος ελέγχου των τιμών που ισχύει ακόμη στη Γαλλία. Η μέθοδος αυτή, στο τέλος του έτους 1982, επέτρεψε τη μετάβαση από ένα σύστημα γενικής δεσμεύσεως των τιμών εφαρμοζόμενο από το 1945 σε σύστημα καθηλώσεως που και αυτό προοδευτικά έγινε πιο εύκαμπτο, στη συνέχεια καταργήθηκε στους τομείς στους οποίους, κατά τη γαλλική κυβέρνηση, ο ανταγωνισμός μεταξύ επιχειρήσεων λειτουργούσε κατά τρόπο ικανοποιητικό και επέτρεπε, με τα ρυθμιστικά του αποτελέσματα επί της εξελίξεως των τιμών, να μη ληφθούν οποιαδήποτε ειδικά μέτρα ελέγχου.
33. Το χρονοδιάγραμμα της προοδευτικής απελευθερώσεως στον τομέα των καπνών απέβλεπε στην πλήρη κατάργηση των ελέγχων και των παρεμβάσεων στον καθορισμό των τιμών το 1989.
34. Εν τω μεταξύ, την 1η Ιανουαρίου 1987, όλοι οι έλεγχοι τιμών καταργήθηκαν στο σύνολο των τομέων της οικονομίας, εξαιρέσει ορισμένων μόνον σπανίων προϊόντων και υπηρεσιών, μεταξύ των οποίων οι βιομηχανοποιημένοι καπνοί.
35. Κατά τη γαλλική κυβέρνηση, η νομοθεσία του 1976 περιοριζόταν στο να μεταφέρει στον τομέα των βιομηχανοποιημένων καπνών τη γενική αρχή του ελέγχου των τιμών που επιβλήθηκε το 1945 κατά την άποψή της, η εφαρμογή της ανακοινώσεως της 24ης Ιανουαρίου 1985 έπρεπε να επιτρέψει να καλυφθούν οι καθυστερήσεις ως προς την εξέλιξη των τιμών και να διορθωθούν ορισμένες διαφορές διαπιστωθείσες στο παρελθόν.
36. Η θέση της γαλλικής κυβερνήσεως δεν μπορεί, κατ' εμέ, να υποστηριχθεί.
37. Το Δικαστήριο ήδη διευκρίνισε ότι η έκφραση "έλεγχος του επιπέδου των τιμών" που απαντάται στη δεύτερη φράση της παραγράφου 1, του άρθρου 5 της οδηγίας "δεν είναι δυνατό να ερμηνευτεί υπό την έννοια ότι επιφυλάσσει στα κράτη μέλη διακριτική εξουσία καθορισμού της τιμής του καπνού, δεδομένου ότι η άσκηση μιας τόσο εκτεταμένης εξουσίας αποτελεί πράγματι άρνηση κάθε πρακτικής αποτελεσματικότητας της αρχής του ελεύθερου προσδιορισμού της τιμής που διακηρύσσεται με την πρώτη φράση του άρθρου 5, παράγραφος 1" (απόφαση 90/82, σκέψη 21). Το Δικαστήριο διευκρίνισε επίσης ότι "από τη συνήθη έννοια του όρου 'έλεγχος' , καθώς και από τη σύγκριση μεταξύ των διαφόρων γλωσσικών αποδόσεων της οδηγίας και από την αναφορά, σε πολλές από αυτές, στο "επίπεδο των τιμών" προκύπτει ότι η φραση 'έλεγχος του επιπέδου των τιμών' δεν μπορεί να αφορά τίποτε άλλο από τις γενικού χαρακτήρα εθνικές νομοθεσίες, οι οποίες αποβλέπουν στη συγκράτηση της ανόδου των τιμών.
38. 'Ομως καμία από αυτές τις προϋποθέσεις δεν συντρέχει στην περίπτωση της Γαλλίας.
