Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Α - Πραγματικά περιστατικά
1. Η αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως που υποβλήθηκε από την commission (επιτροπή συγκείμενη από δικαστές) του Tribunal de grande instance του Παρισιού, και επί της οποίας λαμβάνω σήμερα θέση, αφορά το πρόβλημα της απαγορεύσεως των διακρίσεων κατά την αποζημίωση θυμάτων εγκλήματος. Η υπόθεση θέτει βασικά προβλήματα ως προς τη ρύθμιση της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών και τα δικαιώματα των πολιτών της Κοινότητας που απορρέουν από αυτή.
2. Ο ενάγων της κύριας δίκης, υπήκοος του Ηνωμένου Βασιλείου, έπεσε στις 11 Ιουνίου 1982, κατά τη διάρκεια παραμονής του στο Παρίσι, θύμα επιθέσεως, ληστείας και τραυματισμού στην έξοδο ενός σταθμού του μετρό. Στις 26 Μαΐου 1983 υπέβαλε στην παραπέμπουσα επιτροπή αίτηση αποζημιώσεως για τη ζημία που υπέστη. Την αξίωσή του στήριξε στο άρθρο 706-3 του code de procedure penal (γαλλικός κώδικας ποινικής δικονομίας) που έχει ως ακολούθως:
"Κάθε πρόσωπο που υπέστη βλάβη απορρέουσα από πράξεις που οφείλονται σε δόλο ή αμέλεια και συνιστούν πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως ενός εγκλήματος μπορεί να λάβει αποζημίωση από το κράτος, όταν συντρέχουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
1) οι πράξεις αυτές είτε προκάλεσαν σωματική βλάβη και είχαν ως αποτέλεσμα θάνατο, διαρκή ανικανότητα ή πλήρη ανικανότητα προς προσωπική εργασία για διάστημα πέραν του μηνός
2) η βλάβη συνίσταται σε σοβαρή διατάραξη των συνθηκών διαβιώσεως οφειλόμενη σε απώλεια ή μείωση του εισοδήματος, αύξηση βαρών, ανικανότητα ασκήσεως επαγγελματικής δραστηριότητας ή βλάβη της σωματικής ή της πνευματικής ακεραιότητας
3) το ζημιωθέν πρόσωπο δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να επιτύχει αποκατάσταση της ζημίας του ή να λάβει για τη ζημία αυτή πραγματική και ικανοποιητική αποζημίωση."
3. Το άρθρο 706-15 περιορίζει το πεδίο εφαρμογής της διατάξεως μόνον υπέρ των "προσώπων που είναι γάλλοι υπήκοοι ή αλλοδαποί και προσκομίζουν δικαιολογητικά ως προς το ότι είτε είναι υπήκοοι κράτους που έχει συνάψει με τη Γαλλία σύμβαση αμοιβαιότητας για την εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων και πληρούν τις προϋποθέσεις που ορίζει η σύμβαση αυτή, είτε είναι κάτοχοι του αποκαλούμενου δελτίου μονίμου κατοίκου".
4. Βάσει της τελευταίας αυτής διατάξεως απέρριψε ο Agent Judiciaire du Tresor την αίτηση για αποζημίωση. Ο αιτών ισχυρίστηκε από την πλευρά του ότι ο επίμαχος κανόνας δικαίου δεν συμβιβάζεται με το κοινοτικό δίκαιο, επειδή εισάγει απαράδεκτη δυσμενή διάκριση λόγω ιθαγένειας. Για το λόγο αυτόν η δικάζουσα επιτροπή ανέστειλε τη διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα ερωτήματα:
"Συμβιβάζονται με την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων που διατυπώνεται, ιδίως, στο άρθρο 7 της Συνθήκης της Ρώμης, οι διατάξεις του άρθρου 706-15 του κώδικα ποινικής δικονομίας που ρυθμίζει τις περιπτώσεις, κατά τις οποίες αλλοδαπός υπήκοος, θύμα εγκλήματος στη Γαλλία, μπορεί να λάβει αποζημίωση από το γαλλικό δημόσιο;"
5. Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναφέρονται διεξοδικά τα πραγματικά περιστατικά και οι ισχυρισμοί των διαδίκων.
Β - Η άποψή μου επί της υποθέσεως
6. Με το προδικαστικό ερώτημα ζητείται ο προσδιορισμός της εκτάσεως εφαρμογής και των ορίων της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών. Σε αντίθεση με την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων και των προσώπων δεν υπάρχει ακόμη εκτενής νομολογία ως προς την ελεύθερη παροχή των υπηρεσιών, ώστε να μπορεί να γίνει λόγος για ολοκληρωμένο σύστημα ελεύθερης παροχής υπηρεσιών. 'Οπως δείχνει η παρούσα υπόθεση, υπάρχουν ακόμη αναπάντητα ερωτήματα ως προς το πεδίο εφαρμογής και τα κριτήρια που οριοθετούν την ελεύθερη παροχή των υπηρεσιών.
7. Η επιτροπή που εδρεύει στο Tribunal de grande instance και η οποία πρέπει να αποφανθεί επί της ενώπιόν της διαφοράς, πρέπει να θεωρηθεί ως "δικαστήριο" κατά την έννοια του άρθρου 177, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΟΚ. Πρόκειται, πράγματι, για ανεξάρτητο όργανο, το οποίο αποφαίνεται επί διαφορών σχετικά με αξιώσεις θυμάτων προς αποζημίωση. Η επιτροπή αποτελεί όργανο υποχρεωτικής δικαιοδοσίας που έχει μόνιμο χαρακτήρα και υφίσταται βάσει νόμου. Η επιτροπή εκδίδει τις αποφάσεις της εφαρμόζοντας κανόνες δικαίου, ιδίως τον code de pProcedure pPenal. Συγκεντρώνει επομένως όλα τα στοιχεία που έχει καθορίσει η νομολογία του Δικαστηρίου για το χαρακτηρισμό ενός δικαστηρίου βάσει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ (1).
8. Το παραπέμπον δικαστήριο έθεσε ρητά με την αίτηση για έκδοση προδικαστικής αποφάσεως το ζήτημα του κατά πόσον συμβιβάζεται διάταξη κράτους μέλους με το κοινοτικό δίκαιο. Το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να κρίνει το ζήτημα αυτό. Αντίθετα, η κρίση ως προς τη μη εφαρμογή ή την ακυρότητα ενός κανόνα δικαίου κράτους μέλους υπάγεται στην αρμοδιότητα του εθνικού δικαστηρίου. Πάντως, η αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως δεν είναι απαράδεκτη γι' αυτόν το λόγο. Κατά πάγια νομολογία, το Δικαστήριο δεν δεσμεύεται από τη διατύπωση του προδικαστικού ερωτήματος (2). Λαμβάνοντας υπόψη τα πραγματικά και νομικά περιστατικά μπορεί να την ανασκευάσει κατά τρόπο που να καταστεί αντικείμενο της υποθέσεως ένα πρόβλημα κοινοτικού δικαίου. 'Ετσι τίθενται με την προδικαστική απόφαση στη διάθεση του εθνικού δικαστηρίου κριτήρια που καθιστούν δυνατή τη λύση της συγκεκριμένης περιπτώσεως.
