Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1. Οπως και στην υπόθεση 265/87, Schraeder (βλέπε τις προτάσεις μου που ανέπτυξα σήμερα επίσης), η παρούσα προδικαστική διαδικασία αφορά τη νομιμότητα της εισφοράς συνυπευθυνότητας στον τομέα των σιτηρών. Εντούτοις, διαφορετικά από ό,τι στην υπόθεση Schraeder, εδώ δεν πρόκειται για το κύρος του συστήματος της εισφοράς αυτού καθαυτού, αλλά αντιθέτως για μια ειδική πτυχή αυτού του συστήματος, ειδικότερα για τις λεπτομέρειες σύμφωνα με τις οποίες η επιβάρυνση της εισφοράς που καταβάλλεται από τον πρώτο μεταποιητή των σιτηρών επιρρίπτεται στις μεταγενέστερες συναλλαγές, ως την προμήθεια που γίνεται από τον παραγωγό.
Για να παρουσιάσω σαφέστερα τις πτυχές του προβλήματος που είναι υπό έρευνα, πρέπει να διευκρινίσω ορισμένα στοιχεία του οικείου συστήματος.
Βάσει της κανονιστικής ρυθμίσεως που εισήχθη με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1579/86 του Συμβουλίου, της 23ης Μαΐου 1986 (ΕΕ L 139, σ. 29) καθώς και με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2040/86, της 30ής Ιουνίου 1986, που εκδόθηκε μεταγενεστέρως από την Επιτροπή κατ' εφαρμογή του προηγούμενου κανονισμού (ΕΕ L 173, σ. 65), η εισφορά συνυπευθυνότητας "καταβάλλεται από τους φορείς που προβαίνουν σε μεταποίηση" σιτηρών (βλέπε το άρθρο 2 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2040/86).
Το ποσό αυτό που καταβάλλεται, θα έλεγα, στα επόμενα στάδια της διαδικασίας από την επιχείρηση μεταποιήσεως, κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 4, σημείο 6, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1579/86 "πρέπει να επιβαρύνει τον παραγωγό".
Σχετικά, η έκτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 2040/86 προβλέπει τα εξής:
"Εκτιμώντας ότι ένας από τους στόχους του καθεστώτος της εισφοράς συνυπευθυνότητας είναι να ευαισθητοποιήσει τους παραγωγούς ως προς την κατάσταση που επικρατεί στην αγορά? ότι, για το σκοπό αυτό, η επιβάρυνση της εισφοράς πρέπει να έχει επίπτωση στους τελευταίους? ότι πρέπει, ως εκ τούτου, να καθιερωθεί σύστημα τιμολόγησης που λαμβάνει υπόψη αυτή την απαίτηση? ότι η αρχή αυτή της επίπτωσης της εισφοράς εφαρμόζεται με την επιφύλαξη κάθε συμβατικής ρήτρας που αντιτίθεται σ' αυτήν (ορθό: παρά την ύπαρξη οποιασδήποτε αντίθετης συμβατικής ρήτρας)."
Το άρθρο 5, παράγραφος 1, του κανονισμού ορίζει κατά συνέπεια τα εξής:
"1. Οι φορείς που πραγματοποιούν τις εργασίες που αναφέρονται στο άρθρο 1, παράγραφος 1, μεταβιβάζουν (επιρρίπτουν) την εισφορά συνυπευθυνότητας στον προμηθευτή τους. Γίνεται επίσης μεταβίβαση (επίρριψη) κατά τη διάρκεια κάθε προηγούμενης συναλλαγής μέχρι το στάδιο της προμήθειας από τον παραγωγό.
Για κάθε μια από τις συναλλαγές που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, τα σχετικά δικαιολογητικά αναφέρουν ξεχωριστά το ποσό της εισφοράς που αφαιρείται."
Οπως προκύπτει από την πιο πάνω αιτιολογική σκέψη, ο λόγος για τον οποίο προβλέφθηκε η υποχρεωτική επίρριψη της επιβαρύνσεως στηρίζεται στο σκοπό που χαρακτηρίζει το μέτρο και ο οποίος έγκειται στην άσκηση αισθητής πιέσεως επί των παραγωγών σιτηρών παρέχοντάς τους ένδειξη της καταστάσεως της αγοράς και αποκαθιστώντας έτσι τη σχέση μεταξύ της προσφοράς, που είναι διαρθρωτικά πλεονασματική, και των πραγματικών δυνατοτήτων διαθέσεως στην αγορά. Είναι, επομένως, λογικό να είναι οι παραγωγοί αυτοί που υφίστανται συγκεκριμένα την επιβάρυνση της εισφοράς.
Αντιστρόφως, ο λόγος για τον οποίο επινοήθηκε αρχικά σύστημα εισπράξεως του φόρου υπό τη μορφή πληρωμής από τους μεταποιητές συνδέεται με σκέψεις καθαρής σκοπιμότητας. Πράγματι, το Συμβούλιο έκρινε ότι, για να αποφευχθούν οι δυσχέρειες διαχειρίσεως του συστήματος, που συνδέονται με τον έλεγχο πολλών εμπορικών συναλλαγών που γίνονται από τους κατ' ιδίαν παραγωγούς, θα ήταν προτιμότερο να γίνεται η είσπραξη μόνο στο στάδιο όπου τα σιτηρά έχουν οριστικά μεταποιηθεί (ή έχουν ακόμη πωληθεί σε οργανισμούς παρεμβάσεως ή έχουν εξαχθεί), τούτο δε μολονότι η πρόταση της Επιτροπής είχε διαφορετικό περιεχόμενο, διότι προέβλεπε την πληρωμή της εισφοράς κατευθείαν από τους παραγωγούς.
Το σύστημα λειτούργησε συγκεκριμένα κατά τον ακόλουθο τρόπο. Σε κάθε συναλλαγή, αρχίζοντας από τη συναλλαγή μεταξύ του παραγωγού και του πρώτου αγοραστή, που αφορούσε ορισμένη παρτίδα σιτηρών, αφαιρούνταν από την τιμή αγοράς ένα ποσό που αντιστοιχούσε στην εισφορά. Στο τέλος της εμπορικής αλυσίδας η επιχείρηση μεταποιήσεως κατέβαλε την εισφορά στην αρμόδια εθνική αρχή αφού την είχε αφαιρέσει από το τίμημα που κατέβαλε στον προμηθευτή.
