ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
MARCO DARMON
της 5ης Δεκεμβρίου 1989 ( *1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1.
Το παραδεκτό των προσφυγών τις οποίες άσκησαν ο Maurissen και η Union syndicale κατά των δύο πράξεων του Ελεγκτικού Συνεδρίου, της 17ης και της 31ης Μαρτίου 1987, εξετάστηκε με την απόφαση σας της 11ης Μαίου 1989. Υπενθυμίζω ότι κρίνατε παραδεκτή τη μεν προσφυγή του υπαλλήλου του Ελεγκτικού Συνεδρίου στο σύνολό της, τη δε προσφυγή του συνδικάτου εν μέρει μόνο, κατά το μέτρο που στρέφεται κατά της αποφάσεως της 31ης Μαρτίου 1987.
2.
Μου φαίνεται άσκοπο να περιγράψω πάλι τις περιστάσεις της διαφοράς, οι οποίες εκτίθενται στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση. Περιορίζομαι να υπενθυμίσω την ουσία των δυσχερειών που ανακύπτουν στις προσφυγές αυτές:
—
θα χρειαστεί, καταρχάς, να αποφανθείτε αν το Ελεγκτικό Συνέδριο είχε το δικαίωμα να καταργήσει, με την απόφαση της 17ης Μαρτίου 1987, τη διανομή των συνδικαλιστικών εντύπων από την υπηρεσία εσωτερικού ταχυδρομείου του οργάνου·
—
θα χρειαστεί, έπειτα, να εκτιμήσετε τη νομιμότητα της πράξης της 31ης Μαρτίου 1987, με την οποία ο πρόεδρος του Συνεδρίου αρνήθηκε να χορηγήσει σε συνδικαλιστικούς αντιπροσώπους απαλλαγή από την άσκηση των υπηρεσιακών τους καθηκόντων, για να μετάσχουν σε συνεδριάσεις της Επιτροπής αφορώσες τους μισθούς, την εισφορά λόγω οικονομικής κρίσεως και τις τροποποιήσεις του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων.
3.
Τρεις λόγοι ακυρώσεως προβάλλονται σχετικώς κατά των προσβαλλομένων αποφάσεων:
—
παράβαση του άρθρου 24α του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως και του καθήκοντος αρωγής,
—
παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης.
4.
Πριν εξετάσω το βάσιμο των αιτιάσεων αυτών, θέλω να διατυπώσω δύο παρατηρήσεις.
5.
Καταρχάς, το μερικώς απαράδεκτο της προσφυγής της Union syndicale στερείται πρακτικής σημασίας, εφόσον η επιχειρηματολογία της κατά της πράξεως της 17ης Μαρτίου είναι ακριβώς η ίδια με εκείνην που αναπτύσσει και ο Maurissen.
6.
Έπειτα, ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως, καίτοι φαινομενικά στρέφεται κατά και των δύο πράξεων αδιακρίτως, αφορά στην πραγματικότητα, όπως προκύπτει από τα δικόγραφα των προσφευγόντων, μόνο την απόφαση της 31ης Μαρτίου 1987.
Α — Παράβαση του άρθρου 24α του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως και του καθήκοντος αρωγής
7.
Θα περιοριστώ, και εδώ, στο να υπενθυμίσω την ουσία της επιχειρηματολογίας που αναπτύχθηκε και ας μου επιτραπεί να παραπέμψω κατά τα λοιπά στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση.
8.
Οι προσφεύγοντες διατείνονται ότι είναι αναγνωρισμένο το δικαίωμα των συνδικάτων να επιδίδονται σε κάθε νόμιμη δραστηριότητα προς υπεράσπιση των επαγγελματικών συμφερόντων των μελών τους, να συνάπτουν συμφωνίες, να αντιτίθενται στη διοίκηση και να επικρίνουν τις πράξεις των θεσμικών οργάνων. Επομένως, τα τελευταία δεν μπορούν να περιορίζονται σε παθητική στάση, διότι το καθήκον αρωγής τους επιβάλλει να εγγυώνται την ελεύθερη έκφραση. Η προσβαλλόμενη απόφαση έχει ως αποτέλεσμα να εμποδίζει την πληροφόρηση του προσωπικού για τις ενέργειες που αναλαμβάνονται προς υπεράσπιση των συμφερόντων του και για τις ενδεχόμενες παραβιάσεις του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, τις οποίες διαπράττουν οι αρχές. Η διανομή συνδικαλιστικών προκηρύξεων από την υπηρεσία εσωτερικού ταχυδρομείου συνιστά, εν πάση περιπτώσει, θεμελιώδες και αναπαλλοτρίωτο δικαίωμα προϋφιστάμενο της συνάψεως οποιασδήποτε συμφωνίας-πλαισίου με το θεσμικό όργανο.
9.