9. Κατά συνέπεια το προδικαστικό ερώτημα θα μπορούσε να διατυπωθεί με τον ακόλουθο τρόπο:
"Συνιστά η διαφορετική μεταχείριση λόγω ιθαγενείας των θυμάτων εγκλήματος που ζητούν αποζημίωση από το κράτος διάκριση λόγω ιθαγενείας ασυμβίβαστη με το κοινοτικό δίκαιο;"
10. Καταρχάς, ανακύπτει το πρόβλημα αν ένας πολίτης της Κοινότητας υπό την ιδιότητά του αυτή ή, όπως στην κύρια υπόθεση ο αιτών, υπό την ιδιότητα του τουρίστα βρίσκεται σε νομική κατάσταση που διέπεται από το κοινοτικό δίκαιο με αποτέλεσμα να περιέρχεται για το λόγο αυτόν σε προνομιούχο θέση. Θα εξεταστεί πρώτα η δεύτερη περίπτωση, επειδή συνδέεται στενότερα με τα εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά.
11. 'Ενας τουρίστας - χωρίς να προσδιοριστεί εδώ αυτός ο όρος - θα μπορούσε να αντλήσει δικαιώματα από την ιδιότητά του ως αποδέκτη παροχής υπηρεσιών. Αυτό προϋποθέτει ότι ένας αποδέκτης παροχής υπηρεσιών μπορεί να είναι αυτοτελώς φορέας κοινοτικών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων.
12. Μέχρι σήμερα δεν έχει γίνει πλήρης συστηματική ανάπτυξη της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών. Κατά το νομοθετικό ορισμό του άρθρου 60 της Συνθήκης ΕΟΚ είναι βέβαιο ότι ως υπηρεσίες νοούνται "οι παροχές που κατά κανόνα προσφέρονται αντί αμοιβής, εφ' όσον δεν διέπονται από τις διατάξεις τις σχετικές με την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων, των κεφαλαίων και των προσώπων". Η διατύπωση υποδηλώνει ότι η ελεύθερη παροχή υπηρεσιών αποτελεί επικουρικό κανόνα γενικού περιεχομένου. Εφόσον στις διατάξεις περί των σκοπών και της δράσεως της Κοινότητας (άρθρο 3 της Συνθήκης ΕΟΚ) η ελεύθερη παροχή υπηρεσιών τίθεται σε ίση μοίρα με την κυκλοφορία των εμπορευμάτων, των προσώπων και των κεφαλαίων, το πεδίο εφαρμογής της δεν μπορεί να περιορίζεται σε επικουρική λειτουργία. Μεταξύ των θεμελιωδών ελευθεριών της προσήκει αυτοτελής ρόλος.
13. Κατά τον καθορισμό του ουσιαστικού πεδίου εφαρμογής πρέπει να λαμβάνεται ως σημείο αναφοράς το πρότυπο της κοινής αγοράς, όπου όλες οι οικονομικές δραστηριότητες εντός της Κοινότητας ελευθερώνονται από όλους τους περιορισμούς που οφείλονται στην ιθαγένεια ή την κατοικία. Με την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων και των προσώπων, όπου συνήθως γίνεται διάκριση μεταξύ ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων και ελευθερίας εγκαταστάσεως (3), καλύπτεται ήδη μεγάλο μέρος ενδοκοινοτικών οικονομικών δραστηριοτήτων. Αν η ελευθερία παροχής υπηρεσιών ορισθεί όχι μόνο αρνητικά διά της αφαιρετικής μεθόδου ως έννοια γενικού περιεχομένου αλλά θετικά, τότε σίγουρα περιλαμβάνεται η ενδοκοινοτική "ανταλλαγή προϊόντων", τα οποία δεν είναι "εμπορεύματα". Παραδείγματα οικονομικών συναλλαγών τέτοιου είδους έχουν αντιμετωπισθεί στη νομολογία του Δικαστηρίου και συγκεκριμένα στη ραδιοφωνία χωρίς σύνορα (4) καθώς και στον τομέα της ασφάλισης (5).
14. Για την άσκηση αυτού του είδους της ελευθερίας παροχής υπηρεσιών δεν απαιτείται οπωσδήποτε διασυνοριακή διακίνηση των προσώπων. Είναι όμως νοητές και άλλες μορφές διασυνοριακής παροχής υπηρεσιών. Πρόκειται για τις περιπτώσεις κατά τις οποίες είτε ο παρέχων τις υπηρεσίες μεταβαίνει σε άλλο κράτος μέλος ή ο αποδέκτης των υπηρεσιών τις δέχεται σε άλλο κράτος μέλος. Σύμφωνα με τη μέχρι σήμερα συνήθη περιγραφή της ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων δεν περιλαμβάνεται σ' αυτή αυτού του είδους η διακίνηση. Εντούτοις, για να μη συρρικνωθεί η ελεύθερη παροχή υπηρεσιών σε μία ανταλλαγή υπηρεσιών χωρίς μετακίνηση των προσώπων χρειάζεται κοινοτική ρύθμιση. Το ότι ο κοινοτικός νομοθέτης εξάλλου δεν είχε ποτέ τέτοια πρόθεση προκύπτει ήδη από τη Συνθήκη ΕΟΚ και το παράγωγο κοινοτικό δίκαιο. Το πρότυπο της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών κατά το άρθρο 59 της Συνθήκης ΕΟΚ είναι ο παρέχων υπηρεσίες να μεταβαίνει προσωρινά για την παροχή της υπηρεσίας του σε άλλο κράτος μέλος. Αυτό μπορεί, αλλά δεν είναι και υποχρεωτικό, να είναι ο τόπος εγκαταστάσεως του αποδέκτη των υπηρεσιών. Ο αποδέκτης των υπηρεσιών μπορεί, σαφέστατα, να δεχτεί τις υπηρεσίες και σε άλλο τόπο. Το μόνο που απαιτείται είναι ο παρέχων τις υπηρεσίες και ο αποδέκτης τους να μην είναι εγκατεστημένοι στον ίδιο τόπο.
15. Η άποψη ότι η ελεύθερη παροχή υπηρεσιών πραγματοποιείται με προσωρινή μετακίνηση του παρέχοντος τις υπηρεσίες ενισχύθηκε και από ενέργειες και νομικές πράξεις της Κοινότητας. Συχνά κανονισμοί περί της παροχής υπηρεσιών εκδόθηκαν χρονικά και από άποψη περιεχομένου παράλληλα προς διατάξεις περί της ελευθερίας εγκαταστάσεως. 'Ηδη το γενικό πρόγραμμα για την κατάργηση των περιορισμών στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών (6) και το γενικό πρόγραμμα για την κατάργηση των περιορισμών στην ελευθερία εγκαταστάσεως (7) εκδόθηκαν την ίδια ημέρα, δημοσιεύτηκαν μαζί και έκτοτε συστηματικά αναφέρονται από κοινού.