Για να συμπληρωθεί το ιστορικό πρέπει πάντως να διευκρινιστεί ότι "υπό το φως των δυσχερειών που συναντήθηκαν κατά την εφαρμογή του συστήματος" που μόλις περιέγραψα, το Συμβούλιο "διόρθωσε το στόχο", ορίζοντας με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1097/88, της 25ης Απριλίου 1988 (ΕΕ L 110, σ. 7), που ίσχυσε από την έναρξη της εμπορικής περιόδου 1988/1989, ότι η είσπραξη της εισφοράς δεν θα γινόταν πλέον στο τελικό στάδιο, αλλά αντιθέτως στο στάδιο της πρώτης διαθέσεως στην αγορά (ή της πωλήσεως στην παρέμβαση).
2. Ενόψει αυτών των στοιχείων, έρχομαι στην έρευνα της παρούσας προδικαστικής διαδικασίας, η οποία προέρχεται από διαφορά μεταξύ της εταιρείας Cehave (Κάτω Χώρες), επιχειρήσεως μεταποιήσεως σιτηρών, και του ολλανδικού οργανισμού που είναι αρμόδιος για την είσπραξη της εισφοράς (του Ηoofdproduktschap).
Ο οργανισμός αυτός ζήτησε από την Cehave να πληρώσει συγκεκριμένο ποσό ((542 644,14 ολλανδικά φιορίνια (ΗFL) )) ως εισφορά συνυπευθυνότητας, που υπολόγισε μετατρέποντας σε φιορίνια το ποσό της εισφοράς (εκφρασμένο σε Εcu) στη γεωργική τιμή μετατροπής, την τιμή που αποκαλείται "πράσινη" και ίσχυε τότε για το ολλανδικό νόμισμα.
Τα σιτηρά τα οποία αφορούσε η μεταποίηση είχαν πάντως αγοραστεί από την Cehave σε διάφορα κράτη μέλη. Για κάθε παρτίδα είχε αφαιρεθεί η αντίστοιχη εισφορά από την τιμή κτήσεως, η οποία υπολογίστηκε βάσει όχι της πράσινης τιμής του φιορινίου, αλλά της πράσινης τιμής του νομίσματος της χώρας του πωλητή.
Αυτό είχε ως συνέπεια το ποσό που ζητήθηκε από την Cehave από το Ηoofdproduktschap να μην αντιστοιχεί πάντοτε με το ποσό που αφαιρέθηκε από την τιμή κτήσεως. Ειδικότερα:
- για τα σιτηρά που αγοράστηκαν στη Γαλλία, το Βέλγιο και το Ηνωμένο Βασίλειο, η αφαίρεση της τιμής κτήσεως αποδείχθηκε κατώτερη από το ποσό της εισπραχθείσας εισφοράς?
- για τα σιτηρά που αγοράστηκαν στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, η αφαίρεση αυτή ήταν αντιθέτως ανώτερη από το ποσό της εισφοράς.
Οι διαφορές αυτές εξαρτώνταν από το γεγονός ότι το ποσό που είχε αφαιρεθεί και το ποσό που είχε καταβληθεί - μολονότι αντιστοιχούσαν στην ίδια εισφορά σε Εcu - είχαν υπολογιστεί βάσει πράσινων τιμών που ίσχυαν στα διάφορα νομίσματα, τιμών οι οποίες, όπως γνωρίζουν όλοι, δεν τηρούν τις αληθινές συναλλαγματικές σχέσεις μεταξύ των νομισμάτων. Ετσι συνέβη ώστε η πραγματική αξία του ποσού που αφαιρέθηκε από την Cehave, υπολογισμένου βάσει της πράσινης ισοτιμίας του γαλλικού φράγκου (ασθενούς νομίσματος), να είναι τελικά κατώτερη από την αξία της εισφοράς που έπρεπε να καταβληθεί, υπολογιζόμενης κατ' εφαρμογή της πράσινης τιμής του φιορινίου (ισχυρού νομίσματος).
Η Cehave προσέβαλε, επικαλούμενη τα πιο πάνω περιστατικά, την απόφαση του Ηoofdproduktschap σχετικά με την πληρωμή της εισφοράς, το δε εθνικό δικαστήριο αποφάσισε να αναβάλει την υπόθεση και να παραπέμψει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
"1) Το κοινοτικό σύστημα εισφοράς συνυπευθυνότητας στον τομέα των σιτηρών βασίζεται στους ακόλουθους κανονισμούς:
- στον κανονισμό (ΕΟΚ) 2727/75 του Συμβουλίου της 29ης Οκτωβρίου 1975, ιδίως στο άρθρο 4?
- στον κανονισμό (ΕΟΚ) 2040/86 της Επιτροπής της 30ής Ιουνίου 1986?
- στον κανονισμό (ΕΟΚ) 1584/86 του Συμβουλίου της 23ης Μαΐου 1986?
- στον κανονισμό (ΕΟΚ) 1676/85 του Συμβουλίου της 11ης Ιουνίου 1985, ιδίως στο άρθρο 2.
