Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1. Εκτός από τον λόγο ακυρώσεως που αφορά το ασυμβίβαστο του άρθρου 2, παράγραφος 10, στοιχείο γ, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2176/84 του Συμβουλίου (1) (στο εξής: βασικός κανονισμός) προς τον κώδικα αντιντάμπινγκ της Γενικής Συμφωνίας Δασμών και Εμπορίου (στο εξής: ΓΣΔΕ) του 1979 (2), κανένας από τους λόγους που επικαλέστηκαν στην προκειμένη περίπτωση οι προσφεύγουσες, Matsushita Elecitric Industrial Co. Ltd (στο εξής: ΜΕΙ) και Μatsushita Electric Trading Co. Ltd. (στο εξής: ΜΕΤ), προς στήριξη των προσφυγών τους με τις οποίες ζητούν την ακύρωση του κανονισμού (ΕΟΚ) 535/87 (3) (στο εξής: προσβαλλόμενος κανονισμός ή οριστικός κανονισμός) δεν είναι στην περαγματικότητα καινούργιος.
2. Στις υποθέσεις C-171/87 (Canon) και C-174/87 (Ricoh), αντιμετώπισα ήδη λόγους ακυρώσεως αντλούμενους από παράβαση του άρθρου 2, παράγραφοι 3 και 7 (που αφορά τον καθορισμό της κανονικής αξίας), και του άρθρου 2, παράγραφοι 9 και 10, στοιχείο γ, του βασικού κανονισμού (που αφορά τη σύγκριση μεταξύ κανονικής αξίας και τιμής εξαγωγής). Στις παρούσες προτάσεις, μπορώ, επομένως, εν μέρει, να παραπέμψω στις προτάσεις που ανέπτυξα στις εν λόγω δύο υποθέσεις και, για τα λοιπά, να περιοριστώ στο να λάβω θέση έναντι των ειδικών επιχειρημάτων που επικαλείται η Matsushita, προβάλλουσα ιδίως ιδιαιτερότητες που διακρίνουν την κατάστασή της από αυτήν των άλλων Ιαπώνων εξαγωγέων για τους οποίους πρόκειται είτε από τον προσβαλλόμενο κανονισμό στην προκειμένη περίπτωση είτε από τον σχετικό με τις ηλεκτρονικές γραφομηχανές κανονισμό (στο εξής: ΗΓ) των οποίων το αίτημα ακυρώσεως απορρίφθηκε από το Δικαστήριο με τις αποφάσεις της 5ης Οκτωβρίου 1988 (4). Εξάλλου, ο λόγος που αντλείται από παράβαση του άρθρου 190 της Συνθήκης ΕΟΚ (έλλειψη αιτιολογίας) συνδέεται στενά με τον λόγο που αντλείται από τον εσφαλμένο καθορισμό της κανονικής αξίας, κατά την έννοια ότι προσάπτεται στο Συμβούλιο ότι δεν επεξήγησε επαρκώς την εφαρμογή στην οποία προέβη, στην προκειμένη περίπτωση, του άρθρου 2, παράγραφοι 3 και 7, του βασικού κανονισμού.
3. Ως προς τους λόγους ακυρώσεως που αφορούν τη ζημία, το συμφέρον της Κοινότητας, καθώς και τον υπολογισμό του δασμού αντιντάμπινγκ, αυτοί αποτέλεσαν το αντικείμενο παρατηρήσεων που αναπτύχθησαν από κοινού με τις προσφεύγουσες στις υποθέσεις C-174/87 (Ricoh), C-176/87 (Konishiroku), C-177/87 (Sanyo) και C-179/87 (Sharp), των οποίων συζήτησα λεπτομερώς το βάσιμο στις προτάσεις μου στην υπόθεση C-174/87 (Ricoh). Δεν θα επανέλθω, επομένως, στο πλαίσιο των παρουσών προτάσεων.
Α - Επί του καθορισμού της κανονικής αξίας
4. Η Matsushita επικρίνει τον τρόπο με τον οποίο το Συμβούλιο καθόρισε την κανονική αξία από τρεις διαφορετικές απόψεις. Για τη λεπτομερή περιγραφή των προβληθέντων επιχειρημάτων παραπέμπω στην έκθεση ακροατηρίου.
1. Παράβαση του άρθρου 2, παράγραφοι 3 και 7, του βασικού κανονισμού, κατά το ότι οι εφαρμοσθείσες τιμές σχετικά με τους πρώτους ανεξάρτητους αγοραστές χρησιμοποιήθηκαν για τον καθορισμό της κανονικής αξίας
5. Για να στηρίξει τον πρώτο της λόγο ακυρώσεως, η Matsushita προέβαλε, καταρχάς, επιχειρήματα αποβλέποντα στο να αποδείξει ότι ο βασικός κανονισμός δεν επιτρέπει τη χρησιμοποίηση των εφαρμοσθέντων στους πρώτους ανεξάρτητους αγοραστές τιμών για τον καθορισμό της κανονικής αξίας. Κατ' αυτή, οι παράγραφοι 3 και 7 του άρθρου 2 του βασικού κανονισμού αποτελούν πλήρες σύστημα για τον καθορισμό της κανονικής αξίας στην περίπτωση υπάρξεως συνδέσμου μεταξύ παραγωγού και των πελατών και επιβάλλουν στα κοινοτικά όργανα την υποχρέωση να καθορίζουν την κανονική αξία βάσει της καταβληθείσας στον παραγωγό τιμής ή των εξόδων που φέρει ο τελευταίος. Επίσης, το Συμβούλιο παρέβη τις εν λόγω διατάξεις αρνούμενο να εφαρμόσει το άρθρο 2, παράγραφος 7, στις πωλήσεις που πραγματοποιήθηκαν μεταξύ ΜΕΙ και των συνδεομένων εταιριών της πωλήσεων και, στο μέτρο που θεώρησε ότι οι εν λόγω πωλήσεις δεν αποτελούν συνήθεις εμπορικές πράξεις, μη καθορίζοντας την κανονική αξία σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 3, στοιχείο β.
6. 'Ηδη υπενθύμισα στις προτάσεις μου στις υποθέσεις C-171/87, Canon, και C-174/87, Ricoh ότι, όπως προκύπτει από τις προαναφερθείσες αποφάσεις της 5ης Οκτωβρίου 1988:
i) για τον καθορισμό της κανονικής αξίας, το άρθρο 2, παράγραφος 3, στοιχείο α, του βασικού κανονισμού πρέπει να χρησιμοποιείται κατά προτεραιότητα και ότι η παράγραφος 3, στοιχείο β, προβλέπεται απλώς επικουρικώς (5)
ii) όταν οι καταβληθείσες από τον αγοραστή τιμές του προϊόντος μπορούν να θεωρηθούν ως οι πράγματι πληρωθείσες τιμές για το προϊόν στη χώρα εξαγωγής ή καταγωγής κατά τις συνήθεις εμπορικές πράξεις, πρέπει να προτιμηθούν βάσει του άρθρου 2, παράγραφος 3, στοιχείο α, από οποιοδήποτε άλλο στοιχείο (6)
iii) αυτό συμβαίνει όταν γίνεται κατανομή των δραστηριοτήτων παραγωγής και πωλήσεως στο εσωτερικό ενός ομίλου ο οποίος, παρόλον ότι απαρτίζεται από νομικώς διακρινόμενες εταιρίες, αποτελεί ωστόσο "ενιαία οικονομική οντότητα" (7).
7. Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι, στο μέτρο που συντρέχουν οι προϋποθέσεις ώστε οι πληρωθείσες από τον πρώτο ανεξάρτητο αγοραστή τιμές να μπορούν να θεωρηθούν ως πραγματοποιηθείσες "κατά τις συνήθεις εμπορικές πράξεις" και, επομένως, να γίνουν δεκτές ως κανονική αξία βάσει του άρθρου 2, παράγραφος 3, στοιχείο α, παρέλκει η εξέταση του ζητήματος της εφαρμογής και, κατά συνέπεια, των συνεπειών ενδεχομένης εφαρμογής του άρθρου 2, παράγραφος 7.