Επικαλούμενοι, εξάλλου, την απόφαση Abrias ( 1 ) και την απόφαση του Συμβουλίου της 22ας και 23ης Ιουνίου 1981, περί καθιερώσεως διαδικασίας διαβουλεύσεως, οι προσφεύγοντες ισχυρίζονται ότι τα συνδικάτα έχουν το δικαίωμα και την υποχρέωση να εκπροσωπούν το προσωπικό στις συνεδριάσεις « πολιτικής διαβουλεύσεως », τις οποίες διοργανώνουν τα θεσμικά όργανα. Το Ελεγκτικό Συνέδριο, αρνούμενο να χορηγήσει απαλλαγές από την άσκηση των υπηρεσιακών καθηκόντων, στερεί τα συνδικάτα των μέσων που τους είναι αναγκαία προς εκπλήρωση αυτής της αποστολής που τους έχει ανατεθεί.
10.
Το Ελεγκτικό Συνέδριο τονίζει, καταρχάς, ότι η ελεύθερη έκφραση γίνεται σεβαστή, εφόσον η διανομή των συνδικαλιστικών εντύπων μπορεί να πραγματοποιείται ελεύθερα εντός του οργάνου με μέριμνα των μελών του συνδικάτου.
11.
Γενικώς φρονεί ότι δεν μπορεί να χορηγήσει τις επίδικες διευκολύνσεις, ελλείψει σχετικής κανονιστικής ρυθμίσεως, αλλά και ενόψει των δημοσιονομικών συνεπειών, τις οποίες θα συνεπαγόταν η χορήγηση τους. Εξάλλου, είναι αλυσιτελής η επίκληση του καθήκοντος αρωγής, διότι προϋποθέτει ότι το θεσμικό όργανο έχει τη δυνατότητα επιλογής, η οποία όμως ακριβώς αποκλείεται εν προκειμένω λόγω της νομικής καταστάσεως που επιβάλλεται στο καθού. Τέλος, οι διευκολύνσεις, τις οποίες αναγνωρίζουν άλλα θεσμικά όργανα, προϋπέθεταν τη σύναψη σχετικών συμφωνιών, κατ' αναλογία προς τις συλλογικές συμβάσεις του δικαίου των κρατών μελών. Αυτό καταρρίπτει την άποψη ότι στον τομέα αυτόν υπάρχουν προϋφιστάμενα δικαιώματα.
12.
Επ' αυτού, οι προσφεύγοντες παρατηρούν ότι το Ελεγκτικό Συνέδριο θα έπρεπε να διαπιστώσει και να καταγγείλει τον παράνομο χαρακτήρα της παροχής των πλεονεκτημάτων, τα οποία χορηγούν άλλα θεσμικά όργανα, εφόσον επικαλείται τον παράνομο χαρακτήρα τους προς στήριξη της δικής του άρνησης.
13.
Το λέγω ευθύς εξ αρχής: κατά το μέτρο που προβάλλεται κατά της πράξεως της 17ης Μαρτίου, ο πρώτος λόγος μού φαίνεται ότι πρέπει να απορριφθεί.
14.
Όλοι οι ισχυρισμοί του Maurissen περί της θέσεως των συνδικάτων και των προνομιών τους ασφαλώς δεν αμφισβητούνται. Ούτε, άλλωστε, αμφισβητείται από το καθού η αρχή της ελευθερίας της συνδικαλιστικής έκφρασης. Αλλ' ακριβώς, δεν φαίνεται ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση παραβιάζεται η αρχή αυτή. Πράγματι, είναι αναντίρρητο ότι ουδόλως εμποδίζονται να διανέμουν συνδικαλιστικές προκηρύξεις τα μέλη ή οι υπεύθυνοι της οργάνωσης. Κατά την άποψη μου, η ελευθερία εκφράσεως παραμένει άθικτη, άπαξ το συνδικάτο μπορεί να καθιστά γνωστές τις θέσεις του, χωρίς περιορισμούς, σε όλο το προσωπικό.
15.
Επιπλέον, βάσει των στοιχείων που διαθέτω, κανένα δίκαιο κράτους μέλους δεν επιβάλλει παρόμοια υποχρέωση στη διοίκηση. Διότι δεν πρόκειται, εν προκειμένω, για τη διαβίβαση αλληλογραφίας μεταξύ μελών του συνδικάτου, αλλά για τη διανομή συνδικαλιστικών εντύπων σε όλο το προσωπικό. Ενώ δε η πρώτη ρυθμίζεται ενίοτε κανονιστικά, η δεύτερη φαίνεται ότι ουδέποτε επιβάλλεται από τα εθνικά δημοσιοϋπαλληλικά δίκαια.
16.
Γίνεται εν προκειμένω επίκληση κάποιας γενικής « θεμελιώδους και αναπαλλοτρίωτης » υποχρέωσης, προσδιορισμών που ναι μεν φαίνεται αναμφίβολα να ισχύουν για την ελεύθερη έκφραση αυτή καθαυτή, όχι όμως και για τη διανομή από την υπηρεσία εσωτερικού ταχυδρομείου των συνδικαλιστικών εντύπων.
17.
Ας σημειωθεί, ωστόσο, ότι, αντιθέτως προς ό,τι ισχυρίζεται το Ελεγκτικό Συνέδριο, η έλλειψη ρητής διατάξεως ασφαλώς δεν καθιστά παράνομη τη διανομή συνδικαλιστικών προκηρύξεων από τις υπηρεσίες εσωτερικού ταχυδρομείου. Επ' αυτού, νομίζω ότι η διανομή, από τις υπηρεσίες του Ελεγκτικού Συνεδρίου, του εντύπου που προσκομίστηκε στις συζητήσεις δείχνει ακριβώς ότι η χρήση αυτών των διευκολύνσεων εξαρτάται από την επιλογή του οικείου οργάνου.
