Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1. 'Οσον αφορά την προσφυγή που άσκησε η Agazzi Leonard, η οποία αφορά επίσης τον εσωτερικό διαγωνισμό CΟΜ/Α/8/84 που διοργάνωσε η Επιτροπή και στον οποίο μπορούσαν να συμμετάσχουν οι τακτικοί υπάλληλοι που επιθυμούσαν να ανέλθουν από την κατηγορία Β στην κατηγορία Α, θα πρέπει κατά τη γνώμη μου να γίνουν οι εξής σκέψεις:
1. Επί του παραδεκτού
2. α) Τίθεται το ζήτημα αν, από απόψεως παραδεκτού, μπορεί ήδη να αμφισβητηθεί, εντός του πλαισίου της παρούσας δίκης, μια τροποποίηση του οργανογράμματος της Επιτροπής, μ' άλλα λόγια, αν είναι δυνατόν ακόμα σήμερα, στο πλαίσιο αυτής της δίκης, να επικριθεί η ενσωμάτωση, η οποία έγινε τον Ιανουάριο 1973, της υγειονομικής υπηρεσίας του Κοινού Κέντρου Ερευνών της Ispra (στην οποία υπηρετεί η προσφεύγουσα) στη Γενική Διεύθυνση Προσωπικού και Διοικήσεως, η οποία δεν χρηματοδοτείται πλέον από τον προϋπολογισμό ερεύνης (πράγμα που είχε ως συνέπεια να μην εφαρμόζεται πλέον στο προσωπικό αυτό η εξαιρετική διάταξη του άρθρου 98 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων - καθόσον προβλέπει τη μετάβαση από μια κατηγορία σε άλλη χωρίς διαγωνισμό). Η Επιτροπή προβάλλει σχετικές αμφιβολίες κατά την άποψή της, έχει σημασία αφενός μεν ότι το προαναφερθέν οργανωτικό μέτρο δεν προσεβλήθη εμπροθέσμως και αφετέρου ότι η προσφεύγουσα, η οποία ζήτησε το 1979 να επανορθωθεί η χειροτέρευση της υπηρεσιακής καταστάσεώς της (όσον αφορά τη μετάβαση στην κατηγορία Α), όταν απορρίφθηκε η αίτησή της περί εκ νέου ενσωματώσεώς της στον επιστημονικό κλάδο ή περί διοργανώσεως ad hoc διαγωνισμού, δεν έδωσε συνέχεια στα θέματα αυτά.
3. 'Εχω όμως την άποψη ότι η Επιτροπή προσεγγίζει το θέμα υπό εσφαλμένο πρίσμα. Στην πραγματικότητα η επιχειρηματολογία της προσφεύγουσας δεν συνιστά λόγο ακυρώσεως κατά της τροποποιήσεως της διοικητικής δομής που έγινε το 1973. Το παράπονό της έχει απλώς την έννοια ότι θα πρέπει να ληφθούν υπόψη οι επιπτώσεις που συνδέονται με αυτή την τροποποίηση - δηλαδή η προσφυγή στη διαδικασία του διαγωνισμού για τη μετάβαση στην κατηγορία Α, ενώ σύμφωνα με το προγενέστερο δίκαιο, αρκούσε ένας έλεγχος των τίτλων σε συνδυασμό με μια συνέντευξη - κατά τη διαμόρφωση της διαδικασίας του διαγωνισμού που θα γινόταν για τη μετάβαση αυτή, έτσι ώστε για υποψηφίους οι οποίοι, όπως η προσφεύγουσα, έχουν επιστημονική μόρφωση και πείρα, η εξέταση να στηριχτεί περισσότερο στις γνώσεις τους και στις ικανότητές τους, για να τους δοθεί μια εύλογη ευκαιρία να περιληφθούν στον πίνακα επιτυχόντων. Υπό την έννοια αυτή, η επιχειρηματολογία της προσφεύγουσας, η οποία επιδιώκει στην πραγματικότητα όχι την τροποποίηση της νομικής καταστάσεως που δημιουργήθηκε το 1973, αλλά να ληφθεί η κατάσταση αυτή ως αφετηρία για την εκτίμηση που θα γίνει στο πλαίσιο μιας διαδικασίας διαγωνισμού που διοργανώθηκε το 1985, δεν μπορεί να επικριθεί.