8. Επίσης, όπως προκύπτει από τα προεκτεθέντα, κανένα επιχείρημα προς στήριξη της απόψεως ότι μόνον οι καταβληθείσες στον παραγωγό τιμές ή τα έξοδα που φέρει αυτός μπορούν να γίνουν δεκτά ως κανονική αξία δεν μπορεί να αντληθεί, αφενός, από το ότι το άρθρο 2, παράγραφος 3, στοιχείο β, σημείο ii, προβλέπει ότι η κατασκευασμένη αξία καθορίζεται προσθέτοντας το κόστος παραγωγής και λογικό περιθώριο κέρδους και ότι το εν λόγω κόστος παραγωγής περιλαμβάνει εύλογο ποσό για τα έξοδα πωλήσεως, τα διοικητικά και άλλα γενικά έξοδα ούτε, αφετέρου, από το γεγονός ότι οι διατάξεις του βασικού κανονισμού περί καθορισμού της κανονικής αξίας, αντιθέτως προς αυτές περί καθορισμού της τιμής εξαγωγής (βλ. το άρθρο 2, παράγραφος 8, στοιχείο β), δεν αντιμετωπίζουν ρητώς τη δυνατότητα χρησιμοποιήσεως των εφαρμοζομένων στο επίπεδο της πωλήσεως (μεταπωλήσεως) προς τον πρώτο ανεξάρτητο αγοραστή τιμών. Εξάλλου, όπως ρητώς προκύπτει από την προαναφερθείσα απόφαση 260/85 και 106/86, Tokyo Electric κατά Συμβουλίου, (Συλλογή σ. 5855, 5919, σκέψη 29), ακόμα και σε περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 2, παράγραφος 3, στοιχείο β, σημείο ii, όχι μόνο τα έξοδα που φέρει ο παραγωγός (ή το ενταγμένο στην εσωτερική του οργάνωση τμήμα πωλήσεων), αλλά και τα έξοδα που φέρει εταιρία πωλήσεων, η οποία καίτοι νομικώς διακρινόμενη ελέγχεται οικονομικώς από τον παραγωγό, πρέπει να περιλαμβάνονται στην κανονική αξία.
9. Απομένει, επομένως, να εξετασθεί εάν τα στοιχεία επί των οποίων η Matsushita στηρίχθηκε στο υπόμνημα ανταπαντήσεώς της που κατέθεσε μετά την έκδοση των αποφάσεων ΗΓ για να αποδείξει ότι η ΜΕΙ και οι 59 συνδεόμενες εταιρίες πωλήσεών της δεν αποτελούν "ενιαία οικονομική οντότητα", κατά την έννοια των εν λόγω αποφάσεων, αρκούν για να συναχθεί το συμπέρασμα ότι αυτή η νομολογία δεν έχει εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση. Συναφώς, η Matsushita ισχυρίζεται, αφενός, ότι η ΜΕΙ δεν είναι απλώς κατασκευαστής φωτοαντιγραφικών μηχανημάτων που χρησιμοποιούν συνηθισμένο χαρτί (στο εξής: PPC), αλλά ασκεί επίσης ορισμένα καθήκοντα πωλήσεως και ότι οι μεταβιβάσεις μεταξύ ΜΕΙ και των 59 συνδεομένων εταιριών της πωλήσεων αποτελούν πραγματικές πωλήσεις. Ισχυρίζεται, εξάλλου, ότι οι εν λόγω 59 συνδεόμενες εταιρίες πωλήσεων, στις οποίες η ΜΕΙ "πωλεί" τα προϊόντα της, εκτελούν καθήκοντα διαφορετικά από αυτά ενταγμένου σε εσωτερική οργάνωση τμήματος πωλήσεων και ότι τα έξοδά τους πωλήσεως, τα οποία προστίθενται στα έξοδα που ήδη φέρει η ίδια η ΜΕΙ, δεν έπρεπε να περιληφθούν στην κανονική αξία.
10. Υπό τις παρούσες συνθήκες δεν νομίζω, ωστόσο, ότι τα εν λόγω στοιχεία μπορούν να δικαιολογήσουν το να μη θεωρηθούν η Μatsushita και οι συνδεόμενες εταιρίες της πωλήσεων ως αποτελούσες "ενιαία οικονομική οντότητα", κατά την έννοια της νομολογίας ΗΓ. Σημειώνω, καταρχάς, ότι σε όλες τις αποφάσεις της 5ης Οκτωβρίου 1988, στις οποίες το Δικαστήριο εφήρμοσε τη θεωρία της "ενιαίας οικονομικής οντότητας" αρκέστηκε στη διαπίστωση ότι ο παραγωγός για τον οποίο επρόκειτο (8)
"διαθέτει τα προϊόντα του στην εσωτερική αγορά μέσω μίας εταιρίας διανομής, την οποία ελέγχει οικονομικώς και στην οποία έχει αναθέσει καθήκοντα τα οποία κανονικώς προσιδιάζουν στα ενταγμένα στην εσωτερική οργάνωση του παραγωγού τμήματα πωλήσεων".
Ασφαλώς, αυτή η διατύπωση δεν απαιτεί ίσως η θεωρία της "ενιαίας οικονομικής οντότητας" να πρέπει αναγκαστικά να εφαρμόζεται και στην περίπτωση που ο παραγωγός πωλεί ο ίδιος μέρος των προϊόντων του απευθείας σε ανεξάρτητους πελάτες, μέσω ενταγμένου στην εσωτερική οργάνωσή του τμήματος πωλήσεων, και ένα άλλο μέρος μέσω μιας ή περισσοτέρων εταιριών διανομής. Αφετέρου, όμως, δεν μπορεί να συναχθεί από την εν λόγω διατύπωση ότι το Δικαστήριο θέλησε να περιορίσει την εφαρμογή της θεωρίας της "ενιαίας οικονομικής οντότητας" στις περιπτώσεις όπου ο ίδιος ο παραγωγός δεν ασκεί καμία δραστηριότητα πωλήσεως και όπου όλες οι συνδεόμενες με την πώληση δραστηριότητες, που προσιδιάζουν κανονικά σε ενταγμένο στην εσωτερική οργάνωση του παραγωγού τμήμα πωλήσεων, ασκούνται αποκλειστικά μέσω μιας ή περισσοτέρων συνδεομένων εταιριών πωλήσεων. Η θεωρία της "ενιαίας οικονομικής οντότητας" έχει εφαρμογή εφόσον υπάρχει
"κατανομή των δραστηριοτήτων παραγωγής και πωλήσεως εντός ενός ομίλου απαρτιζομένου από νομικώς διακρινόμενες εταιρίες" (9).
Είμαι της γνώμης ότι δεν απαιτείται να υπάρχει σαφής διαχωρισμός μεταξύ των δραστηριοτήτων παραγωγής, αφενός, και των δραστηριοτήτων πωλήσεως αφετέρου, δηλαδή η εταιρία που ασκεί τις δραστηριότητες παραγωγής να μη ασκεί καμία άλλη δραστηριότητα συνδεόμενη με την πώληση. Αρκεί η εταιρία παραγωγής να μη πωλεί η ίδια απευθείας σε ανεξάρτητους πελάτες.
11. Μια τέτοια ερμηνεία μου φαίνεται σύμφωνη προς τον στόχο την επίτευξη του οποίου επιδιώκει η εν λόγω θεωρία, δηλαδή οι οικονομικές πραγματικότητες να υπερέχουν των νομικών μορφών και κατασκευών. Συγκεκριμένα, η εν λόγω θεωρία πρέπει να επιτρέπει "να αποτρέπεται το ενδεχόμενο το κόστος, το οποίο προφανώς (ή αναγκαστικά (10) περιλαμβάνεται στην τιμή πωλήσεως ενός προϊόντος όταν η πώληση αυτή πραγματοποιείται από τμήμα πωλήσεων ενταγμένο στην εσωτερική οργάνωση του παραγωγού να μη περιληφθεί όταν η ίδια δραστηριότητα πωλήσεως του προϊόντος ασκείται από εταιρία νομικώς διακρινόμενη, καίτοι οικονομικώς ελεγχόμενη από τον παραγωγό" (11). Προς τον σκοπό αυτό, πρέπει να εφαρμόζεται όχι μόνο όταν όλες οι δραστηριότητες πωλήσεως ασκούνται από νομικώς διακρινόμενη, καίτοι οικονομικώς ελεγχόμενη από τον παραγωγό εταιρία, αλλά και όταν ο παραγωγός ανέθεσε σε μια εταιρία μέρος μόνο των εν λόγω δραστηριοτήτων και ασκεί τις υπόλοιπες μέσω ενταγμένου στην εσωτερική του οργάνωση τμήματος.
