Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1. Οι ισχυρισμοί που προβάλλει η Minolta Camera Co. Ltd (στο εξής: Minolta) κατά της νομιμότητας του κανονισμού (ΕΟΚ) 535/87 του Συμβουλίου, της 23ης Φεβρουαρίου 1987, για την επιβολή οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές συσκευών φωτοαντιγραφής που χρησιμοποιούν συνηθισμένο χαρτί, καταγωγής Ιαπωνίας (2) (στο εξής: προσβαλλόμενος κανονισμός ή οριστικός κανονισμός), είναι από πολλές απόψεις διαφορετικοί και μάλλον νέοι σε σχέση με τους ισχυρισμούς που προέβαλαν οι άλλοι Ιάπωνες παραγωγοί μηχανημάτων φωτοαντιγραφής που χρησιμοποιούν συνηθισμένο χαρτί (στο εξής: PPC) στο πλαίσιο των αντιστοίχων προσφυγών τους. Υπάρχουν, αφενός, οι ισχυρισμοί σχετικά με τον μη νόμιμο υπολογισμό του περιθωρίου ντάμπινγκ και το μη λογικό περιθώριο κέρδους που περιελήφθη στην κατασκευασμένη κανονική αξία, τους οποίους μόνο η Minolta προέβαλε. Υπάρχει, αφετέρου, ο ισχυρισμός που βασίζεται στην άρνηση του Συμβουλίου να προβεί, βάσει της συγκρίσεως μεταξύ κανονικής αξίας και τιμής εξαγωγής, σε ορισμένες προσαρμογές, ώστε να ληφθούν υπόψη οι διαφορές των όρων πωλήσεως, ο οποίος ισχυρισμός, παρόλον ότι στηρίζεται σε παρόμοια επιχειρήματα με τα ήδη προβληθέντα σε άλλες υποθέσεις, αφορά εν μέρει διαφορετικά είδη εξόδων. Υπάρχουν, τέλος, οι ισχυρισμοί που αφορούν το ότι συμπεριελήφθησαν στην κατασκευασμένη κανονική αξία έξοδα πωλήσεως, διοικητικά και άλλα γενικά έξοδα των θυγατρικών εταιριών πωλήσεων (έξοδα VAG, στο εξής: έξοδα ΠΔΓ), καθώς και η αξία ορισμένων εκπτώσεων (οι καλούμενες εκπτώσεις λόγω αναλήψεως μεταχειρισμένου μηχανήματος) που παραχώρησαν οι εν λόγω θυγατρικές και οι οποίοι ισχυρισμοί, παρόλον ότι έχουν επίσης προβληθεί σε άλλες υποθέσεις, στηρίζονται σε πρωτότυπα από πολλές απόψεις επιχειρήματα.
2. Δεν θα υπενθυμίσω τις λεπτομέρειες των διαφόρων αυτών ισχυρισμών και επιχειρημάτων παρά στο μέτρο που είναι αναγκαίο για την κατανόηση της συλλογιστικής μου και θα παραπέμψω για τα λοιπά στην έκθεση ακροατηρίου.
Α - Επί του καθορισμού της κανονικής αξίας
3. 1. Η Minolta με τον πρώτο της ισχυρισμό προβάλλει ότι το Συμβούλιο, περιλαμβάνοντας τα έξοδα ΠΔΓ των θυγατρικών της εταιριών πωλήσεων εντός της Ιαπωνίας στην κατασκευασμένη κανονική αξία, δεν προέβη σε δίκαιη σύγκριση μεταξύ της κανονικής αξίας και της τιμής εξαγωγής κατά την έννοια ότι δεν τη συνέκρινε στο ίδιο στάδιο εμπορίας. Υποστηρίζει, ειδικότερα, ότι το Συμβούλιο ενεργώντας μ' αυτόν τον τρόπο περιέλαβε στην κατασκευασμένη κανονική αξία έξοδα που αντιστοιχούσαν σε στάδιο πέραν του σταδίου "έξοδος από το εργοστάσιο", το οποίο, κατ' αυτήν, είναι το στάδιο κατά το οποίο έπρεπε να υπολογιστεί η τιμή εξαγωγής. Η Minolta θεωρεί ότι ο εν λόγω τρόπος ενεργείας είναι αντίθετος προς το άρθρο 2, παράγραφοι 3, στοιχείο β, σημείο ii, και 9, του βασικού κανονισμού (3), καθώς και προς τις αντίστοιχες διατάξεις της ΓΣΔΕ και του κώδικα αντιντάμπινγκ του 1973 (4).
4. 'Οσον αφορά τον βασικό κανονισμό, διαπιστώνεται ότι το Δικαστήριο ήδη απέρριψε παρόμοια επιχειρήματα με τα αναπτυσσόμενα από τη Minolta, με τις αποφάσεις της 5ης Οκτωβρίου 1988, τις καλούμενες "ηλεκτρονικές γραφομηχανές" (στο εξής: ΗΓ). Το Δικαστήριο αποφάνθηκε με την απόφαση 277/85 και 300/85, Canon κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1988, σ. 5731, σκέψη 19) ότι
"ο όρος της δυνατότητας συγκρίσεως των τιμών, που προβλέπεται στο άρθρο 2, παράγραφος 3, στοιχείο α, πληρούται, εφόσον τόσο η κανονική αξία όσο και η τιμή εξαγωγής υπολογίζονται με βάση την πρώτη πώληση προς ανεξάρτητο αγοραστή"
και ότι
"τα στοιχεία αυτά πρέπει να συγκρίνονται όπως έχουν υπολογιστεί, εκτός αν πραγματοποιηθούν οι προσαρμογές ή αφαιρέσεις που προβλέπονται ρητώς στις παραγράφους 9 και 10 του προαναφερθέντος άρθρου 2".
5. Στην προκειμένη περίπτωση, τόσο η κανονική αξία όσο και η τιμή εξαγωγής υπολογίστηκαν με βάση την πρώτη πώληση σε ανεξάρτητο αγοραστή. Πράγματι, η κανονική αξία κατασκευάστηκε όχι μόνο βάσει των εξόδων που έφερε η Minolta, αλλά και βάσει των εξόδων που έφεραν οι θυγατρικές της εταιρίες πωλήσεων. Ως προς την τιμή εξαγωγής, αυτή καθορίστηκε σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 8, στοιχείο β, του βασικού κανονισμού, με βάση την "τιμή στην οποία το εισαγόμενο προϊόν μεταπωλείται για πρώτη φορά σε έναν ανεξάρτητο αγοραστή". Ο ισχυρισμός περί παραβάσεως του άρθρου 2, παράγραφος 3, στοιχείο β, σημείο ii, δεν είναι, επομένως, βάσιμος. Είναι αληθές ότι η απόφαση Canon κατά Συμβουλίου, που προαναφέρθηκε, αφορούσε ρητώς το στοιχείο α της εν λόγω διατάξεως. Θεωρώ, ωστόσο, ότι αυτό που ισχύει για το στοιχείο α ισχύει επίσης και για το στοιχείο β, σημείο ii, δεδομένου ότι η κατασκευή της κανονικής αξίας αποβλέπει στην κάλυψη της ελλείψεως ορισμένης κανονικής αξίας σύμφωνα με τα στοιχεία α και β, σημείο i, και διότι το Δικαστήριο υπενθύμισε με την 26η σκέψη της ιδίας αποφάσεως ότι:
"σύμφωνα με την οικονομία του κανονισμού 2176/84, σκοπός της κατασκευής της κανονικής αξίας είναι ο καθορισμός της τιμής πωλήσεως ενός προϊόντος ως εάν το προϊόν αυτό επωλείτο εντός της χώρας καταγωγής ή εξαγωγής του".
Εξάλλου, η Minolta στηρίχθηκε, μεταξύ άλλων, στον όρο "συγκρίσιμη τιμή" που αναφέρεται υπό τα στοιχεία α και β, σημείο i, για να θεμελιώσει την άποψή της ότι το άρθρο 2, παράγραφος 3, στοιχείο β, σημείο ii, απαιτούσε η σύγκριση μεταξύ της τιμής εξαγωγής και της κανονικής αξίας να είναι δίκαιη σύγκριση (5).
6. Προστίθεται σ' αυτό ότι το Δικαστήριο, με την απόφαση της ιδίας ημερομηνίας 260/85 και 106/86, Tokyo Electric κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1988, σ. 5855), εφήρμοσε στην κατασκευή της κανονικής αξίας βάσει του άρθρου 2, παράγραφος 3, στοιχείο β, σημείο ii, τη θεωρία της "ενιαίας οικονομικής οντότητας", που αποσκοπεί στο να αποφευχθεί ώστε έξοδα, τα οποία προδήλως περιλαμβάνονται στην τιμή πωλήσεως προϊόντος όταν η εν λόγω πώληση πραγματοποιείται από τμήμα πωλήσεων ενταγμένο στην εσωτερική οργάνωση του παραγωγού, δεν περιλαμβάνονται πλέον στην τιμή πωλήσεως όταν η ίδια δραστηριότητα πωλήσεως ασκείται από νομικώς διακρινόμενη, οικονομικώς όμως ελεγχόμενη, από τον παραγωγό εταιρία (βλ. τις σκέψεις 25 έως 29). Ο ισχυρισμός ότι περιελήφθησαν απλώς τα έξοδα ΠΔΓ των θυγατρικών εταιριών πωλήσεων στην κατασκευασμένη κανονική αξία δεν αρκεί, επομένως, για να αποδείξει ότι το προστεθέν στο κόστος παραγωγής ποσό, ως έξοδα ΠΔΓ, δεν είναι "λογικό", κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 3, στοιχείο β, σημείο ii, του βασικού κανονισμού.
7. 'Οπως προκύπτει άλλωστε ιδίως από την 30ή σκέψη της προαναφερθείσας αποφάσεως Tokyo Electric κατά Συμβουλίου, στην περίπτωση κατανομής των δραστηριοτήτων παραγωγής και πωλήσεως στην εσωτερική οργάνωση ομίλου συγκροτούμενου από νομικώς διακρινόμενες, οικονομικώς όμως συνδεόμενες, εταιρίες, όπως ο όμιλος Minolta,
"ακριβώς η πρώτη πώληση προς ανεξάρτητο αγοραστή πρέπει να ληφθεί υπόψη προκειμένου να υπολογιστεί σωστά η κανονική αξία στο στάδιο 'έξοδος από το εργοστάσιο' ".
Δεδομένου ότι η ίδια η προσφεύγουσα δεν αμφισβητεί ότι η τιμή εξαγωγής, όπως κατασκευάστηκε, αντιστοιχεί στο στάδιο "έξοδος από το εργοστάσιο", πρέπει κατ' ανάγκη να συναχθεί το συμπέρασμα ότι το Συμβούλιο, ενεργώντας όπως ενήργησε, δεν παρέβη ούτε το άρθρο 2, παράγραφος 9, του βασικού κανονισμού, το οποίο προβλέπει ότι "αυτές (η τιμή εξαγωγής και η κανονική αξία) κανονικά πρέπει να συγκρίνονται στο ίδιο στάδιο του εμπορίου, που κατά προτίμηση είναι το στάδιο 'έξοδος από το εργοστάσιο' ".