Εχει αυτό το σύστημα την έννοια ότι η εισφορά συνυπευθυνότητας, που αναφέρεται στους προαναφερθέντες κανονισμούς, επιβάλλεται δε στην επιχείρηση στην οποία πραγματοποιήθηκε η πρώτη μεταποίηση και καταβάλλεται από αυτήν, πρέπει να υπολογίζεται στο εθνικό νόμισμα του κράτους μέλους στο οποίο πραγματοποιήθηκε η πρώτη μεταποίηση, εφαρμόζοντας τη γεωργική τιμή μετατροπής που έχει οριστεί γι' αυτό το κράτος μέλος;
2) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα, έχει το αναφερόμενο υπό 1 σύστημα την έννοια ότι η επιχείρηση που κατέβαλε την εισφορά συνυπευθυνότητας έχει το δικαίωμα και το καθήκον να επιρρίψει επίσης στους προμηθευτές της, a posteriori, τη διαφορά, αρνητική ή θετική, μεταξύ της καταβληθείσας από αυτή εισφοράς (ίσης προς το ποσό της εισφοράς σε Εcu, μετατραπέν στο εθνικό νόμισμα του κράτους μέλους στο οποίο πραγματοποιήθηκε η πρώτη μεταποίηση, εφαρμόζοντας γεωργική τιμή μετατροπής που ισχύει γι' αυτό το κράτος μέλος) και της επιστροφής που της χορηγήθηκε από τον προμηθευτή της (ίσης προς το ποσό της εισφοράς σε Εcu, μετατραπέν στο εθνικό νόμισμα του κράτους μέλους παραγωγής, εφαρμόζοντας γεωργική τιμή μετατροπής που ισχύει γι' αυτό το κράτος μέλος, και περαιτέρω μετατραπέν στο εθνικό νόμισμα του κράτους μέλους στο οποίο πραγματοποιήθηκε η πρώτη μεταποίηση, εφαρμόζοντας τις πραγματικές συναλλαγματικές ισοτιμίες της αγοράς);
3) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο δεύτερο ερώτημα, η εφαρμογή του αναφερομένου υπό 1 συστήματος έχει ως αποτέλεσμα, σε ορισμένες περιπτώσεις, να υφίσταται τελικά ο παραγωγός σιτηρών την επιβάρυνση εισφοράς της οποίας το ποσό ποικίλλει ανάλογα με το κράτος μέλος στο οποίο τα σιτηρά υπέστησαν την πρώτη μεταποίηση.
Συνεπάγεται μια τέτοια κατάσταση τη μη νομιμότητα του εν λόγω συστήματος ως ασυμβίβαστου προς τη Συνθήκη, ειδικότερα δε προς τα άρθρα 12, 16, 34 και/ή 40, παράγραφος 3, ή προς μια από τις αρχές που στηρίζουν τη Συνθήκη;
4. Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο δεύτερο ερώτημα, η εφαρμογή του αναφερόμενου υπό 1 συστήματος έχει ως αποτέλεσμα, σε ορισμένες περιπτώσεις, ο πρώτος μεταποιητής των σιτηρών να υφίσταται τελικά την επιβάρυνση εισφοράς (τη διαφορά μεταξύ της εισφοράς που του επιβλήθηκε και της επιστροφής, κατώτερης, που έλαβε), ή να ωφελείται ποσό (τη διαφορά μεταξύ της επιστροφής που έλαβε και της εισφοράς, κατώτερης, που του επιβλήθηκε), του οποίου το ύψος ποικίλλει ανάλογα με το κράτος μέλος στο οποίο παρήχθησαν τα σιτηρά.
Συνεπάγεται μια τέτοια κατάσταση τη μη νομιμότητα του εν λόγω συστήματος ως ασυμβίβαστου προς τη Συνθήκη, ειδικότερα δε προς τα άρθρα 12, 13, 30 και/ή 40, παράγραφος 3, ή προς μια από τις αρχές που στηρίζουν τη Συνθήκη;
5. Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο τρίτο και/ή τέταρτο ερώτημα, κρίνει το Δικαστήριο ότι πρέπει να ρυθμίσει τα αποτελέσματα της απόφασής του για την προηγούμενη της ημερομηνίας εκδόσεως της εν λόγω αποφάσεως περίοδο;"
3. Διευκρινίζω προκαταρκτικά ότι η κατάσταση στην οποία βρίσκεται η επιχείρηση Cehave είναι ανάλογη με την κατάσταση που εξήτασε το Δικαστήριο και σχετικά με την οποία εξέδωσε την απόφαση της 19ης Απριλίου 1988, Versele-Laga (64/87, Συλλογή 1981, σ.1961).
Το Δικαστήριο προσδιόρισε στην απόφαση αυτή τα ακόλουθα κριτήρια όσον αφορά τον τρόπο υπολογισμού της εισφοράς.
Καταρχάς, η επιχείρηση μεταποιήσεως πληρώνει ως εισφορά ποσό υπολογιζόμενο μετατρέποντας αυτή την ίδια την εισφορά - σε Εcu - στο εθνικό νόμισμα βάσει της γεωργικής τιμής μετατροπής. Επομένως, εφαρμόζεται η πράσινη τιμή της χώρας όπου γίνεται η μεταποίηση.
Περαιτέρω, ερμηνεύοντας την τότε ισχύουσα κανονιστική ρύθμιση, το Δικαστήριο έκρινε ότι το εν λόγω σύστημα ανταποκρίνεται στο στόχο της εξασφαλίσεως της ουδετερότητας της επιβαρύνσεως των μεταποιητών και επιβάλλει κατά συνέπεια την ολοσχερή επίρριψη της εισφοράς εις βάρος του προμηθευτή.
Απ' αυτά προκύπτει ότι, κατά την αγορά, ο μεταποιητής πρέπει να αφαιρέσει από την τιμή ακριβώς το ίδιο ποσό με αυτό που θα καταβληθεί κατόπιν στην αρμόδια αρχή. Αυτό σημαίνει ότι τόσο η αφαίρεση όσο και η πληρωτέα εισφορά πρέπει να υπολογίζονται βάσει της ίδιας γεωργικής τιμής μετατροπής η οποία είναι επομένως - όπως έχω ήδη πει - η πράσινη τιμή της χώρας όπου γίνεται η μεταποίηση.
Υπό το φως των σκέψεων της αποφάσεως Versele-Laga, οι δυσχέρειες που συνάντησε η εταιρία Cehave - όπως και οποιοσδήποτε άλλος μεταποιητής σιτηρών - μπορούν να λυθούν εύκολα. Μετατρέποντας την εισφορά βάσει ενιαίας πράσινης τιμής τόσο κατά το χρόνο της κτήσεως όσο και κατά το χρόνο της εισφοράς, δεν μπορεί να δημιουργηθεί καμιά διαφορά μεταξύ του ύψους του αφαιρεθέντος ποσού και του ύψους του καταβληθέντος ποσού, τούτο δε ανεξαρτήτως από την προέλευση των σιτηρών που υπόκεινται σε μεταποίηση.
Από τις παρατηρήσεις αυτές συνάγεται η απάντηση που μπορεί να δοθεί στο πρώτο και στο δεύτερο ερώτημα που έθεσε το εθνικό δικαστήριο.