39. Αφενός, οι γαλλικές αρχές εξακολουθούν, ακόμα και μετά την ανακοίνωση του Ιανουαρίου 1985, να παρεμβαίνουν διακριτικά στον καθορισμό των ΤΛΠ, εφόσον μπορούν να τις καθορίζουν σε διαφορετικά επίπεδα από τα επιλεγέντα υπό των καπνοβιομηχάνων ή εισαγωγέων, παρά τον προβλεπόμενο από την ανακοίνωση μηχανισμό διαβουλεύσεων. Η Επιτροπή αναφέρει - για να τονίσει αυτό το γεγονός - διάφορες περιπτώσεις αρνήσεως εγκρίσεως σε παραγωγούς, πριν ή μετά την έκδοση της αποφάσεως του Δικαστηρίου της 21ης Ιουνίου 1983, των αιτηθεισών αυξήσεων τιμών. Η τελευταία από τις εν λόγω περιπτώσεις αναφέρεται υπό της Επιτροπής ότι τοποθετείται χρονικά μετά τη δημοσίευση της ανακοινώσεως της 25ης Ιανουαρίου 1985.
40. Αφετέρου, δεν είναι δυνατό να προβληθεί ο ισχυρισμός ότι αυτές οι παρεμβάσεις έχουν σχέση με "εθνική νομοθεσία γενικού χαρακτήρα που αποβλέπει στη συγκράτηση της ανόδου των τιμών".
41. Πρόκειται, αντιθέτως, περί κανονιστικής ρυθμίσεως που αφορά ειδικώς τον τομέα των καπνών, και η οποία ήδη καταγγέλθηκε από το Δικαστήριο το 1983, σε σχέση με περίοδο κατά την οποία σύστημα παγώματος των τιμών ίσχυε ακόμα για το σύνολο των τομέων.
42. Η ανακοίνωση του 1985 δεν μετέβαλε ουσιαστικά την κατάσταση, στο μέτρο που απλώς επετράπη στους καπνοβιομηχάνους και εισαγωγείς να καθορίζουν ελεύθερα τις τιμές των νέων προϊόντων όσον αφορά τα άλλα προϊόντα, όπως είδαμε, οι εν λόγω επιχειρηματίες έχουν απλώς τη δυνατότητα να συζητήσουν το σχετικό με τις τιμές χονδρικής πωλήσεως και το περιθώριο του διανομέα επίπεδο, όχι όμως να καθορίζουν τις ΤΛΠ, των οποίων οι τροποποιήσεις εξακολουθούν να ανήκουν, παρά την προβλεπόμενη διαβούλευση, στην αρμοδιότητα των αρχών.
43. 'Οπως τόνισε η Επιτροπή, αυτός ο μηχανισμός ελέγχου δεν εφαρμόζεται στα εισαγόμενα προϊόντα εν γένει. Ακόμα και πριν από την κατάργησή του, την 1η Δεκεμβρίου 1986, το γενικό σύστημα ελέγχου των τιμών δεν εφαρμοζόταν παρά επί των περιθωρίων εισαγωγής και διαθέσεως στο εμπόριο των εισαγομένων προϊόντων, και όχι επί της τιμής των ίδιων των εισαγομένων προϊόντων. Δεν ισχύει το ίδιο για τους καπνούς εφόσον, ακόμα και μετά την ανακοίνωση του 1985, το εφαρμοστέο επ' αυτών σύστημα συνέχισε να στερείται του βαθμού γενικότητας που απαιτείται για να επιτρέπεται ενόψει του άρθρου 5, παράγραφος 1, της οδηγίας.
44. Υπ' αυτές τις συνθήκες, όπως τονίζει η Επιτροπή, όχι μόνο ο τομέας των καπνών αποκλείστηκε από τ' αποτελέσματα προσαρμογής των τιμών συναλλάγματος στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Νομισματικού Συστήματος, αλλά οι τιμές γνώρισαν σ' αυτόν τον τομέα πρόοδο σαφώς κατώτερη από το γενικό δείκτη των τιμών την εποχή κατά την οποία ασκήθηκε η υπό κρίση προσφυγή, υφίστατο μεταξύ των τιμών του βιομηχανοποιημένου καπνού και των άλλων τιμών διαφορά περίπου 10 %, παρόλον ότι οι τιμές των καπνών αυξήθηκαν δύο φορές, κατά παρέκκλιση του γενικού συστήματος ελέγχου και χωρίς οι καπνοβιομήχανοι ή οι εισαγωγείς να επωφεληθούν του περιθωρίου που ελευθερώθηκε με την κατάργηση, τον Ιούλιο 1984, των εισφορών κοινωνικής ασφαλίσεως, που είχαν προηγουμένως δημιουργηθεί και ενσωματωθεί στις ΤΛΠ.