8. Είναι αληθές ότι η άποψη της Minolta καταλήγει στην ουσία στο να ζητείται όπως τα έξοδα που φέρουν οι ιαπωνικές θυγατρικές της εταιρίες πωλήσεων να μη περιλαμβάνονται στην κανονική αξία, εφόσον τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν οι θυγατρικές της εταιρίες εντός της Κοινότητας αφαιρέθηκαν από την εφαρμοσθείσα στον πρώτο ανεξάρτητο αγοραστή τιμή στο πλαίσιο της κατασκευής της τιμής εξαγωγής. 'Αλλωστε, λόγω της διαφορετικής τύχης που επιφυλάχθηκε στα έξοδα των θυγατρικών της εταιριών, ανάλογα με το αν είναι εγκατεστημένες στην Ιαπωνία ή στην Κοινότητα, οδήγησε τη Minolta στο να θεωρήσει ότι εάν η τιμή εξαγωγής καθορίστηκε στο στάδιο "έξοδος από το εργοστάσιο", αυτό δεν μπορούσε να συμβεί με την κανονική αξία.
9. Ομολογώ ότι εκ πρώτης όψεως μπορεί κανείς να συμμεριστεί τις αμφιβολίες και τα ερωτήματα της προσφεύγουσας. Ασφαλώς, εύκολα μπορεί κανείς να συμφωνήσει στο να χαρακτηριστεί ως στάδιο "έξοδος από το εργοστάσιο", όπως το έπραξε το Δικαστήριο, το στάδιο της πωλήσεως στον πρώτο ανεξάρτητο αγοραστή, ακριβώς λόγω της φροντίδας να υπερισχύσει η οικονομική πραγματικότητα των νομικών κατασκευών. Μπορεί, επίσης, να θεωρηθεί ότι, περιλαμβάνοντας στην κανονική αξία όλα τα έξοδα ΠΔΓ που αφορούν την πώληση στον πρώτο ανεξάρτητο αγοραστή και παίρνοντας ως βάση για την κατασκευή της τιμής εξαγωγής την πληρωθείσα από τον πρώτο ανεξάρτητο αγοραστή τιμή, λαμβάνεται υπόψη και τις δύο φορές το ίδιο στάδιο εμπορίας. Διαπιστώνεται, ωστόσο, ότι επιφυλάσσοντας στις δύο περιπτώσεις διαφορετική τύχη στα φερόμενα από τις θυγατρικές εταιρίες έξοδα, δηλαδή προσθέτοντάς τα στο κόστος παραγωγής κατά την κατασκευή της κανονικής αξίας και αφαιρώντας τα από την πληρωθείσα από τον πρώτο ανεξάρτητο αγοραστή τιμή κατά την κατασκευή της τιμής εξαγωγής, το στάδιο της πρώτης πωλήσεως σε ανεξάρτητο αγοραστή αποτελεί, στην πρώτη περίπτωση, το καταληκτικό σημείο της πράξεως, ενώ, στη δεύτερη περίπτωση, αποτελεί το σημείο αφετηρίας της.
10. Βεβαίως, η μ' αυτόν τον τρόπο οριζόμενη τιμή εξαγωγής περιλαμβάνει τα έξοδα του τμήματος "εξαγωγών" του παραγωγού που αντιστοιχούν, ως προς το στάδιο εμπορίας, στα έξοδα της εταιρίας πωλήσεων που αναπτύσσει τη δραστηριότητά της εντός της εγχώριας αγοράς.
11. Εξάλλου, το Δικαστήριο, με την 31η σκέψη της προαναφερθείσας αποφάσεως Tokyo Electric κατά Συμβουλίου, κατηγορηματικά απέρριψε, στο πλαίσιο της κατασκευής της κανονικής αξίας, το επιχείρημα ότι τα έξοδα ΠΔΓ πρέπει να αντιμετωπίζονται κατά τον ίδιο τρόπο τόσο όταν κατασκευάζεται η κανονική αξία όσο και όταν κατασκευάζεται η τιμή εξαγωγής, υπενθυμίζοντας απλώς τις αποφάσεις "ένσφαιροι τριβείς (ρουλεμάν)" της 7ης Μαΐου 1987, 240/84, 255/84, 256/84, 258/84 και 260/84 (Συλλογή 1987, σ. 1809, 1861, 1899, 1923 και 1975), κατά τις οποίες:
"υπάρχουν τρία χωριστά συστήματα κανόνων που πρέπει να τηρούνται αντιστοίχως για τον καθορισμό της κανονικής αξίας, για τον υπολογισμό της τιμής εξαγωγής και για την πραγματοποίηση της συγκρίσεως μεταξύ των δύο".
Εξάλλου, το Δικαστήριο στην 37η σκέψη της επίσης προαναφερθείσας αποφάσεως Canon κατά Συμβουλίου, συνήγαγε από τη μ' αυτόν τον τρόπο βεβαιούμενη ανεξαρτησία των μεθόδων υπολογισμού της κανονικής αξίας και της τιμής εξαγωγής ότι:
"το δίκαιο της συγκρίσεως που προβλέπεται στο άρθρο 2, παράγραφος 9, δεν προϋποθέτει υπολογισμό της κανονικής αξίας και της τιμής εξαγωγής με όμοιες μεθόδους".
12. 'Οσον αφορά, περιατέρω, τις διατάξεις της ΓΣΔΕ και του κώδικα αντιντάμπινγκ που επικαλείται η προσφεύγουσα, δεν νομίζω ότι είναι ανάγκη να λάβω θέση έναντι της απόψεως της Minolta ότι μπορεί να γίνει επίκλησή τους στο πλαίσιο απευθείας προσφυγής ασκηθείσας βάσει του άρθρου 173 της Συνθήκης ΕΟΚ, χωρίς να "ισχύουν άμεσα" κατά την έννοια της νομολογίας "International Fruit Company" (6), ούτε άλλωστε ως προς το αν "ισχύουν άμεσα" στην περίπτωση που η εν λόγω άποψη δεν είναι βάσιμη. Το άρθρο 2, παράγραφοι 3 και 9, του βασικού κανονισμού, βάσει του οποίου εκδόθηκε ο προσβαλλόμενος κανονισμός, μου φαίνεται εν πάση περιπτώσει καθ' όλα σύμφωνο με τις αντίστοιχες διατάξεις της ΓΣΔΕ και του κώδικα αντιντάμπινγκ. Τόσο το άρθρο VI, παράγραφος 1, της ΓΣΔΕ όσο και το άρθρο 2, παράγραφοι 1 και 4, του κώδικα αντιντάμπινγκ ομιλούν, όπως το άρθρο 2, παράγραφος 3, του βασικού κανονισμού, για "συγκρίσιμη τιμή" εφαρμοζόμενη επί συνήθων εμπορικών πράξεων για το ομοειδές προϊόν που προορίζεται για κατανάλωση εντός της χώρας εξαγωγής, ή, όταν δεν υπάρχει συγκρίσιμη τιμή, ομιλούν για το κόστος της παραγωγής εντός της χώρας καταγωγής αυξημένο κατά "λογικό (ή συμπληρωματικό) ποσό" για τα διοικητικά έξοδα, τα έξοδα πωλήσεως και άλλα και για τα κέρδη. Ως προς το άρθρο 2, παράγραφος 6, του κώδικα αντιντάμπινγκ απλώς προαναγγέλλει το άρθρο 2, παράγραφος 9, του βασικού κανονισμού όταν προβλέπει ότι
"για να είναι η σύγκριση δίκαιη, αυτή πρέπει να αφορά τιμές εφαρμοζόμενες στο ίδιο στάδιο εμπορίας, που κανονικά θα είναι το στάδιο έξοδος από το εργοστάσιο (...)".
13. Είναι αληθές ότι τόσο το άρθρο VI, παράγραφος 1, της ΓΣΔΕ όσο και το άρθρο 2, παράγραφος 6, του κώδικα αντιντάμπινγκ προσθέτουν ότι
"θα ληφθούν δεόντως υπόψη σε κάθε περίπτωση (ανάλογα με τις ιδιαιτερότητές της) διαφορές ως προς τους όρους πωλήσεως, φορολογικές διαφορές και άλλες διαφορές που επηρεάζουν τη δυνατότητα συγκρίσεως των τιμών".
Ακόμη και αν πρόκειται, επομένως, περί συγκρίσεως των τιμών, δηλαδή της τιμής εντός της εσωτερικής αγοράς (κανονικής αξίας) και της τιμής εξαγωγής, δεν συνάγεται από τα προεκτεθέντα, όπως επιθυμεί να το πράξει η Minolta, ότι οι εκφράσεις "ίδιο στάδιο του εμπορίου" και "στάδιο εξόδου από το εργοστάσιο" αναφέρονται στα έξοδα που περιλαμβάνονται στην πληρωθείσα από τον αγοραστή στον πωλητή τιμή. Αφενός, πράγματι, η εν λόγω διάταξη, την οποία επανέλαβε το άρθρο 2, παράγραφος 10, πρώτο εδάφιο, του βασικού κανονισμού, δεν αποβλέπει στο να προσδιορίσει τι νοείται ως "στάδιο του εμπορίου", αλλά αφορά, γενικά, τις προσαρμογές που πρέπει να πραγματοποιηθούν για να ληφθούν υπόψη διαφορές οποιασδήποτε φύσεως που επηρεάζουν τη δυνατότητα συγκρίσεως των τιμών. Αφετέρου, καθορίζοντας το στάδιο εμπορίας σε σχέση με τα περιλαμβανόμενα στην πληρωθείσα από τον αγοραστή στον πωλητή τιμή έξοδα (και όχι σε σχέση με την κατηγορία αγοραστών που καταβάλλουν την τιμή), εξαλείφονται οι διαφορές που υφίστανται μεταξύ αυτού που θεωρείται ότι αντιπροσωπεύουν (επίσης στο πλαίσιο της ΓΣΔΕ) αντιστοίχως η κανονική αξία και η τιμή εξαγωγής, που αποτελούν τις δύο παραμέτρους οι οποίες επιτρέπουν τη διαπίστωση υπάρξεως ντάμπινγκ. Αντιθέτως προς την κανονική αξία, η οποία αντιπροσωπεύει την πληρωθείσα εντός της εσωτερικής αγοράς τιμή για το οικείο προϊόν που προορίζεται για κατανάλωση εντός της χώρας εξαγωγής, η τιμή εξαγωγής δεν αντιπροσωπεύει την πληρωθείσα τιμή εντός της αγοράς εξαγωγής, αλλά την πληρωθείσα τιμή για το πωληθέν για εξαγωγή προς την εν λόγω αγορά προϊόν.