12. Διαπιστώνω, δεύτερον, ότι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, σύμφωνα με τις ίδιες τις προσφεύγουσες (βλ. ιδίως το σημείο 21 της προσφυγής), το τμήμα πωλήσεων της ΜΕΙ στον τομέα του υλικού γραφείου (που ανήκει στο Office Equipment Division, στο εξής: ΟΕD), έχει ως κύριο καθήκον να "βοηθά τις συνδεόμενες εταιρίες πωλήσεων κατά την άσκηση των εμπορικών δραστηριοτήτων τους, ιδίως κατά τις πωλήσεις προς σημαντικούς πελάτες, όπως οι τράπεζες, τα σχολεία ή άλλα συγκρίσιμα ιδρύματα", και αυτό διότι "οι περισσότερες από αυτές τις εταιρίες δεν διαθέτουν προσωπικό ειδικευμένο στην πώληση ΡΡC". Αναπληροί, επομένως, τις συνδεόμενες εταιρίες πωλήσεων σε δραστηριότητα που οι ίδιες δεν μπορούν μόνες τους να αναλάβουν εξ ολοκλήρου και, όταν ασκεί καθήκοντα πωλήσεως, τα ασκεί έναντι πελατών των συνδεομένων εταιριών πωλήσεων και όχι έναντι των τελευταίων.
13. Εξάλλου, όταν "οι πωλητές του ΟΕD οργανώνουν επιδείξεις, εκθέσεις, διαγωνισμούς πωλήσεων μεταξύ συνδεομένων εταιριών πωλήσεων και μεταπωλητών", ασκούν καθήκοντα που αποσκοπούν στην προώθηση των πωλήσεων των προϊόντων της Matsushita όχι προς τις συνδεόμενες εταιρίες πωλήσεων, αλλά προς τους πελάτες των τελευταίων.
14. Επίσης, το γεγονός ότι "επισκέπτονται τους μεταπωλητές και τους πραγματικούς ή δυνάμει πελάτες με τους πωλητές των συνδεομένων εταιριών πωλήσεων και λαμβάνουν παραγγελίες των συνδεομένων εταιριών πωλήσεων" αποδεικνύει ότι, στην πραγματικότητα, δεν πωλούν προς τις συνδεόμενες εταιρίες πωλήσεων, αλλά στην καλυτέρα των περιπτώσεων συνεργάζονται με αυτές για την πώληση προς ανεξαρτήτους μεταπωλητές.
15. Τέλος, το ότι "η διαφήμιση για τα ΡΡC στην Ιαπωνία εξασφαλίζεται κυρίως από το ΟED", αυτό ασφαλώς δεν συμβαίνει για να ευνοήσει τις "πωλήσεις" της ΜΕΙ προς τις συνδεόμενες εταιρίες της πωλήσεων, αλλά τις πωλήσεις των τελευταίων προς ανεξαρτήτους πελάτες.
16. Υπ' αυτές τις συνθήκες, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι οι δραστηριότητες πωλήσεως που ασκεί η ΜΕΙ αφορούν τις μεταβιβάσεις προς τις 59 συνδεόμενες εταιρίες της πωλήσεων ούτε ότι οι εν λόγω μεταβιβάσεις αποτελούν πραγματικές πωλήσεις κατά την έννοια της κανονιστικής ρυθμίσεως αντιντάμπινγκ, δηλαδή πραγματοποιούμενες "κατά τις συνήθεις εμπορικές πράξεις". Εξάλλου, εφόσον οι εν λόγω δραστηριότητες αφορούν τις πωλήσεις προς τους πρώτους ανεξαρτήτους πελάτες εντός της εσωτερικής αγοράς, ο στόχος που συνίσταται στο να συμπεριληφθούν στην κανονική αξία όλα τα έξοδα που προφανώς ενσωματώνονται στην τιμή πωλήσεως εντός της εσωτερικής αγοράς απαιτεί όπως τα έξοδα που συνεπάγεται η άσκηση των εν λόγω δραστηριοτήτων ενσωματώνονται στην κανονική αξία. Η Matsushita δεν αμφισβητεί, άλλωστε, το ότι αυτά πρέπει να συμπεριληφθούν, ισχυρίζεται, όμως, όπως είδαμε, θεωρώντας ότι οι ασκούμενες από τις συνδεόμενες εταιρίες πωλήσεων δραστηριότητες είναι διαφορετικές από τις δραστηριότητες ενταγμένου στην εσωτερική οργάνωση τμήματος πωλήσεων, ότι η κανονική αξία έπρεπε να περιλάβει μόνο τα έξοδα της ΜΕΙ, αποκλειομένων, επομένως, των εξόδων των συνδεομένων εταιριών πωλήσεων.
17. Πρέπει, τρίτον, να γίνει δεκτό ότι ήδη από τη διαπίστωση ότι οι ασκούμενες από τη ΜΕΙ δραστηριότητες δεν είναι συμπληρωματικές των ασκουμένων από τις συνδεόμενες εταιρίες πωλήσεων δραστηριοτήτων, καθώς και από το μη αμφισβητούμενο γεγονός ότι η ίδια η ΜΕΙ δεν πραγματοποίησε καμία πώληση προς ανεξάρτητους πελάτες, προκύπτει ότι οι δραστηριότητες πωλήσεως που ασκούν οι συνδεόμενες εταιρίες πωλήσεων είναι απαραίτητες για την πώληση των ΡΡC της Μatsushita εντός της εσωτερικής αγοράς. Εξάλλου, στην προσφυγή της (βλ. το σημείο 24) η Matsushita διευκρινίζει ρητώς ότι "κάθε συνδεόμενη εταιρία πωλήσεων είναι υπεύθυνη για την πώληση των ΡΡC προς τους εγκατεστημένους στο έδαφός της μεταπωλητές" και ότι οι δραστηριότητές τους περιλαμβάνουν όχι μόνο την προμήθεια ΡΡC προς τους μεταπωλητές, αλλά και τη μεταφορά των ΡΡC στις εγκαταστάσεις των μεταπωλητών ή στους τελικούς καταναλωτές, τη διαφήμιση και την προώθηση των ΡΡC, την εξυπηρέτηση μετά την πώληση και, σε ενδεχόμενη περίπτωση, την επισκευή των πωλουμένων σε τελικούς καταναλωτές ΡΡC". Πρόκειται εδώ, αναμφισβητήτως, για δραστηριότητες οι οποίες, αν δεν υπήρχαν συνδεόμενες εταιρίες πωλήσεων, θα ασκούντο από ενταγμένο στην εσωτερική οργάνωση τμήμα πωλήσεων του οποίου τα σχετικά έξοδα πρέπει, κατά συνέπεια, να περιληφθούν στην κανονική αξία.
18. Είναι αληθές ότι αυτό καταλήγει σε κανονική αξία η οποία, όπως διαπιστώνει η Matsushita (12), περιλαμβάνει "δύο σειρές εξόδων (...) δηλαδή τα έξοδα της ίδιας της προσφεύγουσας ΜΕΙ και τα έξοδα των συνδεομένων εταιριών πωλήσεων", όμως, αντιθέτως προς ό,τι θεωρεί η Matsushita, δεδομένου ότι τα εν λόγω έξοδα αφορούν διαφορετικά καθήκοντα, που όλα συμβάλλουν στην πώληση εντός της εσωτερικής αγοράς, λαμβάνοντας υπόψη μια μόνο σειρά έξοδα δεν θα ήταν αρκετό για να εξασφαλιστεί ότι θα περιληφθούν, στην κανονική αξία, όλα τα έξοδα που θα ενσωματώνονταν προφανώς στην τιμή πωλήσεως αν οι δραστηριότητες πωλήσεως είχαν πραγματοποιηθεί αποκλειστικά είτε από ενταγμένο στην εσωτερική οργάνωση του παραγωγού τμήμα πωλήσεων είτε από εταιρία νομικώς διακρινόμενη από τον παραγωγό, οικονομικώς όμως ελεγχόμενη από αυτόν.
19. Συμπεραίνω από τα προεκτεθέντα ότι, εφόσον όλες οι πωλήσεις προς ανεξαρτήτους αγοραστές εντός της εσωτερικής αγοράς πραγματοποιούνται από τις συνδεόμενες με τη ΜΕΙ εταιρίες πωλήσεων, το γεγονός ότι η ΜΕΙ δεν ανέθεσε το σύνολο των σχετικών δραστηριοτήτων πωλήσεως στις εν λόγω εταιρίες πωλήσεων, αλλά και η ίδια ασκεί μέρος από αυτές (κυρίως δραστηριότητες υποστήριξης), δεν εμποδίζει η ΜΕΙ και οι εταιρίες της πωλήσεων να θεωρούνται ως αποτελούσες μία "ενιαία οικονομική οντότητα" προς καθορισμό της κανονικής αξίας.