45. Την 1η Δεκεμβρίου 1986, το γενικό σύστημα ελέγχου των τιμών καταργήθηκε στη Γαλλία. Εντούτοις, το ισχύον σύστημα παρεμβάσεως για τα καπνά διατηρήθηκε, ενώ οι γαλλικές αρχές είχαν την πρόθεση να το καταργήσουν προοδευτικά μέχρι το 1989 το αργότερο.
46. Το ξεπάγωμα του Δεκεμβρίου 1986 επήλθε, ενώ η αιτιολογημένη γνώμη που προηγήθηκε της ασκήσεως της υπό κρίση προσφυγής είχε ήδη διατυπωθεί δεν πρέπει, επομένως, να ληφθεί υπόψη η εν λόγω απελευθέρωση των τιμών κατά την έκδοση της αποφάσεως περί αναγνωρίσεως της παραβάσεως.
47. Μπορεί, ωστόσο, να λεχθεί ακόμα ότι αυτή η καινοτομία στο γενικό σύστημα των τιμών κατέστησε ακόμα πιο καθαρή την παράβαση του κοινοτικού δικαίου στον τομέα των καπνών, χωρίς κανένας αντικειμενικός λόγος να μπορεί να δικαιολογήσει την υιοθέτηση γι' αυτόν τον τομέα μεθόδου ελέγχου των τιμών που είχε ήδη εγκαταλειφθεί για τους άλλους τομείς.
48. Πράγματι, κανένας από τους επικαλούμενους από τη γαλλική κυβέρνηση λόγους δεν μπορεί να ανατρέψει αυτό το συμπέρασμα.
49. Η δυσχέρεια εγκαταλείψεως μιας παλαιάς κανονιστικής ρυθμίσεως δεν μπορεί να δικαιολογήσει τη μη εκτέλεση των απαιτήσεων οδηγίας του 1972, η οποία έπρεπε να είχε μεταφερθεί στο εσωτερικό δίκαιο το αργότερο την 1η Ιουλίου 1973, ούτε τη μη πλήρη εκτέλεση, εντός διαστήματος πλέον των δύο ετών, (αν ληφθεί υπόψη προγενέστερη της ασκήσεως της προσφυγής περίοδος), αποφάσεως του Δικαστηρίου.
50. Ως προς το επιχείρημα που αντλείται από τον ειδικό χαρακτήρα των επίμαχων προϊόντων, αυτό αντιφάσκει προς τον απαιτούμενο γενικό χαρακτήρα μιας νομοθεσίας κατά της αυξήσεως των τιμών, ώστε η εφαρμογή της να μπορεί θεμιτώς να συνεπάγεται περιορισμό της αρχής του ελεύθερου καθορισμού των τιμών από τους καπνοβιομηχάνους και εισαγωγείς.
51. Ως προς την προάσπιση των φορολογικών συμφερόντων του κράτους και την ανάγκη καταπολεμήσεως των καταχρήσεων του καπνού, το Δικαστήριο έκρινε ήδη ότι αυτά τα επιχειρήματα δεν μπορούν να δικαιολογήσουν τη συμπεριφορά των γαλλικών αρχών (απόφαση της 21ης Ιουνίου 1983, 90/82, σκέψη 29).
52. Εξάλλου, η γαλλική κυβέρνηση δεν μπορεί να επικαλείται ενδεχόμενη συμπεριφορά των επιχειρήσεων αντίθετη προς το άρθρο 85 της Συνθήκης για ν' αποφύγει την πλήρη εκτέλεση των υποχρεώσεων που υπέχει από τις κοινοτικές οδηγίες.
53. Τέλος, τίποτε δεν δικαιολογεί σαφώς την επίκληση της ανταγωνιστικής καταστάσεως του τομέα ή υποτιθέμενων δυσχερειών εφοδιασμού.
54. Δεν είναι, επομένως, θεμιτό να προβάλλεται η εφαρμογή "εθνικής νομοθεσίας περί του ελέγχου των επιπέδων των τιμών" για να δικαιολογείται το σύστημα καθορισμού στη Γαλλία των τιμών των βιομηχανοποιημένων καπνών.