14. Και οι δύο αντιπροσωπεύουν, επομένως, το ληφθέν από τον παραγωγό/εξαγωγέα ποσό. Συναφώς, η έκθεση της ομάδας εμπειρογνωμόνων περί των δασμών αντιντάμπινγκ και των ισοσταθμιστικών δασμών που δημοσιεύθηκε από τη ΓΣΔΕ τον Μάρτιο 1961, στην οποία επανειλημμένα αναφέρθηκε η προσφεύγουσα, είναι εντελώς αποκαλυπτική όταν επισημαίνει ότι
"ο κύριος στόχος συνίστατο στην πραγματοποίηση πραγματικής σύγκρισης μεταξύ της κανονικής αξίας εντός της εσωτερικής αγοράς της χώρας εξαγωγής και της τιμής ομοειδούς προϊόντος κατά την έξοδό του από την εν λόγω χώρα και όχι κατά την είσοδό του στη χώρα εισαγωγής",
και ούτε, a fortiori, εντός της εσωτερικής αγοράς της εν λόγω χώρας. Καμιά χρησιμότητα, επομένως, δεν έχει η σύγκριση, στην οποία προβαίνει η Minolta, μεταξύ των πραγματικών τιμών που εφαρμόζουν οι ιαπωνικές θυγατρικές της εταιρίες έναντι ανεξαρτήτων πελατών εντός της Ιαπωνίας και των πραγματικών τιμών που εφαρμόζουν οι ευρωπαϊκές θυγατρικές της εταιρίες έναντι των ανεξαρτήτων πελατών εντός της Κοινότητας, δεδομένου ότι, εξ ορισμού, η κανονική αξία, αντιστοιχούσα στην κανονική τιμή που καταβάλλεται στον παραγωγό εντός της εσωτερικής αγοράς, περιλαμβάνει όλα τα έξοδα (και κέρδη) που αφορούν την πώληση εντός της εν λόγω αγοράς (7), ενώ η τιμή εξαγωγής προς την Κοινότητα δεν περιλαμβάνει, εξ ορισμού, τα έξοδα (και κέρδη) που αφορούν δραστηριότητες αναπτυχθείσες εντός της Κοινότητας και που αφορούν την πώληση εντός της κοινοτικής αγοράς. Το Δικαστήριο, με την απόφαση της 14ης Μαρτίου 1990, C-156/87, Gestetner κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (Συλλογή 1990, σ. Ι-781), στηρίχθηκε σε παρόμοια σκέψη για να απορρίψει το αίτημα της Gestetner, εισαγωγέα βάσει ΟΕΜ PPC κατασκευαζομένων από τη Mita, με το οποίο ζητούσε να γίνει δεκτή ως τιμή εξαγωγής η τιμή που κατέβαλε στη Mita Ευρώπης, ευρωπαϊκή θυγατρική εταιρία της Mita, η οποία παρενέβαινε στις πωλήσεις σε προηγούμενο της εισαγωγής εντός της Κοινότητας στάδιο. Το Δικαστήριο έκρινε, πράγματι, με την 31η σκέψη της αποφάσεως, ότι "τα έξοδα που συνεπάγεται η δραστηριότητα αυτή περιορίζουν το ποσό που εισπράττει ο παραγωγός-εξαγωγέας, στο μέτρο που συνήθως τα έξοδα αυτά φέρει ο εισαγωγέας".
15. Συμπεραίνω από τα προεκτεθέντα ότι ο προσβαλλόμενος κανονισμός δεν παραβαίνει το άρθρο VI, παράγραφος 1, της ΓΣΔΕ ή το άρθρο 2 του κώδικα αντιντάμπινγκ όπως δεν παραβαίνει το άρθρο 2, παράγραφοι 3 και 9, του βασικού κανονισμού, που αποτελεί τη μεταφορά στην κοινοτική έννομη τάξη.
16. 'Οσον αφορά, τέλος, τα επιχειρήματα που αφορούν κατάχρηση εξουσίας, καθώς και παραβίαση της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, της αρχής της αναλογικότητας και της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως, θεωρώ ότι δεν μπορούν να διαχωριστούν από τα ανωτέρω εξετασθέντα. 'Ολα στηρίζονται στην προϋπόθεση ότι το Συμβούλιο, περιλαμβάνοντας τα έξοδα ΠΔΓ των θυγατρικών εταιριών πωλήσεων της Minolta στην κατασκευασθείσα κανονική αξία, προέβη σε σύγκριση που δεν είναι σύμφωνη με τα οριζόμενα από τον βασικό κανονισμό, τη ΓΣΔΕ και τον κώδικα αντιντάμπινγκ. Πρέπει, επομένως, και αυτά τα επιχειρήματα, όπως τα αφορώντα την παράβαση των εν λόγω κειμένων, να απορριφθούν.
17. 2. Ο δεύτερος ισχυρισμός της προσφεύγουσας αφορά το ότι περιελήφθη στην κατασκευή της κανονικής αξίας για τα μοντέλα περιθώριο κέρδους 14,6 %, το οποίο δεν είναι "λογικό" ή είναι μεγαλύτερο από το "κανονικό κέρδος", κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 3, στοιχείο β, σημείο ii, του βασικού κανονισμού.
Υπενθυμίζω ότι δεν αμφισβητείται ότι τα μοντέλα PPC της Minolta που πωλήθηκαν συγχρόνως στην Ιαπωνία και εξήχθησαν προς την Κοινότητα, πωλήθηκαν εντός της εσωτερικής αγοράς σε τιμές κατά μέσο όρο χαμηλότερες από το κόστος παραγωγής τους (περιλαμβανομένων των εξόδων ΠΔΓ), δηλαδή "με ζημία". Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο το Συμβούλιο αποφάσισε, κατ' εφαρμογή του άρθρου 2, παράγραφος 4, του βασικού κανονισμού, να κατασκευάσει την κανονική αξία για τα εν λόγω PPC. 'Οπως προκύπτει από το τέλος της 10ης αιτιολογικής σκέψης του προσβαλλομένου κανονισμού, το Συμβούλιο χρησιμοποίησε ως περιθώριο κέρδους, το οποίο έπρεπε να περιληφθεί στην κατασκευασθείσα αξία σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 3, στοιχείο β, σημείο ii, το μέσο κέρδος που πραγματοποίησαν οι άλλοι εξαγωγείς PPC επί των μοντέλων τους τα οποία, κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς, πωλήθηκαν εντός της Ιαπωνίας σε τιμή κατά μέσο όρο υψηλότερη από το κόστος παραγωγής τους.
18. Σημειώνω, καταρχάς, ότι η Minolta δεν αμφισβητεί τους ίδιους τους αριθμούς που χρησίμευσαν ως βάση για τον υπολογισμό του μέσου περιθωρίου κέρδους 14,6 %, προβάλλει, όμως, πολλά επιχειρήματα για να αποδείξει ότι η υιοθετηθείσα από το Συμβούλιο μέθοδος υπολογισμού οδήγησε αναγκαστικά στον καθορισμό κέρδους που δεν είναι ούτε "λογικό" ούτε "κανονικό".
19. Η Minolta καταφέρεται, κατά πρώτον, εναντίον του αποκλεισμού των πωλήσεων που πραγματοποιήθηκαν με ζημία από τον υπολογισμό του μέσου κέρδους. Κατ' αυτήν, εφόσον το Συμβούλιο συμπεραίνει ότι "πραγματοποιείται κανονικό κέρδος κατά τις πωλήσεις προϊόντων της ιδίας γενικής κατηγορίας στην εσωτερική αγορά της χώρας καταγωγής" (βλ. την προτελευταία φράση του άρθρου 2, παράγραφος 3, στοιχείο β, σημείο ii, του βασικού κανονισμού), παρόλον ότι ορισμένα από αυτά πωλούνται με ζημία, το "κανονικό κέρδος" που πρέπει να περιληφθεί στην κατασκευασθείσα αξία δεν πρέπει να υπερβαίνει το κέρδος που πραγματοποιείται κανονικά επί του συνόλου των εν λόγω προϊόντων, επομένως, περιλαμβανομένων των προϊόντων που πωλούνται με ζημία. Στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο απέκλεισε από τους υπολογισμούς του τα πωληθέντα με ζημία μηχανήματα και εφάρμοσε σε όλα τα μοντέλα της Minolta, τα πωληθέντα εντός της εσωτερικής αγοράς, το υπολογισθέν βάσει των υπολοίπων μόνο πωλήσεων κέρδος.
20. Ενώπιον αυτής της επιχειρηματολογίας διαπιστώνεται, καταρχάς, ότι
"επειδή οι πωλήσεις που θεωρήθηκαν αποδοτικές περιελάμβαναν όλα τα μηχανήματα που πωλήθηκαν κατά μέσο όρο σε τιμές μεγαλύτερες από το κόστος παραγωγής" (βλ. τη 10η αιτιολογική σκέψη, τέταρτο εδάφιο, του προσβαλλομένου κανονισμού),
δεν αποκλείστηκαν όλες οι πωλήσεις που πραγματοποιήθηκαν με ζημία: ενδεχόμενες πωλήσεις που πραγματοποιήθηκαν με ζημία ελήφθησαν επίσης υπόψη τη στιγμή που, γενικά, πραγματοποιήθηκε κέρδος από τις πωλήσεις του συγκεκριμένου μοντέλου.