Οσον αφορά το πρώτο ερώτημα: η εφαρμοστέα τιμή μετατροπής για τον υπολογισμό του ποσού που πρέπει να πληρώσει η εταιρεία μεταποιήσεως είναι η πράσινη τιμή του κράτους της μεταποιήσεως (στην περίπτωση της Cehave, η πράσινη τιμή του ολλανδικού φιορινίου).
Ως προς το δεύτερο ερώτημα: κανένα υπόλοιπο, ούτε θετικό ούτε αρνητικό, δεν μπορεί ούτε οφείλει να ζητήσει εκ των υστέρων ο μεταποιητής (ο οποίος πλήρωσε την εισφορά) από τον προμηθευτή του ούτε αντιστρόφως.
Καταρχάς, γενικά, η δυνατότητα μεταγενέστερης πληρωμής μιας διαφοράς είναι αντίθετη προς τη λογική του συστήματος η οποία, όπως είπα ήδη, έχει ως στόχο να ασκήσει επί του παραγωγού συγκεκριμένη πίεση η οποία του δίνει ακριβή ένδειξη για την πραγματική κατάσταση της αγοράς. Το γεγονός ότι η εισφορά βαρύνει πλήρως τον παραγωγό και ευθύς εξαρχής, δηλαδή από τη στιγμή της πωλήσεως των σιτηρών στον πρώτο αγοραστή, συμβιβάζεται με αυτό το σκοπό.
Εχω ήδη πει ότι η εισφορά βαρύνει τον παραγωγό κατά το χρόνο της διαθέσεως των σιτηρών στην αγορά? πράγματι, αυτή τη στιγμή πρέπει να δοθεί το σύνθημα για τις πραγματικές δυνατότητες διαθέσεως στην αγορά που μπορεί να έχει η προσφορά. Αυτό γίνεται συγκεκριμένα με την αφαίρεση της εισφοράς από την τιμή πωλήσεως. Για να λειτουργήσει ο μηχανισμός κατά την ηθελημένη έννοια, είναι πάντως απαραίτητο να είναι ολοσχερής και άμεση η αφαίρεση. Αν αντιθέτως, κατά την πώληση στον πρώτο αγοραστή, υφίστατο ο παραγωγός προσωρινή αφαίρεση - στην πρακτική μια μερική καταβολή - με μεταγενέστερες καταβολές ή την επιστροφή υπολοίπου, το οικονομικό σύνθημα που θα του παρείχετο για τη συγκεκριμένη κατάσταση της ζητήσεως θα ήταν αναπόφευκτα νοθευμένο.
Κατά συνέπεια, η σκέψη της αναδρομικής μεταφοράς και a posteriori ενδεχομένων διαφορών, αρχίζοντας από το μεταποιητή και προοδευτικά σ' όλη την αλυσίδα εμπορίας, φαίνεται ασυμβίβαστη με το σκοπό του συστήματος.
Πρέπει επίσης να διευκρινιστεί, πάντοτε κατά τρόπο γενικό, ότι η μεταγενέστερη μεταφορά θετικής ή αρνητικής διαφοράς παρίσταται αδύνατη στην πραγματικότητα σε πολλές περιπτώσεις. Στην αγορά των σιτηρών οι έμποροι αγοράζουν γενικά από πολλούς παραγωγούς και μεταπωλούν σε πολλούς μεταποιητές. Οι διακρατικές συναλλαγές είναι συχνές. Απαξ και μεταποιηθεί ορισμένη παρτίδα σιτηρών σε ορισμένο κράτος μέλος, μπορεί να αποδειχθεί αδύνατη η μεταγενέστερη εξακρίβωση εκείνου ο οποίος παρήγαγε τόση συγκεκριμένη ποσότητα σιτηρών, το μέρος της εγκαταστάσεώς του και τελικά η επιβάρυνση που υπέστη συγκεκριμένα, υπό τύπο εισφοράς, για τα ίδια σιτηρά. Η αδυναμία της μεταγενέστερης αναγνώρισης, τουλάχιστον σε ορισμένες περιπτώσεις, της καταγωγής των μεταποιηθέντων σιτηρών εμποδίζει επίσης τον καθορισμό τόσο του ποσού των οφειλομένων τυχόν διαφορών, όσο και των προσώπων που υποχρεούνται να καταβάλουν αυτά τα ποσά.
Τέλος, και ειδικότερα όσον αφορά τη σχέση μεταξύ του μεταποιητή και του προμηθευτή του, ελέχθη ότι κατ' εφαρμογή αυτών που δέχθηκε το Δικαστήριο στη υπόθεση Versele-Laga υφίσταται αναγκαστικά σύμπτωση μεταξύ του εισφερθέντος ποσού (κατά το χρόνο της μεταποιήσεως) και του προηγουμένως αφαιρεθέντος ποσού (κατάτο χρόνο της αγοράς). Επειδή δεν μπορεί να υπάρχει καμιά διαφορά μεταξύ των δύο ποσών, δεν υπάρχει φυσικά κανένας λόγος να γίνει μεταγενέστερη μεταφορά μεταξύ των επιχειρήσεων που ήσαν μέρη της οικείας ειδικής συναλλαγής. Επομένως, πρέπει να δοθεί αρνητική απάντηση στο δεύτερο ερώτημα που έθεσε το εθνικό δικαστήριο.
4. Εκ πρώτης όψεως οι σκέψεις που εξέθεσα μέχρι εδώ φαίνεται να επιτρέπουν επίσης μια εύκολη απάντηση στο τρίτο και στο τέταρτο ερώτημα που έθεσε το εθνικό δικαστήριο.
Πράγματι, το τρίτο ερώτημα τέθηκε για την περίπτωση που το δεύτερο ερώτημα ελάμβανε θετική απάντηση. Αλλά, όπως είδαμε, είναι αντιθέτως δυνατό να δοθεί αρνητική απάντηση σ' αυτό το ερώτημα. Κατά συνέπεια, δεν υπάρχει καν λόγος να δοθεί απάντηση στο τρίτο ερώτημα, το οποίο στερείται αντικειμένου.