18.
Γι' αυτόν ακριβώς το λόγο φρονώ ότι δεν ευσταθεί ο ισχυρισμός που προέβαλε το Ελεγκτικό Συνέδριο, για να αντικρούσει το επιχείρημα περί παραβάσεως του καθήκοντος αρωγής, ότι δεν είχε άλλη επιλογή. Σ' αυτό το πεδίο, μου φαίνεται ότι η επιχειρηματολογία του στερείται συνοχής, διότι ακριβώς αναγνωρίζει, όπως φαίνεται, στον εαυτό του ευρεία διακριτική ευχέρεια ως προς τη χρήση των υπηρεσιών του για τη διανομή της αλληλογραφίας. Θα ήθελα, εξάλλου, να τονίσω σχετικώς ότι η διακριτική αυτή ευχέρεια πρέπει, σε κάθε περίπτωση, να είναι σύμφωνη προς την ουδετερότητα της δημόσιας διοίκησης, αμφιβάλλω δε σοβαρά για το αν η υπηρεσία εσωτερικού ταχυδρομείου μπορεί να θεωρηθεί ως απλό « γραμματοκιβώτιο », όπου ο καθένας μπορεί να παραδίδει προς διανομή κείμενα φιλοσοφικού, εμπορικού ή πολιτικού περιεχομένου της αρεσκείας του.
19.
Ωστόσο, δεν νομίζω ότι μπορείτε να ελέγξετε την προσβαλλόμενη πράξη λόγω παραβάσεως του καθήκοντος αρωγής. Το καθήκον αυτό άλλωστε, που κατοχυρώνεται με τη νομολογία σας, αντικατοπτρίζει
« την ισορροπία των αμοιβαίων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που δημιούργησε ο κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως στις σχέσεις μεταξύ της υπηρεσίας και των υπαλλήλων » ( 2 ).
Οι περιστάσεις υπό τις οποίες το δεχτήκατε είχαν να κάνουν με καταστάσεις στις οποίες η διοίκηση, μέσω μιας τυπολατρικής ή υπέρμετρα αυστηρής εφαρμογής των διατάξεων, παραγνώριζε αυτόν τον ιδιαίτερο δεσμό που τη συνέδεε με τον υπάλληλό της. Μου φαίνεται όμως μη προσήκουσα η επίκληση αυτής της « ευμενούς αντιμετώπισης », όταν ερχόμαστε σε σχέσεις που εντάσσονται στην σφαίρα του ορισμού των δικαιωμάτων του συνδικαλίζεσΟαι, δηλαδή σε ουλλογικές σχέσεις, έστω και αν εν προκειμένω προσφεύγων είναι μόνον ένας μεμονωμένος υπάλληλος.
20.
Σχετικώς, πρέπει, κατά την άποψή μου, να ανατρέξουμε στο γερμανικό δίκαιο, από το οποίο αντλεί την έμπνευση του το καθήκον αρωγής. Είναι αρκούντως σαφές, κατά τη νομολογία του συνταγματικού δικαστηρίου της Καρλσρούης, ότι πρόκειται για καθήκον που επιβάλλεται στη διοίκηση σε « αλληλουχία προς την παραδοσιακή αρχή που αφορά το καθήκον πίστεως του υπαλλήλου » ( 3 ). Η αλληλεξάρτηση αυτή, άρρηκτα συνδεδεμένη προς την ιεραρχική σχέση στην οποία υπάγεται ο τελευταίος, είναι εντελώς ξένη προς τη φύση των σχέσεων που υφίστανται μεταξύ θεσμικού οργάνου και των συνδικάτων.
21.
Και μια τελευταία παρατήρηση: δεν μπορεί να αποκλεισθεί το ενδεχόμενο να δημιουργήσει, στον τομέα αυτόν, δίκαιο η πρακτική, την οποία το θεσμικό όργανο έχει ακολουθήσει συνεχώς και αδιακόπως, εφόσον βέβαια δεν αποβαίνει contra legem. Στην προκειμένη όμως υπόθεση, δεν προβλήθηκε κανένα στοιχείο ικανό να στοιχειοθετήσει μια τέτοια κατάσταση.
22.
Κατά συνέπεια, ελλείψει ρητής διατάξεως και δεδομένου ότι η ελεύθερη έκφραση εξασφαλίζεται, σας προτείνω να απορρίψετε τον πρώτο λόγο, κατά το μέτρο που στρέφεται κατά της αποφάσεως της 17ης Μαρτίου 1987.
23.
Δεν θα προτείνω, όμως, το ίδιο και όσον αφορά την απόφαση της 31ης Μαρτίου 1987.
24.