21. Εξάλλου, ακόμα και αν η διαπίστωση του Συμβουλίου ότι όλες οι μέθοδοι καθορισμού της κανονικής αξίας που αναφέρει το άρθρο 2, παράγραφος 4, τελευταίο εδάφιο, του βασικού κανονισμού, τις οποίες το Συμβούλιο μπορεί να χρησιμοποιήσει σε περίπτωση πωλήσεων πραγματοποιουμένων με ζημία, έχουν ως κοινό χαρακτηριστικό ότι στηρίζονται σε πωλήσεις, σε αξίες ή σε τιμές που περιλαμβάνουν ή μπορούν να περιλάβουν κέρδος δεν αρκεί για να δείξει ποιο πρέπει να είναι το εν λόγω κέρδος όταν το Συμβούλιο επιλέγει τη μέθοδο της κατασκευής της κανονικής αξίας, την περιγραφόμενη στο άρθρο 2, παράγραφος 3, στοιχείο β, σημείο ii, μου φαίνεται ότι η Minolta υπερβάλλει όταν θεωρεί ότι το άρθρο 2, παράγραφος 4, είναι εντελώς αλυσιτελές σ' αυτό το πλαίσιο. Το Συμβούλιο χρησιμοποίησε μία από τις εν λόγω μεθόδους διότι συντρέχουν πράγματι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 2, παράγραφος 4 και οι εν λόγω μέθοδοι πρέπει, κατά συνέπεια, να συμβάλουν στην επίτευξη του επιδιωκόμενου από το εν λόγω άρθρο στόχου. Το άρθρο 2, παράγραφος 4, ρητώς επιτρέπει στα θεσμικά όργανα να θεωρήσουν τις πραγματοποιηθείσες με ζημία πωλήσεις - υπό ορισμένους όρους που δεν αφορούν την προκειμένη υπόθεση - "ότι δεν έχουν πραγματοποιηθεί επί συνήθων εμπορικών πράξεων". Σε τέτοια περίπτωση οι τιμές που πραγματοποιήθηκαν κατά τις εν λόγω με ζημία πωλήσεις δεν μπορούν, επομένως, να χρησιμεύσουν ως κανονική αξία κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 3, στοιχείο α, του βασικού κανονισμού. Το ότι, επομένως, δεν ελήφθησαν υπόψη είναι, καταρχήν, συνέπεια της εφαρμογής του άρθρου 2, παράγραφος 4. Δεν θα ήταν σύμφωνο προς τον ανωτέρω στόχο εάν το Συμβούλιο, όταν καθορίζει την κανονική αξία των πωληθέντων με ζημία προϊόντων χρησιμοποιώντας μία από τις προβλεπόμενες μεθόδους, είχε την υποχρέωση να τις λαμβάνει υπόψη. Αν αυτό συνέβαινε, δεν βλέπω για ποιο λόγο το Συμβούλιο θα έπρεπε να καθορίζει την κανονική αξία των πωλουμένων με ζημία προϊόντων σύμφωνα με μία από τις ειδικώς προβλεπόμενες στο άρθρο 2, παράγραφος 4, μεθόδους: αν οφείλει εν πάση περιπτώσει να τις λάβει υπόψη, γιατί να μην καθορίζεται μια μέση κανονική αξία για όλες τις πωλήσεις, ασχέτως αν πραγματοποιούνται με ζημία ή με κέρδος, απλώς βάσει των πράγματι πληρωθεισών ή πληρωτέων τιμών κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 3, στοιχείο α;
22. Εξάλλου, το Συμβούλιο ορθώς τονίζει ότι όλες οι προβλεπόμενες μέθοδοι που είναι εναλλακτικές θα έπρεπε να εφαρμόζονται με τέτοιο τρόπο ώστε να καταλήγουν σε αξίες περίπου όμοιες, δεδομένου ότι, σε όλες τις περιπτώσεις, πρόκειται περί του καθορισμού κανονικής αξίας που να προσεγγίζει όσο το δυνατό περισσότερο στην τιμή πωλήσεως του προϊόντος, όπως αυτή θα είχε διαμορφωθεί αν το προϊόν επωλείτο εντός της χώρας εξαγωγής ή καταγωγής του κατά τη διάρκεια συνήθων εμπορικών πράξεων. Η πρώτη από τις εν λόγω μεθόδους, ερειδόμενη στις
"πραγματοποιούμενες άλλες πωλήσεις στην εσωτερική αγορά σε τιμή που δεν είναι κατώτερη από το κόστος παραγωγής",
αποκλείει εντελώς τις πωλήσεις με ζημία, έτσι ώστε το Συμβούλιο, σε περίπτωση εφαρμογής της εν λόγω μεθόδου, μπορεί κάλλιστα να εφαρμόσει στις πραγματοποιηθείσες με ζημία πωλήσεις το κέρδος, το οποίο προέκυψε από τις πωλήσεις που πραγματοποιήθηκαν σε τιμή ανώτερη από το κόστος παραγωγής, μεταφέροντας μ' αυτόν τον τρόπο στις πωλήσεις που πραγματοποιήθηκαν με ζημία το πραγματοποιηθέν από άλλες πωλήσεις κέρδος, χωρίς να προβεί στον υπολογισμό οποιουδήποτε μέσου κέρδους βάσει πωλήσεων που πραγματοποιήθηκαν σε τιμές ανώτερες ή κατώτερες από το κόστος παραγωγής.
23. Επιπλέον, το Δικαστήριο, με την προαναφερθείσα απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 1988, Canon κατά Συμβουλίου, δέχθηκε το περιθώριο κέρδους που πραγματοποίησε ένας παραγωγός από την πώληση ορισμένων μοντέλων του στην εσωτερική αγορά και το οποίο περιελήφθη γι' αυτόν τον λόγο στην πραγματική τιμή που χρησιμοποιήθηκε ως κανονική αξία σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 3, στοιχείο α, να χρησιμοποιείται από τα θεσμικά όργανα ως "λογικό" περιθώριο κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 3, στοιχείο β, σημείο ii, κατά την κατασκευή της κανονικής αξίας για άλλα μοντέλα του ιδίου παραγωγού (βλ. τις σκέψεις 21 και 22). Είναι αληθές ότι, στην προκειμένη περίπτωση, η κανονική αξία κατασκευάστηκε διότι τα συγκεκριμένα μοντέλα δεν είχαν πωληθεί σε επαρκείς ποσότητες εντός της εσωτερικής αγοράς. Δεν βλέπω, ωστόσο, τον λόγο για τον οποίο ο ίδιος κανόνας δεν θα μπορούσε να εφαρμοστεί όταν η κανονική αξία κατασκευάζεται για άλλους λόγους, για παράδειγμα λόγω του ότι ορισμένα μοντέλα πωλούνται με ζημία. Ούτως εχόντων των πραγμάτων, το εν λόγω παράδειγμα δείχνει σαφώς ότι το άρθρο 2, παράγραφος 3, στοιχείο β, σημείο ii, ασφαλώς δεν αποκλείει, κατά τον καθορισμό του "λογικού περιθωρίου κέρδους" ή του "κανονικού κέρδους" που πρέπει να περιληφθούν στην κανονική αξία, να ληφθούν υπόψη μόνο οι πωλήσεις που πραγματοποιήθηκαν σε τιμή ανώτερη από το κόστος παραγωγής.
24. 'Οπως, άλλωστε, προκύπτει από άλλες αποφάσεις που εκδόθηκαν στις υποθέσεις ΗΓ, σε περίπτωση κατασκευής της κανονικής αξίας των προϊόντων μιας εταιρίας το περιθώριο κέρδους μπορεί να υπολογιστεί βάσει του πραγματοποιηθέντος από άλλη εταιρία κέρδους. Παραπέμπω ιδίως στην απόφαση 301/85, Sharp Corporation κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1988, σ. 5813), στην οποία το Δικαστήριο έκρινε ότι
"από κανένα στοιχείο της διατάξεως αυτής (το άρθρο 2, παράγραφος 3, στοιχείο β, σημείο ii) δεν προκύπτει ότι απαγορεύεται να χρησιμοποιηθεί ως 'λογικό περιθώριο κέρδους' το κέρδος που πραγματοποιεί κανονικά εταιρία άλλη από αυτή που αποτελεί το αντικείμενο της έρευνας αντιντάμπινγκ" (σκέψη 8).
Στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 260/85 και 106/86, Tokyo Electric κατά Συμβουλίου, που προαναφέρθηκαν, η προσφεύγουσα είχε αμφισβητήσει την ορθότητα της εφαρμογής σ' αυτήν από το Συμβούλιο περιθωρίου κέρδους 47,92 % που αντιστοιχούσε στο πραγματοποιηθέν περιθώριο κέρδους από άλλον παραγωγό από πωλήσεις εντός της εσωτερικής αγοράς περιορισμένου αριθμού ΗΓ. Το Δικαστήριο, ωστόσο, περιορίστηκε να διαπιστώσει ότι
"η TEC δεν απέδειξε ότι το εν λόγω περιθώριο κέρδους δεν πραγματοποιήθηκε κατά τη διάρκεια συνήθων εμπορικών πράξεων"
για να συμπεράνει ότι
"το άρθρο 2, παράγραφος 3, στοιχείο β, σημείο ii, του κανονισμού 2176/84 δεν εμποδίζει να γίνει δεκτό ότι τα κοινοτικά όργανα μπορούσαν, λόγω της εξουσίας εκτιμήσεως που διαθέτουν, να θεωρήσουν το περιθώριο κέρδους που έλαβαν υπόψη ως λογικό περιθώριο" (σκέψη 13).
25. Ασφαλώς, μπορεί να αντιταχθεί ότι τα προεκτεθέντα δείχνουν απλώς ότι το Συμβούλιο μπορούσε να εφαρμόσει στις πραγματοποιηθείσες με ζημία πωλήσεις της Minolta το "κανονικά πραγματοποιούμενο κέρδος" ή το πραγματοποιηθέν "κατά τις συνήθεις εμπορικές πράξεις" από άλλες εταιρίες, δεν επιτρέπουν, όμως, να διευκρινιστεί τι νοείται με αυτές τις έννοιες, και ιδίως δεν δίδεται άμεση απάντηση στο αν, στην περίπτωση που οι εν λόγω άλλες εταιρίες θα είχαν επίσης πραγματοποιήσει πωλήσεις με ζημία, περιθώριο κέρδους που θα ελάμβανε υπόψη μόνο τις πραγματοποιηθείσες με κέρδος ζημίες τους θα αποτελούσε "κανονικό" κέρδος, κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 3, στοιχείο β, σημείο ii, του βασικού κανονισμού ή αν, σε τέτοια περίπτωση, μόνο το πραγματοποιηθέν "κατά τις συνήθεις εμπορικές πράξεις" περιθώριο κέρδους θα μπορούσε να εφαρμοστεί στο σύνολο των μοντέλων της Minolta.
26. Εντούτοις, για να δικαιολογείται η νομιμότητα της χρησιμοποιήσεως του περιθωρίου κέρδους άλλης εταιρίας για την κατασκευή της κανονικής αξίας, το Δικαστήριο ρητώς τόνισε, τόσο στη 10η σκέψη της αποφάσεως Sharp Corporation κατά Συμβουλίου, όσο και στη 16η σκέψη της αποφάσεως Tokyo Electric κατά Συμβουλίου, που προαναφέρθηκαν, ότι
"αν η κανονική αξία δεν μπορούσε να κατασκευαστεί, για τους παραγωγούς που δεν πραγματοποιούν πωλήσεις στην εσωτερική αγορά, παρά μόνο βάσει ενός υποθετικού κέρδους, θα υπήρχε ο κίνδυνος δυσμενούς διακρίσεως εις βάρος των άλλων κατασκευαστών, στην περίπτωση των οποίων το κέρδος που πραγματοποιούν επί των μοντέλων που πωλούν εντός της Ιαπωνίας χρησιμοποιείται για την κατασκευή της κανονικής αξίας των άλλων μοντέλων".
Είναι δυνατή η εφαρμογή της ίδιας συλλογιστικής σε περίπτωση κατασκευής της κανονικής αξίας διότι ορισμένα προϊόντα πωλούνται σε τιμή κατώτερη από το κόστος παραγωγής: εφόσον το Συμβούλιο μπορεί νομίμως να εφαρμόζει στις εταιρίες που πωλούν, εντός της εσωτερικής αγοράς, ορισμένα μόνο μοντέλα τους με ζημία, το πραγματοποιούμενο επί των "άλλων πωλήσεών" τους περιθώριο κέρδους (ή μέσο περιθώριο κέρδους υπολογιζόμενο επί του συνόλου των πωλήσεών τους που πραγματοποιήθηκαν σε τιμή κατά μέσο όρο ανώτερη από το κόστος παραγωγής) (8), πρέπει επίσης να μπορεί να χρησιμοποιεί το ίδιο περιθώριο κέρδους σε άλλες εταιρίες των οποίων οι πωλήσεις πραγματοποιήθηκαν με ζημία (ή των οποίων οι πωλήσεις πραγματοποιήθηκαν σε τιμή κατά μέσο όρο κατώτερη από το κόστος παραγωγής). Σε αντίθετη περίπτωση, παραφράζοντας τις προαναφερθείσες αποφάσεις του Δικαστηρίου,
"θα υπήρχε ο κίνδυνος δυσμενούς διακρίσεως εις βάρος των άλλων κατασκευαστών στην περίπτωση των οποίων το πραγματοποιούμενο επί της πωλήσεως ορισμένων μοντέλων περιθώριο κέρδους χρησιμοποιείται για την κατασκευή της κανονικής αξίας των πωλουμένων με ζημία άλλων μοντέλων".
