Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε Πρόεδρε,
Kύριοι δικαστές,
1. Η υπόθεση στην οποία αφορούν οι παρούσες προτάσεις αποτελεί μία από τις οκτώ προσφυγές ακυρώσεως τις οποίες άσκησαν Iάπωνες παραγωγοί μηχανημάτων φωτοαντιγραφής που χρησιμοποιούν συνηθισμένο χαρτί (στο εξής: ΡΡC) κατά του κανονισμού (ΕΟΚ) 535/87 του Συμβουλίου, της 23ης Φεβρουαρίου 1987, για την επιβολή οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές συσκευών φωτοαντιγραφής που χρησιμοποιούν συνηθισμένο χαρτί, καταγωγής Ιαπωνίας (1) (στο εξής: οριστικός κανονισμός ή προσβαλλόμενος κανονισμός).
2. Εξάλλου, το Δικαστήριο, με τις αποφάσεις του της 14ης Μαρτίου 1990, C-150/87, Nashua κατά Επιτροπής και Συμβουλίου, (Συλλογή 1990, σ. Ι-719), και C-156/87, Gestetner κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (Συλλογή 1990, σ. Ι-781), απέρριψε δύο προσφυγές ακυρώσεως που είχαν ασκηθεί κατά του ίδιου κανονισμού από μη ιαπωνικές εταιρίες οι οποίες, χωρίς να είναι οι ίδιες παραγωγοί ΡΡC, προμηθεύουν υπό το δικό τους εμπορικό σήμα ΡΡC που έχουν κατασκευαστεί από άλλους. Το Δικαστήριο γνωρίζει, επομένως, τα πραγματικά περιστατικά καθώς και το κανονιστικό πλαίσιο της υποθέσεως έτσι ώστε δεν έχω πλέον ανάγκη να επανέλθω επ' αυτών παρά στο μέτρο που είναι αναγκαίο για την κατανόηση της συλλογιστικής μου. Ως προς τους ισχυρισμούς και τα επιχειρήματα που προέβαλε στην υπό κρίση υπόθεση η προσφεύγουσα, Canon Inc. (στο εξής: Canon), θα προβώ στην εξέτασή τους σύμφωνα με τη σειρά που αναφέρθηκαν στην έκθεση ακροατηρίου.
Α - Επί του καθορισμού της κανονικής αξίας
3. Η Canon αμφισβητεί τον τρόπο καθορισμού της κανονικής αξίας από δύο διαφορετικές απόψεις, που κοινό τους σημείο είναι ότι ξεκινούν από τη σύγκριση των μεθόδων που ακολουθεί το Συμβούλιο, καθού, όσον αφορά, αφενός, τον υπολογισμό της κανονικής αξίας βάσει του κεφαλαίου Β, και ιδίως του άρθρου 2, παράγραφοι 3, 4 και 7, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2176/84 του Συμβουλίου, της 23ης Ιουλίου 1984, για την άμυνα κατά των εξαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ ή επιδοτήσεων εκ μέρους χωρών μη μελών της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας (2) (στο εξής: βασικός κανονισμός), και, αφετέρου, τον υπολογισμό της τιμής εξαγωγής βάσει του άρθρου 2, παράγραφος 8, του ιδίου κανονισμού. Δεδομένου, εξάλλου, ότι ένας άλλος ισχυρισμός της Canon αφορά τις προσαρμογές που πραγματοποίησε ή έπρεπε να πραγματοποιήσει το Συμβούλιο δυνάμει του ιδίου άρθρου 2, παράγραφοι 9 και 10 "για την πραγματοποίηση δίκαιης συγκρίσεως" μεταξύ τιμής εξαγωγής και κανονικής αξίας, θεωρώ χρήσιμο να υπομνήσω, προκαταρκτικά, ότι, όπως προκύπτει απ' τη νομολογία του Δικαστηρίου (3), οι εν λόγω διάφορες διατάξεις προβλέπουν
"τρεις σειρές διακεκριμένων κανόνων, η κάθε μια από τις οποίες πρέπει να τηρηθεί χωριστά" (4)
και, ειδικότερα,
"το δίκαιον της συγκρίσεως που προβλέπεται στο άρθρο 2, παράγραφος 9, δεν προϋποθέτει υπολογισμό της κανονικής αξίας και της τιμής εξαγωγής με όμοιες μεθόδους" (5).
4. Τέλος, όπως προκύπτει από τις αποφάσεις της 7ης Μαΐου 1987, καλούμενες "ένσφαιροι τριβείς ρουλεμάν" (βλέπε ιδίως την απόφαση 255/84, Nachi Fujikoshi κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1987, σ. 1861, σκέψεις 17 και 32), αφενός, σκοπός του άρθρου 2, παράγραφος 9, είναι να καθορίσει τις προσαρμογές που μπορούν να γίνουν στην κανονική αξία και στην τιμή εξαγωγής μετά τον υπολογισμό τους κατά τις μεθόδους που προβλέπονται για τον σκοπό αυτό, και, αφετέρου, ότι οι προσαρμογές που πραγματοποιούνται βάσει του άρθρου 2, παράγραφος 10, στοιχείο γ, και οι οποίες διακρίνονται τόσο λόγω του στόχου όσο και των όρων εφαρμογής τους από προσαρμογές που πραγματοποιούνται ενδεχομένως βάσει των άρθρων 2, παράγραφος 3, στοιχείο β, σημείο ii, ή 2, παράγραφος 8, στοιχείο β, γίνονται βάσει αντικειμενικών στοιχείων, που ανταποκρίνονται στις ιδιομορφίες κάθε αγοράς, αντανακλώνται με άνισο τρόπο στους όρους πωλήσεως και επηρεάζουν, κατά συνέπεια, τη δυνατότητα συγκρίσεως των τιμών.
5. 1. Η Canon ισχυρίζεται ότι τα θεσμικά όργανα, καθορίζοντας την κανονική αξία σε στάδιο εμπορίας που δεν μπορεί να συγκριθεί με αυτό που λαμβάνεται υπόψη για την κατασκευή της τιμής εξαγωγής, παρέβησαν το άρθρο 2, παράγραφος 3, του βασικού κανονισμού.
6. Υπενθυμίζω ότι, κατά την εν λόγω διάταξη, ως κανονική αξία νοείται είτε:
"η συγκρίσιμη τιμή, η πράγματι πληρωθείσα ή πληρωτέα κατά τις συνήθεις εμπορικές πράξεις για το ομοειδές προϊόν που προορίζεται για κατανάλωση στη χώρα εξαγωγής ή καταγωγής" (υπό στοιχείο α),
είτε η συγκρίσιμη τιμή του ομοειδούς προϊόντος όταν εξάγεται προς μία τρίτη χώρα ή η κατασκευασμένη αξία,
"όταν καμία πώληση του ομοειδούς προϊόντος δεν έχει πραγματοποιηθεί επί συνήθως εμπορικών πράξεων στην εσωτερική αγορά της χώρας εξαγωγής ή καταγωγής ή όταν τέτοιες πωλήσεις δεν επιτρέπουν δίκαιη σύγκριση" (στοιχείο β).
7. Για την περίπτωση που με τον εν λόγω πρώτο ισχυρισμό η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι το Συμβούλιο βασίστηκε, για την κατασκευή της τιμής εξαγωγής στις σχέσεις μεταξύ Canon και των ευρωπαϊκών θυγατρικών της εταιριών, ενώ δεν καθόρισε την κανονική τιμή σε συνάρτηση με τις συναλλαγές μεταξύ Canon και της ιαπωνικής θυγατρικής της εταιρίας πωλήσεων, της Canon Sales Company (στο εξής: CSC), πρέπει, καταρχάς, να τονιστεί ότι το Συμβούλιο, στην πραγματικότητα, δεν στηρίχτηκε στις σχέσεις μεταξύ της Canon και των ευρωπαϊκών θυγατρικών της εταιριών για να καθορίσει την τιμή εξαγωγής. 'Οπως σαφώς προκύπτει από τη 15η αιτιολογική σκέψη του προσβαλλομένου κανονισμού, το Συμβούλιο έλαβε υπόψη τις σχέσεις της Canon με τις ευρωπαϊκές θυγατρικές της εταιρίες αποκλειστικά για να διαπιστώσει ότι η τιμή μεταξύ του εξαγωγέα στην Ιαπωνία και της θυγατρικής του εταιρίας εντός της Κοινότητας αποτελεί τιμή μεταβίβασης πολύ λίγο αξιόπιστη και ότι, επομένως, αποφασίστηκε να κατασκευαστεί η τιμή εξαγωγής
"βάσει της τιμής στην οποία πωλήθηκε για πρώτη φορά το προϊόν σε ανεξάρτητο αγοραστή",
προβαίνοντας συγχρόνως στις προσαρμογές που προβλέπει το άρθρο 2, παράγραφος 8, στοιχείο β, του βασικού κανονισμού. Το Συμβούλιο κατασκεύασε, επομένως, την τιμή εξαγωγής βάσει της τιμής πωλήσεως των ευρωπαϊκών θυγατρικών της Canon εντός της κοινοτικής αγοράς, ακριβώς όπως καθόρισε την ονομαστική αξία βάσει των πωλήσεων της ιαπωνικής θυγατρικής της Canon εντός της ιαπωνικής αγοράς.
8. Τέλος, στο μέτρο που, με τον πρώτο αυτό ισχυρισμό, η προσφεύγουσα διατείνεται ότι το Συμβούλιο, ενεργώντας μ' αυτόν τον τρόπο, χρησιμοποίησε, για τον καθορισμό της κανονικής αξίας, μη "συγκρίσιμες" πωλήσεις ή πωλήσεις που δεν επιτρέπουν "δίκαιη σύγκριση", όπως απαιτεί το άρθρο 2, παράγραφος 3, στοιχεία α και β, του βασικού κανονισμού, και ότι, υπ' αυτές τις συνθήκες, όφειλε να κατασκευάσει την κανονική τιμή βάσει του στοιχείου β, αντί να χρησιμοποιήσει τις τιμές που χρέωσε η CSC βάσει του στοιχείου α, διαπιστώνεται ότι το Δικαστήριο ήδη απέρριψε παρόμοια επιχειρηματολογία με την απόφασή του της 5ης Οκτωβρίου 1988, Canon κατά Συμβουλίου, που προαναφέρθηκε. Το Δικαστήριο τόνισε, ιδιαίτερα, μ' αυτή την απόφαση ότι, για τον καθορισμό της κανονικής αξίας, το στοιχείο α του άρθρου 2, παράγραφος 3, πρέπει να χρησιμοποιείται κατά προτεραιότητα, δεδομένου ότι οι προβλεπόμενες στο στοιχείο β άλλες λύσεις προβλέπονται επικουρικώς (σκέψη 11). Το Δικαστήριο προσέθεσε περαιτέρω ότι
"ο όρος της δυνατότητας συγκρίσεως των τιμών, που προβλέπεται στο άρθρο 2, παράγραφος 3, στοιχείο α, πληρούται, εφόσον τόσο η κανονική αξία όσο και η τιμή εξαγωγής υπολογίζονται με βάση την πρώτη πώληση προς ανεξάρτητο αγοραστή",
και ότι
"τα στοιχεία αυτά πρέπει να συγκρίνονται όπως έχουν υπολογιστεί, εκτός εάν πραγματοποιηθούν οι προσαρμογές ή οι αφαιρέσεις που προβλέπονται ρητώς στις παραγράφους 9 και 10 του προαναφερθέντος άρθρου 2" (σκέψη 19).