Οσον αφορά το τέταρτο ερώτημα, στηρίζεται σε προϋπόθεση - την ύπαρξη διαφοράς, θετικής ή αρνητικής, μεταξύ της επιβληθείσας εισφοράς στον μεταποιητή και της αφαιρέσεως από την τιμή πωλήσεως της οποίας έτυχε - που δεν επαληθεύεται στην πραγματικότητα, τουλάχιστον αναφορικά με την ειδική συναλλαγή στην οποία μετέσχαν αυτοί οι επιχειρηματίες. Το ερώτημα αυτό στερείται επομένως αντικειμένου.
Ετσι, κατά ορθή παρατήρηση, το σύνολο των ερωτημάτων που έθεσε το εθνικό δικαστήριο αφορά γενικά τον τρόπο με τον οποίο έγινε η μεταφορά της επιβαρύνσεως της καταβληθείσας εισφοράς από την επιχείρηση μεταποιήσεως (σύμφωνα με το άρθρο 5, παράγραφος 1, του κανονισμού 2040/86) "επίσης ... κατά τη διάρκεια κάθε προηγούμενης συναλλαγής μέχρι το στάδιο της προμήθειας από τον παραγωγό". Σ' αυτό άλλωστε το σημείο σταμάτησαν ουσιαστικά τα μέρη στις παρατηρήσεις τους, ακόμη και εις απάντηση των ειδικών ερωτημάτων που διατύπωσε το Δικαστήριο.
Συνοπτικά, το πρόβλημα που τίθεται είναι το ακόλουθο. Είναι αληθές ότι κατά το τελευταίο στάδιο της εμπορίας ορισμένης παρτίδας σιτηρών υπάρχει αναγκαστικά σύμπτωση μεταξύ του εισφερθέντος ποσού και του αφαιρεθέντος ποσού, τούτο δε ανεξαρτήτως της καταγωγής των αγορασθέντων σιτηρών από το μεταποιητή. Από τίποτα όμως δεν προκύπτει ότι αυτή ήταν και η περίπτωση (συχνά δε, δεν είναι η περίπτωση) στο προηγούμενο στάδιο εμπορίας.
Ο λόγος μπορεί να εξηγηθεί καλύτερα με ένα παράδειγμα. Ας πάρομε την περίπτωση ενός βρετανού παραγωγού ο οποίος πωλεί μια παρτίδα σιτηρών σε μια επιχείρηση (ας πούμε σε μια βρετανική επίσης επιχείρηση) η οποία αναλαμβάνει τη διάθεση στο εμπόριο. Η τιμή μειώνεται κατά ένα ποσό που αντιστοιχεί προς την εισφορά συνυπευθυνότητας και υπολογίζεται βάσει της εφαρμογής της γεωργικής τιμής μετατροπής του κράτους του αγοραστή (δηλαδή της πράσινης τιμής της λίρας στερλίνας, νομίσματος το οποίο υφίσταται, ας υποθέσομε, δυσμενή συγκυρία). Ο αγοραστής έμπορος μεταπωλεί με τη σειρά του τα σιτηρά σε επιχειρήσεις μεταποιήσεως που είναι εγκατεστημένες σε άλλα κράτη μέλη, παραδείγματος χάρη στις Κάτω Χώρες και στη Γερμανία (χώρες το νόμισμα των οποίων διέρχεται τότε ευνοϊκή συγκυρία - περίπτωση που δεν είναι πολύ απίθανη). Οπως γνωρίζομε, αυτές οι ολλανδικές και γερμανικές επιχειρήσεις αφαιρούν επίσης από την τιμή αγοράς ορισμένο ποσό ως εισφορά, ποσό που παραμένει αμετάβλητο σε Εcu, το οποίο όμως μετατρέπεται βάσει της εφαρμογής των πρασίνων τιμών κάθε εθνικού νομίσματος (δηλαδή του φιορινίου και του γερμανικού μάρκου). Είναι ευχερές να αντιληφθεί κανείς αυτό που γίνεται σε μια τέτοιου είδους περίπτωση η οποία, ας το επαναλάβω, δεν είναι απλή σχολική περίπτωση. Το ποσό που αφαιρείται από τους μεταποιητές (που είναι επίσης το ποσό που καταβάλλεται στον αρμόδιο οργανισμό) από τον πρώτο αγοραστή - ενδιάμεσο - αφού μετατραπεί σε στερλίνες βάσει της επίσημης συναλλαγματικής ισοτιμίας, αποδεικνύεται ανώτερο (και κατά πολύ μάλιστα) από το ποσό που ο ενδιάμεσος αυτός είχε αφαιρέσει προηγουμένως για τα ίδια σιτηρά από τον παραγωγό που του τα πώλησε. Ο ενδιάμεσος φέρει επομένως ένα μειονέκτημα το οποίο προκύπτει από την αρνητική διαφορά μεταξύ της αφαιρέσεως της οποίας φέρει το βάρος και της αφαιρέσεως που εφάρμοσε προηγουμένως στον παραγωγό, τον προμηθευτή του. Με τη σειρά του, ο τελευταίος υπέστη για τα σιτηρά που διατέθηκαν στο εμπόριο μια αφαίρεση η οποία δεν αντιστοιχεί, διότι είναι κατώτερη, προς την πράγματι καταβληθείσα εισφορά για τα ίδια σιτηρά στο τέλος της αλυσίδας εμπορίας.
Είναι άλλωστε ενδιαφέρον να παρατηρηθεί ότι η κατάσταση αυτή δεν θα δημιουργούνταν στην περίπτωση μοναδικής και ευθείας μεταβάσεως από τον παραγωγό στο μεταποιητή, χωρίς προσφυγή σε εμπορικούς ενδιαμέσους. Αυτή όμως η ευθεία μετάβαση αντιπροσωπεύει πολύ σπάνια περίπτωση στην εν λόγω αγορά.
Αντιθέτως, οι περιγραφείσες πιο πάνω δυσχέρειες μπορούν να επιδεινωθούν όταν τα σιτηρά αποτελούν αντικείμενο όχι μιας μόνης ενεργείας ενδιαμέσου, αλλά ολόκληρης σειράς τέτοιων ενεργειών διεθνούς χαρακτήρα, τούτο δε πάντοτε ως συνέπεια της ελλείψεως αντιστοιχίας μεταξύ των πρασίνων τιμών που εφαρμόστηκαν κάθε φορά και των επισήμων ισοτιμιών των οικείων νομισμάτων.