27. Σημειώνω, τέλος, ότι ο νέος βασικός κανονισμός (9), που διαδέχθηκε τον κανονισμό 2176/84, προβλέπει ρητώς ότι τα κέρδη που πρέπει να περιλαμβάνονται στην κατασκευασμένη αξία υπολογίζονται με αναφορά στις "επικερδείς πωλήσεις" ομοειδών προϊόντων που πραγματοποιήθηκαν είτε από τον ίδιο παραγωγό είτε από άλλους παραγωγούς.
28. Ενόψει των προεκτεθέντων μπορεί να εφαρμοστεί, στην προκειμένη περίπτωση, η ρήση "ο δυνάμενος τα περισσότερα, δύναται τα ολιγότερα": στο μέτρο που το Συμβούλιο ορθώς μπόρεσε να εφαρμόσει στα μοντέλα της Minolta που πωλήθηκαν σε τιμές κατώτερες από το κόστος παραγωγής το πραγματοποιηθέν περιθώριο κέρδους από άλλους παραγωγούς επί των πωλήσεών τους ομοειδών ή διαφορετικών μοντέλων, είχε ασφαλώς το δικαίωμα να εφαρμόσει σ' αυτά μέσο περιθώριο κέρδους που λαμβάνει υπόψη όχι μόνο τις πωλήσεις που άλλοι παραγωγοί πραγματοποίησαν σε τιμές ανώτερες από το κόστος παραγωγής, αλλά και τις πωλήσεις τους με ζημία, δεδομένου μάλιστα ότι, στην περίπτωση της Minolta, το Συμβούλιο δεν εφήρμοσε το μέσο περιθώριο ενός μόνο παραγωγού, που θα μπορούσε να είναι το υψηλότερο περιθώριο, αλλά, όπως είδαμε, εφήρμοσε γενικό μέσο όρο όλων των διαπιστωθέντων μέσων ατομικών περιθωρίων (βλ. τη 10η αιτιολογική σκέψη, προτελευταίο εδάφιο, του προσβαλλομένου κανονισμού). Δεν μπορεί, επομένως, να προβληθεί ο ισχυρισμός ότι η ακολουθηθείσα από το Συμβούλιο μέθοδος υπολογισμού κατέληξε στον καθορισμό περιθωρίου κέρδους για τη Minolta που δεν είναι "λογικό" ή που είναι υψηλότερο από το "κανονικό κέρδος", κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 3, στοιχείο β, σημείο ii, του βασικού κανονισμού.
29. Τα δύο δοθέντα από την προσφεύγουσα θεωρητικά παραδείγματα δεν είναι ικανά να αμφισβητήσουν το εν λόγω συμπέρασμα.
30. Καταρχάς, το Συμβούλιο δεν έπραξε αυτό που η Minolta με τα παραδείγματά της του προσάπτει. Δεν καθόρισε τα κέρδη των εταιριών Β ή Γ, για τα μοντέλα 1 και 2 σε 10 % ή 60 % ούτε, επομένως, κέρδος 35 % για τα τρία μοντέλα της εταιρίας Α. Ομοίως, κατά τη μέθοδο που πράγματι ακολούθησε, το Συμβούλιο κατέληξε σε ίδιο κέρδος 10 % για τις δύο εταιρίες Α και Β, παρόλον ότι η μία από αυτές είχε πωλήσει ορισμένα μοντέλα με ζημία. Αλλά, όπερ και σπουδαιότερο, όπως προκύπτει από τις ανωτέρω σκέψεις, το Συμβούλιο μπορούσε νομίμως να πράξει αυτό που η Minolta, με τα εν λόγω παραδείγματα, της προσάπτει. Πράγματι, δεδομένου ότι το άρθρο 2, παράγραφος 4, του βασικού κανονισμού προβλέπει ρητώς τον καθορισμό της κανονικής αξίας
"βάσει των άλλων πωλήσεων που πραγματοποιούνται στην εσωτερική αγορά σε τιμή που δεν είναι κατώτερη από το κόστος παραγωγής",
το Συμβούλιο μπορούσε να εφαρμόσει στα μοντέλα 1 και 2 των εταιριών Β και Γ, καθώς και στα μοντέλα της Β που πωλήθηκαν με ζημία, το κέρδος που πραγματοποίησαν οι εν λόγω εταιρίες επί των μοντέλων τους που πωλήθηκαν σε τιμή ανώτερη από το κόστος παραγωγής. Εξάλλου, δεδομένου ότι το Δικαστήριο δέχθηκε, ιδίως, με τις αποφάσεις της 5ης Οκτωβρίου 1988, Sharp Corporation κατά Συμβουλίου, Tokyo Electric κατά Συμβουλίου και Canon κατά Συμβουλίου, που προαναφέρθηκαν, ότι το περιθώριο κέρδους που πραγματοποίησαν άλλοι παραγωγοί ή ο ίδιος παραγωγός επί άλλων μοντέλων του ομοειδούς προϊόντος μπορεί να γίνει δεκτό στο πλαίσιο του άρθρου 2, παράγραφος 3, στοιχείο β, σημείο ii, του βασικού κανονισμού, το Συμβούλιο μπορούσε να ενεργήσει κατά τον ίδιο τρόπο αν είχε επιλέξει, όπως το έπραξε για τη Minolta, την κατασκευασμένη αξία.
31. Τέλος, η παραπομπή της Minolta στην εφαρμοσθείσα από το Συμβούλιο μέθοδο για να προσδιορίσει, στο πλαίσιο του καθορισμού του δασμού αντιντάμπινγκ,
"κατά πόσον πρέπει να αυξηθούν τα έσοδα κάθε κοινοτικού παραγωγού ώστε να πραγματοποιηθούν κέρδη της τάξεως του 12 % για κάθε τύπο συναλλαγής" (βλ. την 107η αιτιολογική σκέψη, στοιχείο iii, του προσβαλλομένου κανονισμού),
μου φαίνεται αλυσιτελής στο πλαίσιο του καθορισμού του μέσου περιθωρίου κέρδους των Ιαπώνων παραγωγών που πρέπει να περιληφθεί στην κανονική αξία. Εξάλλου, η περιεχόμενη στη 10η αιτιολογική σκέψη, δεύτερο εδάφιο, του προσβαλλομένου κανονισμού, δήλωση ότι "αυτή η προσέγγιση (που ακολουθήθηκε για τον υπολογισμό των κερδών προς καθορισμό της κανονικής αξίας) συμφωνεί απόλυτα με την προσέγγιση που είχε υιοθετηθεί για τον υπολογισμό της ζημίας σε σχέση με την κοινοτική βιομηχανία", δεν αφορά την τύχη που επιφυλάσσεται στις πωλήσεις με ζημία, αλλά το αν έπρεπε να υπολογιστούν τα κέρδη σε σχέση με μόνο τα PPC ή σε σχέση με το σύνολο των δραστηριοτήτων των εξαγωγέων φωτοαντιγραφικών μηχανημάτων.
32. 'Οσον αφορά τα άλλα επιχειρήματα που προβάλλει η Minolta κατά του τρόπου με τον οποίο το Συμβούλιο καθόρισε το κέρδος που πρέπει να περιληφθεί στην κανονική αξία, αρκεί η διαπίστωση ότι δεν στηρίζονται σε κανένα κείμενο. Η απαίτηση όπως το "λογικό" ή "κανονικό" κέρδος καθορισθεί σε σχέση με το κέρδος που πραγματοποιήθηκε καθ' όλη τη διάρκεια υπάρξεως των PPC, ώστε να ληφθούν υπόψη οι διακυμάνσεις της διαχρονικής τους αποδοτικότητας, μου φαίνεται ότι βαίνει πέραν των προβλεπομένων από το άρθρο 2, παράγραφος 4, του βασικού κανονισμού, όταν επιτρέπει τον αποκλεισμό των πραγματοποιηθεισών με ζημία πωλήσεων, ιδίως, υπό τον όρο ότι
"κλιμακώνονται σε μία περίοδο αρκετά μακρά και αφορούν σημαντικές ποσότητες" (στοιχείο α).
Θεωρώ, πράγματι, ότι το Συμβούλιο δεν έχει υποχρέωση να εκτιμά την πραγματοποίηση του εν λόγω όρου σε σχέση με περίοδο που υπερβαίνει την περίοδο της έρευνας αντιντάμπινγκ η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο γ, του βασικού κανονισμού
"καλύπτει ελάχιστη εξάμηνη περίοδο αμέσως πριν από την έναρξη της διαδικασίας"
και η οποία, στην προκειμένη περίπτωση, κάλυψε την περίοδο από τον Ιανουάριο μέχρι και τον Ιούλιο 1985 (βλ. την 5η αιτιολογική σκέψη του προσωρινού κανονισμού (10)). Σημειώνω, εξάλλου, ότι η εν λόγω ερμηνεία είναι σύμφωνη με τα προβλεπόμενα από τον νέο βασικό κανονισμό (11), κατά τον οποίο οι πωλήσεις που πραγματοποιούνται με ζημία
"μπορούν να θεωρούνται ότι δεν έχουν πραγματοποιηθεί επί συνήθων εμπορικών πράξεων αν
α) έχουν πραγματοποιηθεί σε σημαντικές ποσότητες κατά την περίοδο της έρευνας, όπως καθορίζεται στο άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο γ,
β) (...)".
Επίσης, η απαίτηση όπως το "λογικό" ή "κανονικό" κέρδος καθορίζεται σε σχέση με τις πωλήσεις όλων των μοντέλων, περιλαμβανομένων και των πωλουμένων με ζημία, με την αιτιολογία ότι οι παραγωγοί είναι υποχρεωμένοι να προσφέρουν στην πελατεία τους πλήρη σειρά μοντέλων, περιλαμβανομένων, επομένως, μη αποφερόντων κέρδη μοντέλων, είναι αντίθετη προς την ίδια τη διατύπωση του άρθρου 2, παράγραφος 4, του βασικού κανονισμού που ρυθμίζει την τύχη των πραγματοποιουμένων με ζημία πωλήσεων χωρίς να λαμβάνονται διόλου υπόψη οι λόγοι για τους οποίους οι παραγωγοί τις πραγματοποίησαν.
33. Η Minolta ισχυρίζεται, επίσης, ότι, ακόμα και αν το Συμβούλιο μπορούσε να λάβει υπόψη, κατά τον καθορισμό του "λογικού" περιθωρίου κέρδους, μόνο το κέρδος επί των μοντέλων (συνολικά) που αποφέρουν κέρδη (quod non) όφειλε, ωστόσο, να το εκφράσει λαμβάνοντας υπόψη τον κύκλο εργασιών όλων των πωλήσεων, περιλαμβανομένων των μη αποφερουσών κέρδη. 'Ομως, όπως ορθώς διαπίστωσε το Συμβούλιο,
"αν (...) υπολογιστούν οι πραγματοποιηθείσες με ζημία πωλήσεις, αυτές θα περιλαμβάνονταν τότε de facto στον υπολογισμό (του κανονικά πραγματοποιούμενου κέρδους επί των εσωτερικών πωλήσεων), ενώ δυνάμει του άρθρου 2, παράγραφος 4, του κανονισμού 2176/84, δεν μπορούν να περιληφθούν σ' αυτόν τον υπολογισμό" (βλ. το σημείο 58 του υπομνήματος αντικρούσεως).