Καταρχάς, είναι αναμφισβήτητο ότι, με την απόφαση σας στην υπόθεση Abrias, κατοχυρώσατε τη σημασία που έχει η διαπραγμάτευση μεταξύ θεσμικών οργάνων και συνδικαλιστικών οργανώσεων. Επρόκειτο — υπενθυμίζω — για προσφυγή που άσκησαν υπάλληλοι κατά της Επιτροπής, η οποία υποστηριζόταν, μεταξύ άλλων, από το Συμβούλιο και το συνδικάτο που είναι προσφεύγον στην παρούσα υπόθεση, ζητώντας την ακύρωση της θεσπίσεως της « έκτακτης εισφοράς ». Υπενθυμίσατε τότε καταρχάς ότι «το κανονιστικό πλαίσιο » εκείνης της διαφοράς ήταν
«το αποτέλεσμα συμφωνίας η οποία επιτεύχθηκε κατόπιν μακρών διαπραγματεύσεων μεταξύ των οργάνων και των πλέον αντιπροσωπευτικών συνδικαλιστικών οργανώσεων τον προσωπικού των Κοινοτήτων » ( 4 )
Τονίσατε, στη συνέχεια, το ρόλο που διαδραμάτισαν τα συνδικάτα στη διαμόρφωση του προσβαλλόμενου μέτρου. 'Ετσι, για να απορρίψετε το λόγο ακυρώσεως που αναφερόταν στην παραβίαση της αρχής του « παραλληλισμού », που διατυπώνεται στο άρθρο 65, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, αναφέρατε ότι:
« το γενονός ότι οι πλέον αντιπροσωπευτικές συνδικαλιστικές οργανώσεις dέχτηκαννα συμμετάσχουν, υπό τη μορφή έκτακτου και ενιαίου μέτρου που πλήττει τις αποδοχές, στις συνέπειες των ιδιαιτέρων δυσχερειών της οικονομικής και κοινωνικής κατάστασης η οποία επικρατεί στην Κοινότητα, είχε ως αντιστάθμισμα τη θέσπιση μεθόδου αναπροσαρμογής των αποδοχών, η οποία διατηρεί τη λεγόμενη αρχή του παραλληλισμού » ( 5 ).
Εξάλλου, και κυρίως, εξετάζοντας την αιτίαση που προέβαλαν οι προσφεύγοντες, περί προσβολής της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, φρονώντας ότι η επίδικη τροποποίηση έθιγε « τα θεμελιώδη στοιχεία της σχέσεως εργασίας μεταξύ υπαλλήλων και οργάνων », τονίσατε σαφώς ότι:
« Οι συνδικαλιστικές οργανώσεις του προσωπικού συνεργάστηκαν στενά στις εργασίες οι οποίες κατέληξαν στη θέσπιση τόσο της νέας μεθόδου αναπροσαρμογής όσο και της έκτακτης εισφοράς » ( 6 ).
25.
Δεν νομίζω ότι προκαταλαμβάνω την απόφαση σας διατυπώνοντας το ακόλουθο συμπέρασμα: η συμμετοχή των συνδικάτων στις διαπραγματεύσεις με τα θεσμικά όργανα εξασφαλίζει τη συνεκτίμηση των συμφερόντων του προσωπικού κατά την προπαρασκευή των κανόνων του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως. Η προσχώρηση, εξάλλου, των συνδικαλιστικών οργανώσεων σε μια ρύθμιση δεν στερείται επιπτώσεων επί της νομιμότητάς της, ιδίως όσον αφορά το σεβασμό της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης των υπαλλήλων. Θα ήταν βέβαια παρακινδυνευμένο να λεχθεί εν προκειμένω ότι οι διατάξεις του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως « προσκτώνται συμβατικό χαρακτήρα », εφόσον αυτές είναι κανονιστικής φύσεως· πρέπει ωστόσο να αναγνωριστεί ότι, από το ίδιο το γράμμα της απόφασης σας, προκύπτει ότι αποδίδετε στην αποδοχή των συνδικάτων αδιαμφισβήτητες έννομες συνέπειες για το oύvoλo τον προσωπικού.
26.
Έπειτα, το κοινοτικό υπαλληλικό δίκαιο περιέχει σημαντικές ενδείξεις. Εννοώ την απόφαση του Συμβουλίου της 22ης και 23ης Ιουνίου 1981, που καθιερώνει διαδικασία διαβουλεύσεως, στο πλαίσιο επιτροπής, στην οποία προβλέπεται ότι το προσωπικό εκπροσωπείται από τις ουνδικαλιστικές οργανώσεις ( 7 ). Ας τονιστεί, εξάλλου, ότι η επιτροπή διαβουλεύσεως γνωμοδοτεί μόνον επί προτάσεων της Επιτροπής περί τροποποιήσεως του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων, περί εφαρμογής των διατάξεων του εν λόγω κανονισμού ή του καθεστώτος λοιπού προσωπικού ή περί του μισθολογικού και συνταξιοδοτικού καθεστώτος ( 8 ). Τέλος, το Συμβούλιο έχει προβλέψει ότι, « κατά τη διάρκεια των εργασιών τους, τα μέλη της επιτροπής καταβάλλουν προσπάθεια συγκλίσεως των απόψεων τους, κατά το μέτρο του δυνατού, έτσι ώστε να καταστεί δυνατή η υποβολή στο Συμβούλιο εκθέσεως που να εκφράζει κοινές θέσεις » ( 9 ).
27.