9. Και, όπως μόλις ανέφερα, στην προκειμένη περίπτωση, τόσο η κανονική αξία όσο και η τιμή εξαγωγής καθορίστηκαν πράγματι και οι δύο με βάση την πρώτη πώληση προς ανεξάρτητο αγοραστή. Απ' αυτό προκύπτει ότι το επιχείρημα της προσφεύγουσας, κατά το οποίο η καθορισθείσα μ' αυτόν τον τρόπο κανονική αξία περιελάμβανε ορισμένα είδη εξόδων, στα οποία υποβλήθηκε η CSC, και τα οποία αποκλείστηκαν κατά την κατασκευή της τιμής εξαγωγής για να ληφθεί υπόψη η παρέμβαση των ευρωπαϊκών θυγατρικών εταιριών της Canon στις πωλήσεις εντός της κοινοτικής αγοράς, εντάσσεται λογικά στον ισχυρισμό που αφορά τη σύγκριση μεταξύ των δύο αυτών όρων, όπως η εν λόγω σύγκριση ρυθμίζεται με το άρθρο 2, παράγραφοι 9 και 10, και επί του οποίου ισχυρισμού θα επανέλθω πιο κάτω.
10. Στο πλαίσιο του άρθρου 2, παράγραφος 3, το ότι τα εν λόγω έξοδα περιελήφθησαν στην κανονική αξία δεν μπορεί να δώσει λαβή σε επικρίσεις παρά μόνο εάν το Συμβούλιο κακώς καθόρισε την κανονική αξία βάσει των τιμών που εφάρμοζε η CSC στους ανεξάρτητους αγοραστές εντός της ιαπωνικής αγοράς.
11. Το Δικαστήριο, με την προαναφερθείσα απόφασή του της 5ης Οκτωβρίου 1988, έκρινε, ωστόσο, ρητώς ότι οι τιμές που πληρώθηκαν από τον πρώτο ανεξάρτητο αγοραστή του προϊόντος μπορούν δικαίως να θεωρηθούν ως οι πράγματι πληρωθείσες τιμές για το προϊόν στη χώρα εξαγωγής ή καταγωγής του κατά τις συνήθεις εμπορικές πράξεις και, επομένως, μπορούν δικαίως να χρησιμοποιηθούν βάσει του άρθρου 2, παράγραφος 3, στοιχείο α, για τον καθορισμό της κανονικής αξίας (βλ. τη σκέψη 12).
12. Επιπλέον, το Δικαστήριο, με την απόφασή του της ίδιας ημέρας, 273/85 και 107/86, Silver Seiko κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1988, σ. 5927), δέχθηκε ότι
"η κατανομή των δραστηριοτήτων παραγωγής και πωλήσεως στο εσωτερικό ενός ομίλου απαρτιζόμενου από νομικώς διακρινόμενες εταιρίες δεν αναιρεί καθόλου το γεγονός ότι πρόκειται για μια ενιαία οικονομική οντότητα που ασκεί κατ' αυτόν τον τρόπο δραστηριότητες οι οποίες, σε άλλες περιπτώσεις, ασκούνται από μία οντότητα ενιαία και από νομικής απόψεως" (σκέψη 13).
Το Δικαστήριο, κατόπιν αυτών των παρατηρήσεων, κατέληξε στο ότι:
"πρέπει να θεωρηθεί ότι με τη λήψη υπόψη των τιμών του συνδεδεμένου διανομέα αποτρέπεται το ενδεχόμενο το κόστος, το οποίο προφανώς περιλαμβάνεται στην τιμή πωλήσεως ενός προϊόντος όταν η πώληση αυτή πραγματοποιείται από τμήμα πωλήσεων ενταγμένο στην εσωτερική οργάνωση του παραγωγού, να μην περιληφθεί όταν η ίδια δραστηριότητα πωλήσεως του προϊόντος ασκείται από εταιρία νομικώς διακρινόμενη, καίτοι οικονομικώς ελεγχόμενη από τον παραγωγό" (σκέψη 14).
13. Το Δικαστήριο, με μια άλλη απόφαση της ίδιας ημέρας, Tokyo Electric κατά Συμβουλίου, που προαναφέρθηκε, διατύπωσε, στο πλαίσιο της συμπεριλήψεως των εξόδων πωλήσεως στην κατασκευαζόμενη κανονική αξία, την ίδια ιδέα με τον ακόλουθο τρόπο:
"(...) διάκριση θα υπήρχε αν ορισμένα έξοδα τα οποία αναγκαστικά περιέχονται στην τιμή πωλήσεως ενός προϊόντος, όταν η πώληση αυτή πραγματοποιείται από τμήμα πωλήσεων ενσωματωμένο στην οργάνωση του παραγωγού, δεν περιλαμβάνονταν στην τιμή όταν το προϊόν αυτό διανέμεται από εταιρία νομικώς διακρινόμενη, καίτοι οικονομικώς ελεγχόμενη από τον παραγωγό" (σκέψη 29).
14. 'Ομως, η CSC είναι, όπως η ίδια η προσφεύγουσα αναφέρει,
"διανομέας που εκτελεί καθήκοντα ανάλογα με αυτά των Ευρωπαίων διανομέων της Canon" (σημείο 25 της προσφυγής),
και αυτό υπό τον οικονομικό έλεγχο της Canon, που κατέχει την πλειοψηφία των μετοχών. Ασκεί, επομένως, καθήκοντα που ανήκουν κανονικά σε τμήμα πωλήσεων ενταγμένο στην εσωτερική οργάνωση του παραγωγού. Το Δικαστήριο προέβη σ' αυτή τη διαπίστωση με τη σκέψη 39 της αποφάσεως της 5ης Οκτωβρίου 1988, Canon κατά Συμβουλίου, που προαναφέρθηκε, σε υπόθεση που αφορούσε κανονισμό ο οποίος επέβαλε δασμό αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές ηλεκτρονικών γραφομηχανών, επομένως, προϊόντων διαφορετικών από αυτά στα οποία αφορά η υπό κρίση υπόθεση. Η τελευταία αυτή διαπίστωση αρκεί για να ανασκευάσει το επιχείρημα που αντλεί η προσφεύγουσα από το πραγματικό περιστατικό ότι η CSC χρησιμοποιείται ως τμήμα πωλήσεων και για άλλα προϊόντα εκτός των ΡΡC, καθώς και άλλων προμηθευτών εκτός της Canon. Θα επιθυμούσα να υπενθυμίσω, εξάλλου, ότι το Δικαστήριο, με την απόφαση Tokyo Electric κατά Συμβουλίου, που προαναφέρθηκε, σκέψη 33, καθώς και με την απόφαση της ίδιας ημέρας, 301/85, Sharp Corporation κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1988, σ. 5813, σκέψη 13), ρητώς δέχθηκε ότι τα κοινοτικά όργανα μπορούν να λαμβάνουν υπόψη, κατά την κατασκευή της κανονικής αξίας, έξοδα των θυγατρικών εταιριών πωλήσεων σχετικά με άλλα προϊόντα από αυτά που αποτελούν το αντικείμενο της έρευνας αντιντάμπινγκ.
15. Υπ' αυτές τις συνθήκες επιβάλλεται το συμπέρασμα ότι το Συμβούλιο δικαίως δέχθηκε τις τιμές που χρέωνε η CSC για τις πραγματοποιούμενες στην ιαπωνική αγορά πωλήσεις ΡΡC ως συνιστώσες την κανονική αξία κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 3, στοιχείο α, του βασικού κανονισμού και, επομένως, αποφάσισε να μην αποκλείσει από την κανονική αξία τα έξοδα πωλήσεως, τα διοικητικά και άλλα σχετικά γενικά έξοδα ((στο εξής: έξοδα VAG (ΠΔΓ)).
16. Προσθέτω ότι το συμπέρασμα ότι οι εν λόγω τιμές δικαίως μπόρεσαν, επομένως, να θεωρηθούν ως πραγματοποιηθείσες "κατά τις συνήθεις εμπορικές πράξεις" με απαλλάσσει από την υποχρέωση να λάβω θέση έναντι των παρατηρήσεων των διαδίκων σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου 2, παράγραφος 7, του βασικού κανονισμού και τις συνέπειες που η ενδεχόμενη εφαρμογή της εν λόγω διατάξεως θα είχε επί της επιλογής μεταξύ του στοιχείου α της παραγράφου 3 του άρθρου 2 ή του στοιχείου β της ίδιας παραγράφου.
17. 2. Οι περισσότερες από τις προηγούμενες σκέψεις ισχύουν όχι μόνο για τον καθορισμό της κανονικής αξίας βάσει του άρθρου 2, παράγραφος 3, στοιχείο α, αλλά και για την κατασκευή της βάσει της ίδιας διατάξεως, στοιχείο β, σημείο ii. Αυτό συμβαίνει και με την ανεξαρτησία των μεθόδων που επιτρέπουν τον υπολογισμό αντιστοίχως της κανονικής αξίας και της τιμής εξαγωγής, καθώς και με τη νομιμότητα της συμπεριλήψεως των εξόδων ΠΔΓ της CSC στην κατασκευή της κανονικής αξίας (βλ. σχετικώς την απόφαση Tokyo Electric κατά Συμβουλίου, σκέψη 29 που προαναφέρθηκε). 'Ετσι, το επιχείρημα της προσφεύγουσας ότι το Συμβούλιο κατασκεύασε, για τις πωλήσεις ΟΕΜ της Canon και για τρία μοντέλα που πωλήθηκαν υπό το δικό της εμπορικό σήμα, κανονική αξία που δεν μπορεί να συγκριθεί με την τιμή εξαγωγής διότι η πρώτη, αντιθέτως προς τη δεύτερη, περιελάμβανε τα έξοδα ΠΔΓ της θυγατρικής εταιρίας, τμήματος πωλήσεων της Canon, δεν μπορεί να γίνει δεκτό.
18. 'Οσον αφορά ειδικότερα τα έξοδα διαφημίσεως που αναφέρει ρητώς η προσφεύγουσα και τα οποία, κατά την κατασκευή της τιμής εξαγωγής, αφαιρέθηκαν από την τιμή στην οποία οι ευρωπαϊκές θυγατρικές της Canon μεταπώλησαν τα ΡΡC στον πρώτο ανεξάρτητο αγοραστή εντός της Κοινότητας, προσθέτω ότι, όπως σαφώς προκύπτει από την απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 1988, Canon κατά Συμβουλίου, που προαναφέρθηκε, σκέψη 19, εφόσον η εν λόγω αφαίρεση έγινε ορθώς, καμία νέα προσαρμογή βάσει του άρθρου 2, παράγραφοι 9 και 10, του βασικού κανονισμού δεν είναι πλέον απαραίτητη. 'Οπως, πράγματι, το Δικαστήριο επισήμανε, από το άρθρο 2, παράγραφος 10, στοιχείο γ, προκύπτει ότι καμία προσαρμογή δεν πραγματοποιείται
"για διαφορές σε διοικητικά και γενικά έξοδα, συμπεριλαμβανομένων των εξόδων έρευνας και αναπτύξεως ή διαφήμισης".
Αντιλαμβάνομαι ότι η εν λόγω διάταξη αφορά τις διαφορές ως προς τα έξοδα διαφήμισης ανάλογα με το αν γίνονται στην ιαπωνική ή την κοινοτική αγορά, και όχι το αν τα έξοδα διαφήμισης θα έπρεπε να αφαιρεθούν από την κανονική αξία και/ή την τιμή εξαγωγής. 'Οπως, ωστόσο προκύπτει από τα προεκτεθέντα, το Συμβούλιο μπόρεσε να περιλάβει στην κανονική αξία τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η CSC. Ως προς το αν τα έξοδα διαφήμισης στα οποία υποβλήθηκαν οι ευρωπαϊκές θυγατρικές εταιρίες της Canon αποκλείστηκαν δικαίως από την τιμή εξαγωγής, το ζήτημα αυτό είναι ξένο προς τη συζήτηση για τη νομιμότητα της κατασκευής της κανονικής αξίας και εντάσσεται στο σχετικό με τον καθορισμό της τιμής εξαγωγής ισχυρισμό.