16. Η οδηγία 75/362/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 16ης Ιουνίου 1975 περιλαμβάνει ρύθμιση συγχρόνως και για τα δύο θέματα, τόσο την ελευθερία εγκαταστάσεως όσο και την ελευθερία παροχής υπηρεσιών. Πρόκειται για την οδηγία περί αμοιβαίας αναγνωρίσεως των διπλωμάτων, πιστοποιητικών και άλλων τίτλων ιατρικής και περί των μέτρων προς διευκόλυνση της πραγματικής ασκήσεως του δικαιώματος εγκαταστάσεως και του δικαιώματος της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών (8). 'Αλλα παραδείγματα αποτελούν η οδηγία 72/148/ΕΟΚ (9) περί καταργήσεως των περιορισμών στη διακίνηση και στη διαμονή των υπηκόων των κρατών μελών στο εσωτερικό της Κοινότητας στον τομέα της εγκαταστάσεως και της παροχής υπηρεσιών ή η οδηγία 75/34/ΕΟΚ (10) περί του δικαιώματος των υπηκόων ενός κράτους μέλους να παραμένουν στην επικράτεια άλλου κράτους μέλους μετά την άσκηση σε αυτό μη έμμισθης δραστηριότητας.
17. Ακόμη και αν λαμβάνεται κυρίως υπόψη ο παρέχων υπηρεσίες, αυτό δεν μπορεί να σημαίνει ότι ο αποδέκτης των υπηρεσιών δεν έχει καμία σημασία από νομικής απόψεως. Επειδή συμμετέχει υποχρεωτικά στη συναλλακτική σχέση είναι και αυτός δυνάμει επικαρπωτής της κοινοτικής ελευθερίας παροχής υπηρεσιών. Ούτε από το άρθρο 59 της Συνθήκης ΕΟΚ ούτε από το παράγωγο κοινοτικό δίκαιο προκύπτει ότι μόνο στον τόπο της κατοικίας του μπορεί να δέχεται την υπηρεσία. Αν λοιπόν γίνει δεκτό ότι για την παροχή υπηρεσιών, που έχει σημασία από άποψη κοινοτικού δικαίου, αρκεί ο παρέχων τις υπηρεσίες και ο αποδέκτης να είναι εγκατεστημένοι σε διαφορετικά κράτη μέλη, απομένει να εξεταστεί ποιες συνέπειες απορρέουν σχετικά ως προς τη νομική θέση του αποδέκτη των υπηρεσιών.
18. 'Ηδη στο γενικό πρόγραμμα για την κατάργηση των περιορισμών στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών αναφέρεται ο αποδέκτης ως υποκείμενο ανεπίτρεπτων περιορισμών. Με αυτό το πνεύμα ο τίτλος ΙΙΙ αναφέρει ότι πρέπει να καταργηθούν οι ακόλουθοι περιορισμοί "ανεξάρτητα αν θίγουν τον παρέχοντα υπηρεσίες είτε άμεσα είτε έμμεσα μέσω του αποδέκτου ή διά της παροχής υπηρεσιών".
19. Σε πολλές κοινοτικές νομικές πράξεις της περιόδου μετά την έκδοση του γενικού προγράμματος ο αποδέκτης των υπηρεσιών αναφέρεται ρητά ως φορέας δικαιωμάτων: στις αιτιολογικές σκέψεις της οδηγίας 64/221/ΕΟΚ (11) του Συμβουλίου αναφέρεται: "ο συντονισμός ... πρέπει εν πρώτοις να αναφέρεται στις προϋποθέσεις εισόδου και διαμονής των υπηκόων των κρατών μελών που διακινούνται εντός της Κοινότητος, είτε προκειμένου να ασκήσουν μισθωτή ή μη μισθωτή δραστηριότητα, είτε προκειμένου να αποδεχθούν υπηρεσίες (12) ". Η σκέψη επαναλαμβάνεται ακολούθως στο άρθρο 1 της οδηγίας, το οποίο αναφέρει : "Οι διατάξεις της παρούσης οδηγίας ισχύουν για τους υπηκόους ενός κράτους μέλους, οι οποίοι διαμένουν ή μεταβαίνουν σε άλλο κράτος μέλος της Κοινότητος, είτε προκειμένου να ασκήσουν μισθωτή ή μη μισθωτή δραστηριότητα, είτε προκειμένου να αποδεχθούν υπηρεσίες (13) ". Η οδηγία ρυθμίζει την υποχρέωση των κρατών μελών να χορηγούν άδεια διαμονής και προβλέπει, μεταξύ άλλων, ότι επιτρέπεται στον ενδιαφερόμενο να διαμείνει προσωρινά στο έδαφος του κράτους μέλους, μέχρις ότου αποφασιστεί η χορήγηση ή η άρνηση χορηγήσεως της αδείας παραμονής (βλέπε άρθρο 5, παράγραφος 2, της οδηγίας). Μία νεώτερη οδηγία "περί καταργήσεως των περιορισμών στη διακίνηση και στη διαμονή των υπηκόων των κρατών μελών στο εσωτερικό της Κοινότητος στον τομέα της εγκαταστάσεως και της παροχής υπηρεσιών" (14) υποχρεώνει στην παράγραφο 1, του άρθρου 1, στοιχείο β), τα κράτη μέλη να καταργήσουν τους περιορισμούς στη διακίνηση και τη διαμονή των υπηκόων των κρατών μελών που επιθυμούν να μεταβούν σε άλλο κράτος μέλος ως αποδέκτες παροχής υπηρεσιών. Το άρθρο 4, παράγραφος 2, ορίζει:
"Για τους παρέχοντες υπηρεσίες και τους αποδέκτες (15) αυτό το δικαίωμα διαμονής αντιστοιχεί στη διάρκεια της παροχής υπηρεσιών.
Αν η διάρκεια αυτή υπερβαίνει τους τρεις μήνες, το κράτος μέλος, στο οποίο πραγματοποιείται η παροχή, εκδίδει τίτλο διαμονής προς πιστοποίηση του ανωτέρω δικαιώματος.
Αν η διάρκεια αυτή δεν υπερβαίνει τους τρεις μήνες, το δελτίο ταυτότητας ή το διαβατήριο, με το οποίο ο ενδιαφερόμενος εισήλθε στην επικράτεια, καλύπτει τη διαμονή του. Το κράτος μέλος δύναται να επιβάλει στον ενδιαφερόμενο την υποχρέωση να δηλώσει την παρουσία του στην επικράτεια. "
20. Από τη μεταφορά της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο και εφεξής ο αποδέκτης παροχής υπηρεσιών έχει πρωτογενές δικαίωμα διαμονής σε ένα κράτος μέλος, του οποίου δεν είναι υπήκοος. Ισχύει σχετικά υπέρ αυτού το ευεργέτημα της αρχής της ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων (16) που θεσπίζεται με το άρθρο 3, στοιχείο γ), της Συνθήκης ΕΟΚ. Αυτή όμως η δυνατότητα που παρέχει το κοινοτικό δίκαιο μπορεί να περιοριστεί κατά τρόπο ανεπίτρεπτο, οπότε ο περιορισμός βάσει διατάξεως του δικαίου κράτους μέλους δεν εφαρμόζεται, επειδή αντίκειται στο κοινοτικό δίκαιο.