Με την προσβαλλόμενη πράξη, το Ελεγκτικό Συνέδριο αποκλείει ασφαλώς κάθε απαλλαγή των συνδικαλιστικών αντιπροσώπων από την άσκηση των υπηρεσιακών τους καθηκόντων και επιφυλάσσει τη δυνατότητα αυτή μόνο στα μέλη της επιτροπής προσωπικού. Ωστόσο, παρά τη γενική διατύπωση της θέσης αυτής, απορρίπτει μια αίτηση απαλλαγής από τα υπηρεσιακά καθήκοντα, η οποία αφορά αποκλειστικά συνεδριάσεις με την Επιτροπή.
28.
Η ανάλυση του Ελεγκτικού Συνεδρίου είναι απολύτως σαφής: επικαλείται νομική αδυναμία χορηγήσεως οποιασδήποτε απαλλαγής από τα υπηρεσιακά καθήκοντα, διότι η δυνατότητα αυτή δεν προβλέπεται με διάταξη του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως.
29.
Σχετικώς, πρέπει να σημειωθεί ότι το καθού χορήγησε, μετά την προσβαλλόμενη πράξη, τέτοιες απαλλαγές για τις συνεδριάσεις της επιτροπής διαβουλεύσεως, παρόλον ότι η απόφαση του Συμβουλίου δεν περιέχει καμία ρητή σχετική διάταξη. Μόνο του δηλαδή παραδέχτηκε ότι η καθιερωθείσα από το Συμβούλιο διαβούλευση συνεπαγόταν την υποχρέωση χορηγήσεως απαλλαγών από την άσκηση των υπηρεσιακών καθηκόντων.
30.
Μου φαίνεται δε απολύτως πειστικός ο ισχυρισμός των προσφευγόντων, ότι οι συνεδριάσεις της επιτροπής διαβουλεύσεως δεν αντιπροσωπεύουν κατ' ανάγκη το βασικό μέρος της διαβουλεύσεως. Οι διαπραγματεύσεις με την Επιτροπή αποτελούν μία αποφασιστική πτυχή της προπαρασκευής των εν ευρεία έννοια διατάξεων περί της υπηρεσιακής καταστάσεως. Στην Επιτροπή, πράγματι, εναπόκειται η μέριμνα της εκπόνησης προτάσεων προς την αρμόδια για τη θέσπιση των σχετικών διατάξεων αρχή, οι οποίες προτάσεις εξετάζονται άλλωστε από την επιτροπή διαβουλεύσεως. Είναι δε προφανές ότι και η αποτελεσματικότητα των εργασιών αυτής της τελευταίας ενισχύεται αποφασιστικά, αν οι προτάσεις της Επιτροπής έχουν ήδη τη συγκατάθεση των συνδικάτων. Δεν μπορεί παρά να διευκολύνεται έτσι ο στόχος που — όπως είδαμε — ορίζεται με την απόφαση του Συμβουλίου, που είναι η διαμόρφωση κοινής θέσεως.
31.
Από μια στοιχειώδη γνώση των διαδικασιών διαπραγματεύσεως μεταξύ συνδικάτων και διοικήσεως προκύπτει πόσο αναγκαία είναι η εμβάθυνση των συζητήσεων και η αναζήτηση συμβιβασμών. Όπως άλλωστε υπέμνησα, στην απόφαση σας Abrias γίνεται σαφής αναφορά στη σημασία αυτού του διαλόγου.
32.
Υπ' αυτό το πρίσμα, οι συναντήσεις μεταξύ συνδικάτων και Επιτροπής, που αποτελούν αντικείμενο της παρούσας διαφοράς, αποτελούν όχι απλώς προηγούμενο της διαβούλευσης, αλλά και συστατικό της στοιχείο: είμαι, συνεπώς, της γνώμης ότι, χάριν της « πρακτικής αποτελεσματικότητας » της διαβούλευσης, πρέπει να γίνει δεκτό ότι υπάρχει μια ενιαία διαδικααία διαβονλεύοεως. Αναγκαία δε αυνέπεια της ανάλυσης αυτής είναι ότι προϋποθέτει τα συνδικάτα να διαθέτουν τα μέσα προς εκπλήρωση της αποστολής τους, που έγκειται στο να εκπροσωπούν το προσωπικό.
33.
Περαιτέρω νομίζω ότι, στο πλαίσιο της ενιαίας αυτής διαδικασίας, πρέπει να επιβάλλεται στα θεσμικά όργανα η αρχή της χορήγησης απαλλαγών από την άσκηση των υπηρεσιακών καθηκόντων. Άλλως, θα προέκυπτε κατάφωρη αντίφαση: αφενός μεν, τα συνδικάτα αναγνωρίζονται ως αποκλειστικοί εκπρόσωποι του προσωπικού, κατάσταση άλλωστε που, κατά τη νομολογία σας, παράγει έννομες συνέπειες' αφετέρου δε, ενδέχεται να μην τους παρέχονται τα μέσα προς εκπλήρωση αυτού του ρόλου, στο όνομα κάποιας αντίληψης που φέρει έντονη τη σφραγίδα του νομικισμού.
34.