19. 'Οσον αφορά το επιχείρημα της Canon ότι η κανονική αξία των τριών μοντέλων, που επισημαίνονται υπό τα στοιχεία Α, Β και Γ και πωλήθηκαν υπό το δικό της εμπορικό σήμα, τεχνητά εξογκώθηκε με τη χρησιμοποίηση περιθωρίων κέρδους που δεν ήσαν κατάλληλα για τα οικεία προϊόντα, υιοθετώ πλήρως τις παρατηρήσεις του Συμβουλίου. Ιδιαίτερα, θεωρώ ότι το Συμβούλιο δεν υπερέβη τα όρια της εξουσίας εκτιμήσεως που διαθέτει σ' αυτόν τον τομέα
- ούτε όταν έκρινε ότι ορισμένα προϊόντα, ιδίως το μοντέλο Γ, πωλήθηκαν με ζημία "επί αρκετά μακρά περίοδο" και σε "ουσιαστικές ποσότητες", έτσι ώστε είχε το δικαίωμα να θεωρήσει ότι οι εν λόγω πωλήσεις δεν πραγματοποιήθηκαν κατά τις συνήθεις εμπορικές πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 4, του βασικού κανονισμού, και, κατά συνέπεια, να κατασκευάσει κανονική αξία για τα εν λόγω προϊόντα,
- ούτε όταν χρησιμοποίησε ως "λογικό περιθώριο κέρδους", κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 3, στοιχείο β, σημείο ii, για την κατασκευή της εν λόγω κανονικής αξίας, το μέσο κέρδος που υπολογίσθηκε σε σχέση με το σύνολο των πωλήσεων των μοντέλων της Canon που πραγματοποιήθηκαν κατά τις συνήθεις εμπορικές πράξεις.
20. Προστίθεται σ' αυτό ότι θα ήταν εντελώς άδικο να χρησιμοποιηθεί το μέσο κέρδος στην περίπτωση μοντέλων που δεν είχαν πωληθεί με ζημία και να μη χρησιμοποιηθεί στα μοντέλα που πωλήθηκαν με ζημία, δεδομένου μάλιστα ότι ορισμένες πωλήσεις με ζημία περιελήφθησαν στον υπολογισμό του μέσου κέρδους (βλέπε τη δέκατη αιτιολογική σκέψη, τέταρτο εδάφιο, του προσβαλλομένου κανονισμού).
21. Τέλος, το Συμβούλιο ανέφερε, χωρίς να διαψευσθεί, ότι και αν ακόμα ακολουθείτο η προτεινόμενη προσέγγιση το περιθώριο ντάμπινγκ που θα προέκυπτε θα ήταν πολύ λίγο διαφορετικό από το υπολογισθέν για την Canon, που ανέρχεται σε 26,6 %. Λαμβανομένου υπόψη ότι ο δασμός αντιντάμπινγκ προσδιορίστηκε σε επίπεδο κατώτερο από τα οριστικώς καθορισθέντα περιθώρια ντάμπινγκ, δηλαδή 20 % της καθαρής τιμής "ελεύθερο στα κοινοτικά σύνορα", που κρίθηκε επαρκές για την εξάλειψη της προκληθείσας στην κοινοτική βιομηχανία ζημίας, και ότι το εν λόγω ποσοστό των 20 % αποτελεί το ποσοστό που ισχύει για όλους τους εξαγωγείς για τους οποίους διαπιστώθηκε περιθώριο ντάμπινγκ ίσο ή ανώτερο από το εν λόγω ποσοστό (βλέπε την 114η αιτιολογική σκέψη του οριστικού κανονισμού), η εν λόγω ελαχίστη διαφορά ως προς το περιθώριο ντάμπινγκ της Canon, που το Συμβούλιο υπελόγισε σε 0,02 %, δεν θα είχε καμιά επιρροή επί του ποσοστού του δασμού αντιντάμπινγκ, όπως αυτό καθορίστηκε. Η Canon, εν πάση περιπτώσει, δεν μπόρεσε να αποδείξει με ποιο τρόπο θα μπορούσε να δικαιολογήσει τροποποίηση του εν λόγω ποσοστού για τα προϊόντα της.
22. Η ίδια διαπίστωση ισχύει και για το μοντέλο Α για το οποίο το Συμβούλιο δέχθηκε ότι κακώς κατασκευάστηκε κανονική αξία, βάσει της εσφαλμένης σκέψεως ότι δεν πωλήθηκε σε επαρκείς ποσότητες στην ιαπωνική αγορά για να εφαρμοστεί ο κανόνας του 5 % όπως αναφέρεται στην 8η αιτιολογική σκέψη τόσο του προσωρινού όσο και του οριστικού κανονισμού. Η Canon δεν αμφισβήτησε το ότι η εν λόγω πλάνη είχε ελαχίστη επίπτωση επί του περιθωρίου ντάμπινγκ, της τάξεως του 0,3 % και, συγχρόνως, το σημείωσε χωρίς σχόλια, έτσι ώστε συνάγεται το συμπέρασμα ότι δεν αποδεικνύεται ότι η εν λόγω πλάνη απαιτούσε τροποποίηση του ποσοστού του δασμού αντιντάμπινγκ (6).
23. Ως προς το μοντέλο Β, αρκεί η διαπίστωση ότι η Canon δεν αμφισβήτησε τον ισχυρισμό του Συμβουλίου κατά τον οποίο, λόγω των ελαχίστων πωλήσεών του εντός της Κοινότητας, το εν λόγω μοντέλο δεν ελήφθη υπόψη για τον υπολογισμό του περιθωρίου ντάμπινγκ.
24. Ο σχετικός με τον εσφαλμένο καθορισμό της κανονικής αξίας λόγος ακυρώσεως πρέπει, επομένως, να απορριφθεί στο σύνολό του.
Β - Επί του καθορισμού της τιμής εξαγωγής
25. 'Οσον αφορά το σχετικό με τον παράνομο καθορισμό της τιμής εξαγωγής λόγο ακυρώσεως, θα μπορέσω να είμαι εξαιρετικά σύντομος. Το Δικαστήριο, με την απόφασή του της 14ης Μαρτίου 1990, Gestetner κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, που προαναφέρθηκε, έλαβε ήδη θέση σε σχέση με την κατάσταση όπου τα ΡΡC πωλούνται εντός της Κοινότητας μέσω θυγατρικής εταιρίας του παραγωγού, ο οποίος διεκπεραιώνει τις παραγγελίες των ενδιαφερομένων πελατών, τους αποστέλλει τα τιμολόγια και εισπράττει τις αντίστοιχες πληρωμές. Το Δικαστήριο δέχθηκε ότι δικαίως το Συμβούλιο αποφάσισε να εφαρμόσει το άρθρο 2, παράγραφος 8, στοιχείο β, του βασικού κανονισμού και, επομένως, να κατασκευάσει την τιμή εξαγωγής βάσει της τιμής που χρέωνε η θυγατρική εταιρία στους πρώτους ανεξάρτητους πελάτες, αφαιρώντας συγχρόνως απ' αυτήν εύλογο περιθώριο για τα γενικά έξοδα και τα κέρδη.
26. 'Ο,τι ίσχυε στην υπόθεση Gestetner κατά Συμβουλίου και Επιτροπής για τις πωλήσεις στους αγοραστές ΟΕΜ (δηλαδή προμηθευτές ΡΡC που δεν παράγουν οι ίδιοι, αλλά πωλούν υπό το δικό τους εμπορικό σήμα προϊόντα που αγοράζουν από άλλους) ισχύει, στην προκειμένη περίπτωση, όχι μόνο για τις πωλήσεις ΟΕΜ της Canon, αλλά και για τις πωλήσεις της Canon που πραγματοποιούνται μέσω της Canon Europa προς άλλους ανεξάρτητους αγοραστές στην Ιρλανδία, στη Δανία και την Ελλάδα. Πράγματι, για όλες αυτές τις πωλήσεις, η Canon Europa "παρά το γεγονός ότι δεν είναι τυπικά επίσημος εισαγωγέας αναλαμβάνει εντούτοις τα τυπικά καθήκοντα εισαγωγικής θυγατρικής εταιρίας" (βλ. τη 15η αιτιολογική σκέψη, τρίτο εδάφιο, του προσβαλλομένου κανονισμού) και φέρει, έτσι, έξοδα που μειώνουν το πράγματι εισπραττόμενο από τον εξαγωγέα ποσό και πρέπει, κατά συνέπεια, να αφαιρεθούν από την καταβαλλόμενη από τον πρώτο ανεξάρτητο αγοραστή τιμή, όταν αυτή χρησιμοποιείται ως βάση για την κατασκευή της τιμής εξαγωγής.
27. 'Οπως, άλλωστε, προκύπτει από την απόφαση Gestetner κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, που προαναφέρθηκε, το γεγονός ότι τα έξοδα τα οποία μ' αυτόν τον τρόπο φέρει η Canon Europa αφορούν δραστηριότητα πρo της εισαγωγής
δεν αντιτίθεται στην εφαρμογή του άρθρου 2, παράγραφος 8, στοιχείο β. Πράγματι, η εν λόγω διάταξη, παρόλον ότι αναφέρει ρητώς μόνο τις προσαρμογές που είναι αναγκαίες για να ληφθούν υπόψη όλα τα έξοδα που ανακύπτουν μεταξύ εισαγωγής και μεταπώλησης, δεν αποκλείει γι' αυτόν τον λόγο την πραγματοποίηση των απαιτουμένων προσαρμογών όταν, για άλλους λόγους εκτός από τους αναφερόμενους σ' αυτή τη διάταξη, πρέπει να κατασκευαστεί η τιμή εξαγωγής (σκέψη 33 της αποφάσεως).
28. Τέλος, όπως και στην υπόθεση Gestetner κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, δεν αποδείχθηκε, στην προκειμένη περίπτωση, ότι ήσαν υπερβολικές οι αφαιρέσεις που έγιναν για να ληφθούν υπόψη έξοδα και κέρδη που συνδέονται με τον ρόλο της Canon Europa, δηλαδή 5 % στην περίπτωση των OEM και 15 % για τις πωλήσεις προς άλλους ανεξάρτητους πελάτες. Κατά συνέπεια, ο λόγος ακυρώσεως που αφορά τον καθορισμό της τιμής εξαγωγής πρέπει να απορριφθεί.
Γ - Επί της συγκρίσεως
29. Η Canon ισχυρίζεται ότι τα θεσμικά όργανα κακώς υιοθέτησαν στενή ερμηνεία του άρθρου 2, παράγραφος 10, στοιχείο γ, του βασικού κανονισμού, αρνούμενα να προβούν σε προσαρμογές της κανονικής αξίας ώστε να ληφθούν υπόψη όλα τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η CSC, οι διαφορές σταδίου εμπορίας και ορισμένα στοιχεία του κόστους έχοντα άμεση σχέση με τις πωλήσεις, όπως είναι οι εκπτώσεις λόγω αναλήψεως μεταχειρισμένου προς μερική εξόφληση του τιμήματος, τα μεταφορικά έξοδα και τα άμεσα έξοδα στα οποία υποβάλλονται οι πωλητές κατά τις πωλήσεις.
30. 'Οσον αφορά το "στάδιο του εμπορίου", η επιχειρηματολογία της Canon είναι σε πολύ μεγάλο βαθμό ταυτόσημη μ' αυτήν που αναπτύχθηκε στο πλαίσιο του καθορισμού της κανονικής αξίας, που περιελάμβανε, λόγω του ότι καθορίστηκε στο στάδιο εμπορίας της πώλησης από εταιρίες πωλήσεων, έξοδα που δεν περιελήφθησαν στην τιμή εξαγωγής, η οποία αντιστοιχούσε στο στάδιο εμπορίας της πωλήσεως προς τις εταιρίας πωλήσεων. Μπορώ, επομένως, να παραπέμψω στις παρατηρήσεις που διατύπωσα στο πλαίσιο του καθορισμού της κανονικής τιμής.
31. Προσθέτω εδώ ότι το Δικαστήριο, με την απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 1988, Canon κατά Συμβουλίου, που προαναφέρθηκε, ήδη έκρινε ότι,
"σε περιπτώσεις οργανώσεως της παραγωγής και των πωλήσεων κατά το σύστημα που εφαρμόζει η Canon στην ιαπωνική αγορά, ακριβώς η λήψη υπόψη της πρώτης πωλήσεως προς ανεξάρτητο αγοραστή καθιστά δυνατό τον σωστό υπολογισμό της κανονικής αξίας στο στάδιο 'έξοδος από το εργοστάσιο' " (σκέψη 41).