Εξάλλου, μου φαίνεται ότι κανένα επιχείρημα δεν μπορεί να αντληθεί, σε αυτό το πλαίσιο, από τη μέθοδο που ακολούθησε το Συμβούλιο για τον υπολογισμό του περιθωρίου ντάμπινγκ, που αποτελεί διαφορετική πράξη από αυτήν που συνίσταται στον καθορισμό του περιθωρίου κέρδους, το οποίο πρέπει να περιληφθεί στην κανονική αξία (βλ. άρθρο 2, παράγραφος 13, του βασικού κανονισμού).
34. 'Οσον αφορά, τέλος, το ότι περιελήφθη το κέρδος που πραγματοποιήθηκε επί (12) των ιαπωνικών θυγατρικών εταιριών πωλήσεων στο "λογικό" περιθώριο κέρδους, μπορώ να αρκεστώ στην παρατήρηση ότι, όπως προκύπτει από τη δέκατη έβδομη σκέψη της προαναφερθείσας αποφάσεως της 5ης Οκτωβρίου 1988, Silver Seiko κατά Συμβουλίου, τα κοινοτικά όργανα, ενώπιον "ενιαίας οικονομικής οντότητας", δεν υποχρεούνται να επιλέξουν το περιθώριο κέρδους του παραγωγού αντί του περιθωρίου κέρδους της θυγατρικής του εταιρίας πωλήσεων, μπορούν δε νομίμως να λαμβάνουν υπόψη τους τον συνδυασμό των περιθωρίων κέρδους των δύο εταιριών.
35. Ο λόγος ακυρώσεως που στηρίζεται στο ότι δεν είναι λογικό το περιληφθέν στην κανονική αξία κέρδος πρέπει, κατά συνέπεια, να απορριφθεί στο σύνολό του.
36. 3. Με τον τρίτο λόγο ακυρώσεως, η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι το Συμβούλιο κακώς περιέλαβε στα έξοδα ΠΔΓ, τα οποία ενσωματώθηκαν στην κατασκευασμένη κανονική αξία, ποσό που αντιστοιχεί στην αξία ορισμένων εκπτώσεων τις οποίες παραχώρησαν οι ιαπωνικές θυγατρικές εταιρίες πωλήσεων της Minolta προς τους πελάτες τους.
37. Στην προσφυγή της, η Minolta προσάπτει ιδίως στο Συμβούλιο ότι εξομοίωσε τις εν λόγω εκπτώσεις με πληρωμές λόγω αναλήψεως μεταχειρισμένου μηχανήματος για τις οποίες γίνεται λόγος στη δέκατη τρίτη και δέκατη τέταρτη αιτιολογική σκέψη του προσβαλλομένου κανονισμού, παρόλον ότι δεν διέθετε κανένα αποδεικτικό στοιχείο που θα επέτρεπε να τις χαρακτηρίσει ως τοιαύτες. 'Ομως, όπως σαφώς προκύπτει από τις σημειώσεις που κράτησαν οι ίδιοι οι δικηγόροι της Minolta κατά την επαλήθευση στην οποία προέβησαν οι υπάλληλοι της Επιτροπής εντός των γραφείων της Minolta τον Φεβρουάριο 1986, εκείνη, εν πάση περιπτώσει, την εποχή οι εκπρόσωποι της προσφεύγουσας αναγνώρισαν ιδίως ότι
"όταν οι χρήστες αγοράζουν νέα μηχανήματα, οι αποκλειστικοί αντιπρόσωποι αναλαμβάνουν τα παλαιά και η Minolta χορηγεί επιδότηση στους αποκλειστικούς αντιπροσώπους" (βλ. τη σελίδα 11 των εν λόγω σημειώσεων που περιέχονται στο παράρτημα ΙV Β προσαρτημένο στην προσφυγή).
Εξάλλου, σε επιστολή που απηύθυναν οι δικηγόροι της Minolta προς την Επιτροπή, τον Ιούλιο 1986 (η οποία προσαρτάται στο παράρτημα ΙΙ του υπομνήματος αντικρούσεως), υπενθυμίζοντας συγχρόνως ότι οι εν λόγω εκπτώσεις, κατ' αυτούς, "δεν αποτελούν πράγματι εκπτώσεις λόγω αναλήψεως μεταχειρισμένου μηχανήματος", αναφέρουν, για να επεξηγήσουν ότι, στο παρελθόν, τους δινόταν αυτή η ονομασία, ότι
"απέβλεπαν στο να βοηθούν τους αποκλειστικούς αντιπροσώπους της MJS (της κύριας θυγατρικής εταιρίας πωλήσεων) να πωλούν νέα PPC και, συγχρόνως, να καταβάλλουν στους αγοραστές τους ορισμένο ποσό σε αντάλλαγμα των παλαιών τους μηχανημάτων".
Τα θεσμικά όργανα διέθεταν, επομένως, σαφώς αποδεικτικά στοιχεία για την ύπαρξη των χορηγουμένων εκπτώσεων ώστε να λάβουν υπόψη την "ανάληψη" παλαιών μηχανημάτων.
38. Η Minolta άλλωστε, στο υπόμνημα απαντήσεώς της, συγκέντρωσε τις παρατηρήσεις της επί των νομικών ζητημάτων σχετικά με τον χαρακτηρισμό των εν λόγω εκπτώσεων στο πλαίσιο της έρευνας αντιντάμπινγκ. Ο λόγος γι' αυτό ήταν ότι πίστεψε ότι βρήκε στο υπόμνημα αντικρούσεως του Συμβουλίου τη ρητή επιβεβαίωση στοιχείου που νόμιζε, από την αρχή, ότι αντιτίθετο στον χαρακτηρισμό των εν λόγω εκπτώσεων ως πληρωμών αναλήψεως μεταχειρισμένου και, επομένως, στο να περιληφθούν στην κανονική αξία, δηλαδή ότι η ίδια "ουδέποτε ανέκτησε ή επιχείρησε να ανακτήσει τα αναλαμβανόμενα μηχανήματα". 'Ομως, όπως ήδη είδαμε στις προτάσεις μου στην υπόθεση C-175/87, Matsushita κατά Συμβουλίου, η εν λόγω διαπίστωση, καθώς και το γεγονός ότι η επίμαχη έκπτωση παραχωρείτο στους διανομείς ανεξαρτήτως του αν αυτοί είχαν πράγματι συμφωνήσει με τους πελάτες τους ανάληψη μεταχειρισμένου ή αν μια τέτοια ανάληψη είχε πράγματι γίνει, δεν αρκούν για να αμφισβητηθεί ότι η εν λόγω έκπτωση απέβλεπε στο να τους επιτρέψει να πραγματοποιήσουν αναλήψεις μεταχειρισμένων μηχανημάτων και να αποσύρουν από την αγορά τα μεταχειρισμένα PPC ούτε την - αναμφισβήτητη - έλλειψη αγοράς μεταχειρισμένων στην Ιαπωνία, πράγμα που είχε ως συνέπεια να προσφέρει στη Minolta τα ίδια οφέλη, των οποίων επωφελήθηκαν οι άλλοι παραγωγοί και που περιγράφονται στο τέλος της 13ης αιτιολογικής σκέψης, δεύτερο εδάφιο, του προσβαλλομένου κανονισμού. Ως προς τη διαπίστωση ότι οι εν λόγω εκπτώσεις παραχωρούνται βάσει ομοιόμορφου τιμολογίου και, επομένως, δεν ποικίλλουν ανάλογα με την πράξη, δεν αποδεικνύει ότι η χορήγησή τους δεν συνδέεται με το γεγονός ότι πράξη συνεπαγομένη ανάληψη μεταχειρισμένου έλαβε χώρα, αλλά τείνει μάλλον να επιβεβαιώσει ότι αποβλέπει στο να αποφέρει στη Minolta οφέλη τα οποία, όπως στην προκειμένη περίπτωση, δεν συνδέονται με την αξία ανακτήσεως ή μεταπωλήσεως των αναλαμβανομένων μηχανημάτων.
39. 'Οπως προκύπτει από τα προεκτεθέντα, οι πληρωμές λόγω αναλήψεως μεταχειρισμένου μηχανήματος πρέπει να περιλαμβάνονται στην κανονική αξία, είτε αυτή καθορίζεται βάσει του άρθρου 2, παράγραφος 3, στοιχείο α, του βασικού κανονισμού, όπως στην περίπτωση της Matsushita, είτε κατασκευάζεται σύμφωνα με την ίδια διάταξη στοιχείο β, σημείο ii, όπως στην περίπτωση της Minolta.
40. Τέλος, για τους λόγους που επισήμανα στις προτάσεις μου στις υποθέσεις C-171/87, Canon κατά Συμβουλίου, και C-174/87, Ricoh κατά Συμβουλίου, πρέπει επίσης να απορριφθεί ο λόγος που η Minolta επικαλέστηκε επικουρικώς, δηλαδή ότι καίτοι το σχετικό με τις πληρωμές λόγω αναλήψεως μεταχειρισμένου μηχανήματος κόστος περιελήφθη στην κανονική αξία βάσει του άρθρου 2, παράγραφος 3, στοιχείο β, σημείο ii, θα έπρεπε να αφαιρεθεί από αυτήν βάσει του άρθρου 2, παράγραφος 10, στοιχείο γ.
Β - Επί της συγκρίσεως
41. Με τον τέταρτο λόγο ακυρώσεως η Minolta ισχυρίζεται ότι το Συμβούλιο, κατά παράβαση του άρθρου 2, παράγραφος 10, στοιχείο γ, του βασικού κανονισμού, αρνήθηκε να επιφέρει στην κανονική αξία τις ενδεικνυόμενες προσαρμογές για να λάβει υπόψη ορισμένα είδη εξόδων τα οποία, ωστόσο, έχουν "άμεση σχέση με τις συγκεκριμένες πωλήσεις".
42. 'Οσον αφορά τον αποκλεισμό των μισθών των προϊσταμένων πωλήσεων από την προσαρμογή που πραγματοποιήθηκε βάσει των καταβληθέντων στους πωλητές μισθών, θεωρώ ότι το Συμβούλιο νομίμως μπόρεσε να θεωρήσει ότι δεν υφίστατο άμεση σχέση, εφόσον η έρευνα είχε αποδείξει ότι ο κύριος ρόλος τους ήταν η διαχείριση και διεύθυνση των ομάδων πωλητών και όχι η πραγματοποίηση από τους ίδιους απευθείας πωλήσεων. Δεν θέλω να λάβω θέση έναντι της απόψεως του Συμβουλίου, ότι "κατ' εξαίρεση" οι μισθοί που καταβάλλονται στους πωλητές περιλαμβάνονται στα έξοδα που αναφέρει το άρθρο 2, παράγραφος 10, στοιχείο γ, και ότι ο όρος "πωλητές" θα έπρεπε, κατά συνέπεια, να ερμηνεύεται στενά. Επιθυμώ, ωστόσο, να παρατηρήσω ότι η άποψη της προσφεύγουσας ότι κανένα στοιχείο της εν λόγω διατάξεως δεν δικαιολογεί μια τέτοια στενή ερμηνεία που συνεπάγεται διάκριση μεταξύ διαφόρων κατηγοριών "πωλητών" μου φαίνεται πολύ γενική. Αγνοεί, πράγματι, το γεγονός ότι οι "μισθοί που καταβάλλονται στους πωλητές", για να αποτελέσουν το αντικείμενο προσαρμογής, πρέπει, όπως και όλα τα αναφερόμενα άλλα είδη εξόδων, να έχουν άμεση σχέση με τις συγκεκριμένες πωλήσεις, πράγμα που συνεπάγεται ότι υπάρχουν μισθοί οι οποίοι δεν έχουν τέτοια άμεση σχέση (13).