5. Η κατάσταση αυτή αποτελεί επομένως σοβαρή δυσλειτουργία του συστήματος που δεν φαίνεται ικανό να εξασφαλίσει ούτε την ουδετερότητα της επιβαρύνσεως που υφίστανται οι ενδιάμεσοι ούτε την ολοσχερή επίρριψη της εισφοράς στον παραγωγό.
Αυτά τα μειονεκτήματα για την ύπαρξη των οποίων συμφωνούν όλα τα μέρη φαίνονται επομένως αντίθετα προς αυτό που δέχθηκε το Δικαστήριο με την προαναφερθείσα απόφαση Versele-Laga. Είναι ακριβές ότι, στην τελευταία αυτή περίπτωση, οι απαιτήσεις ουδετερότητας και ολοσχερούς επιρρίψεως αναφέρονται στη σχέση μεταποιητή-προμηθευτή. Δεν υπάρχει όμως κανένας λόγος να σκεφθεί κανείς ότι οι ίδιες απαιτήσεις δεν πρέπει επίσης να εφαρμόζονται στα προηγούμενα στάδια. Πράγματι, οι απαιτήσεις αυτές αντιπροσωπεύουν ουσιώδη χαρακτηριστικά του μηχανισμού αφαιρέσεως σε όλα τα στάδια όπου παρεμβάλλεται, κατά το μέτρο που αντιστοιχούν στο στόχο της επιρρίψεως της επιβαρύνσεως της εισφοράς ως τον παραγωγό ((όπως ορίζεται στο άρθρο 5, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2040/86)) προκειμένου να ευαισθητοποιηθεί (βλέπε την έκτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού) "ως προς την κατάσταση που επικρατεί στην αγορά".
Η Επιτροπή δέχεται μεν την ύπαρξη αυτών των δυσλειτουργιών, θεωρεί όμως ότι δεν συνεπάγονται την παρανομία του συστήματος. Το εν λόγω θεσμικό όργανο υποστήριξε πράγματι ότι αυτές οι δυσλειτουργίες πρέπει να ερευνηθούν στο πλαίσιο των διαφορών μεταξύ των τιμών της αγοράς στα διάφορα κράτη μέλη.
Εις απάντηση των ερωτημάτων που του υπέβαλε το Δικαστήριο, επίσης κατά την προφορική διαδικασία, η Επιτροπή διευκρίνησε τη συλλογιστική της. Κατά την άποψή της, η αντιστάθμιση μεταξύ των νομισματικών διαφορών που προκύπτουν από τα ΝΕΠ ενεργεί κατά τρόπο ατελή λόγω της παρεμβάσεως πολλών παραγόντων. Ετσι προκύπτει ένα διορθωτικό πλεονέκτημα για τα προϊόντα των κρατών μελών το νόμισμα των οποίων είναι σχετικά ασθενές σε περίπτωση απευθείας εξαγωγής προς κράτη μέλη με σχετικά ισχυρό νόμισμα.
Η Επιτροπή θεωρεί ότι δύο συμπληρωματικές σκέψεις είναι ουσιώδεις στην προκειμένη περίπτωση, έστω κι αν είναι κάπως παράδοξες.
Καταρχάς, οι διαφορές που προέρχονται από την εφαρμογή της εισφοράς συνυπευθυνότητας έχουν κατώτερη επίδραση επί των εμπορικών ανταλλαγών από εκείνη που οφείλεται στην ατελή διόρθωση των νομισματικών διακυμάνσεων που προκύπτουν από τα ΝΕΠ, τελευταία ατέλεια η οποία είναι άλλωστε ανεκτή.
Δεύτερον, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι οι νομισματικές στρεβλώσεις που συνδέονται με την εισφορά αποδεικνύονται να έχουν αντίθετη έννοια προς τις διαφορές των τιμών που διορθώνονται ανεπαρκώς από τα ΝΕΠ. Τελικά, επομένως, η σοβαρότερη αφαίρεση την οποία υπέστη ο εξαγωγέας χώρας με ασθενές νόμισμα (όπως θα μπορούσε να είναι ο βρετανός ενδιάμεσος στο δικό μας παράδειγμα) αντισταθμίζεται με το εμπορικό πλεονέκτημα που αποκτά αυτός ο ίδιος εξαγωγέας σε τελική ανάλυση με την ανεπαρκή εφαρμογή των ΝΕΠ.
Εντούτοις, δεν μπορώ να δεχθώ αυτά τα δύο επιχειρήματα.
Τονίζω προπαντός ότι, όπως γνωρίζουν όλοι, τα ΝΕΠ έχουν λειτουργία ρυθμίσεως, η δε Επιτροπή έχει το καθήκον "να μεριμνά ώστε η εφαρμογή των νομισματικών εξισωτικών ποσών να περιορίζεται στο απολύτως αναγκαίο για να εξουδετερώνονται τα αποτελέσματα των νομισματικών διακυμάνσεων μεταξύ των κρατών μελών" (βλέπε ιδίως την απόφαση της 24ης Ιουνίου 1986, Μalt, 236/84, Συλλογή 1986, σ. 1923).
Αυτό δεν σημαίνει πάντως ότι είναι νόμιμο να μην αντισταθμίζουν τα ΝΕΠ παρά μόνο ατελώς τη νομισματική διαφορά, γεγονός στο οποίο αναφέρεται η Επιτροπή παραπέμποντας στη κατάσταση των τιμών στην αγορά των σιτηρών στο δεύτερο μέρος του 1986.