21. Το πρόβλημα που μας ενδιαφέρει εδώ είναι αν ένας τουρίστας μπορεί, δυνάμει ή πραγματικά, να θεωρηθεί αποδέκτης παροχής υπηρεσιών. Το Δικαστήριο έκρινε στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 286/82 και 26/83 (17) ότι "οι τουρίστες, οι υποβαλλόμενοι σε θεραπεία και εκείνοι που πραγματοποιούν ταξίδια για λόγους σπουδών ή επαγγελματικούς πρέπει να θεωρούνται ως αποδέκτες υπηρεσιών". Δεν υπάρχει λόγος να επανέλθουμε στη νομολογία αυτή. Δεν διευκρινίζεται, πάντως, ποιος θεωρείται ως "τουρίστας" ούτε και σε ποια έκταση μπορεί αυτός να επικαλεστεί το κοινοτικό δίκαιο σε θέματα απαγορεύσεως των διακρίσεων.
22. Πρέπει τώρα να σκεφτούμε τι ορισμός μπορεί να δοθεί για τον τουρίστα από άποψη κοινοτικού δικαίου. Αν ληφθεί όμως υπόψη ότι οι τουρίστες αποτελούν μία μόνο κατηγορία αποδεκτών παροχής υπηρεσιών, τότε φαίνεται ήδη αμφίβολη η χρησιμότητα ενός ορισμού. Εν πάση περιπτώσει, από νομικής απόψεως δεν έχει σημασία το να υπαχθούν σε άκαμπτους ορισμούς οι μεμονωμένες πιθανές κατηγορίες δυνάμει αποδεκτών υπηρεσιών και να οριοθετηθούν μεταξύ τους. Μοναδικό έργο πρέπει να είναι το να δοθεί συγκεκριμένος ορισμός της έννοιας του αποδέκτη παροχής υπηρεσιών.
23. Ακόμη όμως και αν θα έπρεπε να δοθεί μία αφηρημένη περιγραφή του τουρίστα από άποψη κοινοτικού δικαίου, κατά κανένα τρόπο δεν επιβάλλεται να καθορισθεί ποια από τις υπηρεσίες που ενδεχομένως θα ζητηθούν έχει αποφασιστική σημασία για το ζητούμενο ορισμό. Αν, όπως προτάθηκε κατά την προφορική διαδικασία, γίνει αναφορά στη διανυκτέρευση σε ξενοδοχείο, τότε θα περιληφθεί, χωρίς αμφιβολία, σημαντικό μέρος ταξιδιωτών. Τότε δεν θα υπήρχε αμφισβήτηση για υπηρεσία που παρέχεται από επιχείρηση παροχής καταλύμματος σε ξένους. Θα υπήρχε, εξάλλου, κοινό στοιχείο με άλλους δυνάμει αποδέκτες παροχής υπηρεσιών, όπως, για παράδειγμα, με εκείνους που, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, ταξιδεύουν επαγγελματικώς ή για λόγους σπουδών (18) . Διαφορετικά, δεν θα περιλαμβανόταν στον ορισμό σημαντικός αριθμός ταξιδιωτών, οι οποίοι σε εξαιρετικά μεγάλη έκταση θα μπορούσαν να επωφεληθούν από την τουριστική υποδομή και να καταστούν αποδέκτες υπηρεσιών.
24. Σύμφωνα με μία δημοσκόπηση που δημοσίευσε η Επιτροπή (19), από εκείνους που ταξιδεύουν για τουρισμό, δεύτερη σε αριθμό μετά την ομάδα των προσώπων που καταλύουν σε ξενοδοχείο (32 %) έρχεται η ομάδα των προσώπων που διανυκτερεύουν σε συγγενείς ή γνωστούς (21 %). Δεν μπορεί να αμφισβητηθεί σοβαρά ότι και τα πρόσωπα αυτά συμμετέχουν σε τυπικά τουριστικές υπηρεσίες, όπως οι γαστρονομικές ή οι εκδηλώσεις μορφωτικού χαρακτήρα.
25. Ως τουρίστας μπορεί, εν πάση περιπτώσει, να χαρακτηριστεί το πρόσωπο που είναι αποδέκτης - οποιασδήποτε μορφής - υπηρεσιών στο πλαίσιο του τουριστικού τομέα. Ακόμη όμως και ένας τόσο ευρύς ορισμός είναι εκ προοιμίου αμφίβολος, αν ληφθεί υπόψη ότι μία σειρά μορφωτικών εκδηλώσεων, όπως θέατρο, κινηματογράφος, μουσεία κλπ. βρίσκονται στη διάθεση ομοίως και του εντοπίου πληθυσμού.
26. Ο διεθνής τουρισμός αποτελεί σημαντικό κλάδο του τομέα παροχής υπηρεσιών, ο οποίος εμπίπτει στις αντίστοιχες διατάξεις της Συνθήκης ΕΟΚ.
27. 'Οταν σε μία συγκεκριμένη νομική αλληλουχία, όπως στην παρούσα υπόθεση, πρέπει να προσδιοριστεί η ιδιότητα ενός προσώπου ως αποδέκτη υπηρεσιών, τότε υπάρχουν δύο προσεγγίσεις.
28. 'Ετσι, γενικεύοντας εκ των προτέρων, μπορεί να δοθεί βάρος στις υπηρεσίες που παρέχονται κατά τη διάρκεια ενός ταξιδιού, οπότε η ιδιότητα του αποδέκτη προκύπτει ήδη κατά την έναρξη του ταξιδιού. Υπέρ της απόψεως αυτής συνηγορούν οι κανονιστικές ρυθμίσεις περί του δικαιώματος εισόδου και διαμονής, επειδή το πρόσωπο μπορεί να επικαλεστεί την ιδιότητά του ως αποδέκτη της παροχής υπηρεσιών ήδη στα σύνορα, πριν καν βρεθεί στο έδαφος ενός άλλου κράτους μέλους και μάλιστα πριν κάνει πράγματι χρήση των υπηρεσιών.
29. Μία άλλη δυνατότητα προσδιορισμού του αποδέκτη της παροχής υπηρεσιών θα ήταν μία εκ των υστέρων θεώρηση, κατά τρόπο ώστε το βάρος να δίνεται στην παροχή υπηρεσιών των οποίων έγινε πράγματι χρήση. Αυτός ο τρόπος θεωρήσεως θα απέκλειε σε μεγάλο βαθμό την καταχρηστική επίκληση της ιδιότητας του αποδέκτη της παροχής υπηρεσιών.
30. Ωστόσο, η πρώτη από τις δύο αυτές δυνατότητες μου φαίνεται η καλύτερη. Συνάδει με τις λίγες ήδη υπάρχουσες διατάξεις που έχουν ως αντικείμενο τον αποδέκτη της παροχής υπηρεσιών και αποφεύγει τους τομείς που δεν έχουν ρυθμιστεί, οι οποίοι θα μπορούσαν, εξάλλου, να δώσουν αφορμή για ασάφειες και αμφισβητήσεις.