20. Για να είμαι πλήρης προσθέτω ότι η απλή διαπίστωση που περιέχεται στο σημείο 23 της προσφυγής ότι "κατά την περίοδο της έρευνας, το κατεχόμενο από τη ΜΕΙ και άλλες εταιρίες του ομίλου Matsushita μερίδιο στο κεφάλαιο των εν λόγω 59 εταιριών (συνδεομένων εταιριών πωλήσεων) εποίκιλλε από 12,5 % έως 100 %" δεν αρκεί για να αμφισβητηθεί ότι αυτές ελέγχονταν οικονομικά από τη ΜΕΙ. Εξάλλου, μεταξύ των 59 εν λόγω εταιριών πωλήσεων σε λίγες μόνο η ΜΕΙ δεν κατείχε τουλάχιστον το 50 % του κεφαλαίου. Αφετέρου, ο βαθμός του οικονομικού ελέγχου δεν μετράται μόνο σε μερίδια κεφαλαίου. Συναφώς, παρατηρείται, για παράδειγμα, ότι το τμήμα βιομηχανικών πωλήσεων (Industrial Sales Division) της ΜΕΙ είναι υπεύθυνο για την εμπορική πολιτική στον τομέα βιομηχανικών προϊόντων και, μ' αυτή την ιδιότητα, καθορίζει κυρίως, σε συνεργασία με το ΟΕD, την πολιτική των τιμών για τα ΡΡC, περιλαμβανομένων των αρχών που διέπουν τη χορήγηση εκπτώσεων (βλ. το σημείο 19 της προσφυγής). Μου φαίνεται, άλλωστε, καθοριστική η διαπίστωση ότι η Matsushita δεν άντλησε επιχείρημα από το γεγονός ότι κατείχε, σε ορισμένες από τις εταιρίες της πωλήσεων, λιγότερο από το ήμισυ του κεφαλαίου. Πράγματι, σ' αυτό παρέπεμψε μόνο παρεμπιπτόντως, σε σημείωση στο τέλος σελίδας του υπομνήματος απαντήσεως, όταν ισχυρίζετο ότι οι μεταβιβάσεις στο εσωτερικό του ομίλου είναι, στην πραγματικότητα πραγματικές πωλήσεις, παρόλον ότι πραγματοποιούνται μεταξύ συνδεομένων μερών (βλ. το σημείο 8 του υπομνήματος απαντήσεως).
2. Παράβαση του άρθρου 2, παράγραφος 3, στοιχείο α, του βασικού κανονισμού, κατά το ότι η έκπτωση λόγω αναλήψεως του κυρίου μηχανήματος περιελήφθη στην πράγματι "πληρωθείσα ή πληρωτέα τιμή" που έγινε δεκτή ως κανονική αξία
21. Απέδειξα ήδη, στις σχετικές με την υπόθεση C-171/87, Canon, προτάσεις μου, ότι κάθε έκπτωση λόγω αναλήψεως μεταχειρισμένου μηχανήματος πρέπει κατ' αρχήν να περιλαμβάνεται στην κανονική αξία, όπως καθορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 3, στοιχείο α, του βασικού κανονισμού, διότι, αντάλλαγμα της αξίας που το αναλαμβανόμενο μηχάνημα αντιπροσωπεύει για τον αναλαμβάνοντα, αποτελεί ακριβώς τμήμα της "πράγματι" πληρωθείσας ή πληρωτέας τιμής από τον αγοραστή του καινούργιου μηχανήματος. Αυτό ισχύει ακόμα και όταν η εν λόγω αξία δεν αντιστοιχεί στην αξία μεταπωλήσεως των μεταχειρισμένων προϊόντων, αλλά, όπως στη συγκεκριμένη περίπτωση, στα οφέλη που ο παραγωγός αντλεί από την απόσυρσή τους από την αγορά και την καταστροφή τους και τα οποία το Συμβούλιο περιέγραψε στο τέλος της 13ης αιτιολογικής σκέψης, δεύτερο εδάφιο, του προσβαλλομένου κανονισμού. Το επιχείρημα της Matsushita ότι τα εν λόγω οφέλη δεν είναι άμεσα και ποσοτικώς αποτιμητά δεν μου φαίνεται βάσιμο σ' αυτό το πλαίσιο, διότι τα θεσμικά όργανα δεν προέβησαν σε εκτίμηση του ειδικού κέρδους που ο καθένας από τους διάφορους παραγωγούς αντλεί από την απόσυρση εκ της αγοράς μεταχειρισμένων ΡΡC του, αλλά απλώς προσέθεσαν στις πληρωθείσες ή πληρωτέες από τους πελάτες τους καθαρές τιμές το πραγματικό ποσό της εκπτώσεως που χορηγήθηκε ως έκπτωση αναλήψεως μεταχειρισμένου μηχανήματος.
22. Τα ειδικά επιχειρήματα που προέβαλε η Matsushita για να ισχυριστεί ότι, εν πάση περιπτώσει, οι εκπτώσεις λόγω αναλήψεως μεταχειρισμένου μηχανήματος που χορηγούν οι εταιρίες της πωλήσεων στους ανεξάρτητους πελάτες τους αποτελούν συνήθεις εκπτώσεις και δεν έπρεπε να περιληφθούν στην κανονική αξία δεν μπορούν ούτε αυτά να γίνουν δεκτά.
23. Κατ' αρχάς, το γεγονός ότι η έκπτωση χορηγείται χωρίς να πρέπει να προσκομισθεί η απόδειξη αναλήψεως μεταχειρισμένου μηχανήματος και χωρίς η Matsushita να ελέγχει αν έλαβε χώρα ανάληψη μεταχειρισμένου ουδόλως επηρεάζει το ότι η έκπτωση έχει ακριβώς ως στόχο να επιτρέψει στους μεταπωλητές ΡΡC της Μatsushita να πραγματοποιήσουν αναλήψεις και να αποσύρουν από την αγορά τα αναλαμβανόμενα ΡΡC. Λαμβανομένων υπόψη των άλλων εκπτώσεων που χορηγεί η Matsushita, δηλαδή της εκπτώσεως για το κύριο μηχάνημα, της εκπτώσεως για πληρωμή τοις μετρητοίς και της εκπτώσεως προς αντιμετώπιση του ανταγωνισμού (βλ. το κεφάλαιο Ι, γράμμα Β, της εκθέσεως ακροατηρίου) και λαμβανομένων υπόψη των ενίοτε διστακτικών αν όχι αντιφατικών δηλώσεων της Matsushita κατά τα διάφορα στάδια της διαδικασίας (βλ. τα σημεία 55 έως 77 του υπομνήματος αντικρούσεως του Συμβουλίου), δύσκολα, άλλωστε, αντιλαμβανόμαι για ποιο λόγο η Matsushita χορηγεί εκπτώσεις που αποκαλεί "έκπτωση λόγω αναλήψεως του κυρίου μηχανήματος" αν δεν αποσκοπούν, εκτός από την προώθηση της πωλήσεως καινούργιων ΡΡC, στο να ευνοήσουν την ανάληψη μεταχειρισμένων ΡΡC. Τέλος, σύμφωνα με τις ίδιες τις ενδείξεις της Matsushita, έγιναν αναλήψεις στις 90 % των περιπτώσεων.
24. Περαιτέρω, κανένα από τα πραγματικά περιστατικά που, κατά τη Matsushita, αποδεικνύουν ότι η έκπτωση λόγω αναλήψεως μεταχειρισμένου δεν αντιστοιχεί σε αξία μεταβιβαζόμενη από τους μεταπωλητές προς τις συνδεόμενες εταιρίες πωλήσεων, δεν είναι λυσιτελές. Το ότι οι ανεξάρτητοι μεταπωλητές δεν απέστειλαν (πάντοτε) προς τις συνδεόμενες εταιρίες πωλήσεων τα μεταχειρισμένα ΡΡC που αποτέλεσαν το αντικείμενο αναλήψεως, ούτε το ότι δεν τους απέστειλαν τις (ενδεχόμενες) εισπράξεις από την αχρήστευσή τους ή τη μεταπώλησή τους επιτρέπουν στη Matsushita να αρνηθεί ότι άντλησε οφέλη από την απόσυρσή τους από την αγορά όπως επισημαίνεται από το Συμβούλιο. Αντιθέτως, το γεγονός ότι η Matsushita σπανίως ανέκτησε τα αναλαμβανόμενα μηχανήματα ή ότι δεν επωφελήθηκε η ίδια από τις (ενδεχόμενες) εισπράξεις τις προερχόμενες από την αχρήστευσή τους ή τη μεταπώλησή τους επιτρέπει τη σκέψη ότι, με τη χορήγηση της εκπτώσεως λόγω αναλήψεως μεταχειρισμένου, επεδίωκε ακριβώς να αντλήσει οφέλη που δεν συνδέονται με την αξία της ανακτήσεως ή μεταπωλήσεως των αναλαμβανομένων μηχανημάτων. Επιπλέον, όσον αφορά ιδιαίτερα τη Matsushita, το Συμβούλιο έλαβε υπόψη ότι σε ορισμένες περιπτώσεις η χορήγηση της εκπτώσεως δεν εξηρτάτο (δυνάμει συμφωνίας ή διακανονισμού) από την απόσυρση εκ της αγοράς των παλαιών ΡΡC. Πράγματι στη 13η αιτιολογική σκέψη, προτελευταίο εδάφιο, του προσβαλλομένου κανονισμού υπονοείται η Matsushita όταν αναφέρεται ότι ένας εξαγωγέας
"παρατήρησε ότι στην περίπτωσή του οι πωλητές δεν υποχρεούντο να αποδείξουν ότι τα μηχανήματα είχαν αποσυρθεί από την αγορά προκειμένου να αποκτήσουν το δικαίωμα πληρωμής μεταχειρισμένου μηχανήματος".