4. β) Η ίδια τύχη πρέπει επίσης να επιφυλαχθεί και στην αντίρρηση της Επιτροπής, σύμφωνα με την οποία δεν μπορεί να γίνει δεκτή επίκριση που στρέφεται κατά της διοργανώσεως του διαγωνισμού, όπως κάνει η προσφεύγουσα, λόγω του ότι η εξεταστική επιτροπή δεν μπορούσε να θεραπεύσει το ειδικό πρόβλημα που τίθεται για την προσφεύγουσα, καθώς και στην άποψη ότι δεν είναι πλέον δυνατό να αμφισβητηθεί το κύρος της προκηρύξεως του διαγωνισμού, επειδή η προσφεύγουσα δεν προσέβαλε εμπροθέσμως το περιεχόμενό τους.
5. Είναι βεβαίως αληθές, ότι σύμφωνα με την πλέον πρόσφατη νομολογία (1), δεν επιτρέπεται πλέον στην προσφεύγουσα, στο πλαίσιο του δικαστικού ελέγχου πράξεων που προέρχονται από την εξεταστική επιτροπή του διαγωνισμού να επανέλθει επί του περιεχομένου της προκηρύξεως του διαγωνισμού, εφόσον η προκήρυξη αυτή δεν αποτέλεσε αντικείμενο ξεχωριστής προσφυγής, που ασκήθηκε εντός των νομίμων προθεσμιών. Εντούτοις, τα επιχειρήματα της προσφεύγουσας ουδόλως πρέπει να νοηθούν υπό την έννοια αυτή, όπως ρητά υπογραμμίστηκε στην προφορική διαδικασία η προσφεύγουσα απλώς κατακρίνει τον τρόπο με τον οποίο διεξήχθη η προφορική δοκιμασία του διαγωνισμού, για την οποία η προκήρυξη του διαγωνισμού δεν περιέχει, πράγματι, τίποτε το συγκεκριμένο, πλην του ότι θα πρέπει να επιτρέπει την εκτίμηση των προσόντων και της ικανότητας των υποψηφίων να ασκήσουν καθήκοντα της κατηγορίας Α. Ασφαλώς δεν μπορεί να προβληθεί καμιά αντίρρηση στην επίκριση αυτή, η οποία βρίσκεται στο πλαίσιο της αμφισβητήσεως του κύρους της τελευταίας πράξεως της διαδικασίας του διαγωνισμού, στην οποία κατέληξε η προφορική δοκιμασία.
6. 'Οσον αφορά εξάλλου το ζήτημα αν η εξεταστική επιτροπή έπρεπε να λάβει υπόψη της το ειδικό πρόβλημα που έθεσε η προσφεύγουσα και αν, πολύ περισσότερο, έπρεπε να το λάβει υπόψη της, το ζήτημα αυτό, ορθώς νοούμενο, δεν βρίσκεται στο επίπεδο των προβλημάτων που συνδέονται με το παραδεκτό, αλλά θα πρέπει να αντιμετωπισθεί στο επίπεδο του βασίμου της προσφυγής.
7. γ) Κατά συνέπεια, δεν υπάρχει αποφασιστικό επιχείρημα κατά του παραδεκτού της προσφυγής ή κατά ορισμένων λόγων ακυρώσεως που προβάλλονται προς στήριξη της προσφυγής αυτής.
2. Επί της ουσίας
8. α) Στο επίκεντρο των λόγων ακυρώσεως που προβάλλει η προσφεύγουσα - οι οποίοι εκτίθενται υπό τους τίτλους "παράβαση της αρχής της χρηστής διοικήσεως και του καθήκοντος αρωγής", "παράβαση της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων" - υπάρχει η σκέψη ότι η προσφεύγουσα με επιστημονική μόρφωση και επαγγελματική πείρα βρέθηκε σε μειονεκτική θέση από το γεγονός ότι η εξεταστική επιτροπή του διαγωνισμού δεν έλαβε υπόψη της την ειδική αυτή περίσταση τόσο όσον αφορά τη διαμόρφωση των ερωτήσεων που υποβλήθηκαν στην προφορική δοκιμασία, όσο και όσον αφορά τη βαθμολόγησή τους.