32. Και, σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 9, του βασικού κανονισμού, η τιμή εξαγωγής και η κανονική τιμή πρέπει κατά προτίμηση να συγκρίνονται στο στάδιο "έξοδος από το εργοστάσιο", έτσι ώστε, όταν αυτό συμβαίνει, τα θεσμικά όργανα δεν υποχρεούνται να παραχωρήσουν προσαρμογές λόγω σταδίου εμπορίας (βλέπε κατ' αυτή την έννοια την 30ή σκέψη της αποφάσεως της 5ης Οκτωβρίου 1988, Silver Seiko κατά Συμβουλίου, που προαναφέρθηκε). Επιπλέον, κατά το άρθρο 2, παράγραφος 10, στοιχείο γ, οι διαφορές σταδίου εμπορίας δικαιολογούν προσαρμογή μόνο "εφόσον δεν έχουν ληφθεί διαφορετικά υπόψη".
33. 'Οσον αφορά τα έξοδα της CSC, η Canon προβαίνει σε διάκριση μεταξύ των αιτιάσεων που απευθύνει, αφενός, κατά της γενικής αρνήσεως του Συμβουλίου να προβεί στις αναγκαίες αφαιρέσεις για να καταστούν συγκρίσιμες μεταξύ τους η κανονική αξία και η τιμή εξαγωγής και, αφετέρου, κατά της αρνήσεως πολλών συγκεκριμένων προσαρμογών για λόγους που θεωρεί αβάσιμους (7).
34. Σ' αυτό το πλαίσιο, πρέπει να υπομνηστεί, καταρχάς, ότι, όπως προκύπτει από τις αποφάσεις του Δικαστηρίου της 7ης Μαΐου 1987, τις καλούμενες "έσφαιροι τριβείς" που προαναφέρθηκαν, ο αιτών την προσαρμογή βάσει του άρθρου 2, παράγραφος 10, του βασικού κανονισμού, φέρει το βάρος της αποδείξεως ότι το αίτημά του είναι βάσιμο,
"ότι δηλαδή η διαφορά που επικαλείται αφορά ένα από τους παράγοντες που αναφέρει το άρθρο 2, παράγραφος 9, και ότι η διαφορά αυτή επηρεάζει τη δυνατότητα συγκρίσεως των τιμών, τέλος δε, όταν πρόκειται ειδικότερα, όπως στην προκειμένη περίπτωση, για διαφορές των όρων πωλήσεως, ότι οι διαφορές αυτές σχετίζονται άμεσα με τις
σχετικές πωλήσεις" (8).
Δεν είναι, επομένως αρκετό η Canon να ισχυρίζεται, γενικά, ότι τα θεσμικά όργανα ερμήνευσαν πολύ στενά την έννοια των
"διαφορών που υπάρχουν στους όρους πωλήσεως και έχουν άμεση σχέση με τις συγκεκριμένες πωλήσεις"
περιορίζοντάς τες σ' αυτές
"που αναφέρονται στις υποχρεώσεις που συνεπάγεται μία σύμβαση πωλήσεως, οι οποίες μπορούν να καθορίζονται είτε στην ίδια τη σύμβαση είτε στις γενικές συνθήκες πωλήσεων ((στους γενικούς όρους πωλήσεως)) που εκδίδει ((θέτει)) ο πωλητής" (βλέπε την 26η αιτιολογική σκέψη του προσωρινού κανονισμού που επιβεβαιώθηκε με την 20ή αιτιολογική σκέψη του οριστικού κανονισμού).
Η Canon έπρεπε, αντιθέτως, να αποδείξει κατά περίπτωση, εκτός από το υποστατό των διαφορών που επικαλείται και το ότι οι εν λόγω διαφορές επηρεάζουν τη δυνατότητα συγκρίσεως των τιμών, ότι έχουν άμεση σχέση με τις συγκεκριμένες πωλήσεις.
35. Δεύτερον, όπως προκύπτει από τη 17η και 18η αιτιολογική σκέψη του οριστικού κανονισμού, τα θεσμικά όργανα προέβησαν πράγματι σε προσαρμογές, βάσει του άρθρου 2, παράγραφοι 9 και 10, του βασικού κανονισμού, για να ληφθούν υπόψη διαφορές επηρεάζουσες τη δυνατότητα συγκρίσεως των τιμών, σχετικές ιδίως με τους όρους πωλήσεως,
"στις περιπτώσεις που μπόρεσε να αποδειχθεί ότι οι εν λόγω διαφορές είχαν άμεση σχέση με τις υπό εξέταση πωλήσεις αυτό έγινε σχετικά με διαφορές που αφορούν τους όρους πιστώσεων, τις εγγυήσεις, τις προμήθειες, τους μισθούς που καταβάλλονται προς τους πωλητές, τη συσκευασία, τη μεταφορά, την ασφάλιση, τη φόρτωση και τα παρεπόμενα έξοδα".
Η Canon δεν αμφισβήτησε αυτό το γεγονός, έτσι ώστε πρέπει να γίνει δεκτό ότι η αιτίαση που αφορά την υποτιθέμενη γενική άρνηση πραγματοποίησης των αναγκαίων προσαρμογών δεν αφορά το σύνολο των εξόδων ΠΔΓ στα οποία υποβλήθηκε η CSC, αλλά αποκλειστικά τα διοικητικά και γενικά έξοδα (9).
36. 'Ομως, όπως ήδη είδαμε για τις υφιστάμενες διαφορές μεταξύ διοικητικών και γενικών εξόδων, περιλαμβανομένων των εξόδων έρευνας και αναπτύξεως ή διαφημίσεως, το άρθρο 2, παράγραφος 10, στοιχείο γ, του βασικού κανονισμού προβλέπει ρητώς ότι καμία προσαρμογή δεν γίνεται "κατά γενικό κανόνα". Για να πρέπει επομένως να πραγματοποιηθεί προσαρμογή βάσει της εν λόγω διατάξεως, έπρεπε η Canon να μπορεί να προβάλει, εκτός από την άμεση σχέση με τις εν λόγω πωλήσεις,
"την ύπαρξη ιδιαίτερης περίστασης ικανής να δικαιολογήσει παρέκκλιση από τον μ' αυτό τον τρόπο τιθέμενο γενικό κανόνα" (10).
37. Συμφωνώ με την άποψη του Συμβουλίου ότι κανένα από τα δύο στοιχεία που επικαλείται η Canon δεν συνιστά τέτοια "ιδιαίτερη περίσταση".
38. Είδαμε, στο πλαίσιο του πρώτου λόγου ακυρώσεως που προβάλλει η Canon, ότι τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η CSC για τις πωλήσεις ΡΡC που πραγματοποιήθηκαν στην ιαπωνική αγορά μπόρεσαν νομίμως να μη αφαιρεθούν από την κανονική αξία (σε περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 2, παράγραφος 3, στοιχείο α, του βασικού κανονισμού) ή να περιληφθούν στην κανονική αξία (σε περίπτωση εφαρμογής της ίδιας διατάξεως, στοιχείο β, σημείο ii), δεδομένου ότι η CSC εκπληροί, για τις εν λόγω πωλήσεις, τα καθήκοντα τμήματος πωλήσεων της Canon. Αυτό είναι σύμφωνο προς τον στόχο των κανόνων που έχουν εφαρμογή στον καθορισμό της κανονικής αξίας, ο οποίος συνίσταται στον καθορισμό της τιμής πωλήσεως ενός προϊόντος όπως αυτή εφαρμόζεται στην αγορά καταγωγής ή εξαγωγής, ή όπως θα εφαρμοζόταν αν το εν λόγω προϊόν επωλείτο στην αγορά καταγωγής ή εξαγωγής κατά τις συνήθεις εμπορικές πράξεις (11). Θα ήταν αντίθετος από αυτόν τον στόχο ο αποκλεισμός από την εν λόγω τιμή ορισμένων εξόδων με την αιτιολογία ότι έχουν σχέση αποκλειστικά με τις πωλήσεις στην εν λόγω εγχώρια αγορά (και, επομένως, δεν θα περιλαμβάνονταν στην τιμή εξαγωγής).
39. Ούτε θα υπήρχε ανάγκη τέτοιου αποκλεισμού λόγω της διαπιστώσεως ότι η CSC ασκεί για άλλα προϊόντα και/ή για άλλες εταιρίες ίδια καθήκοντα με αυτά που ασκεί στην περίπτωση των πωλήσεων των ΡΡC της Canon. Στον βαθμό που αυτό συμβαίνει, αρκεί να γίνει κατανομή των εξόδων στα οποία υποβλήθηκε η CSC με τρόπο ώστε να περιληφθούν στην κανονική αξία μόνο τα σχετικά με τις πωλήσεις των ΡΡC της Canon έξοδα. Αυτό συνέβη στην προκειμένη περίπτωση, διότι, όπως προκύπτει από τη 12η αιτιολογική σκέψη του προσωρινού κανονισμού, που επιβεβαιώθηκε με τη 12η αιτιολογική σκέψη του οριστικού κανονισμού, τα θεσμικά όργανα, για να λάβουν υπόψη το γεγονός ότι η CSC ασκούσε άλλα καθήκοντα εκτός αυτών του τμήματος πωλήσεων των ΡΡC της Canon, βεβαιώθηκαν ότι τα σχετικά με αυτά τα άλλα καθήκοντα έξοδα δεν αύξαναν το τμήμα των σχετικών με την πώληση των ΡΡC εξόδων, υπολογίζοντας αυτό το τμήμα βάσει του συνολικού κύκλου εργασιών της CSC, όπως ρητώς τους παρέχει το δικαίωμα το άρθρο 2, παράγραφος 11, του βασικού κανονισμού.
40. Ως προς την προσαρμογή που η Canon ζητεί λόγω των πληρωμών για αναλήψεις μεταχειρισμένων μηχανημάτων, θεωρώ ότι το Συμβούλιο νομίμως αρνήθηκε να προβεί σ' αυτή την προσαρμογή. Πράγματι, αφενός, η έκπτωση λόγω αναλήψεως μεταχειρισμένου οχήματος "είναι απλώς μέτρο της αξίας που ο εξαγωγέας αποδίδει στο χρησιμοποιημένο μηχάνημα" (βλ. τη 14η αιτιολογική σκέψη του προσωρινού κανονισμού και το σημείο 82 του υπομνήματος αντικρούσεως), ο οποίος στην πραγματικότητα δεν χορηγεί καμιά πραγματική έκπτωση επί των τιμών πωλήσεως, αλλά πληρώνει γι' αυτό που του επιστρέφεται. Η εν λόγω πληρωμή διακρίνεται έτσι σαφώς από τις συνήθεις εκπτώσεις, όπως είναι οι εκπτώσεις λόγω ποσότητας που αναφέρονται ρητώς στο άρθρο 2, παράγραφος 10, στοιχείο β, σημείο i, του βασικού κανονισμού, των οποίων η χορήγηση λόγω του υψηλού αριθμού των πωλουμένων προϊόντων, συνεπάγεται πραγματική μείωση της τιμής των εν λόγω προϊόντων. 'Επεται ότι οποιαδήποτε έκπτωση λόγω αναλήψεως μεταχειρισμένου μηχανήματος πρέπει, καταρχήν, να συμπεριλαμβάνεται στην κανονική αξία, όπως αυτή καθορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 3, του βασικού κανονισμού, διότι η αξία του αναλαμβανόμενου μηχανήματος αποτελεί μέρος της "πράγματι" πληρωθείσας ή πληρωτέας από τον αγοραστή του καινούργιου προϊόντος τιμής. Εξάλλου, το ζήτημα της αφαιρέσεως της αξίας του αναλαμβανόμενου μηχανήματος βάσει του άρθρου 2, παράγραφος 10, στοιχείο γ, δεν μπορεί να τεθεί όταν δεν συντρέχει τέτοια περίπτωση.