Το Συμβούλιο απήντησε, στο τελευταίο εδάφιο της ιδίας αιτιολογικής σκέψεως, ότι
"το γεγονός ότι δεν υπάρχει στην Ιαπωνία στην πράξη καμία αγορά μεταχειρισμένων μηχανημάτων φωτοαντιγραφής που χρησιμοποιούν συνηθισμένο χαρτί, δείχνει ότι οι πωλητές, σχεδόν ανεξαιρέτως, αποσύρουν τα μηχανήματα από την αγορά και συνεπώς ο εν λόγω εξαγωγέας επωφελήθηκε, εκ προθέσεως ή όχι, από το ίδιο πλεονέκτημα όπως και όλοι οι άλλοι παραγωγοί μηχανημάτων φωτοαντιγραφής που χρησιμοποιούν συνηθισμένο χαρτί στην Ιαπωνία"
και ότι
"ο εν λόγω εξαγωγέας δεν προσκόμισε κανένα αντίθετο αποδεικτικό στοιχείο".
Η Μatsushita επωφελείτο, επομένως, λόγω της σχεδόν ολικής ελλείψεως αγοράς μεταχειρισμένων PPC στην Ιαπωνία, από τα ίδια πλεονεκτήματα όπως και οι άλλοι παραγωγοί, οι οποίοι δεν διατύπωσαν αντιρρήσεις (βλ. τη 13η αιτιολογική σκέψη, δεύτερο εδάφιο) ή για τα οποία
"οι πληρωμές αυτές (λόγω αναλήψεως) έδειχναν σε κάθε περίπτωση ότι αφορούσαν μεταχειρισμένα μηχανήματα και συνοδεύονταν, σχεδόν χωρίς εξαίρεση, από τον όρο ότι αυτά τα μηχανήματα αποσύρονται από την αγορά" (βλ. το τέταρτο εδάφιο της ιδίας αιτιολογικής σκέψεως).
Δεδομένου ότι η Μatsushita αναγνωρίζει η ίδια ότι στην Ιαπωνία "η αγορά μεταχειρισμένων ΡΡC έχει σήμερα στην πραγματικότητα εξαφανιστεί" (βλ. το σημείο 31 της προσφυγής), κρίνω ότι το Συμβούλιο μπόρεσε να θεωρήσει ότι η απόσυρση εκ της αγοράς των μεταχειρισμένων ΡΡC αποτελούσε τον κανόνα και ότι, υπ' αυτές τις συνθήκες, δεν είχε σημασία αν η χορήγηση της εκπτώσεως λόγω αναλήψεως μεταχειρισμένου μηχανήματος δεν εξηρτάτο ρητώς από την απόσυρση ή την απόδειξη της αποσύρσεως.
25. 'Οσον αφορά, τέλος, το ζήτημα του καθορισμού από το Συμβούλιο της αξίας της εκπτώσεως λόγω αναλήψεως του κυρίου μηχανήματος, είμαι της γνώμης ότι δεν μπορεί να προσαφθεί στο Συμβούλιο ότι προέβη σε προδήλως εσφαλμένη εκτίμηση περιλαμβάνοντας στον υπολογισμό της αξίας της εκπτώσεως λόγω αναλήψεως την "έκπτωση για το κύριο μηχάνημα" που χορηγείται από όλες τις
εταιρίες πωλήσεων της Μatsushita εκτός από τη θυγατρική Osaka NOA. Πράγματι μόνο γι' αυτή την εταιρία η προσφεύγουσα προσκόμισε αποδεικτικά στοιχεία που επιτρέπουν να γίνει διάκριση της εν λόγω εκπτώσεως από την "έκπτωση λόγω αναλήψεως μεταχειρισμένου". Δεδομένου ότι οι πωλήσεις της εταιρίας Osaka NOA αντιπροσώπευαν μόνο το 22,5 % περίπου του συνόλου των πραγματοποιηθεισών κατά την περίοδο της έρευνας πωλήσεων, δεν μπορεί, ωστόσο, να προσαφθεί στο Συμβούλιο ότι δεν εφήρμοσε τους αριθμούς που αφορούν την Οsaka στις λοιπές 58 εταιρίες πωλήσεων, για τις οποίες η Matsushita προσκόμισε μία μόνο αξία καλύπτουσα τις δύο εκπτώσεις.
3. Παράβαση του άρθρου 2, παράγραφος 3, στοιχείο β, σημείο ii, του βασικού κανονισμού, κατά το ότι προδήλως υπερβολικό ποσό εξόδων ΠΔΓ (13) περιελήφθη στην κατασκευασμένη κανονική αξία για τις πωλήσεις προς τις ΟΕΜ (14)
26. Υπενθυμίζω ότι το Συμβούλιο έλαβε υπόψη τη διαφορά κόστους και κερδών μεταξύ των πωλήσεων με το εμπορικό σήμα του κατασκευαστή και των πωλήσεων προς τις ΟΕΜ, λαμβάνοντας υπόψη για τις πωλήσεις προς τις ΟΕΜ περιθώριο κέρδους υπολογισθέν κατ' αποκοπή σε 5 % αντί του περιθωρίου κέρδους - ανωτέρου - που πραγματοποιεί ο κατασκευαστής από τις πωλήσεις με το δικό του εμπορικό σήμα.
27. Η Matsushita θεωρεί ότι το Συμβούλιο προέβη σε πρόδηλη εσφαλμένη εκτίμηση όταν καθόρισε το ποσό των εξόδων ΠΔΓ που θα έφερε αν πωλούσε ΡΡC βάσει ΟΕΜ στην Ιαπωνία. Ενσωματώνοντας τα εν λόγω έξοδα στην κατασκευασμένη κανονική αξία ενόψει της συγκρίσεως με τις πωλήσεις για εξαγωγή προς τις ΟΕΜ εντός της Κοινότητας, παρέβη, επομένως, το άρθρο 2, παράγραφος 3, στοιχείο β, σημείο ii, του βασικού κανονισμού, το οποίο προβλέπει ότι το ποσό των εξόδων ΠΔΓ πρέπει να είναι "λογικό".
28. Η Matsushita ισχυρίζεται, ειδικότερα, ότι κακώς περιελήφθησαν στην κατασκευασμένη κανονική αξία:
1) τα έξοδα ΠΔΓ των συνδεομένων εταιριών της πωλήσεων, δεδομένου ότι στην περίπτωση που θα είχαν πραγματοποιηθεί πωλήσεις ΟΕΜ, εντός της ιαπωνικής αγοράς, αυτές θα είχαν λάβει χώρα απευθείας από τον παραγωγό, τη ΜΕΙ,
2) ιδίως τα έξοδα διαφημίσεως και προωθήσεως που θα έφερε για τις πωλήσεις με το δικό της εμπορικό σήμα και που, στην περίπτωση πωλήσεων ΟΕΜ, θα έφεραν οι ίδιες οι ΟΕΜ,
3) τις εκπτώσεις λόγω αναλήψεως του κυρίου μηχανήματος, παρ' όλον ότι είναι προφανές ότι ένας κατασκευαστής ποτέ δεν θα χορηγούσε έκπτωση σε αγοραστή ΟΕΜ για να του επιτρέψει να πραγματοποιήσει αναλήψεις.