9. Από τον τρόπο με τον οποίο διεξήχθη η προφορική δοκιμασία, όπως τη γνωρίζομε μέσω της υποθέσεως 228/86 (2) (βλέπε τη σχέση αυτής της υποθέσεως στις προτάσεις μου της 17ης Νοεμβρίου 1987), έχω την εντύπωση ότι η προσφεύγουσα επικεντρώνει τις αιτιάσεις της κυρίως στην τελευταία φάση της προφορικής δοκιμασίας, κατά τη διάρκεια της οποίας οι υποψήφιοι έπρεπε να απαντήσουν σε ερωτήσεις που είχαν σχέση με κοινοτικές πολιτικές. Πράγματι, κατά το πρώτο μέρος της προφορικής δοκιμασίας, επρόκειτο να εξακριβωθούν οι γενικές γνώσεις με τη βοήθεια ερωτήσεων γενικού χαρακτήρα (στο πλαίσιο αυτό η προσφεύγουσα έπρεπε να προβεί σε σύντομη έκθεση επί της κατακτήσεως του διαστήματος, πράγμα που δεν της προκάλεσε προφανώς ιδιαίτερες δυσχέρειες). Ακολούθησε η εξέταση της μορφώσεως των υποψηφίων, της δραστηριότητάς τους και της υπαγωγής της δραστηριότητάς τους στις πολιτικές της Κοινότητας, με άλλα λόγια, στο σημείο αυτό ελήφθη υπόψη - πράγμα που η ίδια η προσφεύγουσα θεωρεί ορθό - η ειδική κατάσταση των υποψηφίων.
10. 'Οσον αφορά τις ερωτήσεις που είχαν σχέση με τις κοινοτικές πολιτικές, κατά την πρώτη μελέτη της υποθέσεως - αυτό δεν θα πρέπει να σας εκπλήξει μετά τις προτάσεις μου επί της υποθέσεως 228/86 - απέκλινα σαφώς να κρίνω βάσιμη την επίκρισή τους. Τούτο δε όχι διότι στην προσφεύγουσα δεν υποβλήθηκαν ειδικές ερωτήσεις, προσαρμοσμένες στη μόρφωσή της και στη δραστηριότητά της. Εφόσον επρόκειτο για διαγωνισμό στον οποίο θα συμμετείχε μεγάλος αριθμός υπαλλήλων της κατηγορίας Β, που υπηρετούσε σε διάφορους τομείς και που προοριζόταν να πληρώσει θέσεις κατηγορίας Α σε πολύ διαφορετικές υπηρεσίες, δεν μπορούσε κανείς ασφαλώς να απαιτήσει η εξέτασή τους να γίνει "στα μέτρα τους".
11. Αντιθέτως νομίζω ότι θα μπορούσαν να διατυπωθούν επιφυλάξεις, ως προς το ότι οι ερωτήσεις εν μέρει μόνο αναφέρονταν σε τομείς που είχαν σχέση με την επαγγελματική επιμόρφωση και ότι μπορούσε να θεωρηθεί ότι οι υποψήφιοι που έπρεπε να απαντήσουν σε ερωτήσεις εκτός αυτού του πλαισίου (η προσφεύγουσα έπρεπε, παραδείγματος χάρη, να εκφρασθεί επί του ρόλου της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων) βρίσκονταν σε μειονεκτική θέση, αν δεν είχαν κατά σύμπτωση αντίστοιχες γνώσεις ή δεν είχαν την ευκαιρία να αποκτήσουν τέτοιες γνώσεις κατά το διάστημα της μέχρι τότε δραστηριότητάς τους.