41. Εξάλλου, το ότι η έκπτωση λόγω αναλήψεως μεταχειρισμένου μηχανήματος χορηγείται αποκλειστικά κατά την πώληση καινούργιων μηχανημάτων δεν συνεπάγεται την υποχρέωση να θεωρήσει κανείς ότι η πληρωμή έχει άμεση σχέση με την πώληση των εν λόγω προϊόντων. 'Οπως εκθέτει το Συμβούλιο, στο σημείο 59 του υπομνήματος ανταπαντήσεώς του, η έκπτωση λόγω αναλήψεως μεταχειρισμένου, αντιθέτως, έχει σχέση με την πράξη της αναλήψεως και μόνο έμμεσα με την πώληση, η οποία θα μπορούσε επίσης να πραγματοποιηθεί χωρίς ανάληψη μεταχειρισμένου μηχανήματος για μερική εξόφληση του τιμήματος. Παρέχει, επομένως, στον παραγωγό-πωλητή συμπληρωματικό όφελος που είναι άσχετο με την πώληση του καινούργιου προϊόντος, ήτοι το όφελος που αντλεί από την ανάληψη του μεταχειρισμένου μηχανήματος.
42. Θεωρώ ότι αυτό το συμπέρασμα ισχύει οποιαδήποτε και αν είναι η φύση ή το είδος ενός τέτοιου οφέλους που διακρίνεται από την πώληση. Επίσης μου φαίνεται αδιάφορο το ότι, στην προκειμένη περίπτωση, το όφελος που η έκπτωση λόγω αναλήψεως μεταχειρισμένου παρέχει στον παραγωγό δεν συνίσταται στην τιμή μεταπωλήσεως των μεταχειρισμένων μηχανημάτων (εφόσον δεν υπάρχει αγορά μεταχειρισμένων ΡΡC στην Ιαπωνία), αλλά στο όφελος που ο παραγωγός αντλεί από την απόσυρσή τους από την αγορά και την αχρήστευσή τους. 'Οπως επεξήγησε το Συμβούλιο με τη 13η αιτιολογική σκέψη, δεύτερο εδάφιο, του προσβαλλομένου κανονισμού, για αυτόν τον λόγο
"η ζήτηση για νέα μηχανήματα διατηρείται στα υψηλότερα δυνατά επίπεδα, εφόσον οι τιμές, κατά συνέπεια, διατηρούνται επίσης σε υψηλότερα επίπεδα από εκείνα στα οποία θα ευρίσκοντο αν υπήρχε αγορά μεταχειρισμένων μηχανημάτων".
Εξάλλου,
"αυτή η αυξημένη ζήτηση αυξάνει όχι μόνο τις τιμές αλλά και τα επίπεδα παραγωγής, πράγμα που συνήθως μεταφράζεται σε ενίσχυση των οικονομιών κλίμακας και αντίστοιχη διεύρυνση των περιθωρίων κέρδους".
43. Η Canon, άλλωστε, δεν αμφισβητεί ότι αυτό συμβαίνει, παρατηρεί, όμως, ότι το όφελος που αντιπροσωπεύουν οι υψηλότερες τιμές αντανακλάται εξ ολοκλήρου στις τιμές των μεταχειρισμένων ΡΡC για τον υπολογισμό της κανονικής αξίας. 'Ομως, τα εν λόγω οφέλη δεν μεταφράζονται μόνο με υψηλές τιμές για τα καινούργια ΡΡC ελλείψει αγοράς μεταχειρισμένων, αλλά συμβάλλουν επίσης, λόγω της πρόωρης απόσυρσης από την αγορά λειτουργούντων ΡΡC, στη διατήρηση σημαντικού επιπέδου παραγωγής, με συνακόλουθες ουσιαστικές οικονομίες κλίμακας και αυξημένα περιθώρια κέρδους.
44. Από τα προεκτεθέντα συνάγω ότι, εφόσον το Συμβούλιο είχε διαπιστώσει ότι
"ο παραγωγός ωφελείται από την πληρωμή που πραγματοποιείται για το μεταχειρισμένο μηχάνημα, και όχι μόνο από την ίδια την πώληση και ότι η πληρωμή αυτή (...) αντιστοιχεί στην αξία που αντιπροσωπεύει για τον παραγωγό η απόσυρση ενός μεταχειρισμένου μηχανήματος από την αγορά" (βλ. τη 14η αιτιολογική σκέψη του προσβαλλομένου κανονισμού),
είχε το δικαίωμα να αρνηθεί την αιτούμενη για αυτόν τον λόγο προσαρμογή.
45. Ως προς την αιτούμενη από την Canon προσαρμογή για να ληφθούν υπόψη τα μεταφορικά έξοδα στα οποία υποβλήθηκε κατά τις πωλήσεις της η CSC, πρέπει να υπομνηστεί ότι, όπως προκύπτει από τη 17η αιτιολογική σκέψη του προσβαλλομένου κανονισμού, πραγματοποιήθηκαν προσαρμογές για να ληφθούν υπόψη οι διαφορές στα μεταφορικά έξοδα που επηρέαζαν τη δυνατότητα συγκρίσεως των τιμών,
"όταν μπόρεσε να αποδειχθεί ότι υπάρχει άμεση σχέση μεταξύ αυτών των διαφορών και των υπό εξέταση πωλήσεων".
Από το ότι τα θεσμικά όργανα ορθώς θεώρησαν τη CSC ως τμήμα της οικονομικής οντότητας Canon και, κατά συνέπεια, νομίμως μπόρεσαν να καθορίσουν την κανονική αξία βάσει της πρώτης πωλήσεως σε ανεξάρτητο αγοραστή, προκύπτει ότι τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η CSC κατά τις πωλήσεις δεν μπορούσαν να θεωρηθούν ότι είχαν "άμεση σχέση με τις υπό εξέταση πωλήσεις". Τα εν λόγω έξοδα είναι στην πραγματικότητα έξοδα εσωτερικής μεταφοράς και πραγματοποιούνται σε στάδιο προγενέστερο των "υπό εξέταση πωλήσεων". Εξάλλου, η προσφεύγουσα κακώς ισχυρίζεται ότι η άρνηση προσαρμογής για τα έξοδα μεταφοράς είχε ως συνέπεια ότι η κανονική αξία δεν καθορίστηκε στο στάδιο "έξοδος από το εργοστάσιο" (βλ. το σημείο 128 του υπομνήματος απαντήσεως). Αντιθέτως, όπως είδαμε κατά την εξέταση των προσαρμογών που ζητήθηκαν βάσει των διαφορών σταδίου εμπορίας, τα θεσμικά όργανα, λαμβάνοντας υπόψη την πρώτη πώληση σε ανεξάρτητο αγοραστή, καθόρισαν την κανονική αξία στο στάδιο "έξοδος από το εργοστάσιο", πράγμα που, με τη σειρά του, έρχεται να επιβεβαιώσει ότι τα μεταφορικά έξοδα στο εσωτερικό του ομίλου Canon είναι προγενέστερα του σταδίου "έξοδος από το εργοστάσιο" που έχει καθοριστεί μ' αυτόν τον τρόπο και ότι δεν δικαιολογείται τέτοια προσαρμογή (βλ. την προαναφερθείσα απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 1988, Canon κατά Συμβουλίου, σκέψεις 38 έως 41).
46. 'Οσον αφορά τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν οι πωλητές, δηλαδή τα έξοδα ταξιδίου τους, τα έξοδα σταθμεύσεως και ασφάλισης για τα οχήματά τους και τα έξοδα κατάρτισής τους στον τομέα των πωλήσεων, εντάσσονται στα δικοικητικά και γενικά έξοδα, για τα οποία, κατά γενικό κανόνα, εκτός "ιδιαίτερης περίστασης", δεν πραγματοποιείται καμία προσαρμογή. Εκτός της διαπιστώσεως ότι είχε παραχωρηθεί προσαρμογή γι' αυτά τα έξοδα, βάσει ταυτόσημων αποδεικτικών μέσων, στο πλαίσιο της υποθέσεως των ηλεκτρονικών γραφομηχανών, επί της οποίας εκδόθηκε η προαναφερθείσα απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 1988, Canon κατά Συμβουλίου, η Canon, ωστόσο, δεν επικαλέστηκε κανένα στοιχείο ικανό να αποδείξει την ύπαρξη μιας τέτοιας "ιδιαίτερης περίστασης". 'Ομως, δεδομένου ότι η προσαρμογή για διοικητικά και γενικά έξοδα έχει τον χαρακτήρα παρέκκλισης από κανόνα που έχει τεθεί με εντελώς γενική διατύπωση, ο οποίος επιπλέον παρέχει στα θεσμικά όργανα ευρεία εξουσία εκτιμήσεως, είναι πρόδηλο ότι η εν λόγω προσαρμογή θα έπρεπε να δικαιολογηθεί ενόψει της υπό εξέταση ιδιαίτερης περίπτωσης. Ομοίως, δεν αρκεί η διαπίστωση ότι τα θεσμικά όργανα δέχθηκαν σε προγενέστερες υποθέσεις ότι, ιδίως, τα έξοδα ταξιδίου των πωλητών μπορούσαν να έχουν άμεση σχέση με τις πωλήσεις για να αποδειχθεί ότι αυτό συμβαίνει και στην προκειμένη περίπτωση. Η αποδοχή μιας τέτοιας μεθόδου θα ισοδυναμούσε με το να απαιτείται από τα θεσμικά όργανα να αποδεικνύουν κάθε φορά για ποιούς συγκεκριμένους λόγους δεν ακολουθούν τη μέθοδο που υιοθέτησαν στο παρελθόν σε άλλες υποθέσεις και να μετατεθεί, έτσι, το βάρος της αποδείξεως που, στη συγκεκριμένη περίπτωση, όπως ήδη είδαμε, βαρύνει τον αιτούντα την πραγματοποίηση προσαρμογής βάσει του άρθρου 2, παράγραφος 10, του βασικού κανονισμού. Υπ' αυτές τις συνθήκες, καταλήγω στο μόνο δυνατό συμπέρασμα ότι η προσφεύγουσα δεν απέδειξε ούτε την ύπαρξη ιδιαίτερης περίστασης δικαιολογούσας την παρέκκλιση από τον κανόνα, κατά τον οποίο δεν πρέπει να πραγματοποιούνται προσαρμογές για διοικητικά και γενικά έξοδα, ούτε την ύπαρξη άμεσης σχέσεως των εν λόγω εξόδων με τις υπό εξέταση πωλήσεις.
47. Προσθέτω ότι το ποσό των εξόδων για τα οποία ζητείται προσαρμογή είναι ελάχιστο, έτσι ώστε ασφαλώς δεν θα είχε σημαντική επίπτωση επί του περιθωρίου ντάμπινγκ που διαπιστώθηκε για την Canon ούτε, a fortiori, επί του ποσοστού του επιβληθέντος ποσού αντιντάμπινγκ.
48. Επομένως, και ο λόγος ακυρώσεως που αντλείται από την εσφαλμένη σύγκριση μεταξύ της κανονικής αξίας και της τιμής εξαγωγής, πρέπει και αυτός να απορριφθεί στο σύνολό του.
Δ - Επί της ζημίας
49. Τα επιχειρήματα που προέβαλε η Canon για να στηρίξει τον λόγο ακυρώσεως περί εσφαλμένης εκτιμήσεως της ζημίας από τα θεσμικά όργανα λόγω του ότι δεν στηρίχθηκαν σε ολοκληρωμένη διαίρεση της αγοράς δεν είναι νέα. Τα επιχειρήματα αυτά είχαν ήδη προβληθεί κατά τη διάρκεια της έρευνας και το Συμβούλιο έλαβε ρητώς θέση έναντί τους με την 28η και 31η αιτιολογική σκέψη του προσβαλλομένου κανονισμού. Θεωρώ, εξ υπαρχής, ότι η Canon δεν επέτυχε να αποδείξει, κατά τη διάρκεια της διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου, ότι το Συμβούλιο, απορρίπτοντας όλα τα επιχειρήματα για τους επισημανθέντες λόγους, βασίστηκε σε ανακριβή πραγματικά περιστατικά ή ότι υπέπεσε σε πρόδηλη πλάνη κατά την εκτίμησή τους.