29. Σ' αυτή τη συγκυρία, πρέπει, ωστόσο, επί γενικού επίπεδου, να ληφθεί υπόψη ότι, δεδομένου ότι καμία πώληση ΟΕΜ δεν πραγματοποιήθηκε εντός της ιαπωνικής αγοράς, τα θεσμικά όργανα προέβησαν σε εκτίμηση αποβλέπουσα στην κάλυψη του συνόλου των διαφορών κόστους και κερδών, ασχέτως φύσεώς τους. Δεν μπορεί, επομένως, να προβληθεί με βεβαιότητα ο ισχυρισμός ότι δεδομένη κατηγορία εξόδων, περιληφθείσα στην κανονική αξία για τις πωλήσεις με το εμπορικό σήμα του κατασκευαστή, περιελήφθη επίσης στην κατασκευασμένη κανονική αξία για τις πωλήσεις προς τις ΟΕΜ. Εν πάση περιπτώσει αποκλείεται όλες οι διαφορές να έχουν ενσωματωθεί πλήρως.
30. Δεύτερον, νομίζω ότι τα θεσμικά όργανα νομίμως δεν έλαβαν υπόψη τις δύο συμφωνίες που προσκόμισε η Matsushita για να αποδείξει ότι, στην περίπτωσή της, αν είχαν πραγματοποιηθεί πωλήσεις ΟΕΜ στην Ιαπωνία, θα είχαν πραγματοποιηθεί απευθείας από τη ΜΕΙ. Πράγματι, η Matsushita δεν αποκάλυψε ούτε την ταυτότητα των οικείων αγοραστών ΟΕΜ ούτε τη φύση του ή των προϊόντων για τα οποία πρόκειται, έτσι ώστε τα θεσμικά όργανα δεν μπόρεσαν να ελέγξουν την αντιπροσωπευτικότητα των εν λόγω συμφωνιών. Εξάλλου, ακόμα
και στην περίπτωση που οι πωλήσεις θα είχαν πραγματοποιηθεί απευθείας από τη ΜΕΙ και όχι, όπως στην περίπτωση των πωλήσεων με το εμπορικό σήμα της Matsushita από τις συνδεόμενες εταιρίες της πωλήσεων, οι πωλήσεις αυτές θα είχαν απαιτήσει συμπληρωματικές προσπάθειες αυτών που κανονικά καταβάλλει για τις πωλήσεις η ΜΕΙ και θα είχαν προκαλέσει, κατά συνέπεια, έξοδα ΠΔΓ διαφορετικά και μεγαλύτερα από αυτά που ήδη φέρει η ΜΕΙ για τις πωλήσεις της με το εμπορικό σήμα της Matsushita: τα εν λόγω έξοδα θα έπρεπε τότε να περιληφθούν και αυτά στην κανονική αξία.
31. Ως προς τα αποδεικτικά στοιχεία που αφορούν ιδίως τα έξοδα διαφημίσεως και προωθήσεως που επικαλείται η Matsushita, αυτά αφορούν όλα πωλήσεις προς ΟΕΜ εντός της Κοινότητας. 'Οπως ήδη εξέθεσα στις προτάσεις μου στην υπόθεση C-172/87, Μita, τα θεσμικά όργανα, για την κατασκευή της κανονικής αξίας, δεν είναι υποχρεωμένα να χρησιμοποιήσουν στοιχεία που αφορούν αγορά άλλη εκτός από την "εσωτερική αγορά της χώρας εξαγωγής ή καταγωγής" που ρητώς αναφέρει το άρθρο 2, παράγραφος, στοιχείο β, του βασικού κανονισμού.
32. Τέλος, αν η έκπτωση λόγω αναλήψεως κυρίου μηχανήματος δεν παραχωρείτο στην περίπτωση των πωλήσεων προς τις ΟΕΜ, η τιμή των καινούργιων ΡΡC θα ήταν υψηλότερη κατά το ποσό της εκπτώσεως, έτσι ώστε δεν θα ετίθετο καν το ζήτημα της συμπεριλήψεως αντιστοίχου ποσού στην κανονική αξία, ως έξοδα ΠΔΓ.
33. Συμπεραίνω από τα προεκτεθέντα ότι η Matsushita δεν απέδειξε ότι το Συμβούλιο, ενεργώντας όπως ενήργησε, περιέλαβε στην κατασκευασμένη κανονική αξία για τις πωλήσεις προς τις ΟΕΜ ποσό εξόδων ΠΔΓ που δεν είναι λογικό".
34. Ο λόγος ακυρώσεως που αφορά τον μη νόμιμο καθορισμό της κανονικής αξίας πρέπει, επομένως, να απορριφθεί στο σύνολό του.
Β - Επί της συγκρίσεως
35. Επικουρικώς, στο μέτρο που το Συμβούλιο νομίμως θεώρησε τη ΜΕΙ και τις συνδεόμενες με αυτήν εταιρίες πωλήσεων ως αποτελούσες "ενιαία οικονομική οντότητα" για τον καθορισμό της κανονικής αξίας, η Μatsushita ισχυρίζεται ότι το Συμβούλιο δεν πραγματοποίησε, ωστόσο, τη σύγκριση μεταξύ της τιμής εξαγωγής και της κανονικής αξίας στο ίδιο στάδιο εμπορίας και ότι, μ' αυτόν τον τρόπο, παρέβη το άρθρο 2, παράγραφος 9, ή, επικουρικώς, παράγραφο 10, στοιχείο γ, του βασικού κανονισμού. Κατά τη Matsushita, ακόμα και μετά την πραγματοποίηση ορισμένων προσαρμογών, σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 10, στοιχείο γ, για να ληφθούν υπόψη ορισμένες διαφορές κόστους που έχουν άμεση σχέση με τις πωλήσεις για εξαγωγή ή εντός της εσωτερικής αγοράς, εξακολουθεί πάντοτε να υπάρχει διαφορά σταδίου εμπορίας που οφείλεται στο ότι η τιμή εξαγωγής περιλαμβάνει τα έξοδα που φέρει η Matsushita για να θέτει τα ΡΡC στη διάθεση των εισαγωγέων στην εγκατάστασή της πλησίον του Τόκυο, ενώ η κανονική αξία περιλαμβάνει όχι μόνο τα έξοδα που φέρει η Matsushita για τις πωλήσεις προς τις συνδεόμενες εταιρίες πωλήσεων, αλλά και τα έξοδα που φέρουν οι τελευταίες για να θέτουν τα ΡΡC στη διάθεση των μεταπωλητών στις εγκαταστάσεις τους. Η τιμή εξαγωγής αντιστοιχεί, έτσι, στο στάδιο "έξοδος από το εργοστάσιο", ενώ η κανονική αξία αντιστοιχεί στο στάδιο της περιφερειακής διανομής. Η Matsushita, στην πραγματικότητα, επιθυμεί η κανονική αξία να περιλαμβάνει μόνο τα έξοδα που φέρει η ΜΕΙ και όχι τα έξοδα που φέρουν οι συνδεόμενες εταιρίες της πωλήσεων: αν αυτά τα έξοδα περιλήφθησαν στην κανονική αξία βάσει του άρθρου 2, παράγραφος 3, στοιχείο α, έπρεπε να αφαιρεθούν από αυτήν βάσει του άρθρου 2, παράγραφος 9 ή 10, στοιχείο γ.
36. Δεν θα χρειαστεί να μακρηγορήσω για να απορρίψω αυτή την επιχειρηματολογία. 'Οπως υποψιαζόταν η ίδια η Matsushita όταν κατέθεσε το υπόμνημα απαντήσεώς της, τρεις μήνες περίπου μετά την έκδοση των αποφάσεων στις υποθέσεις ΗΓ,
"αν το Συμβούλιο είχε το δικαίωμα να θεωρήσει ότι οι συνδεόμενες εταιρίες πωλήσεων ασκούν καθήκοντα ενταγμένου στην εσωτερική οργάνωση τμήματος πωλήσεων, δεν υπάρχει καμία διαφορά σταδίου εμπορίας μεταξύ της τιμής εξαγωγής 'έξοδος από το εργοστάσιο' και της κανονικής αξίας στο στάδιο των συνδεομένων εταιριών πωλήσεων" (σημείο 8).
37. 'Οπως ήδη υπέμνησα στις προτάσεις μου στις υποθέσεις C-171/87, Canon, και C-174/87, Ricoh, από τις εν λόγω αποφάσεις προκύπτει ότι, στην περίπτωση κατανομής των αρμοδιοτήτων παραγωγής και πωλήσεως στο εσωτερικό ενός ομίλου απαρτιζόμενου από νομικώς διακρινόμενες εταιρίες, οικονομικώς όμως συνδεόμενες,
"ακριβώς η λήψη υπόψη της πρώτης πωλήσεως προς ανεξάρτητο αγοραστή καθιστά δυνατό το σωστό υπολογισμό της κανονικής αξίας στο στάδιο 'έξοδος από το εργοστάσιο' " (15).