12. Μετά την απόφαση που εκδόθηκε από το δεύτερο τμήμα στις 24 Μαρτίου αυτού του έτους στην υπόθεση 228/86, η κρίση αυτή δεν μπορεί πάντως να γίνει δεκτή. Είναι γνωστό ότι το τμήμα δεν συμμερίστηκε τις επιφυλάξεις μου και ότι αντιθέτως έκρινε ότι οι υποβληθείσες ερωτήσεις εμφάνιζαν τον ίδιο περίπου βαθμό δυσκολίας, ότι δεν είχαν υπερβολικές αξιώσεις και ότι θα έπρεπε να είναι αρκετά οικείες σε κοινοτικούς υπαλλήλους που υπηρετούν από μακρού στην υπηρεσία της Κοινότητας και ενδιαφέρονται για τις κοινοτικές πολιτικές. Η απόφαση αυτή τόνισε επίσης το γεγονός ότι η δοκιμασία απέβλεπε στον έλεγχο της ικανότητας των υποψηφίων παρά στον έλεγχο του επιπέδου των γνώσεών τους και έτσι συμμερίστηκε την άποψη της Επιτροπής, σύμφωνα με την οποία η προφορική δοκιμασία αποσκοπούσε λιγότερο στην εξακρίβωση των γνώσεων από ό,τι στην εκτίμηση της ικανότητας των υποψηφίων να αντιληφθούν τα προβλήματα, να αναπτύξουν λογικά τη σκέψη τους και να εκφραστούν σαφώς. Θα πρέπει, εξάλλου, να γίνει δεκτό ότι στην προκειμένη περίπτωση η μία από τις δύο ερωτήσεις που τέθηκαν στην εκλογή της προσφεύγουσας (που αφορούσε το πλεόνασμα στην κοινή γεωργική πολιτική) εμφάνιζε πραγματική συνάφεια μ' ένα θέμα που είχε επεξεργαστεί η προσφεύγουσα κατά την επιμόρφωσή της (εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου στη γεωργία). Αφού όμως διάλεξε το άλλο θέμα, αποκλείεται φυσικά να ισχυριστεί η προσφεύγουσα ότι υπέστη βλάβη σαν αυτή που κατέδειξα με τις προτάσεις μου στην υπόθεση 228/86.
13. Αν λοιπόν δεν μπορεί να επικριθεί η διαμόρφωση της προφορικής δοκιμασίας λόγω της επιλογής των ερωτήσεων που αφορούν την κοινοτική πολιτική, το ίδιο ασφαλώς ισχύει και όσον αφορά τον τρόπο με τον οποίο έγινε η εκτίμηση των απαντήσεων, δηλαδή το ότι η εκτίμησή τους έγινε χωρίς αναφορά στην ειδική κατάσταση κάθε υποψηφίου και - στην περίπτωση της προσφεύγουσας - χωρίς φροντίδα να διευκολυνθεί η μετάβασή της στην κατηγορία Α με πιο γενναιόδωρη βαθμολογία για το λόγο ότι η υποψήφια είχε άλλοτε αυτή τη δυνατότητα, κατ' εφαρμογή του άρθρου 98 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων, λόγω του ότι ανήκε στον επιστημονικό κλάδο. Τέτοια ενέργεια θα προκαλούσε αναμφίβολα αντιρρήσεις αρχής, εφόσον επρόκειτο για ένα διαγωνισμό ευρέος φάσματος που απευθυνόταν σε μεγάλο αριθμό υπαλλήλων Β, προερχομένων από όλες τις υπηρεσίες, διότι εδώ προέχει ασφαλώς να αποφευχθεί να δοθεί και η εντύπωση ακόμη ειδικής μεταχειρίσεως ορισμένων υποψηφίων.
14. Μπορεί επίσης να λεχθεί ότι θα ήταν υπερβολική αξίωση για μια εξεταστική επιτροπή να υποχρεωθεί - όπως θα ήθελε η προσφεύγουσα - να φροντίσει ώστε να αντισταθμιστούν οι "ανωμαλίες" που προήλθαν από διοικητικές αναδιαρθρώσεις (ανεξαρτήτως του ότι με τέτοιες σκέψεις θα γινόταν κατά κάποιο τρόπο έλεγχος διοικητικών μέτρων που ανήκουν στο απώτερο παρελθόν και τα οποία δεν μπορούν πλέον να επανεξεταστούν).
15. Θα μπορούσε ακόμη να αντιταχθεί στην προσφεύγουσα - κατά το μέτρο που υποστηρίζει ότι ο σκοπός ενός τέτοιου διαγωνισμού έγκειται στη δυνατότητα που προσφέρεται έτσι σε υπαλλήλους οι οποίοι υπηρετούν επί μακρό χρόνο, δεσμευμένους στην κατηγορία Β, να έχουν κατάλληλη συνέχιση σταδιοδρομίας, ότι δεν μπορεί να γίνει αντιληπτό πως θα μπορούσε ο σκοπός αυτός να έχει στην περίπτωσή της ιδιαίτερη σημασία, δεδομένου ότι αυτή η ίδια (με τη σχετικά μικρή ηλικία των 43 ετών) ουδόλως έχει δεσμευτεί στην κατηγορία Β, ενώ αντιθέτως μόλις πριν από λίγα χρόνια (1982) έφθασε στο βαθμό Β 2 (ο οποίος επιπλέον - ας μην το ξεχνάμε - ισοδυναμεί, από άποψη αποδοχών, με το βαθμό Α 7).