50. Η κύρια αδυναμία της επιχειρηματολογίας της προσφεύγουσας οφείλεται στο ότι στηρίζεται, σε πολύ μεγάλο βαθμό, σε παρατηρήσεις που συνδέονται με τα κατεχόμενα από τους κοινοτικούς παραγωγούς μερίδια στις αγορές των διαφόρων κατηγοριών ΡΡC, από το φωτοαντιγραφικό μηχάνημα για προσωπική χρήση (στο εξής: ΡC) μέχρι το μηχάνημα του τμήματος 5. Η Canon, πράγματι, ξεκινώντας από τη διαπίστωση ότι, κατά τη διάρκεια της περιόδου 1982 έως 1984, τα μερίδια των καταγγελλουσών στην αγορά αυξήθηκαν σε κάθε μια από τις εν λόγω κατηγορίες, εκτός της κατηγορίας των ΡΡC του τμήματος 2, των οποίων ο μόνος κοινοτικός παραγωγός, δηλαδή η Rank Xerox, είχε διακόψει την παραγωγή μεταξύ 1983 και 1985, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ο μόνος τρόπος που θα επέτρεπε στα κοινοτικά όργανα να αποδείξουν την ύπαρξη ζημίας συνίστατο στη συγχώνευση όλων των τμημάτων και στη μεταχείριση των μηχανημάτων φωτοαντιγραφής του συνόλου των τμημάτων ως "ομοειδών προϊόντων", κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 12, του βασικού κανονισμού (12).
51. 'Ομως, αυτή η μέθοδος δεν είναι σύμφωνη με αυτήν που πρέπει να ισχύσει για τον καθορισμό της ζημίας και την οποία ακολούθησαν τα θεσμικά όργανα στη συγκεκριμένη περίπτωση. Δυνάμει του άρθρου 4, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού,
"ζημία καθορίζεται μόνο αν οι εισαγωγές που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ ή επιδοτήσεων προκαλούν ζημία (...) σημαντική σε υφιστάμενο κλάδο παραγωγής της Κοινότητας ή καθυστερούν αισθητά τη δημιουργία αυτής της παραγωγής".
Για να ελεγχθεί αν αυτό συμβαίνει, η παράγραφος 4 της ιδίας διατάξεως ορίζει ότι
"η επίπτωση των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ ή επιδότησης πρέπει να αξιολογηθεί σε σχέση με την παραγωγή του ομοειδούς προϊόντος στην Κοινότητα (...)".
'Οπως προκύπτει από το άρθρο 4, παράγραφος 2, στο πλαίσιο της εν λόγω εξετάσεως, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι διάφοροι παράγοντες, μεταξύ των οποίων, η επίπτωση των εν λόγω εισαγωγών ιδίως στα μερίδια που κατέχει στην αγορά η σχετική κοινοτική παραγωγή.
52. 'Οπως προκύπτει από τα εν λόγω κείμενα, πρέπει, καταρχάς, να καθοριστεί η "παραγωγή του ομοειδούς προϊόντος στην Κοινότητα" πριν ελεγχθεί αν αυτή υπέστη, λόγω του ντάμπινγκ ή της επιδότησης, σημαντική ζημία.
53. Από τα ίδια κείμενα προκύπτει επίσης ότι, εάν ορθώς θεώρησαν ότι η παραγωγή που ενδιαφέρει στην προκειμένη περίπτωση ήταν η παραγωγή των ΡΡC των διαφόρων τμημάτων, χωρίς διάκριση, κανένα επιχείρημα δεν θα μπορούσε να αντληθεί από το ότι το μερίδιο που κατέχει αυτή η παραγωγή στην αγορά για το ένα ή το άλλο από τα εν λόγω τμήματα αυξήθηκε ενδεχομένως κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς. Το Δικαστήριο στηρίχθηκε σε ταυτόσημο συλλογισμό για να απορρίψει, στην υπόθεση Gestetner κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, που προαναφέρθηκε, επιχείρημα αντλούμενο από το ότι η Rank Xerox περιελήφθη στην παραγωγή της Κοινότητας κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 5, του βασικού κανονισμού. Πράγματι, το Δικαστήριο, στην 56η σκέψη της αποφάσεως της 14ης Μαρτίου 1990, έκρινε τελείως άσχετο το γεγονός ότι η προστιθέμενη αξία των ΡΡC χαμηλής δυναμικότητας που κατασκευάζονται στο Ηνωμένο Βασίλειο από την Rank Xerox ήταν πολύ μικρότερη από αυτήν που διαπιστώθηκε για το σύνολο των τμημάτων, λόγω του ότι το Συμβούλιο ορθώς είχε παρατηρήσει στην 58η αιτιολογική σκέψη του προσβαλλομένου κανονισμού ότι,
"επειδή το ομοειδές προϊόν καθορίστηκε κατά τη διαδικασία ως το σύνολο των μηχανημάτων φωτοαντιγραφής, από τα μηχανήματα για προσωπική χρήση μέχρι και τα μηχανήματα που έχουν ταξινομηθεί στο τμήμα 5 της Dataquest, θα ήταν απρόσφορο να εξεταστεί αν ένας κοινοτικός παραγωγός αποτελεί μέρος της κοινοτικής βιομηχανίας μόνο με βάση την παραγωγή του ενός μοντέλου ή περιορισμένης σειράς μοντέλων".
54. Δέχθηκε το Συμβούλιο δικαίως έναν τέτοιο ορισμό του "ομοειδούς προϊόντος";
55. Συναφώς, μου φαίνεται χρήσιμο να διευκρινίσω ότι, στο πλαίσιο της εκτιμήσεως της ζημίας, πρόκειται, καταρχάς να ελεγχθεί αν, εντός της Κοινότητας, υπάρχει παραγωγή προϊόντων που μπορούν να θεωρηθούν ως "ομοειδή" με προϊόντα που εισάγονται στην Κοινότητα με ντάμπινγκ. Δεν πρόκειται, επομένως, περί του αν διάφοροι τύποι του ίδιου προϊόντος, ανεξαρτήτως καταγωγής τους, μπορούν να χαρακτηριστούν ως "ομοειδή προϊόντα" αλλά περί της συγκρίσεως των εισαγομένων προϊόντων με τα κατασκευαζόμενα στην Κοινότητα.
56. Η προσφεύγουσα δεν αμφισβήτησε ότι, κατά την περίοδο αναφοράς, υπήρχε στην Κοινότητα παραγωγή ΡΡC σε όλα τα τμήματα, από το ΡC μέχρι και το τμήμα 5, και ότι οι ιαπωνικές εξαγωγές αφορούσαν ΡΡC μέχρι και το τμήμα 4. Στο μέτρο που η ίδια η προσφεύγουσα βασίζεται, όπως και τα θεσμικά όργανα, στην ταξινόμηση σε τμήματα της Dataquest και δεν ισχυρίζεται ότι οι διάφοροι τύποι ΡΡC δεν συγκαταλέγονται στο "καλό" τμήμα, επιβάλλεται το συμπέρασμα ότι υπήρχε ασφαλώς εντός της Κοινότητας παραγωγή προϊόντων "όμοιων από κάθε άποψη με τα εξεταζόμενα προϊόντα" ή, τουλάχιστον, στην περίπτωση που υπήρχαν μικρές διαφορές μεταξύ ορισμένων προϊόντων του ιδίου τμήματος,
"προϊόντα των οποίων τα χαρακτηριστικά παρουσιάζουν στενή ομοιότητα προς εκείνα των υπό εξέταση προϊόντων" (βλέπε τη διατύπωση του άρθρου 2, παράγραφος 12, του βασικού κανονισμού).
57. Το μόνο ζήτημα που θα έπρεπε να τεθεί εν προκειμένω είναι αν ήταν ορθό να συμπεριληφθούν τα ΡΡC του τμήματος 5 στον καθορισμό της κοινοτικής παραγωγής του "ομοειδούς προϊόντος", δεδομένου ότι δεν υπήρξαν ιαπωνικές εξαγωγές ΡΡC αυτής της κατηγορίας κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς. 'Ομως, όπως ορθώς παρατήρησε το Συμβούλιο (στο σημείο 104 του υπομνήματός του αντικρούσεως), το εν λόγω ζήτημα είναι μάλλον θεωρητικής φύσεως, δεδομένου ότι εν πάση περιπτώσει είχε συναχθεί το συμπέρασμα ότι δεν υπήρξε ζημία για τα ΡΡC του τμήματος 5 (βλ. την 79η και 80ή αιτιολογική σκέψη του προσβαλλομένου κανονισμού). Εξάλλου, η Επιτροπή είχε ρητώς λάβει θέση επ' αυτού του θέματος με τον προσωρινό κανονισμό (βλ. την 37η και 38η αιτιολογική σκέψη) και το Συμβούλιο, στο μέτρο που θεώρησε, γενικά, ότι τα ΡΡC των παρακειμένων τμημάτων είναι και αυτά "ομοειδή προϊόντα", σιωπηρώς επιβεβαίωσε ότι τα ΡΡC (κοινοτικά) του τμήματος 5 είναι ομοειδή με τα ΡΡC (ιαπωνικά) του τμήματος 4.
58. Ως προς το αν τα θεσμικά όργανα εξετίμησαν τη ζημία σε σχέση με το σύνολο της κοινοτικής παραγωγής ΡΡC, από το ΡC μέχρι και τα ΡΡC του τμήματος 5, είναι δυνατό, καταρχάς, να υπομνηστεί ότι τα μερίδια της αγοράς αποτελούν ένα μόνο οικονομικό παράγοντα μεταξύ αυτών που πρέπει να ληφθούν υπόψη για να εκτιμηθεί η επίπτωση των εισαγωγών που αποτελούν το αντικείμενο ντάμπινγκ επί της συγκεκριμένης παραγωγής εντός της Κοινότητας. Εξάλλου, τα αναφερόμενα στο άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχείο γ, του βασικού κανονισμού οικονομικά στοιχεία έχουν απλώς ενδεικτική αξία, έτσι ώστε επιτρέπεται στα θεσμικά όργανα να μη λάβουν υπόψη το σύνολό τους σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση (βλέπε ιδίως, κατ' αυτή την έννοια, την προαναφερθείσα απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 1988, Canon κατά Συμβουλίου, σκέψη 56). Τέλος, η επίπτωση των εισαγωγών επί των εν λόγω οικονομικών στοιχείων αποτελεί και αυτή, με τη σειρά της, έναν μόνο από τους παράγοντες που πρέπει να ληφθούν υπόψη για τον προσδιορισμό της ζημίας, παράπλευρα με τον όγκο και τις τιμές εισαγωγής (βλέπε, κατ' αυτή την έννοια, την απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 1988, 294/86 και 77/87, Technointorg κατά Επιτροπής και Συμβουλίου, Συλλογή 1988, σ. 6077, σκέψη 41). 'Επεται, αφενός, ότι ακόμα και πλάνη κατά την εκτίμηση των μεριδίων της αγοράς δεν πρέπει αναγκαστικά να οδηγήσει σε διαφορετική συνολική εκτίμηση της ζημίας και, αφετέρου, ότι ακόμα και αύξηση του μεριδίου της αγοράς των κοινοτικών παραγωγών δεν αποκλείει αναγκαστικά τη διαπίστωση ζημίας.
59. Πρέπει, περαιτέρω, να σημειωθεί ότι το Συμβούλιο δεν ισχυρίστηκε ποτέ ότι όλα τα ΡΡC είναι "ομοειδή προϊόντα". Η Επιτροπή είχε φροντίσει ρητώς να διευκρινίσει αυτό το προφανές γεγονός στην 38η αιτιολογική σκέψη του προσωρινού κανονισμού, τονίζοντάς το με την προσθήκη ότι
"είναι προφανές ότι τα μηχανήματα για ατομική χρήση και τα μηχανήματα υψηλής δυναμικότητας που διαθέτουν τερματικό έλεγχο δεν είναι ομοειδή προϊόντα".