55. Επιπλέον, δεν μπορεί καν να γίνει δεκτό ότι η επίμαχη κανονιστική ρύθμιση έχει γενικό χαρακτήρα για τον οικείο τομέα, εφόσον επιτρέπει τον ελεύθερο καθορισμό των τιμών των νέων προϊόντων που διατίθενται στο εμπόριο.
56. Υπ' αυτές τις συνθήκες, και όπως ήδη έκρινε το Δικαστήριο με την απόφαση της 21ης Ιουνίου 1983 - "η εξουσία που έχει επιφυλαχθεί στην κυβέρνηση με τη νομοθεσία περί καθορισμού των τιμών του βιομηχανοποιημένου καπνού είναι ασυμβίβαστη προς το κοινοτικό δίκαιο στο βαθμό που η εξουσία αυτή επιτρέπει, με την τροποποίηση της τιμής πωλήσεως που προσδιορίζει ο καπνοβιομήχανος ή ο εισαγωγέας, να θίγονται οι σχέσεις ανταγωνισμού μεταξύ του εισαγόμενου καπνού και αυτού που εμπορεύεται το κρατικό μονοπώλιο" (σκέψη 26).
57. 'Οπως δέχτηκε το Δικαστήριο με μια άλλη ευκαιρία, πάντοτε όμως στον τομέα της καταργήσεως των εμποδίων στο ενδοκοινοτικό εμπόριο (7), πρέπει κάθε κράτος μέλος να εκτελεί τις οδηγίες κατά τρόπο που να ικανοποιεί τις απαιτήσεις σαφήνειας και βεβαιότητας των νομικών καταστάσεων, προς το συμφέρον των παραγωγών που είναι εγκατεστημένοι σε άλλα κράτη μέλη η ανακοίνωση της 24ης Ιανουαρίου 1985, όπως είδαμε, δεν μπορεί να ανταποκρίνεται σ' αυτές τις απαιτήσεις.
2. Παράβαση του άρθρου 30 της Συνθήκης
58. Η Επιτροπή θεωρεί ότι το γαλλικό σύστημα ελέγχου των τιμών των βιομηχανοποιημένων καπνών είναι ασυμβίβαστο προς το άρθρο 30 της Συνθήκης, στο μέτρο που δεν ευνοεί τη διάθεση των εισαγόμενων προϊόντων, λαμβάνοντας υπόψη μόνο την κατάσταση της γαλλικής αγοράς, πράγμα που δεν επιτρέπει στους παραγωγούς των άλλων κρατών μελών να μετακυλίσουν την αύξηση του κόστους παραγωγής επί των τιμών τους εισαγωγής στη Γαλλία.
59. Η Επιτροπή υπενθυμίζει σχετικώς τη νομολογία Dassonville (8), κατά την οποία συνιστά μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικό περιορισμό, απαγορευόμενο από το άρθρο 30, οποιοδήποτε μέτρο μπορεί να εμποδίσει άμεσα ή έμμεσα, πραγματικά ή δυνάμει, τις εισαγωγές μεταξύ κρατών μελών.
60. Και το Δικαστήριο ήδη έκρινε ότι, ακόμα και η εθνική κανονιστική ρύθμιση των τιμών που έχει εφαρμογή αδιακρίτως στα εγχώρια και στα εισαγόμενα προϊόντα μπορεί, σε ορισμένες περιστάσεις, να συνιστά εμπόδιο στις εισαγωγές, ιδίως λόγω του καθορισμού από εθνική αρχή της τιμής ή των περιθωρίων κέρδους σε τέτοιο επίπεδο, ώστε τα εισαγόμενα προϊόντα να βρίσκονται σε δυσμενέστερη θέση σε σχέση με τα ομοειδή εγχώρια προϊόντα, είτε διότι εμποδίζει την πώλησή τους υπό συνθήκες αποδοτικές είτε διότι το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα που προκύπτει από την κατώτερη τιμή κόστους εξουδετερώνεται (9). Υπ' αυτές τις συνθήκες, η πώληση εισαγομένων προϊόντων μπορεί έτσι να αποβεί είτε αδύνατη, είτε δυσκολότερη από την πώληση των εγχωρίων προϊόντων (10).