Ας σημειωθεί, εξάλλου, ότι τα δίκαια των κρατών μελών συγκλίνουν σε μεγάλο βαθμό, ως προς την παροχή στα συνδικάτα των μέσων προς εκπλήρωση της αποστολής τους, διά της χορηγήσεως απαλλαγών από την άσκηση των υπηρεσιακών καθηκόντων. Με εξαίρεση το λουξεμβουργιανό δίκαιο, το οποίο ευνοεί τους εσωτερικούς θεσμούς εκπροσώπησης του προσωπικού — στους οποίους φαίνεται επίσης να επιφυλάσσουν το κύριο μέρος των επίμαχων διευκολύνσεων, πλην όμως σε μικρότερο βαθμό, το γερμανικό και το ολλανδικό δίκαιο —, αναγνωρίζονται, συχνά κατά τρόπο ευρύτατο και πολύ ευέλικτο ( παραδείγματος χάρη, ετήσια πίστωση ωρών), απαλλαγές από την άσκηση των υπηρεσιακών καθηκόντων προς άσκηση συνδικαλιστικής δραστηριότητας, και όλως ιδιαιτέρως προς συμμετοχή σε συνεδριάσεις όπου συζητούνται τα συμφέροντα του προσωπικού, αυτού δηλαδή ακριβώς που αποτελεί το αντικείμενο της υπό κρίση προσφυγής.
35.
Δεν είναι, ασφαλώς, δικό σας έργο να ορίσετε τους τρόπους της χορήγησης απαλλαγών από την άσκηση των υπηρεσιακών καθηκόντων: αυτοί ανάγονται στην οργανωτική αυτονομία κάθε θεσμικού οργάνου. Οι δυσχέρειες όμως αυτού του ορισμού, τις οποίες κατέδειξε το Ελεγκτικό Συνέδριο, ουδόλως αναιρούν την αρχή που πρέπει να τη διέπει.
36.
Διαπιστώνω, πράγματι, ότι η αίτηση, εις απάντηση της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη πράξη, αναφερόταν σε συναντήσεις με την Επιτροπή, αφορώσες τους μισθούς, την εισφορά λόγω οικονομικής κρίσεως και τις μεταρρυθμίσεις του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, θέματα δηλαδή που ανήκουν αναμφισβήτητα στη σφαίρα στην οποία, κατά το σημείο 1.3 της απόφασης του Συμβουλίου, οι προτάσεις της Επιτροπής αποτελούν αποκλειστικό αντικείμενο των εργασιών της « επιτροπής διαβουλεύσεως». Το μόνο, δηλαδή, ζήτημα επί του οποίου πρέπει να αποφανθείτε σήμερα είναι το αν το Ελεγκτικό Συνέδριο υποχρεούται να χορηγεί απαλλαγές από την άσκηση των υπηρεσιακών καθηκόντων στο προεκτεθέν πλαίσιο της διαβούλευσης. Η απόφαση σας πρέπει να αφορά μόνον την επίδικη περίπτωση και όχι άλλες.
37.
Σας καλώ, επομένως, να ακυρώσετε την απόφαση της 31ης Μαρτίου 1987. Στο Ελεγκτικό Συνέδριο θα εναπόκειται να λάβει τα αναγκαία μέτρα προς εκτέλεση της απόφασης σας, η οποία, εφόσον βέβαια δεχτείτε τη δική μου ανάλυση, θα ορίζει ότι επιβάλλεται στα θεσμικά όργανα να εξασφαλίζουν την πραγματική άσκηση των συνδικαλιστικών δικαιωμάτων στο πλαίσιο της « ενιαίας διαδικασίας διαβουλεύσεως». Ο καθορισμός, ασφαλώς, των μέτρων αυτών ανήκει στην ελευθερία του καθού οργάνου περί την οργάνωση των υπηρεσιών του· θα πρέπει τότε αυτό να λάβει υπόψη τις υπηρεσιακές ανάγκες, τις οποίες επικαλείται με τις παρατηρήσεις του.
Β — Παραβίαση της αρχής της απαγόρευσης των διακρίσεων
38.
Ενόψει των παρατηρήσεων που προηγήθηκαν, δεν βρίσκω σκόπιμο να αναπτύξω διά μακρών το δεύτερο λόγο ακυρώσεως — ο οποίος στην πραγματικότητα στρέφεται, υπενθυμίζω, μόνο κατά της πράξεως της 31ης Μαρτίου —, τον οποίο θα πρέπει να εξετάσετε μόνο στην περίπτωση που θα κρίνατε τον πρώτο αβάσιμο.
39.
Στην περίπτωση αυτί], θα πρέπει να αποκρούσετε την επιχειρηματολογία ότι, ενόψει των λύσεων που έχουν γίνει δεκτές από άλλα θεσμικά όργανα, πλην του Ελεγκτικού Συνεδρίου, οι υπάλληλοι του τελευταίου υφίστανται διάκριση, η οποία απαγορεύεται.
40.
Καταρχάς, είναι προφανές ότι μια τέτοια ανάλυση θα μπορούσε να οδηγήσει, στην πράξη, σε κάποιου είδους ρήτρα του « πλέον ευνοούντος θεσμικού οργάνου », η εφαρμογή της οποίας θα προκαλούσε αναπόφευκτα απευκταίες ακαμψίες και καταστάσεις αδιέξοδες.
41.