'Ομως, καίτοι όλα τα ΡΡC δεν είναι "ομοειδή προϊόντα", ωστόσο, "τουλάχιστον" τα ΡΡC που ανήκουν σε παρακείμενα τμήματα μπορούν να θεωρηθούν ως ομοειδή. Αυτό τονίζεται από το Συμβούλιο στην 31η αιτιολογική σκέψη του προσβαλλομένου κανονισμού.
60. Οι παρατηρήσεις επί των οποίων το Συμβούλιο στήριξε αυτό το συμπέρασμα και οι οποίες εκτίθενται στην 30ή αιτιολογική σκέψη του προσβαλλομένου κανονισμού, μου φαίνονται απολύτως ορθές και, ασφαλώς, δεν πάσχουν από πρόδηλη πλάνη. Κατά την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, τα θεσμικά όργανα στηρίχθησαν, άλλωστε, σε εργασίες των ανεξαρτήτων ινστιτούτων έρευνας και μελετών Dataquest και Info-Markt, από όπου προκύπτει, αφενός, ότι δεν υπάρχουν συγκεκριμένα όρια, σαφώς καθορισμένα, μεταξύ των διαφόρων τμημάτων που αλληλεπικαλύπτονται ενίοτε, ορισμένα δε ΡΡC μπορούν να καταταγούν σε διάφορα τμήματα λαμβανομένων υπόψη ορισμένων χαρακτηριστικών και τεχνικών τους στοιχείων, και, αφετέρου, ότι ΡΡC ανήκοντα σε παρακείμενα τμήματα ανταγωνίζονται πράγματι μεταξύ τους.
61. Ακόμα και αν ΡΡC ανήκοντα σε διάφορα τμήματα, ή και ακόμα στο ίδιο τμήμα, μπορούν, επομένως, να διαφέρουν ιδίως όσον αφορά την ταχύτητα παραγωγής αντιγράφων, αυτό πράγματι δεν σημαίνει ότι δεν επιτελούν το ίδιο έργο και ότι δεν ανταποκρίνονται βασικά στις ίδιες ανάγκες. Η διαπίστωση, που η προσφεύγουσα δεν αμφισβητεί αυτήν καθεαυτήν (βλέπε το σημείο 162 του υπομνήματος απαντήσεως), ότι η επιλογή του πελάτου συχνά καθορίζεται ανάλογα με το αν επιθυμεί να συγκεντρώσει ή να αποκεντρώσει τις εγκαταστάσεις του φωτοαντιγραφής, δηλαδή να εγκαταστήσει ένα ΡΡC ψηλής δυναμικότητας ή περισσότερα χαμηλής δυναμικότητας, αρκεί για να το αποδείξει. Η Canon, αναφέροντας ότι
"κατά ένα πολύ μεγάλο βαθμό, η ιαπωνική επιτυχία υπήρξε συνέπεια της αναπτύξεως τμημάτων της αγοράς τα οποία είχαν πλήρως αγνοήσει άλλες εταιρίες (σημείο 144 της προσφυγής),
αναγνωρίζει, άλλωστε, σιωπηρώς ότι η ανάπτυξη σε ορισμένα τμήματα μπορεί να πραγματοποιηθεί εις βάρος άλλων τμημάτων, αφαιρώντας από τα τελευταία το τμήμα της αγοράς που διαφορετικά αυτά θα είχαν καταλάβει.
62. Αυτό ισχύει επίσης και για τα φωτοαντιγραφικά μηχανήματα για προσωπική χρήση και για τα ΡΡC του τμήματος 1, έτσι ώστε η Canon κακώς ισχυρίζεται ότι, θέτοντας σε κυκλοφορία το ΡC που είχε αναπτύξει δημιούργησε νέα αγορά. 'Οπως ορθώς τόνισε το Συμβούλιο, η Canon απλώς διεύρυνε την υφιστάμενη αγορά των ΡΡC και προκάλεσε αυξημένη ζήτηση για τα ΡΡC χαμηλής δυναμικότητας. Εξάλλου, σύμφωνα με τους αριθμούς που προσκόμισε η Canon, το μερίδιο στην αγορά των καταγγελλουσών στο τμήμα των ΡC ανήλθε μόνο από 0 σε 0,8 %, έτσι ώστε δεν μπορεί να αποκλειστεί ότι, σ' αυτό το τμήμα λαμβανόμενο χωριστά, η ενδεχόμενη ζημία μπορεί να συνίσταται στο ότι η κοινοτική παραγωγή καθυστέρησε αισθητά.
63. Υπ' αυτές τις συνθήκες, νομίζω ότι το Συμβούλιο νομίμως μπόρεσε να συμπεράνει ότι
"τα μηχανήματα που υπάγονται σε παρακείμενα τμήματα παρουσιάζουν αρκετές ομοιότητες ώστε να μπορούν να θεωρηθούν "ομοειδή προϊόντα" στο πλαίσιο αυτής της διαδικασίας" (31η αιτιολογική σκέψη του προσβαλλομένου κανονισμού).
Ο λόγος ακυρώσεως που αντλείται από την εσφαλμένη εκτίμηση ή ζημία δεν μπορεί, επομένως, να γίνει δεκτός.
Ε - Επί της παραβιάσεως ουσιωδών τύπων
64. Θεωρώ ότι ο λόγος ακυρώσεως που αντλείται από την ανεπαρκή αιτιολογία δεν είναι βάσιμος για κανέναν από τους τρείς ισχυρισμούς που προβάλλει η Canon.
65. Η Canon ισχυρίζεται, καταρχάς, ότι τα θεσμικά όργανα, για να μπορέσουν να καθορίσουν την κανονική αξία βάσει του άρθρου 2, παράγραφος 3, στοιχείο α, του βασικού κανονισμού, όφειλαν να διαπιστώσουν ρητώς ότι οι χρησιμοποιούμενες τιμές ήταν "συγκρίσιμες" με αυτές που χρησιμοποιήθηκαν για τον υπολογισμό της τιμής εξαγωγής.
66. Συναφώς, πρέπει να διευκρινιστεί ότι, καίτοι από την αιτιολογία που απαιτείται βάσει του άρθρου 190 της Συνθήκης ΕΟΚ πρέπει να προκύπτει κατά τρόπο σαφή και αναμφισβήτητο η συλλογιστική της κοινοτικής αρχής που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη, έτσι ώστε να παρέχεται η δυνατότητα στους ενδιαφερόμενους να γνωρίζουν τους λόγους που οδήγησαν στη λήψη του μέτρου για να είναι σε θέση να υπερασπίσουν τα δικαιώματά τους και στο Δικαστήριο να ασκήσει τον έλεγχό του (βλ. ιδίως την προαναφερθείσα απόφαση της 7ης Μαΐου 1987, Minebea κατά Συμβουλίου, σκέψη 23),
"δεν είναι δυνατόν, ωστόσο, να απαιτείται όπως η αιτιολογία των κανονισμών εξειδικεύει τα διάφορα πραγματικά ή νομικά περιστατικά, ενίοτε λίαν πολυάριθμα και περίπλοκα, τα οποία αποτελούν το αντικείμενο των κανονισμών, εφόσον οι τελευταίοι εντάσσονται στο συστηματικό πλαίσιο του συνόλου του οποίου αποτελούν μέρος" (βλ. ιδίως την απόφαση της 2ας Μαΐου 1990, C-27/89, SCARPE, Συλλογή 1990, σ. Ι-1701, σκέψη 27).
Εξάλλου, κατά τη νομολογία του Δικαστήριου,
"η αιτιολογία κανονιστικής πράξεως μπορεί να προκύπτει όχι μόνο από τη διατύπωσή της, αλλά και από το σύνολο των νομικών κανόνων που διέπουν το σχετικό θέμα" (βλέπε την απόφαση της 23ης Φεβρουαρίου 1978, 92/77, An Board Bainne, σκέψη 36).
67. Και, όπως προκύπτει από τη σύγκριση μεταξύ, αφενός, των αιτιολογικών σκέψεων 5 και 6 του οριστικού κανονισμού, που παραπέμπουν στις αντίστοιχες αιτιολογικές σκέψεις του προσωρινού κανονισμού, και, αφετέρου, των επομένων αιτιολογικών σκέψεων του κεφαλαίου που αφιερώνεται στην κανονική αξία, η τελευταία καθορίστηκε άλλοτε βάσει του άρθρου 2, παράγραφος 3, στοιχείο α, και άλλοτε κατασκευάστηκε βάσει της παραγράφου 3, στοιχείο β. Σ' αυτό το πλαίσιο, η έβδομη αιτιολογική σκέψη, πρώτο εδάφιο, του προσωρινού κανονισμού, που ρητώς επιβεβαιώθηκε με την έκτη αιτιολογική σκέψη του προσβαλλομένου κανονισμού, μου φαίνεται επαρκώς σαφής και αναμφισβήτητη ώστε να είναι καταληπτή η χρησιμοποίηση από τα θεσμικά όργανα του άρθρου 2, παράγραφος 3, στοιχείο α. Πράγματι, η εν λόγω αιτιολογική σκέψη έχει ως εξής:
"παρά τους αντίθετους ισχυρισμούς ορισμένων εξαγωγέων, η Επιτροπή θεώρησε ότι δεν θα έπρεπε να ληφθεί υπόψη οποιαδήποτε τιμή μεταβίβασης μεταξύ συνδεόμενων εταιριών ή υποκαταστημάτων οποιουδήποτε εξαγωγέα κατά τον καθορισμό της κανονικής αξίας με βάση τις εσωτερικές τιμές, γιατί αυτές οι τιμές δεν είναι εκείνες που καταβάλλονται ή πρέπει να καταβληθούν για το προϊόν αυτό κατά τη συνηθισμένη ροή του εμπορίου. Συνεπώς, για τον καθορισμό της κανονικής αξίας χρησιμοποιήθηκαν μόνο οι τιμές πώλησης προς ανεξάρτητους αγοραστές".
68. 'Οπως, άλλωστε, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες μια θυγατρική εταιρία του εξαγωγέα παρενέβη στην πώληση εντός της κοινοτικής αγοράς, οι τιμές που εφαρμόστηκαν στις πωλήσεις προς τον πρώτο ανεξάρτητο αγοραστή χρησιμοποιήθηκαν επίσης για τον υπολογισμό της τιμής εξαγωγής και αυτό λόγω του ότι οι τιμές που ίσχυαν μεταξύ του εξαγωγέα στην Ιαπωνία και της θυγατρικής του εταιρίας εντός της Κοινότητας εθεωρούντο ως όχι αξιόπιστες τιμές μεταβίβασης (βλ. την 15η και 16η αιτιολογική σκέψη του οριστικού κανονισμού), ο ενδιαφερόμενος αναγνώστης ασφαλώς μπόρεσε να αντιληφθεί ότι το Συμβούλιο, χρησιμοποιώντας τις τιμές που εφαρμόστηκαν στις πωλήσεις προς ανεξάρτητους αγοραστές για να καθορίσει την κανονική αξία επεδίωξε να ικανοποιήσει την απαίτηση δυνατότητας συγκρίσεως που θέτει το άρθρο 2, παράγραφος 3, στοιχείο α. Η Canon, εν πάση περιπτώσει, το αντελήφθη και ήγειρε, ως πρώτο ισχυρισμό επί της ουσίας προς στήριξη της προσφυγής της, το γεγονός ότι το Συμβούλιο κακώς βασίστηκε στο άρθρο 2, παράγραφος 3, στοιχείο α, για να καθορίσει την κανονική αξία. Απέδειξε, μ' αυτόν τον τρόπο, ότι ήταν εντελώς σε θέση να προασπίσει τα δικαιώματά της, δεδομένου μάλιστα ότι η θέση του Συμβουλίου απλώς επιβεβαίωνε τη θέση της Επιτροπής, της οποίας είχε λάβει γνώση κατά τη διάρκεια της διαδικασίας αντιντάμπινγκ.
69. Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται, περαιτέρω, ότι τα θεσμικά όργανα αρνήθηκαν να εξετάσουν τα αποδεικτικά στοιχεία που τους προσκομίστηκαν σχετικά με τα καθήκοντα της CSC και που αποδείκνυαν ιδίως ότι η CSC δεν είναι αποκλειστικά οργανισμός πωλήσεων ΡΡC της Canon.