61. Στην προκειμένη περίπτωση η Επιτροπή αποδεικνύει επαρκώς, κατά τη γνώμη μου, αυτή την κατάσταση.
62. Πράγματι, εκτός του ότι ανέφερε περιπτώσεις απορρίψεως αιτήσεων αυξήσεως των τιμών που υπέβαλαν οι εισαγωγείς, η Επιτροπή προσκόμισε στατιστική από την οποία προκύπτει ότι, λαμβανομένης υπόψη της σχετικής εξελίξεως του γαλλικού φράγκου και του ολλανδικού φιορινιού,
α) μεταξύ 1980 και 1987, οι τιμές χονδρικής πωλήσεως σιγαρέττων Marlboro στη Γαλλία (εκφραζόμενες σε φιορίνια) αυξήθηκαν κατά 20 %, ενώ το κόστος παραγωγής στις Κάτω Χώρες αυξήθηκε κατά 39 %, ήτοι διαφορά επί τοις εκατό κατά 19 μονάδες
β) μεταξύ Φεβρουαρίου 1982 και 30ής Μαρτίου 1987, ενώ οι τιμές χονδρικής πωλήσεως παρέμειναν σχεδόν σταθερές (μείον 1 %), το κόστος παραγωγής αυξήθηκε κατά 16 %
γ) για δυο άλλες μάρκες σιγαρέττων, από τις οποίες η μία εισαγόμενη (Rothmans King Size) και η άλλη παρασκευαζόμενη από το γαλλικό μονοπώλιο καπνού (Pall Mall), πωλούμενες και οι δύο στην ίδια ΤΛΠ, ο εγχώριος παραγωγός εισέπραξε το Μάρτιο 1987 125 % της τιμής χονδρικής πωλήσεως του Φεβρουαρίου 1982, ενώ ο Ολλανδός παραγωγός δεν εισέπραξε, κατά την ίδια ημερομηνία, πλέον του 99 % της τιμής χονδρικής πωλήσεως του Φεβρουαρίου 1982.
63. Εντούτοις, οι τιμές χονδρικής πωλήσεως σε γαλλικά φράγκα δεν ακολούθησαν την εξέλιξη των ΤΛΠ, εφόσον διαπιστώνεται, μεταξύ του 1982 και 1987, καθυστέρηση 10 μονάδων επί τοις εκατό παρά την προσπάθεια καλύψεως που έγινε από το 1985.
64. Η γαλλική κυβέρνηση αντιπαραθέτει σ' αυτούς τους αριθμούς άλλους αριθμούς κάπως διαφορετικούς, διατυπώνοντας συγχρόνως επιφυλάξεις ως προς τον αντιπροσωπευτικό τους χαρακτήρα.
65. Δεν νομίζω, όμως, ότι αυτά τα επιχειρήματα ήταν αρκετά για να αμφισβητηθεί το διαστρεβλωτικό αποτέλεσμα που το γαλλικό σύστημα καθορισμού των τιμών των καπνών συνεπάγεται επί του διεθνούς εμπορίου. Επιπλέον, η πηγή των προσκομισθέντων από τους δύο διαδίκους πινάκων είναι η ίδια - η κεντρική στατιστική υπηρεσία των Κάτω Χωρών - και η Ολλανδική Κυβέρνηση που είναι υπεύθυνη γι' αυτή τη στατιστική ρητώς εδήλωσε, παρεμβαίνουσα στην υπόθεση, ότι επιβεβαίωνε τα στοιχεία που προσκόμισε η Επιτροπή με τους ισχυρισμούς της, περιλαμβανομένων των αριθμητικών στοιχείων.
66. Εξάλλου, η διεξαχθείσα μεταξύ Επιτροπής και γαλλικής κυβερνήσεως συζήτηση ως προς την εξέλιξη των εισαγωγών βιομηχανοποιημένων καπνών, στη Γαλλία, είναι ελάχιστα καθοριστική. Δεν χωρεί αμφιβολία ότι το εφαρμοζόμενο σ' αυτή τη χώρα σύστημα καθορισμού των τιμών συνεπάγεται περιορισμό της εμπορικής ελευθερίας των αλλοδαπών επιχειρηματιών οι οποίοι, ενώπιον της εξελίξεως των διαφόρων νομισμάτων και ενώπιον της αρνήσεως εγκρίσεως των προτεινομένων τιμών, μπορούσαν να βρεθούν στην ανάγκη να μειώσουν τα περιθώριά τους ή να παραιτηθούν από την πώληση, χωρίς να μπορούν να επιλέξουν τη μετακύλιση της αυξήσεως της τιμής κόστους τους σε υψηλότερες τιμές λιανικής πωλήσεως.