Έπειτα, έχω έντονες αμφιβολίες για το αν είναι εύστοχη η επίκληση της αρχής της απαγόρευσης των διακρίσεων, όταν συγκρίνεται η μεταχείριση την οποία παρέχουν δύο ή περισσότερα θεσμικά όργανα. Νομίζω, πράγματι, ότι η αρχή αυτή απαγορεύει σε μία και την αντί) αρχή να χειρίζεται διαφορετικά δύο όμοιες καταστάσεις ή να χειρίζεται όμοια δύο διαφορετικές καταστάσεις. Μου φαίνεται όμως ξένη προς την περίπτωση στην οποία συγκρίνονται οι πρακτικές δύο ή περισσοτέρων θεσμικών οργάνων. Θα μπορούσε ασφαλώς να αντιλεχθεί ότι το ενιαίο του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως επιβάλλει ενιαία μεταχείριση. Κατά την άποψη μου, όμως, η έκταση εφαρμογής του επιχειρήματος αυτού χρήζει διευκρινίσεως. Πράγματι, είτε το δίκαιο επιβάλλει σε όλα τα θεσμικά όργανα να τηρούν ορισμένη αρχή, οπότε η επίκληση της απαγόρευσης των διακρίσεων καθίσταται περιττή, εφόσον προς υλοποίηση της αρκεί να εφαρμοστούν οι κανόνες του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, είτε πρόκειται για έναν τομέα που ανάγεται στην ελευθερία της εσωτερικής οργάνωσης κάθε θεσμικού οργάνου, οπότε, στην περίπτωση αυτή, βρισκόμαστε πέραν της σφαίρας της αναγκαστικώς ρυθμιζόμενης από τον κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως: οι ενδεχόμενες διαφορές καταστάσεων δεν θίγουν το ενιαίο της.
42.
Κατά συνέπεια, αν, αντιθέτως προς ό,τι προτείνω, δεχθείτε ότι δεν αποτελεί απόρροια της κοινοτικής νομιμότητας η αρχή ότι, στο πλαίσιο της « ενιαίας διαδικασίας διαβουλεύσεως », πρέπει να χορηγούνται στα συνδικάτα απαλλαγές από την άσκηση των υπηρεσιακών καθηκόντων, τότε θα κρίνετε ότι πρόκειται για απλές εσωτερικές οργανωτικές ρυθμίσεις, των οποίων η σύγκριση με τις αντίστοιχες ρυθμίσεις άλλων θεσμικών οργάνων δεν μπορεί να παραγάγει έννομες οννέπειες, διότι άλλως θα έπληττε την αυτονομία κάθε θεσμικού οργάνου.
43.
Θα διατυπώσω, τέλος, σύντομες παρατηρήσεις σχετικά με το δεύτερο σκέλος του δεύτερου λόγου ακυρώσεως, που αναφέρεται στη διαφορετική μεταχείριση την οποία επιφυλάσσει το Ελεγκτικό Συνέδριο στους δικούς του εκπροσώπους, έναντι των συνδικαλιστικών αντιπροσώπων. Το καθού προβάλλει σχετικώς ένσταση απαραδέκτου, διότι η επιχειρηματολογία αυτή της προσφυγής του Maurissen δεν περιεχόταν στην αρχική του διοικητική ένσταση· πρέπει, επομένως, να θεωρηθεί νέα και, άρα, απαράδεκτη.
44.
Κατά τη νομολογία σας,
« τα αιτήματα που υποβάλλονται ενώπιον του Δικαστηρίου δεν μπορούν παρά [αφενός] να έχουν το ίδιο αντικείμενο με αυτά που αναφέρονταν στην ένσταση και, αφετέρου [ να περιέχουν] αμφισβητήσεις που στηρίζονται στην ίδια αιτία με αυτές που [προβλήθηκαν] στην ένσταση. Οι αμφισβητήσεις αυτές μπορούν να αναπτυχθούν, ενώπιον του Δικαστηρίου, με την προβολή λόγων ακυρώσεως και ισχυρισμών που δεν περιλαμβάνονται, κατ' ανάγκη, στην ένσταση, αλλά που συνδέονται στενά μ' αυτήν » ( 10 ).
45.
Είναι, κατά την άποψη μου, αμφίβολο αν η — φερόμενη ως άνιση — μεταχείριση που επιφυλάσσεται στους συνδικαλιστικούς αντιπροσώπους, σε σχέση προς τους υπαλλήλους που εκπροσωπούν το Ελεγκτικό Συνέδριο, συναρτάται στενά με τον προβαλλόμενο στη διοικητική ένσταση λόγο περί δυσμενούς διακρίσεως, ο οποίος στηρίζεται στην άρνηση παροχής των πλεονεκτημάτων που χορηγούν στα συνδικάτα άλλα θεσμικά όργανα. Η προβαλλόμενη έννοια είναι μεν η ίδια, δυσχερώς όμως μπορεί να θεωρηθεί ότι η νομική αιτία των δύο σκελών του λόγου είναι η ίδια. Θα έτεινα, επομένως, να δεχθώ, κατά τούτο, την ανάλυση του Ελεγκτικού Συνεδρίου.
46.