43. 'Οσον αφορά τα έξοδα που συνδέονται με τη χρησιμοποίηση εμπορικών οχημάτων από τους πωλητές, σημειώνεται ότι κατά την ίδια τη Minolta:
"τα έξοδα επί των εμπορικών οχημάτων ήσαν κυρίως μεταφορικά έξοδα, στο μέτρο που μία από τις κυριότερες χρήσεις των εν λόγω οχημάτων ήταν η παράδοση των μηχανημάτων PPC στους πελάτες της προσφεύγουσας",
αλλά ότι
"τα εν λόγω οχήματα χρησιμοποιούντο επίσης από τους πωλητές όταν πραγματοποιούσαν πωλήσεις και προέβαιναν σε επίδειξη προϊόντων στους πελάτες" (βλ. το σημείο 7.15 της προσφυγής).
'Οπως σαφώς προκύπτει από την απάντηση του Συμβουλίου στο τεθέν από το Δικαστήριο ερώτημα, το Συμβούλιο, για να λάβει υπόψη τη διπλή αυτή χρησιμοποίηση, παραχώρησε προσαρμογή μόνο μέχρι τα 2/3 των εν λόγω εξόδων που έγιναν για την παράδοση των μηχανημάτων PPC και θεωρήθηκαν ότι αφορούν τη μεταφορά των εν λόγω προϊόντων (14).
44. Ως προς το απομένον 1/3 των εν λόγω εξόδων, θεωρήθηκε ότι αυτό αντιστοιχεί σε συνήθη οδοιπορικά έξοδα των πωλητών και, γι' αυτόν τον λόγο, ανήκουν στα γενικά έξοδα για τα οποία "κατά γενικό κανόνα, δεν πραγματοποιείται καμία προσαρμογή" και τα οποία, κανονικά, δεν έχουν άμεση σχέση με τις συγκεκριμένες πωλήσεις, δεδομένου ότι γίνονται ανεξάρτητα από το αν πραγματοποιείται ή όχι πώληση (βλ., συναφώς, ιδίως το σημείο 19 των προτάσεών μου στην υπόθεση C-174/87, Ricoh κατά Συμβουλίου, καθώς και το σημείο 46 των προτάσεών μου στην υπόθεση C-171/87, Canon κατά Συμβουλίου). Δεδομένου ότι η προσφεύγουσα δέχεται ρητώς τη μ' αυτόν τον τρόπο πραγματοποιηθείσα κατανομή, κατά τη σχέση 2/3 προς 1/3, από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι το Συμβούλιο δεν υπέπεσε σε πλάνη παραχωρώντας προσαρμογή μόνο για μέρος των συνδεομένων με τη χρησιμοποίηση των εμπορικών οχημάτων εξόδων. Για τους ίδιους λόγους, το Συμβούλιο μπόρεσε επίσης να αρνηθεί την προσαρμογή για το σύνολο των οδοιπορικών των πωλητών που έγιναν για τις μετακινήσεις τους με τραίνο, ταξί ή αεροπλάνο.
45. 'Οσον αφορά, τέλος, τα έξοδα διαφυλάξεως, μεταφοράς, ασφαλίσεως και πιστώσεων που φέρει η ΜΟ (η εταιρία παραγωγής της Minolta) καθώς και τα έξοδα μεταφοράς, οχημάτων και πιστώσεων της MJS που αφορούν τις πωλήσεις της προς τις άλλες θυγατρικές εταιρίες πωλήσεων της Minolta, αρκούμαι στο να παραπέμψω στο σημείο 45 των προτάσεών μου στην υπόθεση C-171/87, Canon κατά Συμβουλίου, απ' όπου προκύπτει ότι αυτού του είδους έξοδα δεν έχουν "άμεση σχέση με τις συγκεκριμένες πωλήσεις", διότι γίνονται σε στάδιο προγενέστερο των εν λόγω πωλήσεων οι οποίες, στην περίπτωση οργανώσεως παραγωγής και πωλήσεων όπως αυτή της Minolta, είναι οι γενόμενες στον πρώτο ανεξάρτητο αγοραστή πωλήσεις.
46. Δεν είναι, επομένως, βάσιμος ο λόγος ακυρώσεως που αντλείται από την άρνηση του Συμβουλίου να προβεί σε ορισμένες προσαρμογές της κανονικής αξίας βάσει του άρθρου 2, παράγραφος 10, στοιχείο γ, του βασικού κανονισμού.
Γ - Επί του υπολογισμού του περιθωρίου ντάμπινγκ
47. Δεδομένου ότι η Minolta είναι η μόνη που επικαλέστηκε λόγο ακυρώσεως αντλούμενο από τον μη νόμιμο υπολογισμό του περιθωρίου ντάμπινγκ, υπενθυμίζω ότι, δυνάμει του άρθρου 2, παράγραφος 13, στοιχείο β, του βασικού κανονισμού,
"όταν οι τιμές ποικίλλουν, το περιθώριο ντάμπινγκ δύναται να οριστεί για καθεμιά συναλλαγή χωριστά ή με αναφορά στις τιμές που διαπιστώνονται συχνότερα, οι οποίες είναι αντιπροσωπευτικές ή αποτελούν σταθμισμένες μέσες τιμές".
48. Η Minolta ισχυρίζεται ότι το Συμβούλιο, χρησιμοποιώντας, στην προκειμένη περίπτωση, την καλούμενη μέθοδο της σταθμισμένης μέσης τιμής για τον υπολογισμό της κανονικής αξίας και την καλούμενη μέθοδο της καθεμιάς συναλλαγής χωριστά για τον υπολογισμό της τιμής εξαγωγής, δεν προέβη σε δίκαιη σύγκριση μεταξύ κανονικής αξίας και τιμής εξαγωγής, όπως απαιτείται με το άρθρο 2, παράγραφοι 2, 9 και 13, στοιχείο β, του βασικού κανονισμού.
49. 'Ομως, το Δικαστήριο ήδη απέρριψε ταυτόσημη επιχειρηματολογία με τις αποφάσεις της 7ης Μαΐου 1987, τις καλούμενες "ένσφαιροι τριβείς", που προαναφέρθηκαν. Στη 15η και 18η σκέψη της αποφάσεως 258/84, Nippon Seiko κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1987, σ. 1923), για παράδειγμα, διαπίστωσε ρητώς ότι ούτε η παράγραφος 13 ούτε η παράγραφος 9 του άρθρου 2 του βασικού κανονισμού επιβάλλουν την υποχρέωση να είναι παρόμοιες ή ίδιες οι μέθοδοι που επιλέγονται για τον υπολογισμό της κανονικής αξίας και της τιμής εξαγωγής. Το Δικαστήριο προσέθεσε περαιτέρω, με την 24η σκέψη της εν λόγω αποφάσεως, ότι
"η ελευθερία επιλογής μιας από τις μεθόδους που αναφέρονται στο άρθρο 2, παράγραφος 13, εδάφιο β (...) αποσκοπεί ακριβώς στην επιλογή της μεθόδου της πιο κατάλληλης για τη διαδικασία επιβολής δασμού αντιντάμπινγκ".
50. Η Minolta συνάγει από το τελευταίο αυτό χωρίο ότι μόνο η ύπαρξη ιδιαιτέρων περιστάσεων μπορεί να δικαιολογεί την εφαρμογή της μεθόδου της καθεμιάς συναλλαγής χωριστά ως "την πλέον κατάλληλη" για τον υπολογισμό της τιμής εξαγωγής, όταν η κανονική αξία υπολογίζεται κατά τη μέθοδο της μέσης σταθμισμένης τιμής. Συναφώς, στηρίζεται στην επόμενη σκέψη της προαναφερθείσας αποφάσεως του Δικαστηρίου, κατά την οποία
"μόνο η μέθοδος της καθεμιάς συναλλαγής χωριστά επιτρέπει την παρεμπόδιση ορισμένων χειρισμών που συνίστανται στη συγκάλυψη του ντάμπινγκ με τη μέθοδο των διαφορετικών τιμών που είναι άλλοτε υψηλότερες και άλλοτε χαμηλότερες από την κανονική αξία".
Κατά τη Minolta, από την εν λόγω σκέψη προκύπτει ότι η εφαρμογή της μεθόδου της καθεμιάς συναλλαγής χωριστά επιτρέπεται μόνον όταν αποδεικνύεται ότι ο εξαγωγέας προέβη σε ανεπίτρεπτη εκ προθέσεως πράξη αποσκοπούσα στη συγκάλυψη του ντάμπινγκ.
51. Θεωρώ ότι αυτή η επιχειρηματολογία δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Προκαταρκτικά, σημειώνω, όπως το έπραξε και το Δικαστήριο με την 21η σκέψη της αποφάσεως Nippon Seiko κατά Συμβουλίου, ότι η επιλογή μεταξύ των διαφόρων μεθόδων υπολογισμού που αναφέρει το άρθρο 2, παράγραφος 13, στοιχείο β, προϋποθέτει την εκτίμηση περιπλόκων οικονομικών καταστάσεων. Δεν αρκεί, επομένως, η απόδειξη ότι η εφαρμογή άλλης μεθόδου από την εφαρμοσθείσα θα ήταν εντελώς δυνατή στη συγκεκριμένη περίπτωση, αλλά θα έπρεπε να αποδειχθεί ότι το Συμβούλιο, εφαρμόζοντας την επίμαχη μέθοδο, υπέπεσε σε πρόδηλη πλάνη κατά την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως.
52. Εξάλλου, η επιχειρηματολογία της Minolta συνεπάγεται ότι, μεταξύ των καταλλήλων μεθόδων υπολογισμού, υπάρχει μία που υπερέχει των άλλων, και η οποία θα μπορούσε να λεχθεί ότι έχει αξία κανόνα έτσι ώστε οι άλλες μέθοδοι δεν μπορούν να χρησιμοποιούνται παρά κατ' εξαίρεση. Αυτό, ωστόσο, δεν συμβαίνει, σε σημείο που το Δικαστήριο βασίστηκε, με την 33η σκέψη της προαναφερθείσας αποφάσεως, στο απλό γεγονός ότι
"η μέθοδος της καθεμιάς συναλλαγής χωριστά συγκαταλέγεται στις μεθόδους που τα κοινοτικά όργανα έχουν τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσουν για τον υπολογισμό του περιθωρίου ντάμπινγκ όταν (...) οι τιμές είναι διαφορετικές"
για να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι οι αρχές της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης ή της ασφαλείας του δικαίου δεν αντιτίθενται σε αλλαγή της μεθόδου υπολογισμού ακόμα και χωρίς προειδοποίηση.