16. Με τα επιχειρήματα που προέβαλε η προσφεύγουσα στους δύο πρώτους λόγους ακυρώσεως δεν μπορεί, επομένως, να ευσταθήσει το αίτημά της.
17. β) Περαιτέρω, καθόσον η προσφεύγουσα, αναφερόμενη στην ανάγκη πληρώσεως - επίσης στη διοίκηση της Επιτροπής - θέσεων που απαιτούν επιστημονικά προσόντα, ισχυρίζεται ότι ο διαγωνισμός δεν προσφερόταν για την εξακρίβωση τέτοιων γνώσεων στους υποψηφίους και κατά το μέτρο που θεωρεί ότι το γεγονός αυτό συνεπάγεται παράβαση του άρθρου 27 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων (διάταξη σύμφωνα με την οποία η πρόσληψη πρέπει να εξασφαλίζει στο όργανο τη συνεργασία υπαλλήλων που κατέχουν τα πιο υψηλά προσόντα ικανότητας, αποδόσεως και ακεραιότητας), μπορεί ασφαλώς να παραμείνει ανοικτό το ζήτημα στην επίδικη υπόθεση, δηλαδή αν το άρθρο 27 έχει εφαρμογή σε τελική ανάλυση στις εσωτερικές διαδικασίες προσλήψεως.
18. Συνεπώς, αποδεικνύεται ότι χωρίς να χρειάζονται περαιτέρω σκέψεις, ούτε στο σημείο αυτό μπορεί να ακολουθήσει κανείς την προσφεύγουσα.
19. Πρέπει καταρχάς να παρατηρηθεί ότι πρόκειται για εσωτερικό διαγωνισμό ευρείας εκτάσεως, που απευθύνεται σε πολλών ειδών υποψηφίους Β και ο οποίος αποβλέπει στην κατάρτιση εφεδρικού πίνακα μελλοντικών προσλήψεων που θα χρησιμοποιηθεί για την κατάληψη κενών θέσεων που έχουν και αυτές μεγάλη ποικιλία. Αυτή η διαδικασία διαγωνισμού, από τη φύση της, δεν μπορεί να αποβλέπει παρά στη διαπίστωση μιας γενικής ικανότητας ασκήσεως καθηκόντων βαθμών Α 7 και Α 6. Εφόσον αυτό ήταν το έργο που ανατέθηκε στην εξεταστική επιτροπή, η διαπίστωση αυτή δεν συνεπάγεται προφανώς ότι κάθε υποψήφιος που συμπεριελήφθη στον εφεδρικό πίνακα μελλοντικών προσλήψεων θα μπορούσε χωρίς διάκριση να διοριστεί σε οποιαδήποτε κενή θέση από τις προαναφερθείσες ειδικότητες. Αντίθετα, θα πρέπει να προσεχθεί κατά την πλήρωση των θέσεων ώστε να συμπίπτουν τα απαραίτητα προσόντα με την άσκηση των καθηκόντων κάθε πληρούμενης θέσεως. Δεν ήταν όμως νοητό να ληφθεί υπόψη αυτή η άποψη κατά το στάδιο της γενικής εξετάσεως και να διαμορφωθεί αντίστοιχα το αντικείμενο της δοκιμασίας.
20. Εξάλλου, αν ήθελε υποτεθεί ότι ο προβαλλόμενος λόγος έχει την έννοια ότι δεν ελήφθη υπόψη, κατά τη διαμόρφωση της προκηρύξεως του διαγωνισμού, ότι θα πληρούνταν ενδεχομένως επιστημονικές θέσεις, πρέπει να υπογραμμιστεί, αφενός μεν, ότι αγνοείται ο βαθμός της πιθανότητας της πληρώσεως τέτοιων θέσεων κατά το χρόνο της προκηρύξεως του διαγωνισμού, αφετέρου δε, σύμφωνα με την προαναφερθείσα νομολογία, ότι η αμφισβήτηση της προκηρύξεως του διαγωνισμού δεν είναι πλέον παραδεκτή.
21. γ) Τέλος, απομένει η έρευνα του λόγου ακυρώσεως περί παραβάσεως της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.