Ωστόσο, η παρατήρηση αυτή φαίνεται να στερείται πρακτικής σημασίας. Και τούτο διότι την ίδια επιχειρηματολογία προβάλλει και η Union syndicale, στην οποία δεν μπορεί βέβαια να αντιταχθεί ως προς το σημείο αυτό ένσταση απαραδέκτου, εφόσον η προσφυγή της στηρίζεται στο άρθρο 173 της Συνθήκης. Θα απορρίψετε όμως, ούτως ή άλλως, και αυτό το σκέλος του δεύτερου λόγου, διότι το Ελεγκτικό Συνέδριο διαβεβαίωσε προς υπεράσπιση του, και χωρίς να αμφισβητηθούν στη συνέχεια τα λεγόμενά του, ότι οι εκπρόσωποί του συμμετέχουν μόνο στις συνεδριάσεις για τις οποίες χορηγεί απαλλαγές από την άσκηση των υπηρεσιακών καθηκόντων και στους συνδικαλιστικούς αντιπροσώπους.
47.
Επομένως, η προβαλλόμενη διαφορά μεταχείρισης, και αν ακόμη υποτεθεί ότι είναι πρόσφορη η σύγκριση μεταξύ εκπροσώπων του θεσμικού οργάνου και συνδικαλιστικών αντιπροσώπων, δεν αποδεικνύεται καν.
48.
Μένει να εξεταστεί το ζήτημα των δικαστικών εξόδων. Ο Maurissen παραιτήθηκε από το ένα από τα τρία αρχικά του αιτήματα. Εξάλλου, σας προτείνω να δεχθείτε έναν από τους δύο ισχυρισμούς που σας υποβάλλει. Μου φαίνεται, επομένως, δικαιολογημένο να σας προτείνω να καταδικάσετε το Ελεγκτικό Συνέδριο στο ένα τρίτο των δικαστικών εξόδων του προσφεύγοντος. Όσον αφορά την προσφυγή της Union syndicale, που κρίθηκε εν μέρει απαράδεκτη και την οποία όμως σας προτείνω να δεχθείτε κατά το μέτρο κατά το οποίο στρέφεται κατά της πράξεως της 31ης Μαρτίου 1987, σας καλώ να ορίσετε ότι κάθε διάδικος θα φέρει τα δικαστικά του έξοδα. Τέλος, όσον αφορά τα έξοδα της παρεμβαίνουσας, η λύση πρέπει να ακολουθήσει εκείνη που σας προτείνω και για την προσφυγή της Union syndicale, υπέρ της οποίας παρενέβη.
49.
Κατά συνέπεια, σας καλώ:
—
να ακυρώσετε την πράξη του προέδρου του Ελεγκτικού Συνεδρίου της 31ης Μαρτίου 1987, με την οποία αυτός αρνήθηκε να χορηγήσει στους εκπροσώπους της Union syndicale απαλλαγή από την άσκηση των υπηρεσιακών τους καθηκόντων, ώστε να μπορέσουν να μετάσχουν σε συνεδριάσεις με την Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων αφορώσες τους μισθούς, την εισφορά λόγω οικονομικής κρίσεως και τις τροποποιήσεις του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων
—
να απορρίψετε την προσφυγή του Maurissen κατά τα λοιπά·
—
να καταδικάσετε το Ελεγκτικό Συνέδριο στο ένα τρίτο των δικαστικών εξόδων του Maurissen και να ορίσετε ότι, κατά τα λοιπά, κάθε διάδικος, περιλαμβανομένης και της παρεμβαίνουσας, φέρει τα δικαστικά του έξοδα.
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
( 1 ) Απόφαση της 3ης Ιουλίου 1985 ( υπόθεση 3/83, Συλλογή 1985, σ. 1995).
( 2 ) Απόφαση της 23ης Οκτωβρίου 1986 στην υπόθεση 321/85, Schwierig, σκέψη 18 ( Συλλογή 1986, σ. 3199 )· απόφαση της 28ης Μαΐου 1980 στις υποθέσεις 33/79 και 75/79, Kühner ( Rec. 1980, σ. 1677 )' απόφαση της 9ης Δεκεμβρίου 1982 στην υπόθεση 191/81, Plug (Συλλογή 1982, σ. 4229)· απόφαση της 4ης Φεβρουαρίου 1987 στην υπόθεση 417/85, Maurissen (Συλλογή 1987, σ. 551 ).
( 3 ) Bundesverfassungsgericht, 15 Δεκεμβρίου 1976, Entscheidungen des Bundesverfassungsgerichts 1976, 19/6, σ. 165.
( 4 ) Υπόθεση 3/83, όπ.π., σκέψη 10, η υπογράμμιση δική μου.
( 5 ) Υπόθεση 3/83, όπ.π., σκέψη 21, η υπογράμμιση δική μου.
( 6 ) Υπόθεση 3/83, όπ.π., σκέψη 26, η υπογράμμιση δική μου.
( 7 ) Σημείο 1.1 της απόφασης.
( 8 ) Σημείο 1.3 της απόφασης.
( 9 ) Σημείο 1.8 της απόφασης.
( 10 ) Απόφαση της 20ής Μαίου 1987 στην υπόθεση 242/85, Geist, σκέψη 9 (Συλλογή 1987, σ. 2181 ) βλέπε επίσης απόφαση της 7ης Μαΐου 1986 στην υπόθεση 52/85, Rihoux, σκέψη 13 ( Συλλογή 1986, σ. 1555 ).
Full & Egal Universal Law Academy