31. 'Εθιξα ήδη το πρόβλημα ότι όχι μόνο ειδικές εκδηλώσεις του τουρισμού αλλά και υπηρεσίες που προσφέρονται κατά τον ίδιο τρόπο στους ημεδαπούς μπορούν να θεμελιώσουν επίκληση της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών. Αυτό ισχύει τόσο για μορφωτικές εκδηλώσεις όσο και για ορισμένα μέσα μεταφοράς. Είναι προφανές ότι η διάρθρωση των μεταφορών έχει μεγάλη σημασία για τον τουρισμό. Η διαπίστωση αυτή ισχύει εξίσου για τις επιχειρήσεις ταξί, τα γραφεία που οργανώνουν ταξίδια με πούλμαν, τους επιχειρηματίες ενοικιάσεως αυτοκινήτων καθώς και τα δημόσια μεταφορικά μέσα.
32. Από τη σκοπιά αυτή μπορεί η χρήση του μετρό να αποτελεί, σαφέστατα, παροχή υπηρεσιών κατά την έννοια του κοινοτικού δικαίου. Δεν έχει σχετικά σημασία η συγκεκριμένη μορφή οργανώσεως της επιχειρήσεως μεταφορών, εφόσον πρόκειται για φορέα που χρησιμοποιείται έναντι αμοιβής, στοιχείο που είναι καθοριστικό από άποψη κοινοτικού δικαίου για το αν υπάρχει παροχή υπηρεσιών.
33. Εν πάση περιπτώσει, το άρθρο 61 της Συνθήκης ΕΟΚ θα μπορούσε, εκ πρώτης όψεως, να αντιτάσσεται στο να θεωρηθεί ότι στον κύκλο των υπηρεσιών που παρέχονται στα πλαίσια του τουρισμού περιλαμβάνονται και οι υπηρεσίες του εθνικού δικτύου μεταφορών. Η διάταξη ορίζει ότι η ελεύθερη κυκλοφορία των υπηρεσιών στον τομέα των μεταφορών διέπεται από τις διατάξεις του τίτλου που αναφέρεται στις μεταφορές. Η αντίρρηση όμως αυτή μπορεί να αντικρουσθεί ως επιφανειακή.
34. Το άρθρο 61 της Συνθήκης ΕΟΚ αφορά πρώτον τις διασυνοριακές μεταφορές, ως πρωταρχικό αντικείμενο της ρυθμίσεως σχετικά με την ελεύθερη παροχή των υπηρεσιών. Πέρα από αυτό, όμως, καλύπτει και τον μη επιτοπίως εγκατεστημένο μεταφορέα υπό την ιδιότητα του παρέχοντος υπηρεσίες. Η εκδοχή που υποστηρίζεται εδώ επιβεβαιώνεται από την απόφαση στην υπόθεση 13/83 (20), όπου η ύλη που ρυθμίζεται από το άρθρο 61, παράγραφος 1, σε συνδυασμό με το άρθρο 75, παράγραφος 1, στοιχείο α) και β) της Συνθήκης ΕΟΚ περιγράφεται ως "οι διεθνείς μεταφορές που εκτελούνται από η προς το έδαφος κράτους μέλους ή που διέρχονται από το έδαφος ενός ή περισσοτέρων κρατών μελών" καθώς και "οι όροι υπό τους οποίους γίνονται δεκτοί στις εθνικές μεταφορές κράτους μέλους μεταφορείς μη εγκατεστημένοι σ' αυτό". Δεν υπάρχουν επομένως ενδοιασμοί ως προς το ότι η παροχή υπηρεσιών μεταφορών, ακόμη και χωρίς οποιοδήποτε συνδετικό στοιχείο με την αλλοδαπή, πρέπει να θεωρείται ως παροχή υπηρεσιών προς αποδέκτη που είναι εγκατεστημένος σε άλλο κράτος μέλος, εφόσον πρέπει να ληφθεί ως βάση η καταβολή αμοιβής για την παροχή υπό την έννοια ότι η αμοιβή συνιστά αντιπαροχή για την παρεχόμενη υπηρεσία μεταφοράς.
35. Απομένει τώρα να εξεταστεί το επιχείρημα αν η κρατική αποζημίωση καθεαυτή μπορεί να θεωρηθεί από άποψη κοινοτικού δικαίου ως παροχή υπηρεσιών. Στην εκδοχή αυτή αντιτάσσεται η περιγραφή της παροχής υπηρεσιών, την οποία δίνει το άρθρο 60 της Συνθήκης ΕΟΚ χρησιμοποιώντας ενδεικτικά παραδείγματα. Σύμφωνα με το άρθρο αυτό, πρόκειται για παροχή που κατά κανόνα προσφέρεται αντί αμοιβής και περιλαμβάνει ιδίως βιομηχανικές, εμπορικές, βιοτεχνικές δραστηριότητες ή δραστηριότητες των ελευθέρων επαγγελμάτων. Αργότερα όμως, μετά τις σαφείς σκέψεις στην απόφαση επί της υποθέσεως 263/86 (21) σχετικά με το αν η δημόσια εκπαίδευση συνιστά παροχή υπηρεσιών κατά την έννοια της Συνθήκης, αποκλείστηκε το να χαρακτηρίζεται ως παροχή υπηρεσιών ένα μέτρο πρόνοιας κοινωνικού χαρακτήρα που χρηματοδοτείται από τους δημόσιους πόρους. Τα στοιχεία που ήταν καθοριστικά στην υπόθεση Humbel μοιάζουν ουσιαστικά με αυτά της υπό κρίση υποθέσεως.
36. Κατά την ερμηνεία του Δικαστηρίου σημαντικό χαρακτηριστικό της αμοιβής είναι το ότι αποτελεί το οικονομικό αντιστάθμισμα για την παροχή, η οποία κατά κανόνα καθορίζεται μεταξύ παρέχοντος και αποδέκτη της υπηρεσίας (22). 'Οπως το στοιχείο αυτό ελλείπει στην περίπτωση της δημόσιας εκπαίδευσης, έτσι και δεν διαπιστώνεται ύπαρξη αμοιβής, κατά την έννοια του προηγηθέντος ορισμού, σχετικά με την κρατική αποζημίωση θυμάτων εγκλήματος.
37. Μπορεί επίσης να αναφερθεί και η περαιτέρω συλλογιστική στην απόφαση 263/86. 'Οταν το κράτος θεσπίζει και διατηρεί ένα σύστημα αποζημιώσεως θυμάτων δεν έχει πρόθεση να δραστηριοποιηθεί διενεργώντας αμειβόμενες δραστηριότητες, αλλά εκπληρώνει έναντι του πληθυσμού το καθήκον του στον κοινωνικό, πολιτιστικό και μορφωτικό τομέα (23). Κατά κανόνα, τέτοιες παροχές χρηματοδοτούνται από τον κρατικό προϋπολογισμό.