Η κανονική αξία αντιστοιχεί, επομένως, επίσης, αντιθέτως προς τους ισχυρισμούς της Matsushita, στο στάδιο "έξοδος από το εργοστάσιο".
38. 'Οπως, άλλωστε, προκύπτει από την προαναφερθείσα απόφαση 273/85 και 107/86, Silver Seiko κατά Συμβουλίου (Συλλογή σ. 5927, 5978, σκέψη 30), τα κοινοτικά όργανα δεν έχουν την υποχρέωση να παραχωρούν προσαρμογές για υποτιθέμενες διαφορές σταδίου εμπορίας, εφόσον η τιμή εξαγωγής και η κανονική τιμή αντιστοιχούν και οι δύο στο στάδιο "έξοδος από το εργοστάσιο".
39. Υπ' αυτές τις συνθήκες, δεν υπάρχει ανάγκη να λάβω θέση σχετικά με την ερμηνεία που η Matsushita δίδει στο άρθρο 2, παράγραφοι 9 και 10, στοιχείο γ, του βασικού κανονισμού, και τις υφιστάμενες μεταξύ των δύο παραγράφων σχέσεις. Το επιχείρημα ότι το άρθρο 2, παράγραφος 9, απαιτεί το Συμβούλιο να προβαίνει σε προσαρμογές για να λαμβάνει υπόψη διαφορές σταδίου εμπορίας, ακόμα και αν αυτές δεν πληρούν τους προβλεπόμενους στο άρθρο 2, παράγραφος 10, όρους προϋποθέτει την ύπαρξη τέτοιων διαφορών σταδίου εμπορίας. Το ίδιο ισχύει και για το επιχείρημα - επικουρικό - ότι το Συμβούλιο, παραλείποντας να προβεί σ' αυτές τις προσαρμογές, όφειλε, για να λάβει υπόψη διαφορές σταδίου εμπορίας, να προβεί σε προσαρμογές βάσει του άρθρου 2, παράγραφος 10, στοιχείο γ, ακόμα και αν οι εν λόγω διαφορές δεν είχαν άμεση σχέση με συγκεκριμένες πωλήσεις.
Γ - Επί του ασυμβιβάστου του άρθρου 2, παράγραφος 10, στοιχείο γ, του βασικού κανονισμού προς τον κώδικα αντιντάμπινγκ της ΓΣΔΕ του 1979
40. Οι προηγούμενες σκέψεις ισχύουν επίσης για τον λόγο ακυρώσεως που αντλείται από τη φερομένη μη νομιμότητα του άρθρου 2, παράγραφος 10, στοιχείο γ, του βασικού κανονισμού. Η Matsushita, πράγματι, ισχυρίζεται ότι:
"αν υποτεθεί ότι το άρθρο 2, παράγραφος 10, στοιχείο γ, του κανονισμού αντιντάμπινγκ επιτρέπει στο Συμβούλιο να αρνείται προσαρμογές παρόλον ότι η κανονική αξία και η τιμή εξαγωγής δεν στηρίζονται σε βάση συγκρίσιμη ως προς το στάδιο εμπορίας, τότε το άρθρο 2, παράγραφος 10, στοιχείο γ, είναι μη νόμιμο διότι είναι αντίθετο προς τις κοινοτικές υποχρεώσεις που απορρέουν από τον κώδικα αντιντάμπινγκ του 1979 και δεν μπορεί να εφαρμοστεί στις προσφεύγουσες" (βλ. τον τίτλο του πέμπτου λόγου της ακυρώσεως).
Κατά συνέπεια, ο οριστικός κανονισμός, στο μέτρο που στηρίζεται σ' αυτή τη διάταξη, θα έπρεπε να ακυρωθεί.
41. Αφενός, η μ' αυτόν τον τρόπο προβαλλομένη ένσταση μη νομιμότητας δεν μπορεί, στη συγκεκριμένη περίπτωση, να παράσχει καμιά βοήθεια στη Μatsushita, διότι, όπως μόλις είδαμε, το Συμβούλιο συνέκρινε την κανονική αξία και την τιμή εξαγωγής στο ίδιο στάδιο εμπορίας. Αφετέρου, η ένσταση αυτή στηρίζεται σε υπόθεση που δεν είναι ορθή, δηλαδή στο ότι ο βασικός κανονισμός επιτρέπει στο Συμβούλιο να πραγματοποιήσει τη σύγκριση μεταξύ των δύο αυτών όρων σε διαφορετικά στάδια εμπορίας. Το άρθρο 2, παράγραφος 9, προβλέπει, αντιθέτως, ρητώς ότι:
"κανονικά πρέπει να συγκρίνονται στο ίδιο στάδιο του εμπορίου, που κατά προτίμηση είναι το στάδιο 'έξοδος από το εργοστάσιο' (...) ",
και το άρθρο 2, παράγραφος 10, στοιχείο γ, ορίζει ότι πραγματοποιούνται προσαρμογές για να ληφθούν υπόψη διαφορές ως προς το στάδιο εμπορίας,
"εφόσον δεν έχουν ληφθεί διαφορετικά υπόψη".
42. Επομένως, παρέλκει η εξέταση του ζητήματος αν οι διατάξεις του κώδικα αντιντάμπινγκ της ΓΣΔΕ ισχύουν άμεσα, δηλαδή αν οι διατάξεις αυτές είναι ικανές να παράσχουν στους ιδιώτες το δικαίωμα να τις επικαλούνται επί δικαστηρίου.
Δ - Επί της ζημίας
Ε - Επί του συμφέροντος της Κοινότητας
ΣΤ - Επί του υπολογισμού του δασμού αντιντάμπινγκ
43. Για τους λόγους που επισήμανα στις προτάσεις μου στην υπόθεση C-174/87, Ricoh, οι λόγοι ακυρώσεως που αντλούνται από τον εσφαλμένο καθορισμό της ζημίας, την εσφαλμένη εκτίμηση του συμφέροντος της Κοινότητας και τον εσφαλμένο υπολογισμό του δασμού αντιντάμπινγκ, και τους οποίους η Matsushita προέβαλε από κοινού με τις προσφεύγουσες στις υποθέσεις C-174/87 (που προαναφέρθηκε), C-176/87 (Konishiroku), C-177/87 (Sanyo) και C-179/87 (Sharp), πρέπει και αυτοί να απορριφθούν.
Ζ - Επί της παραβάσεως του άρθρου 190 της Συνθήκης ΕΟΚ
44. Οι λόγοι που αντλούνται από την παράβαση του άρθρου 190 της Συνθήκης ΕΟΚ συνδέονται στενά με τις διάφορες αιτιάσεις που η Matsushita προβάλλει κατά του τρόπου με τον οποίο το Συμβούλιο καθόρισε την κανονική αξία και συζητήθηκαν υπό το στοιχείο Α στις παρούσες προτάσεις.
45. Η Matsushita ισχυρίζεται, κατ' αρχάς, ότι ο προσβαλλόμενος κανονισμός δεν αναφέρει με αρκετή σαφήνεια και ακρίβεια τους λόγους που οδήγησαν το Συμβούλιο να παρεκκλίνει από το υποχρεωτικό σύστημα του άρθρου 2, παράγραφοι 3 και 7, του βασικού κανονισμού για τον καθορισμό της κανονικής αξίας, στην περίπτωση υπάρξεως συνδέσμου μεταξύ κατασκευαστή και των συνδεομένων μ' αυτόν εταιριών πωλήσεων. Η εν λόγω επιχειρηματολογία στηρίζεται στην υπόθεση ότι το Συμβούλιο εσφαλμένα εφήρμοσε στη Matsushita τη θεωρία της "ενιαίας οικονομικής οντότητας" και ότι όφειλε, ενόψει της σκέψεως ότι οι πωλήσεις μεταξύ ΜΕΙ και των συνδεομένων εταιριών της πωλήσεων δεν αποτελούν συνήθεις εμπορικές πράξεις, να κατασκευάσει την κανονική αξία σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 3, στοιχείο β, σημείο ii, του βασικού κανονισμού. Δεδομένου ότι η εν λόγω υπόθεση αποδείχθηκε αβάσιμη ο πρώτος αυτός λόγος πρέπει να απορριφθεί. Εξάλλου, η έβδομη αιτιολογική σκέψη του προσωρινού κανονισμού, ρητώς επιβεβαιωθείσα με την έκτη αιτιολογική σκέψη του οριστικού κανονισμού, σαφώς επισημαίνει τους λόγους για τους οποίους τα θεσμικά όργανα χρησιμοποίησαν τις εφαρμοζόμενες στους ανεξάρτητους αγοραστές τιμές για να καθορίσουν την κανονική αξία και αρνήθηκαν να εφαρμόσουν το άρθρο 2, παράγραφος 7, του βασικού κανονισμού.