Αλλά κι αν ακόμα γίνει δεκτό ότι το γεγονός αυτό είναι νόμιμο, δεν μπορώ να αντιληφθώ πώς η ατελής ή η όχι άριστη εφαρμογή των ΝΕΠ μπορεί να αποτελέσει δικαιολογία για τα λειτουργικά σφάλματα του συστήματος της εισπράξεως της εισφοράς. Μια δυσλειτουργία δεν μπορεί να δικαιολογήσει μια άλλη ώσπου να την καταστήσει νόμιμη, ακόμη κι όταν πρόκειται για δυσλειτουργίες που παράγουν αντίθετα αποτελέσματα? είναι επίσης αληθές ότι η δήθεν αντιστάθμιση μεταξύ αυτών των αποτελεσμάτων είναι εντελώς τυχαία. Τι θα γινόταν αν κατά τύχη τα ΝΕΠ λειτουργούσαν απόλυτα, όπως θα έπρεπε, ή αν λειτουργούσαν τουλάχιστον καλύτερα; Υπό το πρίσμα της Επιτροπής, οι στρεβλώσεις που συνδέονται με την εισφορά, εφόσον δεν αντισταθμίζονται με άλλες στρεβλώσεις, δεν είναι πλέον δικαιολογημένες σ' αυτή την περίπτωση, αλλά μόνο σ' αυτή την περίπτωση. Μ' άλλα λόγια, για να γίνουν ανεκτές οι στρεβλώσεις που αποτελούν αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας θα πρέπει κανείς να ελπίζει ... σε στρεβλώσεις στο σύστημα των ΝΕΠ!
Στην πραγματικότητα, δεν υφίσταται μεταξύ των ΝΕΠ και της εισφοράς συνυπευθυνότητας κανένας λειτουργικός δεσμός ( αμοιβαίας αντισταθμίσεως) όπως νομίζει η Επιτροπή (με συλλογιστική την οποία ανέπτυξε άλλωστε εκ των υστέρων). Πρόκειται για διαφορετικά μέσα που ανταποκρίνονται σε διαφορετικούς στόχους? οι τυχόν ατέλειες ή δυσλειτουργίες του ενός ή του άλλου πρέπει να εκτιμώνται εν αναφορά με τις αρχές και τους κανόνες που διέπουν καθένα από τα αντίστοιχα πεδία εφαρμογής τους. Ναι μεν αποτελέσματα στρεβλώσεως ορισμένης ευρύτητας μπορούν να γίνουν ανεκτά στο σύστημα των ΝΕΠ, αυτό όμως δεν σημαίνει καθόλου ότι αποτελέσματα στρεβλώσεων, που μόνον φαινομενολογικά είναι ανάλογα, γίνονται ανεκτά υπό το φως των διατάξεων που ίδρυσαν και ρυθμίζουν το σύστημα της εισφοράς συνυπευθυνότητας.
Επομένως, καθόσον αφορά τους κανόνες που διέπουν την εισφορά, όπως ερμηνεύθηκαν από τη νομολογία Versele-Laga, το γεγονός που επικαλείται η Επιτροπή, δηλαδή ότι ένας εμπορικός ενδιάμεσος χώρας με ασθενές νόμισμα, μολονότι υφίσταται σοβαρότερη αφαίρεση από το ποσό που μεταβιβάζει σε προηγούμενο στάδιο εξακολουθεί να βρίσκει πλεονέκτημα στην εξαγωγή σιτηρών σε χώρα με ισχυρό νόμισμα, τούτο δε διότι τα ΝΕΠ δεν εξουδετερώνουν καθόλου τη νομισματική συγκυρία που του είναι ευνοϊκή, δεν είναι κρίσιμο για να εκτιμηθούν οι δυσλειτουργίες του μηχανισμού της εισφοράς.
Προπαντός, όπως ήδη είπα, το πλεονέκτημα που ωφελείται ο ενδιάμεσος είναι εντελώς τυχαίο. Πράγματι, αν λειτουργούσαν πλήρως τα ΝΕΠ, το πλεονέκτημα αυτό θα εξαφανιζόταν ενώ θα υφίστατο η στρέβλωση που συνδέεται με την εισφορά. Αυτό προκύπτει λογικά από το γεγονός, που ήδη καταδείχθηκε, ότι η ratio της εισφοράς δεν είναι σε τελική ανάλυση η ολοκλήρωση του συστήματος των ΝΕΠ για να αντισταθμιστούν ενδεχόμενες διαφορές τιμής που απομένουν.
Ιδίως όμως, το πλεονέκτημα αυτό έχει το πολύ το αποτέλεσμα να μειώνει την αρνητική οικονομική συνέπεια που υφίσταται ο ενδιάμεσος λόγω της ατελούς λειτουργίας της εισφοράς (και η οποία στηρίζεται στο γεγονός ότι το ποσό με το οποίο επιβαρύνθηκε είναι ανώτερο από το αφαιρεθέν ποσό). Επομένως, κατά ορθό συλλογισμό, τα ελαττώματα που προβλήθηκαν πρέπει να εκτιμηθούν υπό το πρίσμα της αντικειμενικής και όχι υποκειμενικής εκτάσεώς τους. Η ουδετερότητα της επιβαρύνσεως και η ολοσχερής επίρριψη ναι μεν ανταποκρίνονται επίσης στο συμφέρον των ενδιαμέσων, είναι όμως εξασφαλισμένες για να μπορέσει η εισφορά να επιτύχει το στόχο που την χαρακτηρίζει: δηλαδή "να ευαισθητοποιήσει τους παραγωγούς ως προς την κατάσταση που επικρατεί στην αγορά". Αυτό είναι σύμφωνο προς την αρχή - που ρυθμίζει το φαινόμενο της φορολογικής υποκαταστάσεως - σύμφωνα με την οποία όταν υφίσταται κάποιος την επιβάρυνση αντί άλλων προσώπων, λόγω γενεσιουργού γεγονότος που καταλογίζεται σ' αυτά τα πρόσωπα, η επιβάρυνση πρέπει κανονικά να επιρριφθεί υποχρεωτικά επί του προσώπου το οποίο αφορά το γενεσιουργό γεγονός.
Υπό τις περιστάσεις αυτές, η δυνατότητα αντισταθμίσεως επί υποκειμενικού επιπέδου για τους μειονεκτούντες επιχειρηματίες λόγω της ελλείψεως ουδετερότητας στερείται οποιαδήποτε σημασίας.
Παραμένει η αδυναμία ολοσχερούς μεταφοράς, όπως περιγράφηκε, της επιβαρύνσεως της καταβληθείσας εισφοράς από το μεταποιητή επίσης "για κάθε προηγούμενη συναλλαγή ως τον παραγωγό". Παραμένει επίσης ο κίνδυνος ότι ελλείψει άλλων παραγόντων οι νομισματικές διαφορές που υφίστανται καθ' όλη τη φάση της εμπορίας να παραγάγουν αποτελέσματα στρεβλώσεως στις εξαγωγές, κατευθύνοντάς τες προς ορισμένες νομισματικές ζώνες περισσότερο από ό,τι προς άλλες.