67. 'Αλλωστε, η ύπαρξη απλώς δυνητικού εμποδίου στο εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών μπορεί να αρκεί στο να συμπεράνει κανείς την ύπαρξη μέτρου ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικό περιορισμό, απαγορευόμενο από το άρθρο 30. Εν πάση περιπτώσει, το Δικαστήριο ήδη τόνισε (11) ότι, "το άρθρο 30 της Συνθήκης δεν διακρίνει μεταξύ των μέτρων που μπορούν να χαρακτηριστούν ως μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικό περιορισμό αναλόγως του βαθμού κατά τον οποίο επηρεάζουν το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών. 'Οταν ένα εθνικό μέτρο μπορεί να εμποδίσει τις εισαγωγές, πρέπει να χαρακτηρίζεται μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικό περιορισμό, έστω και αν το εμπόδιο είναι μικρό ή αν υπάρχουν και άλλες δυνατότητες διαθέσεως των εισαγομένων προϊόντων".
68. Και, εν πάση περιπτώσει, οι προβληθέντες αριθμοί επιβεβαιούν ότι, όπως έκρινε το Δικαστήριο με την απόφαση της 21ης Ιουνίου 1983 ( Επιτροπή κατά Γαλλίας, σκέψη 27), η άσκηση της εξουσίας που έχει επιφυλαχθεί στην κυβέρνηση με τη γαλλική νομοθεσία περί καθορισμού των τιμών του επεξεργασμένου καπνού είναι "αντίθετη στο άρθρο 30 της Συνθήκης εφόσον παρέχει τη δυνατότητα στη δημόσια αρχή να περιορίζει, με παρέμβαση που συνίσταται σε επιλογή των τιμών του καπνού, την ελευθερία εισαγωγής καπνού καταγωγής άλλων κρατών μελών".
69. Τα αποτελέσματα ενός τέτοιου συστήματος επιτείνονται επιπλέον με την ύπαρξη ειδικών σχέσεων μεταξύ του γαλλικού κράτους και του μοναδικού γάλλου παραγωγού καπνών, τη SΕΙΤΑ, δημόσια επιχείρηση, της οποίας είναι πασίδηλο ότι μπόρεσε να υποστεί επί πολλά έτη ζημίες οφειλόμενες, τουλάχιστον εν μέρει, στην ανεπάρκεια των καθοριζόμενων τιμών.
3. Παράβαση του άρθρου 171 της Συνθήκης
70. Τα συμπεράσματα που ανέφερα ως προς τις προηγούμενες αιτιάσεις μου επιτρέπουν να καταλήξω επίσης στο συμπέρασμα ότι η τελευταία αυτή αιτίαση είναι βάσιμη.
71. Πράγματι, το βάσιμο των δύο πρώτων αιτιάσεων σημαίνει ότι η Γαλλική Δημοκρατία δεν μετέφερε στην εσωτερική έννομη τάξη, μετά την απόφαση του Δικαστηρίου της 21ης Ιουνίου 1983 και σε εκτέλεση αυτής, τις αναγκαίες τροποποιήσεις για να συμμορφωθεί, στο θέμα του καθορισμού των τιμών των βιομηχανοποιημένων καπνών, προς τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το άρθρο 5 της οδηγίας 72/464/ΕΟΚ και από το άρθρο 30 της Συνθήκης.
72. Η δημοσίευση της ανακοίνωσης της 24ης Ιανουαρίου 1985 δεν έθεσε τέρμα στην παράβαση, εφόσον η διατύπωσή της επέτρεψε στη Γαλλική Δημοκρατία να την εφαρμόσει κατά τρόπο αντίθετο προς τις αναφερθείσες διατάξεις του κοινοτικού δικαίου.