38. Παροχές κοινωνικού χαρακτήρα μπορεί από άποψη κοινοτικού δικαίου να εμπίπτουν στον τομέα της κοινής κοινωνικής πολιτικής ή και στο πλαίσιο της ελεύθερης διακίνησης των εργαζομένων, όπου επιδιώκεται απόλυτη ένταξη των οικείων ομάδων προσώπων. Δεν προσφέρονται όμως για να θεωρηθούν ως αντικείμενο της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών.
39. Ο "κοινωνικός τουρισμός" με την έννοια της μετακινήσεως με αποκλειστικό ή τουλάχιστον κύριο στόχο την απολαυή ενδεχομένως ευνοϊκότερων κοινωνικών παροχών της χώρας υποδοχής, δεν αποτελεί στόχο της Συνθήκης ΕΟΚ. Αυτό καθίσταται σαφές ακριβώς σε συνάρτηση με την ελευθερία της παροχής υπηρεσιών με τις λέξεις "αντί αμοιβής".
40. Από τις σκέψεις που προηγήθηκαν έπεται ότι πρέπει να θεωρηθεί ότι η εφαρμογή της Συνθήκης (24) στην περίπτωση ενός ταξιδιώτη κάτω από τις περιγραφείσες περιστάσεις είναι δυνατή από απόψεως τόσο ουσιαστικού όσο και προσωπικού πεδίου εφαρμογής. Ουσιαστικού πεδίου εφαρμογής, επειδή μπορεί να υπαχθεί στον τομέα ρυθμίσεως της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, προσωπικού δε πεδίου εφαρμογής, επειδή ο αποδέκτης υπηρεσιών είναι προστατευόμενο υποκείμενο δικαίου σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του κοινοτικού δικαίου. Επομένως τίποτα δεν εμποδίζει την εφαρμογή της επιταγής του κοινοτικού δικαίου περί ίσης μεταχειρίσεως (25). Στη συγκεκριμένη περίπτωση πρέπει να εφαρμοστεί η αρχή αυτή όπως εκφράζεται στα άρθρα 7 και 59 της Συνθήκης ΕΟΚ. Το άρθρο 59 της Συνθήκης ΕΟΚ ως ειδική απαγόρευση των διακρίσεων αποτελεί έκφανση της γενικής αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων του άρθρου 7 της Συνθήκης ΕΟΚ και το συγκεκριμενοποιεί, χωρίς, ωστόσο, να το θέτει εκποδών.
41. Η ρύθμιση όμως της προϋποθέσεως που απαιτείται για την αποζημίωση θυμάτων, η οποία περιορίζει τον κύκλο των δικαιουμένων αποζημίωση στους υπηκόους του οικείου κράτους μέλους, τους αλλοδαπούς που κατέχουν δελτίο μονίμου κατοίκου ή τους αλλοδαπούς, με τη χώρα καταγωγής των οποίων έχει συναφθεί σύμβαση αμοιβαιότητας, μπορεί να αντίκειται στο κοινοτικό δίκαιο, αν συνιστά "περιορισμό" της παρεχόμενης ελευθερίας. Ο περιορισμός μπορεί να συνίσταται σε άνιση μεταχείριση λόγω ιθαγενείας.
42. Το Δικαστήριο με την απόφαση στην υπόθεση 63/86 (26), χαρακτήρισε το περιεχόμενο της ρυθμίσεως των άρθρων 52 και 59 της Συνθήκης ΕΟΚ ως ειδική εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης του άρθρου 7: σύμφωνα με την απόφαση, η ρύθμιση καλύπτει την επιταγή για όμοια με τους ημεδαπούς μεταχείριση των υπηκόων της Κοινότητας, οι οποίοι ασκούν μη έμμισθη δραστηριότητα και την απαγόρευση δυσμενών διακρίσεων λόγω ιθαγενείας, που εμποδίζουν την πρόσβαση σε μία τέτοια δραστηριότητα ή την άσκησή της.
43. Σχετικά με το ζήτημα του περιορισμού θα ήθελα καταρχάς να στραφώ στο δεύτερο στοιχείο, δηλαδή την παρεμπόδιση της προσβάσεως σε μία δραστηριότητα και της ασκήσεώς της. Επιτρέψτε μου να επανέλθω άλλη μία φορά στο συλλογισμό που ανέπτυξα: αυτό που προστατεύεται είναι η ελευθερία των προσώπων να διακινούνται με σκοπό να αποδεχθούν υπηρεσίες. Κατά τη γνώμη μου, όταν η χώρα υποδοχής απαγορεύει την καταβολή αποζημιώσεως θυμάτων, δεν περιορίζεται η πρόσβαση, αλλά η άσκηση της ελευθερίας. Συγκεκριμένα, ο πολίτης της Κοινότητας που δεν συγκαταλέγεται στον κύκλο των ευνοουμένων από το κοινοτικό δίκαιο προσώπων, απολαύει μειωμένης προστασίας ως προς απολύτως προσωποπαγή του έννομα αγαθά.
44. Η αποζημίωση θυμάτων πρέπει να νοηθεί ως συμπληρωματικό στοιχείο της δημόσιας τάξης και ασφάλειας. Αποτελεί το αντίδοτο της προσβολής εννόμων αγαθών, τα οποία το κράτος είχε υποχρέωση να προστατεύσει, αλλά στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν ήταν σε θέση να διασφαλίσει.
45. Στο συλλογισμό αυτό δεν μπορεί να αντιταχθεί ούτε το επιχείρημα ότι το ποινικό δίκαιο, ως πολύπλοκη ρύθμιση, παραμένει χωρίς περιορισμούς στο πεδίο αρμοδιότητας του εθνικού νομοθέτη. Δεν χρειάζεται επίσης να αμφισβητηθεί η αρχή αυτή (27). Πράγματι, για να κριθεί μία διάταξη από τη σκοπιά του κοινοτικού δικαίου δεν έχει σημασία το πεδίο, στο οποίο ανήκει τυπικά, αλλά το ουσιαστικό της περιεχόμενο, περαιτέρω δε αυτό που ενδιαφέρει είναι η εφαρμογή του θεσπισμένου κανόνα δικαίου να μην εισάγει διακρίσεις.
46. Ο πολίτης της Κοινότητας, που θέλει απολαμβάνει το ίδιο επίπεδο προστασίας με τον ημεδαπό, βρίσκεται, λόγω της επίμαχης ρυθμίσεως της αποζημιώσεως θυμάτων, υποχρεωμένος να ασφαλιστεί κατά κινδύνων. Το κονδύλι που θα δαπανήσει για το σκοπό αυτό σημαίνει μείωση του διαθέσιμου προϋπολογισμού του. Η μείωση αυτή σημαίνει σαφώς παρακώλυση του δικαιώματος διαμονής.
47. Διάκριση συνιστά και η παρακώλυση του δικαιώματος διαμονής που απορρέει από την άρνηση καταβολής αποζημιώσεως θυμάτων σε ορισμένους πολίτες της Κοινότητας. Με την κατηγορία των πολιτών της Κοινότητας που ούτε γάλλοι υπήκοοι είναι ούτε έχουν δελτίο μονίμου κατοίκου ούτε ανήκουν σε κράτος που έχει συνάψει σύμβαση αμοιβαιότητας μπορούν να εξομοιωθούν οι γάλλοι υπήκοοι που ζουν εκτός γαλλικού εδάφους. Αυτοί έχουν αναμφισβήτητα δικαίωμα για αποζημίωση σύμφωνα με τη νομοθεσία περί αποζημιώσεως θυμάτων.