53. Τέλος, η ερμηνεία που η Minolta δίδει στο ανωτέρω χωρίο της 25ης σκέψεως της αποφάσεως Nippon Seiko κατά Συμβουλίου δεν μου φαίνεται ορθή. Η ύπαρξη "χειρισμών που συνίστανται στη συγκάλυψη του ντάμπινγκ" δεν εμφανίζεται στην εν λόγω σκέψη ως προϋπόθεση για την εφαρμογή της μεθόδου της καθεμιάς συναλλαγής χωριστά. Στην προκειμένη περίπτωση, εξάλλου, δεν έγινε επίκληση της υπάρξεως τέτοιων χειρισμών. Είμαι της γνώμης ότι το Δικαστήριο θέλησε απλώς, στην εν λόγω σκέψη, να περιγράψει τα αποτελέσματα που απορρέουν από την εφαρμογή της μεθόδου της καθεμιάς συναλλαγής χωριστά, δυνάμει της οποίας, το υπενθυμίζω, οι τιμές εξαγωγής που είναι υψηλότερες από την κανονική αξία πλασματικά τοποθετούνται στο επίπεδο της κανονικής αξίας πριν ενσωματωθούν, με τις τιμές εξαγωγής που είναι χαμηλότερες από την κανονική αξία, στον υπολογισμό της μέσης σταθμισμένης τιμής του συνόλου των τιμών εξαγωγής.
54. Μου φαίνεται ότι η εν λόγω ερμηνεία ενισχύεται με το δεύτερο μέρος της 25ης σκέψεως της αποφάσεως, στην οποία το Δικαστήριο αντιτάσσει στην επίμαχη μέθοδο τη μέθοδο της μέσης σταθμισμένης τιμής η οποία "υπό τις περιστάσεις αυτές", δηλαδή όταν οι τιμές εξαγωγής είναι άλλοτε υψηλότερες, άλλοτε χαμηλότερες από την κανονική αξία,
"θα είχε ως κύρια συνέπεια να συγκαλύψει τις πωλήσεις σε τιμές ντάμπινγκ με τις πωλήσεις σε τιμές του λεγόμενου 'αρνητικού' ντάμπινγκ".
55. Μπορεί, επιπλέον, να στηριχθεί στη ρητή σχέση που το Δικαστήριο δέχθηκε μεταξύ της επιλογής της μεθόδου υπολογισμού του περιθωρίου ντάμπινγκ, "της πιο κατάλληλης", και του αντικειμένου της διαδικασίας επιβολής δασμού αντιντάμπινγκ που,
"κατά το άρθρο 2, παράγραφος 1, και το άρθρο 4, παράγραφος 1, (του βασικού κανονισμού) (...) αποσκοπεί στην εξάλειψη της ζημίας ή της απειλής ζημίας που συνιστά για μια καθιερωμένη παραγωγή της Κοινότητας η πρακτική του ντάμπινγκ" (βλ. το τέλος της 24ης σκέψεως της αποφάσεως).
Μου φαίνεται ότι ένα τέτοιο κριτήριο αποκλείει οποιαδήποτε υποκειμενική σκέψη σχετικά με την πρόθεση του συγκεκριμένου εξαγωγέα κατά το Δικαστήριο, το Συμβούλιο μπορούσε να εφαρμόσει τη μέθοδο της καθεμιάς συναλλαγής χωριστά και να αποκλείσει τη μέθοδο της μέσης σταθμισμένης τιμής, όχι διότι ο εξαγωγέας κατέστη ένοχος οποιουδήποτε χειρισμού αποσκοπούντος στη συγκάλυψη του ντάμπινγκ, αλλά διότι η εφαρμογή της εν λόγω μεθόδου
"θα διατηρούσε (...) πλήρως τη ζημία της σχετικής κοινοτικής παραγωγής" (βλ. το τέλος της 25ης σκέψεως της αποφάσεως Nippon Seiko κατά Συμβουλίου).
56. Από το ανωτέρω συμπέρασμα προκύπτει ότι δεν μπορεί να γίνεται λόγος ούτε για παραβίαση της αρχής "audi alteram parte" στην προκειμένη περίπτωση: στο μέτρο που το Συμβούλιο εφήρμοσε τη μέθοδο της καθεμιάς συναλλαγής χωριστά ακόμα και χωρίς την ύπαρξη εκ προθέσεως χειρισμών αποσκοπούντων στη συγκάλυψη του ντάμπινγκ, δεν είχε την υποχρέωση να παράσχει στην προσφεύγουσα την ευκαιρία να διατυπώσει τις παρατηρήσεις της επί των αποδεικτικών στοιχείων που διέθετε επ' αυτού του θέματος.
57. Τέλος, όσον αφορά τη φερόμενη παράβαση του άρθρου 190 της Συνθήκης ΕΟΚ, πρέπει, καταρχάς, να σημειωθεί ότι τόσο η εφαρμογή της μεθόδου της μέσης σταθμισμένης τιμής για τον υπολογισμό της κανονικής αξίας, όσο και η εφαρμογή της μεθόδου της καθεμιάς συναλλαγής χωριστά για τον υπολογισμό της τιμής εξαγωγής, προκύπτουν σαφώς από την 5η και 26η αιτιολογική σκέψη του οριστικού κανονισμού, σε συνδυασμό με την 6η και 29η αιτιολογική σκέψη του προσωρινού κανονισμού τις οποίες και επιβεβαιώνουν. Εξάλλου, δεδομένου ότι η μέθοδος της καθεμιάς συναλλαγής χωριστά περιλαμβάνεται στις μεθόδους υπολογισμού του περιθωρίου ντάμπινγκ, όπως και οι άλλες μέθοδοι που αναφέρει το άρθρο 2, παράγραφος 13, στοιχείο β, του βασικού κανονισμού, θεωρώ ότι το Συμβούλιο δεν είχε την υποχρέωση να επικαλεστεί, στις αιτιολογικές σκέψεις του επίμαχου κανονισμού, ιδιαίτερους λόγους που να δικαιολογούν την εφαρμογή αυτής της μεθόδου. Το ότι ο προσβαλλόμενος κανονισμός στις υποθέσεις "ένσφαιροι τριβείς" ήταν εκτενέστερος επ' αυτού του θέματος επεξηγείται από το γεγονός ότι, τότε η επιλογή της μεθόδου της καθεμιάς συναλλαγής χωριστά αποτελούσε αλλαγή σε σχέση με την προηγούμενη πρακτική των θεσμικών οργάνων.
58. Ως προς τους αριθμούς που αναφέρονται στην απόρρητη συλλογή πινάκων που η προσφεύγουσα προσήρτησε στην προσφυγή της και στην οποία παραπέμπει στο παρόν πλαίσιο, δεν έχουν καμία αξία, διότι βασίζονται σε μεθόδους υπολογισμού διαφορετικές από αυτές που το Συμβούλιο, όπως είδαμε, νομίμως μπόρεσε να εφαρμόσει.
Συμπέρασμα
59. Δεδομένου ότι κανένας από τους λόγους ακυρώσεως που επικαλέστηκε η προσφεύγουσα δεν μπορεί να γίνει δεκτός, προτείνω στο Δικαστήριο να απορρίψει την προσφυγή και να καταδικάσει τη Minolta στα δικαστικά έξοδα, περιλαμβανομένων των δικαστικών εξόδων των παρεμβαινουσών.
(*) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
(2) - ΕΕ L 54, σ. 12.
(3) - Κανονισμός (ΕΟΚ) 2176/84 του Συμβουλίου, της 23ης Ιουλίου 1984, για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ ή επιδοτήσεων εκ μέρους χωρών μη μελών της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας.
(4) - Ο κώδικας αντιντάμπινγκ που φέρει τον τίτλο συμφωνία για τη θέση σε εφαρμογή του άρθρου VI της ΓΣΔΕ εγκρίθηκε από την Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα με την απόφαση 80/271/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 10ης Δεκεμβρίου 1979, περί συνάψεως πολυμερών συμφωνιών απορρεουσών από τις εμπορικές διαπραγματεύσεις των ετών 1973-1979 (EE L 71, σ. 1, 90).
(5) - Βλ. τα σημεία 4.2 και 4.26 της προσφυγής.
(6) - Απόφαση της 12ης Δεκεμβρίου 1972, 21/72 έως 24/72, Ιnternational Fruit Company (Rec. 1972, σ. 1219).
(7) - Συναφώς αξίζει να σημειωθεί ότι το Δικαστήριο, με την απόφαση της 11ης Ιουλίου 1990, C-157/87, Electroimpex κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1990, σ. Ι-3021), απέρριψε ορισμό της εννοίας του ντάμπινγκ βασιζόμενο σε σύγκριση της τιμής πωλήσεως ενός προϊόντος με την τιμή κόστους του (βλ. τις σκέψεις 20 έως 22).
(8) - Αυτό έπραξε το Συμβούλιο για τρία μοντέλα της Canon.
(9) - Κανονισμός (ΕΟΚ) 2423 του Συμβουλίου, της 11ης Ιουλίου 1988, για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ ή επιδοτήσεων εκ μέρους χωρών μη μελών της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας (ΕΕ L 209, σ. 1).
(10) - Κανονισμός (ΕΟΚ) 2640/86 της Επιτροπής, της 21ης Αυγούστου 1986, για την επιβολή προσωρινού δασμού στις εισαγωγές μηχανημάτων φωτοαντιγραφής καταγωγής Ιαπωνίας (ΕΕ L 239, σ. 5).
(11) - Κανονισμός 2423/88 του Συμβουλίου, που προαναφέρθηκε, υποσημ. 8.
(12) - Πρόκειται, χωρίς αμφιβολία, για το κέρδος που πραγματοποιήθηκε από τις ιαπωνικές θυγατρικές εταιρίες πωλήσεων.
(13) - Σημειώνεται ότι, στον κανονισμό 2423/88, της 11ης Ιουλίου 1988, που αποτελεί τον εν ισχύι σήμερα βασικό κανονισμό, οι μισθοί που καταβάλλονται στους πωλητές ορίζονται ρητώς ως οι μισθοί που καταβάλλονται στο προσωπικό που ασχολείται πλήρως σε άμεσες δραστηριότητες πωλήσεων . Ο εν λόγω βασικός κανονισμός διευκρινίζει άλλωστε, ότι είναι σκόπιμο, για λόγους διαφάνειας, να καθοριστεί ότι δεν θα γίνονται αναπροσαρμογές για τα γενικά έξοδα πωλήσεων, δεδομένου ότι αυτά τα έξοδα δεν συνδέονται άμεσα με τις υπό εξέταση πωλήσεις, εκτός από τους μισθούς των πωλητών οι οποίοι δεν πρέπει να λαμβάνονται υπόψη διαφορετικά από ό,τι οι καταβαλλόμενες προμήθειες .
(14) - Σημειώνεται ότι ο νέος βασικός κανονισμός διευκρινίζει ρητώς ότι μπορούν να αποτελέσουν το αντικείμενο προσαρμογής τα έξοδα που έχουν άμεση σχέση με το προϊόν και που έχουν προκύψει για τη μεταφορά του εν λόγω προϊόντος (...) .
Full & Egal Universal Law Academy