73. Ούτε οι επιτραπείσες εν τω μεταξύ αυξήσεις τιμών από τις γαλλικές αρχές (εξάλλου ανεπαρκείς για να καλύψουν τις σωρευθείσες καθυστερήσεις) ούτε η αναγγελία πλήρους ελευθερώσεως για το 1989, παρόλον ότι αναμφισβήτητα είναι θετικές από την άποψη των σκοπών του κοινοτικού δικαίου, μπορούν να θέσουν αμέσως τέρμα στην παράβαση, εφόσον δεν τροποποιούν αυτό καθαυτό το σύστημα της διοικητικής παρεμβάσεως στον καθορισμό των τιμών. Οι αποφάσεις των γαλλικών αρχών επιτρέπουν απλώς την πρόβλεψη καλύψεως της καθυστερήσεως που επήλθε στη μεταφορά της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο εντούτοις, οι τασσόμενες στην οδηγία προθεσμίες δεν είναι στη διάκριση των κρατών μελών.
4. Συμπέρασμα
74. Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, προτείνω εν συμπεράσματι στο Δικαστήριο να κρίνει ότι η προσφυγή της Επιτροπής είναι βάσιμη και να αναγνωρίσει, κατά συνέπεια, την παράβαση της Γαλλικής Δημοκρατίας, καταδικάζοντάς την επίσης στα δικαστικά έξοδα, συμπεριλαμβανομένων των εξόδων στα οποία υποβλήθηκε η παρεμβαίνουσα εφόσον αυτή, αν και δεν διατύπωσε ρητώς αυτό το αίτημα, απέβλεπε, με την παρέμβασή της στην υπόθεση, "στην υποστήριξη των αιτημάτων της Επιτροπής" η οποία από την πλευρά της ζήτησε να καταδικαστεί η Γαλλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα (12).
(*) Μετάφραση από τα πορτογαλικά.
(1) ΕΕ ειδ. έκδ. 09/001, σ. 35.
(2) Επιτροπή κατά Γαλλικής Δημοκρατίας, Συλλογή 1983, σ. 2011, ιδίως σ. 2032.
(3) Επίσημη Εφημερίδα της Γαλλικής Δημοκρατίας της 25.5.1976, σ. 3083.
(4) Επίσημη Εφημερίδα της Γαλλικής Δημοκρατίας της 7.1.1977, σ. 189.
(5) Επίσημη Εφημερίδα της 24.1.1985, σ. 1026.
(6) Υπόθεση 13/77, Rec. 1977, σ. 2115, ιδίως σ. 2150, σκέψη 64.
(7) Απόφαση της 6ης Μαΐου 1980 στην υπόθεση 102/79, Επιτροπή κατά Βελγίου, Rec. 1980, σ. 1473, ιδίως σ. 1486, σκέψη 11.
(8) Απόφαση της 11ης Ιουλίου 1974 στην υπόθεση 8/74, Dassonville, Rec. 1974, σ. 837, ιδίως σ. 852, σκέψη 5.
(9) Απόφαση της 24ης Ιανουαρίου 1978 στην υπόθεση 82/77, Van Tiggele, Rec. 1978, σ. 25, ιδίως σσ. 39-40, σκέψεις 10 έως 21 απόφαση της 7ης Ιουνίου 1983 στην υπόθεση 78/82, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Rec. 1983, σ. 1955, ιδίως σ. 1969, σκέψη 16.
(10) Απόφαση της 26ης Φεβρουαρίου 1976 στην υπόθεση 65/75, Tasca, Rec. 1976, σ. 291, ιδίως σ. 309, σκέψεις 12 έως 14.
(11) Απόφαση της 5ης Απριλίου στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 177 και 178/82 Van de Haar και Kaveka de Meern, Συλλογή 1984, σ. 1797, ειδικώς στη σ. 1812, σκέψη 13.
(12) Βλέπε κατ' αυτήν την έννοια την απόφαση της 6ης Μαρτίου 1979 στην υπόθεση 92/78, Simmenthal κατά Επιτροπής, Rec. 1979, σ. 777, ιδίως σσ. 783 και 813. Βλέπε προφανώς κατ' αντίθετη έννοια, την απόφαση της 2ας Φεβρουαρίου 1988 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 67, 68 και 70/85, Van der Kooy κατά Επιτροπής, Συλλογή 1988, σ. 219.
Full & Egal Universal Law Academy