Πρέπει, εξάλλου, να παρατηρηθεί ότι δεν είναι επίσης δυνατό να θεωρηθούν αυτές οι δυσλειτουργίες δικαιολογημένες καθόσον αποτελούν, σε τελική ανάλυση, "αναγκαίο κακό" όπως φαίνεται να υποστηρίζει η Επιτροπή. Αυτή η άποψη αντικρούεται ολοφάνερα από το γεγονός ότι, δύο χρόνια μετά τη θέσπιση των επιδίκων κανονισμών, το σύστημα εισπράξεως της εισφοράς τροποποιήθηκε ριζικά, με το να προβλεφθεί η πληρωμή αυτής της εισφοράς από τον παραγωγό κατά το χρόνο διαθέσεως στην αγορά των σιτηρών και βάσει της εφαρμογής της πράσινης τιμής της χώρας του. Αυτή η μεταρρύθμιση λύνει τα προβλήματα που ανέφερα πιο πάνω και φαίνεται να συμβιβάζεται περισσότερο με τους ουσιώδεις στόχους του συστήματος.
Για τους μόλις εκτεθέντες λόγους θεωρώ ότι ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1579/86 του Συμβουλίου, καθώς και ο κανονισμός (ΕΟΚ) 2040/86 πρέπει να κριθούν ανίσχυροι κατά το μέτρο που δεν εξασφαλίζουν, σε περίπτωση διακρατικών συναλλαγών, την ουδετερότητα της επιβαρύνσεως της εισφοράς σε σχέση με τους εμπορικούς ενδιαμέσους, ούτε και την ολοσχερή επίρριψη της εισφοράς ως τον παραγωγό.
6. Αν προσχωρήσει το Δικαστήριο σ' αυτή τη λύση, θα τεθεί τότε το ζήτημα του καθορισμού των αποτελεσμάτων του ανισχύρου.
Παρατηρώ σχετικά ότι το εν λόγω ανίσχυρο, έστω κι αν δεν επηρεάζει την καθαυτό αρχή της εισφοράς, έχει πάντως επίπτωση στο σύστημα εισπράξεως που ιδρύθηκε και ρυθμίστηκε από τους κανονισμούς (ΕΟΚ) 1579/86 και 2040/86.
Πολλές έννομες σχέσεις συνήφθησαν και αναπτύχθηκαν υπό το σύστημα αυτό, το οποίο τροποποιήθηκε κατόπιν. Στο πλαίσιο αυτών των σχέσεων που εμπλέκουν δημόσια και ιδιωτικά συμφέροντα και των οποίων η περιουσιακή πλευρά είναι σημαντική, διενεργήθηκαν και εκτελέστηκαν πράξεις και υποχρεώσεις διαφόρου φύσεως και περιεχομένου (αναφέρω την εκτέλεση πράξεων πληρωμής, αφαιρέσεις και λογιστικές τιμολογήσεις που ορίζονται από τους ίδιους τους κανονισμούς).
Η κήρυξη του ανισχύρου με αναδρομική δύναμη θα κινδύνευε να θίξει αυτές τις σχέσεις. Εξάλλου, θα μπορούσε να δώσει λαβή σε δικαστικές διαφορές με διαφορετικά αποτελέσματα σύμφωνα με τις ισχύουσες εθνικές νομοθεσίες και επομένως με τον κίνδυνο άνισης μεταχείρισης και δυνατών στρεβλώσεων του ανταγωνισμού μεταξύ των ενδιαφερομένων επιχειρηματιών.
Φρονώ επομένως ότι, σύμφωνα με τη γνωστή νομολογία του Δικαστηρίου (βλέπε ιδίως την απόφαση της 15ης Οκτωβρίου 1980, Ρrovidence agricole de la Champagne, 4/79, Racc. 1980, σ. 2823), στην παρούσα επίσης περίπτωση και κατ' εξαίρεση, η διαπίστωση του ανισχύρου του συστήματος εισπράξεως της εισφοράς που προβλέπεται από τον επίδικο κανονισμό δεν πρέπει να θίξει τα καταβληθέντα, εισπραχθέντα ή αφαιρεθέντα ποσά υπό τύπον εισφοράς βάσει αυτών των κανονισμών, για την πριν από την έκδοση της αποφάσεως περίοδο.
Πάντως, για να εξασφαλιστεί η αρχή της πραγματικής δικαστικής προστασίας, προτείνω την κήρυξη του ανισχύρου να μπορούν να την προτείνουν αυτοί οι οποίοι, πριν από την ημερομηνία της αποφάσεως, άσκησαν ένδικη προσφυγή (ή ισοδύναμη διοικητική ένσταση) κατά των πράξεων που εκδόθηκαν βάσει των κανονισμών που κηρύχθηκαν ανίσχυροι.
Καταλήγω επομένως να προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει ως εξής στο εθνικό δικαστήριο:
1) Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1579/86 και ο κανονισμός (ΕΟΚ) 2040/86 της Επιτροπής είναι ανίσχυροι κατά το μέτρο που, στην περίπτωση των διεθνών συναλλαγών, δεν εγγυώνται ούτε την ουδετερότητα της επιβαρύνσεως της εισφοράς έναντι των εμπορικών ενδιαμέσων ούτε την ολοσχερή επίρριψη της εισφοράς ως τον παραγωγό.
2) Δεν μπορεί να γίνει επίκληση της διαπιστώσεως του ανισχύρου αυτών των κανονισμών για να θιγούν τα καταβληθέντα, εισπραχθέντα ή αφαιρεθέντα ποσά υπό τύπον εισφοράς, παρά μόνον από τα πρόσωπα τα οποία, πριν από την ημερομηνία της παρούσας απόφασης, άσκησαν ένδικη προσφυγή (ή ισοδύναμη διοικητική ένσταση) κατά των πράξεων που εκδόθηκαν βάσει των κανονισμών που κηρύχθηκαν ανίσχυροι.
(*) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ιταλική.
Full & Egal Universal Law Academy