70. 'Οπως προκύπτει από τις παρατηρήσεις που διατυπώθηκαν στο πλαίσιο του πρώτου προβληθέντος από την Canon λόγου ακυρώσεως, στην περίπτωση κατανομής δραστηριοτήτων παραγωγής και πωλήσεως μεταξύ δύο εταιριών διακεκριμένων από νομική άποψη, συνδεομένων όμως οικονομικά, οι εφαρμοζόμενες από τον οργανισμό πωλήσεων στις πωλήσεις προς τους πρώτους ανεξάρτητους αγοραστές τιμές μπορούν νομίμως να χρησιμοποιηθούν για τον καθορισμό της κανονικής αξίας, έτσι ώστε, όταν το Συμβούλιο μπόρεσε να αντιληφθεί ότι η CSC εκπληρούσε, για τα ΡΡC της Canon, καθήκοντα που κανονικά είναι αυτά οργανισμού πωλήσεων, δεν είχε πλέον την υποχρέωση να ελέγξει τα σχετικά με άλλα καθήκοντα της CSC αποδεικτικά στοιχεία. Το Συμβούλιο, άλλωστε, ποτέ δεν αμφισβήτησε ότι η CSC ασκούσε πράγματι τέτοια άλλα καθήκοντα.
71. 'Οσον αφορά, τέλος, την αιτιολογία της αρνήσεως να θεωρηθούν ορισμένα έξοδα ως έχοντα άμεση σχέση με τις πωλήσεις, αρκεί η παραπομπή στην 26η αιτιολογική σκέψη του προσωρινού κανονισμού, η οποία επιβεβαιώθηκε με την 20ή αιτιολογική σκέψη του προσβαλλομένου κανονισμού. Τα θεσμικά όργανα ρητώς επισημαίνουν σ' αυτές ότι, διαφορές ως προς τους όρους πωλήσεως για να μπορέσουν να θεωρηθούν ότι "έχουν άμεση λειτουργική σχέση με τις εν λόγω πωλήσεις", κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 10, στοιχείο γ, του βασικού κανονισμού, πρέπει να αφορούν "δαπάνες που είναι εντελώς απαραίτητες για την πλήρωση των όρων των συγκεκριμένων πωλήσεων", και οι εν λόγω δαπάνες "πρέπει να έχουν άμεση λειτουργική σχέση με τις εν λόγω πωλήσεις" δηλαδή να "δημιουργούνται επειδή πραγματοποιείται μια συγκεκριμένη πώληση". Προσθέτουν ότι "σε γενικές γραμμές, τα γενικά έξοδα, όπου υπάρχουν, δεν έχουν τέτοια άμεση λειτουργική σχέση και κατά συνέπεια δεν γίνεται για αυτά προσαρμογή" και ότι "στην παρούσα περίπτωση δεν δικαιολογείται παρέκκλιση από τη διάταξη αυτή". 'Οσον αφορά ειδικότερα τις πληρωμές λόγω αναλήψεως μεταχειρισμένου μηχανήματος, υπενθυμίζω ότι το Συμβούλιο εξέθεσε τη θέση των θεσμικών οργάνων με ιδιαίτερα λεπτομερειακό τρόπο στην 13η και 14η αιτιολογική σκέψη του προσβαλλομένου κανονισμού.
72. Δεν μπορεί, επομένως, να θεωρηθεί ότι τα θεσμικά όργανα δεν επεξήγησαν τι εννοούσαν με την έκφραση "δαπάνες που έχουν άμεση λειτουργική σχέση" με τις πωλήσεις ή ότι δεν ανέφεραν τους λόγους που τους οδήγησαν στην άρνηση των προσαρμογών λόγω διαφόρων ειδών εξόδων που επικαλέστηκε η προσφεύγουσα. Το αν η ερμηνεία τους είναι ορθή και το αν, επομένως, μπόρεσαν ορθώς να αρνηθούν τις απαιτούμενες προσαρμογές εντάσσεται στον τρίτο λόγο ακυρώσεως που εξετάζεται πιο πάνω, σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου 2, παράγραφος 10, στοιχείο γ, του βασικού κανονισμού.
73. Για να είμαι πλήρης, προσθέτω ότι η υποτιθέμενη αντίφαση σχετικά με την τιμή εξαγωγής που καθορίστηκε για τις πωλήσεις της Canon προς τις ΟΕΜ, την οποία προβάλλει η προσφεύγουσα στο τέλος του υπομνήματός της απαντήσεως, στηρίζεται σε παρανόηση της οποίας η προσφεύγουσα υπήρξε θύμα. Η Canon ισχυρίζεται ότι προκύπτει σαφώς από την 16η και την 92α αιτιολογική σκέψη του προσβαλλομένου κανονισμού ότι, για τις εν λόγω πωλήσεις, η τιμή εξαγωγής ήταν η τιμή η εφαρμοζόμενη στις πωλήσεις προς τους πελάτες ΟΕΜ, και αυτό αντιθέτως προς ό,τι το Συμβούλιο επιβεβαίωσε κατά τη διάρκεια της ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασίας, δηλαδή ότι εφάρμοσε το άρθρο 2, παράγραφος 8, στοιχείο β, του βασικού κανονισμού για όλες τις πωλήσεις της Canon προς τις ΟΕΜ εντός της Κοινότητας.
74. Η δεύτερη φράση της 16ης αιτιολογικής σκέψης του προσβαλλομένου κανονισμού επισημαίνει ότι
"όσον αφορά τις πωλήσεις προς τις ΟΕΜ που περιγράφονται στο σημείο ((αιτιολογική σκέψη)) 18 αυτού του κανονισμού (προσωρινού), το Συμβούλιο επιβεβαιώνει τα συμπεράσματα της Επιτροπής ότι, υπ' αυτές τις συνθήκες, θα πρέπει να γίνει η κατάλληλη προσαρμογή των τιμών εξαγωγής ώστε να ληφθεί υπόψη η προμήθεια της θυγατρικής εταιρίας του εξαγωγέα, η οποία πραγματοποιεί αυτές τις πωλήσεις".
Προηγουμένως, τόσο στη 15η όσο και στην αρχή της 16ης αιτιολογικής σκέψης, το Συμβούλιο είχε επεξηγήσει για ποιο λόγο και με ποιο τρόπο είχε εφαρμόσει το άρθρο 2, παράγραφος 8, στοιχείο β, στις πωλήσεις εντός της Κοινότητας στις οποίες παρενέβαιναν θυγατρικές εταιρίες των εξαγωγέων. Είχε, ιδίως, θεωρήσει ότι η τιμή που ίσχυε μεταξύ του εξαγωγέα στην Ιαπωνία και της θυγατρικής του εντός της Κοινότητας, και που ήταν η καταβαλλόμενη κατά την εξαγωγή τιμή και που έπρεπε να χρησιμεύσει ως τιμή εξαγωγής κατά την έννοια της κανονιστικής ρυθμίσεως αντιντάμπινγκ, ήταν όχι αξιόπιστη τιμή μεταβίβασης και ότι έπρεπε, επομένως, να κατασκευαστεί η τιμή εξαγωγής βάσει της τιμής μεταπωλήσεως στον πρώτο ανεξάρτητο αγοραστή. Σ' αυτό το πλαίσιο, η έκφραση "τιμή εξαγωγής" που αναφέρεται στη 16η αιτιολογική σκέψη, δεύτερη φράση, δεν μπορεί να αφορά παρά μόνο την εν λόγω τιμή μεταπωλήσεως που χρησιμοποιήθηκε για την κατασκευή της τιμής εξαγωγής. Σ' αυτή την τιμή μεταπωλήσεως έγιναν "οι προσήκουσες προσαρμογές για να ληφθεί υπόψη ο ρόλος της θυγατρικής εταιρίας του εξαγωγέα σ' αυτές τις πωλήσεις" προς τις ΟΕΜ. 'Οπως είδαμε, το Δικαστήριο, με την προαναφερθείσα απόφαση της 14ης Μαρτίου 1990, Gestetner κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, έκρινε εξάλλου νόμιμη την εφαρμογή του άρθρου 2, παράγραφος 8, στοιχείο β του βασικού κανονισμού στις πωλήσεις προς τις ΟΕΜ.
75. Ως προς το χωρίο της 92ης αιτιολογικής σκέψης του προσβαλλομένου κανονισμού, που ορίζει ότι
"η τιμή που καταβάλλεται προς εξαγωγή στην Κοινότητα είναι η τιμή που καταβάλλει η ΟΕΜ στον συγκεκριμένο Ιάπωνα παραγωγό",
αυτό πρέπει να διαβαστεί στο δικό του πλαίσιο, δηλαδή στο πλαίσιο του γενικού ζητήματος αν οι ΟΕΜ μπορούσαν να θεωρηθούν ως εξαγωγείς για τους οποίους θα έπρεπε να υπολογιστούν χωριστά περιθώρια ντάμπινγκ. Αυτό ουδόλως, επομένως, προδικάζει τον τρόπο με τον οποίο η τιμή εξαγωγής πρέπει να καθοριστεί σε συγκεκριμένη περίπτωση. Τίποτε, άλλωστε, δεν δείχνει ότι, στην περίπτωση κατά την οποία οι θυγατρικές εταιρίες των εξαγωγέων δεν θα παρενέβαιναν στις πωλήσεις προς τις ΟΕΜ εντός της Κοινότητας, τα θεσμικά όργανα δεν θα θεωρούσαν την "τιμή που καταβάλλεται από την ΟΕΜ στον συγκεκριμένο παραγωγό" ως τιμή εξαγωγής.
Συμπέρασμα
76. Δεδομένου ότι κανένας από τους προβληθέντες από την προσφεύγουσα λόγους ακυρώσεως δεν μπορεί, επομένως, να γίνει δεκτός, προτείνω στο Δικαστήριο να απορρίψει την προσφυγή ως αβάσιμη και να καταδικάσει την Canon στα δικαστικά έξοδα, περιλαμβανομένων των δικαστικών εξόδων των παρεμβαινουσών.
CO/k
(*) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
(1) EE L 54, σ. 12.
(2) ΕΕ L 201, σ. 1.
(3) Βλ. τις αποφάσεις της 7ης Μαΐου 1987, καλούμενες "ένσφαιροι τριβείς- ρουλεμάν" (240/84, 255/84, 256/84, 258/84 και 260/84, Συλλογή 1987, σ. 1809, 1861, 1899, 1923, 1975).
(4) Βλ. την απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 1988, 260/85 και 106/86, Tokyo Electric κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1988, σ. 5855, σκέψη 31).
(5) Βλ. την απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 1988, 277/85 και 300/85, Canon κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1988, σ. 5731, σκέψη 37).
(6) Βλ. για παρόμοιες περιπτώσεις, όπου μειώσεις του περιθωρίου dumping δεν δικαιολόγησαν τροποποίηση του ποσοστού που καθορίστηκε στο επίπεδο της ζημίας, τις αποφάσεις της 5ης Οκτωβρίου 1988, 250/85, Brother κατά Συμβουλίου, (Συλλογή 1988, σ. 5683, σκέψη 24) και ΤΕC κατά Συμβουλίου, που προαναφέρθηκε, σκέψη 41.
(7) Βλ. το σημείο 95 του υπομνήματος απαντήσεως.
(8) Βλ. ιδίως την απόφαση της 7ης Μαΐου 1987, 260/84, Minebea κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1987, σ. 1975, σκέψη 43 ).
(9) Βλ. τα σημεία 82 έως 98 της προσφυγής.
(10) Βλ. ιδίως την απόφαση της 7ης Μαΐου 1987, Minebea κατά Συμβουλίου, που προαναφέρθηκε, σκέψη 45.
(11) Βλ. κατ' αυτή την έννοια όσον αφορά την κατασκευή της κανονικής αξίας, την απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 1988, Canon κατά Συμβουλίου, που προαναφέρθηκε, σκέψη 26.
(12) Βλ. ειδικότερα το σημείο 155 του υπομνήματος απαντήσεως.
Full & Egal Universal Law Academy