48. Δυσμενής διάκριση υπάρχει, όταν η άνιση μεταχείριση ομοίων κατηγοριών δεν οφείλεται σε αντικειμενικούς πραγματικούς λόγους. Κατά την απόφαση στην υπόθεση 152/73 (28) οι πραγματικοί λόγοι της διαφοροποιήσεως πρέπει να προκύπτουν από την κατάσταση του ενδιαφερομένου. Υπ' αυτό το πρίσμα δεν νομίζω ότι υπάρχουν κριτήρια διαφοροποιήσεως.
49. Στην παρούσα υπόθεση προβλήθηκε το επιχείρημα ότι αντικειμενικός λόγος για την άνιση μεταχείριση προκύπτει από το γεγονός ότι τα κονδύλια για την αποζημίωση θυμάτων προέρχονται από το δημόσιο προϋπολογισμό και ότι τα πρόσωπα που δεν έχουν συμβάλλει στο σχηματισμό των πόρων αλληλοβοηθείας δεν μπορούν να κάνουν χρήση των πόρων αυτών. Το επιχείρημα πρέπει να απορριφθεί για πολλούς λόγους.
50. Καταρχάς, είναι σχεδόν αδύνατη η αυστηρή διάκριση μεταξύ κατηγοριών προσώπων που συνεισφέρουν στον κρατικό προϋπολογισμό και εκείνων που δεν συμμετέχουν. Για παράδειγμα, ο γάλλος υπήκοος που δεν ασκεί δραστηριότητα στη γαλλική επικράτεια μπορεί να καταβάλλει το φόρο εισοδήματος που οφείλει στη χώρα απασχολήσεως. Αντίστροφα επαγγελματίες που δεν διαμένουν μονίμως στο έδαφος ενός κράτους μέλους μπορεί να πρέπει να καταβάλλουν π.χ. φόρο εταιριών, φόρο περιουσίας κλπ. σε κράτος μέλος, στο οποίο δεν είναι εγκατεστημένοι. Ακόμη και αν δοθεί βάρος αποκλειστικά στον αποδέκτη των υπηρεσιών, καταδεικνύεται ότι αυτός, κάνοντας χρήση των υπηρεσιών, όχι μόνο τονώνει την οικονομική συγκυρία, αλλά, καταβάλλοντας, για παράδειγμα, τους φόρους καταναλώσεως, συνεισφέρει στον κρατικό προϋπολογισμό του κράτους μέλους.
51. Εξάλλου ήδη το Δικαστήριο αναγνώρισε με τη νομολογία του δικαίωμα συμμετοχής στα κοινωνικά ευεργετήματα σε πρόσωπα που δεν εμπίπτουν στην κατηγορία των διακινουμένων εργαζομένων και ως εκ τούτου δεν επιδιώκεται η πλήρης ένταξή τους στο κράτος απασχολήσεως. Το ιταλικό κράτος καταδικάστηκε στο πλαίσιο προσφυγής λόγω παραβάσεως, επειδή αναγνώριζε μόνο στους υπηκόους του (29) δικαίωμα ιδιοκτησίας και μισθώσεως εργατικών κατοικιών καθώς και τη δυνατότητα χαμηλότοκων δανείων για αγορά οικοπέδων.
52. Τέλος, έχω τη γνώμη ότι η αποζημίωση θυμάτων δεν συνιστά κοινωνική παροχή με την κλασική έννοια, δηλαδή της συνεισφοράς στη δαπάνη συντηρήσεως που παρέχει η διοίκηση που είναι αρμόδια για θέματα προνοίας. Για το νομικό χαρακτηρισμό της αποζημιώσεως θυμάτων δεν αρκεί το γεγονός ότι καταβάλλεται από δημόσιο χρήμα. Πρέπει να θεωρηθεί ως αποκατάσταση επελθούσας ζημίας, την οποία γνωρίζουμε με τη μορφή της αξιώσεως για ανόρθωση της ζημίας ή αποζημίωση τόσο από το αστικό όσο και από το δημόσιο δίκαιο. 'Οταν υπάρχουν αξιώσεις για αποζημίωση κατά του δημοσίου αντλούνται πόροι από το δημόσιο προϋπολογισμό, χωρίς οι παροχές αυτές να μετατρέπονται σε κοινωνικές παροχές. Το γεγονός ότι το κράτος δεν ήταν η αιτία της ζημίας δεν εμποδίζει αυτό το συλλογισμό. Με τη θέσπιση ενός νόμου για την αποζημίωση θυμάτων το κράτος ανέλαβε το ρόλο του εγγυητή για το ότι θα αποκατασταθεί η ζημία, η οποία άλλως θα έμενε ακάλυπτη και η οποία απορρέει από την προσβολή εννόμων αγαθών, τα οποία έχει καθήκον να προστατεύει αλλά δεν ήταν σε θέση να διασφαλίσει.
53. Εν συμπεράσματι, πρέπει να γίνει δεκτό ότι αντίκειται στο κοινοτικό δίκαιο ρύθμιση που εξαρτά την καταβολή αποζημιώσεως σε θύματα που έχουν την ιθαγένεια άλλου κράτους μέλους από το αν έχουν δελτίο μονίμου κατοίκου ή αν έχει συναφθεί σύμβαση αμοιβαιότητας με τη χώρα καταγωγής τους, ενώ δεν απαιτεί κάτι τέτοιο για τους ημεδαπούς που έχουν κατοικία σε άλλα κράτη μέλη.
54. Τελειώνοντας, πρέπει να εξετάσω ακόμη το επιχείρημα ότι η τροποποίηση του νομοθετικού καθεστώτος σε σχέση με την προηγούμενη ρύθμιση του 1977, η οποία επιδείνωσε την κατάσταση για τους αλλοδαπούς που πέφτουν θύματα εγκλήματος, παραβιάζει την επιταγή stand-still που θεσπίζεται με το άρθρο 62 της Συνθήκης ΕΟΚ. 'Οπως ορθά παρατήρησε ήδη ο εκπρόσωπος της Επιτροπής κατά την προφορική διαδικασία, τα άρθρα 59 και 60 της Συνθήκης ΕΟΚ ισχύουν άμεσα, ώστε κάθε "εμπόδιο" στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών είναι αντίθετο προς το κοινοτικό δίκαιο. Για το λόγο αυτόν δεν χρειάζεται πλέον ειδική επίκληση του άρθρου 62 της Συνθήκης ΕΟΚ, επειδή κάθε νέος περιορισμός συνιστά και εμπόδιο κατά την έννοια του άρθρου 59 της Συνθήκης ΕΟΚ.