22. Για να καταδειχθεί ότι ο λόγος αυτός δεν είναι πειστικός, αρκεί πράγματι να γίνουν δύο παρατηρήσεις: αν υποτεθεί αφενός μεν ότι ο λόγος αυτός αναφέρεται στη διαμόρφωση της προκηρύξεως του διαγωνισμού, η οποία δεν έλαβε επαρκώς υπόψη τις περιπτώσεις των επιστημόνων υποψηφίων, θα πρέπει να λεχθεί ότι η προσφεύγουσα δεν μπορεί να ακουσθεί περισσότερο στο σημείο αυτό. Αφετέρου δε, κατά το μέρος που ο λόγος αυτός αφορά τη διενέργεια του διαγωνισμού από την εξεταστική επιτροπή μέσα στο πλαίσιο της διακριτικής εξουσίας που διαθέτει, θα πρέπει να παρατηρηθεί ότι δεν προεβλήθη ότι το συλλογικό αυτό όργανο προκάλεσε στην προσφεύγουσα οποιεσδήποτε δικαιολογημένες ελπίδες.
23. Πέραν αυτού μπορεί να αποδειχθεί ότι τα δύο στοιχεία τα οποία εκθέτει η προσφεύγουσα στην παρούσα αλληλουχία δύσκολα μπορούν να θεωρηθούν κατάλληλα για να θεμελιώσουν εμπιστοσύνη κατά την έννοια της σχετικής νομολογίας, δηλαδή (για να επαναλάβω τη διατύπωση της αποφάσεως στην υπόθεση 289/81 (3)) να γεννήσουν δικαιολογημένες προσδοκίες στον υποψήφιο, τις οποίες θα έπρεπε να λάβει υπόψη της η διοίκηση.
24. 'Ετσι λοιπόν, όταν η προσφεύγουσα αναφέρεται στις προσπάθειες που κατέβαλε για την επαγγελματική της μόρφωση - που κατέληξαν το 1978 στη λήψη πτυχίου βελγικού πανεπιστημίου - θα πρέπει να της αντιταχθεί ότι δεν προσκομίζει κανένα συγκεκριμένο στοιχείο που να επιτρέπει τη σκέψη ότι παρακινήθηκε από τη διοίκηση γι' αυτή την επιμόρφωσή της, ώστε να μπορεί να υπολογίζει, κατά τη διαμόρφωση των δυνατοτήτων σταδιοδρομίας, σε κατάλληλη αντιπαροχή εκ μέρους της διοικήσεως. Δεν θα πρέπει εξάλλου να λησμονείται ότι η επαγγελματική επιμόρφωση έγινε μετά την ενσωμάτωση της υγειονομικής υπηρεσίας στη Γενική Διεύθυνση Διοικήσεως επομένως, η προσφεύγουσα τελούσε σε πλήρη γνώση κατά τον κρίσιμο χρόνο ότι η ευκολία μεταβάσεως στην κατηγορία Α, κατ' εφαρμογή του άρθρου 98 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων, δεν την αφορούσε πλέον.
25. Εξάλλου, όταν η προσφεύγουσα υπογραμμίζει ότι ενθαρρύνθηκε να συμμετάσχει στον επίδικο διαγωνισμό, θα πρέπει να της αντιταχθεί ότι πρόκειται προφανώς για γενική υπόδειξη περί υφισταμένης δυνατότητος. Σ' αυτό δεν μπορεί όμως να διαβλέψει κανείς ορισμένη διαμόρφωση του διαγωνισμού διότι ο καθορισμός των λεπτομερειών του είχε επαφεθεί, σύμφωνα με αυτή την ίδια την προκήρυξη του διαγωνισμού, στη διακριτική εξουσία της εξεταστικής επιτροπής που ενεργεί με πλήρη ανεξαρτησία.
26. δ) Συμπερασματικά διαπιστώνω ότι κανένας από τους λόγους ακυρώσεως που προέβαλε η προσφεύγουσα για να στηρίξει την προσφυγή της δεν δικαιολογεί την ακύρωση της προσβαλλομένης πράξεως.
27. 3. Καταλήγω, επομένως, να προτείνω και στην υπόθεση 181/87 την απόρριψη της προσφυγής και την επιδίκαση των δικαστικών εξόδων σύμφωνα με το άρθρο 70 του κανονισμού διαδικασίας.
Full & Egal Universal Law Academy