46. Το ίδιο ισχύει για τον δεύτερο λόγο που προβάλλει η Matsushita, κατά τον οποίο η δήλωση του Συμβουλίου ότι αυτή ίσως να μη επωφελήθηκε "εκ προθέσεως" από τα προκύπτοντα από την έλλειψη αγοράς μεταχειρισμένων ΡΡC πλεονεκτήματα δεν μπορεί "λογικά" να δικαιολογήσει την απόφασή του να περιλάβει την έκπτωση λόγω αναλήψεως του κυρίου μηχανήματος στην κανονική αξία. Είδαμε, συναφώς, ανωτέρω, ότι δεν έχει σημασία αν η χορήγηση της εκπτώσεως δεν εξαρτάται νομικώς από την απόδειξη της αποσύρσεως εκ της αγοράς του αναλαμβανομένου μηχανήματος, δεδομένου ότι η έλλειψη αγοράς μεταχειρισμένων αποδείκνυε ότι η απόσυρση ήταν ο κανόνας και παρείχε στη Μatsushita τα ίδια πλεονεκτήματα που παρείχε στους άλλους παραγωγούς. Αυτό ρητώς προκύπτει από το τέλος της 13ης αιτιολογικής σκέψεως του προσβαλλομένου κανονισμού.
47. Ως προς τον προβαλλόμενο από τη Μatsushita τρίτο λόγο, κατά τον οποίο ο προσβαλλόμενος κανονισμός δεν αναφέρει ούτε τα νομικά ούτε τα πραγματικά στοιχεία που δικαιολογούν την ενσωμάτωση στην κατασκευασμένη κανονική αξία, ορισμένων εξόδων που φέρει η ίδια για τις πωλήσεις με το δικό της εμπορικό σήμα, καθώς και της έκπτωσης λόγω αναλήψεως μεταχειρισμένου, για τις πωλήσεις προς τις ΟΕΜ, ούτε τον λόγο για τον οποίο το Συμβούλιο θεώρησε ότι λαμβάνονται επαρκώς υπόψη οι διαφορές κόστους και κερδών μεταξύ των πωλήσεων προς τις ΟΕΜ και των πωλήσεων με το δικό της εμπορικό σήμα εφαρμόζοντας για τις πρώτες περιθώριο κέρδους μόνο 5 %, παρατηρείται,
αφενός, ότι η μ' αυτόν τον τρόπο πραγματοποιούμενη προσαρμογή στο περιθώριο κέρδους λαμβάνει υπόψη τις διαφορές κόστους και κερδών χωρίς διάκριση, επομένως, και (ενδεχόμενες) διαφορές εξόδων διαφημίσεως ή προωθήσεως των πωλήσεων, που ρητώς αναφέρει η Matsushita. Αφετέρου, σαφώς προκύπτει από την ενδέκατη αιτιολογική σκέψη του προσβαλλομένου κανονισμού ότι, λόγω της μη πραγματοποιήσεως οποιασδήποτε πωλήσεως προς τις ΟΕΜ εντός της ιαπωνικής αγοράς κατά την περίοδο αναφοράς,
"δεν ήταν δυνατό να υπολογισθεί με ακρίβεια οποιαδήποτε διαφορά του κόστους ή του κέρδους" (δεύτερο εδάφιο)
και ότι, δεν μπορούσαν να δοθούν στοιχεία όσον αφορά τέτοιες διαφορές,
"θεωρείται (θεωρήθηκε) κατάλληλο να εφαρμοστεί το ίδιο επίπεδο κέρδους σε όλες τις κατασκευασμένες αξίες" (τρίτο εδάφιο).
Ο προσβαλλόμενος κανονισμός είναι, επομένως, επαρκώς αιτιολογημένος τόσο όσον αφορά την ενδεχόμενη συμπερίληψη, μετά από προσαρμογή, ορισμένων εξόδων στις κατασκευασμένες κανονικές αξίες για τις πωλήσεις προς τις ΟΕΜ όσο και όσον αφορά την εφαρμογή κατ' αποκοπήν και ομοιομόρφου περιθωρίου κέρδους σ' αυτές τις κατασκευασμένες αξίες (16).
48. Οι λόγοι ακυρώσεως που αντλούνται από την παράβαση του άρθρου 190 της Συνθήκης ΕΟΚ πρέπει, επομένως, να απορριφθούν.
Συμπέρασμα
49. Δεδομένου ότι κανένας από τους προβληθέντες από τη Matsushita λόγους ακυρώσεως δεν μπορεί, επομένως, να γίνει δεκτός, η προσφυγή της πρέπει να
απορριφθεί και η Matsushita να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα, περιλαμβανομένων των δικαστικών εξόδων των παρεμβαινουσών.
(*) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
(1) Tης 23ης Ιουλίου 1984, για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ ή επιδοτήσεων εκ μέρους χωρών μη μελών της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας (ΕΕ L 201, σ. 1).
(2) Συμφωνία περί της εφαρμογής του άρθρου VΙ της γενικής συμφωνίας δασμών και εμπορίου που εγκρίθηκε με την απόφαση 80/271/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 10 Δεκεμβρίου 1979, σχετικά με τη σύναψη πολυμερών συμφωνιών απορρεουσών από τις εμπορικές διαπραγματεύσεις του 1973-1979 (ΕΕ ειδ. έκδ. 011/017, σ. 93 επ.).
(3) Της 23ης Φεβρουαρίου 1987, για την επιβολή οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές συσκευών φωτοαντιγραφής που χρησιμοποιούν συνηθισμένο χαρτί, καταγωγής Ιαπωνίας (ΕΕ L 54, σ. 12).
(4) 250/85, Brother κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1988, σ. 5683) 277/85 και 300/85, Canon κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1988, σ. 5731) 301/85, Sharp Corporation κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1988, σ. 5813) 260/85 και 106/86, Tokyo Electric κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1988, σ. 5855) 273/85 και 107/86, Silver Seiko κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1988, σ. 5927).
(5) Βλ. την προαναφερθείσα απόφαση 277/85 και 300/85, Canon κατά Συμβουλίου (Συλλογή σ. 5731, 5799, σκέψη 11).
(6) Βλ. την ιδία απόφαση, σκέψη 12.
(7) Βλ. στο πλαίσιο του καθορισμού της κανονικής αξίας, τις προαναφερθείσες αποφάσεις 250/85, Brother κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1988, σ. 5683, 5723, σκέψη 16) και 273/85 και 107/86, Silver Seiko κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1988, σ. 5927, 5975, σκέψη 13).
(8) Πρόκειται για τη 15η σκέψη στην απόφαση Brother, την 39η στην απόφαση Canon, την 26η στην απόφαση Tokyo Electric και τη 12η στην απόφαση Silver Seiko.
(9) Βλ. τη 16η σκέψη της αποφάσεως Brother, 40ή της αποφάσεως Canon, 28η της αποφάσεως Tokyo Electric και 13η της αποφάσεως Silver Seiko.
(10) Βλ. την 29η σκέψη της αποφάσεως Tokyo Electric.
(11) Βλ. τη 14η σκέψη της αποφάσεως Silver Seiko.
(12) Βλ. το σημείο 7, στοιχείο iii, του υπομνήματος απαντήσεως.
(13) Σύντμηση που χρησιμοποιείται για τα "έξοδα πωλήσεως, διοικητικά και άλλα γενικά έξοδα" που αναφέρονται στο άρθρο 2, παράγραφος 3, στοιχείο β, σημείο ii, του βασικού κανονισμού.
(14) Η σύντμηση αυτή σημαίνει "Original Equipment Manufacturers". Χρησιμοποιείται, παραδόξως, για τις προμηθεύτριες εταιρίες ΡΡC, που πωλούν με το δικό τους εμπορικό σήμα κατασκευαζόμενα από άλλους προϊόντα.
(15) Βλ. ιδίως την προαναφερθείσα απόφαση 277/85 και 300/85, Canon κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1988, σ. 5731, 5805, σκέψη 41).
(16) Το αν τα εν λόγω έξοδα ενδεχομένως περιελήφθησαν και αν η προσαρμογή ήταν ομοιόμορφη και κατ' αποκοπήν προσαρμογή αφορούν την ουσία. Το πρώτο ζήτημα εξετάστηκε υπό το στοιχείο Α, παράγραφος 3, στις παρούσες προτάσεις, ενώ το δεύτερο ζήτημα εξετάστηκε στο σημείο 12 των προτάσεών μου στην υπόθεση C-172/87, Μita.
Full & Egal Universal Law Academy