55. Από τις σκέψεις που προηγήθηκαν προκύπτει ότι ο τουρίστας προστατεύεται ως αποδέκτης υπηρεσιών από δυσμενή διάκριση λόγω ιθαγενείας στο πλαίσιο της αποζημιώσεως που καταβάλλεται στα θύματα εγκλήματος. Επομένως παρέλκει η απάντηση στο ερώτημα αν τέτοια προστασία παρέχεται στον υπήκοο κράτους μέλους (υπήκοο ΕΟΚ) ανεξάρτητα της ιδιότητάς του ως αποδέκτη υπηρεσιών.
56. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η γαλλική κυβέρνηση και η Επιτροπή δεν αποδίδονται. Ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης η υπόθεση έχει το χαρακτήρα παρεμπίπτοντος. Ως εκ τούτου, εναπόκειται στο παραπέμπον δικαστήριο να αποφανθεί ως προς τα έξοδα.
Γ - Πρόταση
Με βάση την προηγηθείσα ανάπτυξη προτείνω στο προδικαστικό ερώτημα να δοθεί η ακόλουθη απάντηση:
"Διαφορετική μεταχείριση των πολιτών της Κοινότητας λόγω ιθαγενείας στο πλαίσιο ρυθμίσεως περί αποζημιώσεως θυμάτων μπορεί να συνιστά ως προς το παρεχόμενο από το κοινοτικό δίκαιο δικαίωμα διαμονής εμπόδιο που εισάγει διάκριση απαγορευόμενη από το κοινοτικό δίκαιο. Πρέπει να ληφθεί σχετικά υπόψη ότι ο αποδέκτης των υπηρεσιών έχει πρωτογενές δικαίωμα παραμονής. Η ιδιότητα ενός προσώπου ως αποδέκτη παροχής υπηρεσιών προκύπτει από αξιολογική εκτίμηση των υπηρεσιών των οποίων γίνεται χρήση κατά τη διάρκεια της παραμονής."
(*) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.
(1) Απόφαση της 21ης Φεβρουαρίου 1974 στην υπόθεση 162/73, Birra Dreher SpA κατά Amministrazione delle finanze dello Stato, Slg. 1974, σ. 201.
(2) Για παράδειγμα, απόφαση της 29ης Νοεμβρίου 1978 στην υπόθεση 83/78, Pigs Marketing Board κατά Raymond Redmond, Slg. 1978, σ. 2347, και απόφαση της 20ής Απριλίου 1988 στην υπόθεση 204/87, G. Bekaert, Συλλογή 1988, σ. 2029.
(3) Απόφαση της 31ης Ιανουαρίου 1984 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 286/82 και 26/83, Graziana Luisi και Giuseppe Carbone κατά Ministero del Tesoro, Συλλογή 1984, σ. 377, σκέψη 9.
(4) Αποφάσεις, της 18ης Μαρτίου 1980 στην υπόθεση 52/79, Ποινική Δίκη κατά Debauve, Slg. 1980, σ. 833 της 18ης Μαρτίου 1980 στην υπόθεση 62/79, Coditel και λοιποί κατά Cine Vog Films και λοιπών, Slg. 1980, σ. 881 της 6ης Οκτωβρίου 1982 στην υπόθεση 262/81, Coditel και λοιποί κατά Cine Vog Films και λοιπών, Slg. 1982, σ. 3381 και απόφαση της 26ης Απριλίου 1988 στην υπόθεση 352/85, Bond van Adverteerders κατά Βασιλείου των Κάτω Χωρών, Συλλογή 1988, σ. 2085.
(5) Απόφαση της 4ης Δεκεμβρίου 1986 στην υπόθεση 205/84, Επιτροπή κατά Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, Συλλογή 1988, σ. 3755.
(6) ΕΕ ειδ. έκδ. 06/001, σ. 3.
(7) ΕΕ ειδ. έκδ. 06/001, σ. 7.
(8) ΕΕ ειδ. έκδ. 06/001, σ. 196.
(9) ΕΕ ειδ. έκδ. 06/001, σ. 144.
(10) ΕΕ ειδ. έκδ. 06/001, σ. 194.
(11) Οδηγία της 25ης Φεβρουαρίου 1964 περί του συντονισμού των ειδικών μέτρων για τη διακίνηση και τη διαμονή αλλοδαπών, τα οποία δικαιολογούνται από λόγους δημοσίας τάξεως, δημοσίας ασφαλείας ή δημοσίας υγείας, ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 16 και οδηγία 75/35/ΕΟΚ, της 17ης Δεκεμβρίου 1974, περί επεκτάσεως της ισχύος της οδηγίας 64/221/ΕΟΚ, ΕΕ ειδ. έκδ. 06/001, σ. 195.
(12) Υπογράμμιση δική μου.
(13) Υπογράμμιση δική μου.
(14) Οδηγία 73/148/ΕΟΚ, όπ.π.
(15) Υπογράμμιση δική μου.
(16) Απόφαση της 7ης Ιουλίου 1976 στην υπόθεση 118/75, Lynne Watson και Alessandro Belman, Slg. 1976, σ. 1185, σκέψη 16.
(17) Προαναφερθείσες, σκέψη 16.
(18) Συνεκδικασθείσες υποθέσεις 286/82 και 26/83, προαναφερθείσες, σκέψη 16.
(19) 'Ερευνα που έγινε τον Ιούνιο 1986 από την European Omnibus Survey για λογαριασμό της Επιτροπής, στο: Stichwort Europa, αριθ. 9/87.
(20) Απόφαση της 22ας Μαΐου 1985 στην υπόθεση 13/83, Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Συλλογή 1983, σ. 1513.
(21) Απόφαση της 27ης Σεπτεμβρίου 1988 στην υπόθεση 263/86, Βελγικό Δημόσιο κατά Humbel, Συλλογή 1988, σ. 5365.
(22) Υπόθεση 263/86, προαναφερθείσα, σκέψη 17.
(23) Υπόθεση 263/86, προαναφερθείσα, σκέψη 18.
(24) Απόφαση της 27ης Οκτωβρίου 1982 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 35 και 36/82, Morson κατά Ολλανδικού δημοσίου Sevradijie Jhanjhan κατά Ολλανδικού δημοσίου, Συλλογή 1982, σ. 3723.
(25) Περί της εφαρμογής της αρχής αυτής, βλέπε απόφαση της 14ης Ιουλίου 1977 στην υπόθεση 8/77, Sagulo και λοιποί, Συλλογή 1982, σ. 1495.
(26) Απόφαση της 14ης Ιανουαρίου 1988 στην υπόθεση 63/86, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Συλλογή 1988, σ. 29, σκέψεις 12 και 13.
(27) Περί της κατανομής των αρμοδιοτήτων στο ποινικό δίκαιο και την ποινική δικονομία, βλέπε απόφαση της 11ης Νοεμβρίου 1981 στην υπόθεση 203/80, Ποινική Δίκη κατά Guerrino Casati, Συλλογή 1981, σ. 2595.
(28) Απόφαση της 12ης Φεβρουαρίου 1974 στην υπόθεση 152/73, G. M. Sotgiu κατά Γερμανικών Ομοσπονδιακών Ταχυδρομείων, Slg. 1974, σ. 153.
(29) Υπόθεση 63/86, προαναφερθείσα.
Full & Egal Universal Law Academy