Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1. Η διαφορά μεταξύ του Bruno Giordani και της Επιτροπής αφορά το περιεχόμενο της υποχρεώσεως της διοικήσεως να επανεντάξει έναν υπάλληλο μετά τη λήξη της αδείας του για προσωπικούς λόγους. Την υποχρέωση αυτή επιβάλλει το άρθρο 40, παράγραφος 4, στοιχείο δ), του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, η πρώτη περίοδος του οποίου έχει ως εξής:
"Μετά τη λήξη της αδείας για προσωπικούς λόγους ο υπάλληλος επαναφέρεται υποχρεωτικα, ευθύς ως υπάρξει πρώτη κενή θέση, σε θέση της κατηγορίας ή του κλάδου του που αντιστοιχεί στο βαθμό του, με την προϋπόθεση ότι έχει τις ικανότητες που απαιτούνται για τη θέση αυτή."
Συνοπτική έκθεση των πραγματικών περιστατικών
2. Ο Giordani, υπάλληλος του επιστημονικού κλάδου με βαθμό Α 5, κλιμάκιο 4, στο Κοινό Κέντρο Ερευνών της Ispra, έλαβε το 1971 άδεια για προσωπικούς λόγους η οποία παρατάθηκε μέχρι το 1974.
3. Πριν λήξη η άδειά του, ο Giordani πληροφόρησε την Επιτροπή ότι επιθυμούσε να επανέλθει στην υπηρεσία. Εν συνεχεία, υπέβαλε αλλεπάλληλες αιτήσεις επανεντάξεως διευκρινίζοντας, στην από 15 Οκτωβρίου 1983 επιστολή του, ότι δεχόταν να εργασθεί και σε οποιοδήποτε άλλο τόπο πλην της Ispra και ότι ενδιαφερόταν να ασκήσει καθήκοντα όχι μόνο του επιστημονικού και τεχνικού κλάδου αλλά και διοικητικά.
4 Μέχρι το 1986, δεν απεστάλη στον προσφεύγοντα καμία ανακοίνωση κενής θέσεως του βαθμού Α 5. Η Επιτροπή βεβαιώνει ότι η διοίκηση εξέταζε συστηματικά όλες τις κενούμενες θέσεις του επιστημονικού κλάδου, του κλάδου, δηλαδή, στον οποίο, κατά τη γνώμη της ήταν εκ φύσεως κατάλληλος να εργασθεί ο Giordani ενόψει της καταρτίσεως και της επαγγελματικής πείρας του. Ωστόσο, η διοίκηση θεώρησε ότι ο προσφεύγων δεν είχε τα απαιτούμενα προσόντα για καμία από αυτές τις κενές θέσεις. Η Επιτροπή αναφέρει περαιτέρω ότι, κατά τη διάρκεια της ιδίας κρίσιμης περιόδου, το Κοινό Κέντρο Ερευνών της Ispra προέβη στη δημοσίευση τεσσάρων κενών θέσεων της κατηγορίας Α (διοικητικός κλάδος) για τις οποίες προβλέπονταν σχετικά κονδύλια στον προϋπολογισμό. Η διοίκηση έκρινε ότι ούτε γι' αυτές τις θέσεις είχε ο Giordani την κατάρτιση ή την ειδική πείρα που απαιτούνταν.
5. Με την από 9ης Απριλίου επιστολή του, ο Giordani υπέβαλε στην Επιτροπή, βάσει του άρθρου 90 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, αίτηση επανεντάξεως.
6. Με απόφαση της 26ης Μαΐου 1986, ο Giordani επανεντάχθηκε ως υπάλληλος του επιστημονικού κλάδου με το βαθμό Α 5 στο Κοινό Κέντρο Ερευνών της Ispra από 1ης Σεπτεμβρίου 1986. Στην απόφαση αυτή δεν προορίζονταν οι λοιποί όροι (κλιμάκιο, αρχαιότητα) της επανεντάξεως.
7. 'Οταν έλαβε το εκκαθαριστικό σημείωμα αποδοχών της 14ης Οκτωβρίου 1986, ο Giordani διαπίστωσε ότι το ποσό που του καταβλήθηκε αντιστοιχούσε στις αποδοχές υπαλλήλου με το πέμπτο κλιμάκιο του βαθμού Α 5. Θεώρησε δε ότι η χορήγηση του πέμπτου κλιμακίου δεν κάλυπτε την καθυστέρηση της επανεντάξεώς του.
8. Στις 26 Νοεμβρίου 1986, ο Giordani υπέβαλε, βάσει του άρθρου 90, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως στην αρμόδια για τους διορισμούς αρχή (ΑΔΑ) της Επιτροπής, διοικητική ένσταση (που πρωτοκολλήθηκε την 1η Δεκεμβρίου 1986) με την οποία ζητούσε να εφαρμοσθεί στην περίπτωση του η νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με την καθυστερούμενη επανένταξη υπαλλήλου που έχει λάβει άδεια για προσωπικούς λόγους.
Στην ένστασή του αυτή ο προσφεύγων δεν έλαβε απάντηση, οπότε άσκησε την παρούσα προσφυγή (που πρωτοκολλήθηκε στις 30 Ιουνίου 1987) με την οποία υπέβαλε κυρίως τρία αιτήματα:
1) να ακυρωθεί η πράξη με την οποία του δόθηκε το πέμπτο κλιμάκιο του βαθμού Α 5
2) να επανενταχθεί στην υπηρεσια τόσο ως προς την αρχαιότητα σε βαθμό και σε κλιμάκιο όσο και ως προς την ασφαλιστική κάλυψη, αναδρομικώς αφότου κενώθηκε η πρώτη θέση που μπορούσε να του έχει προσφερθεί κατά το άρθρο 40, παάγραφος 4, στοιχείο δ), του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως
3) να του καταβληθεί αποζημίωση ίση με τη διαφορά μεταξύ των καθαρών κοινοτικών αποδοχών που θα του καταβάλλονταν προοδευτικώς καθ' όλο το διάστημα της καθυστερήσεως της επανεντάξεώς του και των καθαρών εσόδων από την επαγγελματική δραστηριότητα κατά το ίδιο χρονικό διάστημα, επιπλέον δε να αναπροσαρμοσθούν οι αποδοχές που του έχουν καταβληθεί από την 1η Σεπτεμβρίου 1986 με βάση το όγδοο κλιμάκιο.
Επί του παραδεκτού
9. Η θέση της Επιτροπής επί του ζητήματος του παραδεκτού είναι τουλάχιστον επαμφοτερίζουσα. Αρχικά, στο υπόμνημα της αντικρούσεως, η Επιτροπή ζήτησε από το Δικαστήριο να κρίνει απαράδεκτη την προσφυγή ως εκπροσθέσμως ασκηθείσα. Στην ανταπάντησή της, παραιτήθηκε από την ένσταση απαραδέκτου, προβάλλοντας συγχρόνως ότι η προσφυγή πρωτοκολλήθηκε μετά την παρέλευση των προβλεπομένων από τον κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως προθεσμιών. Κατόπιν, απαντώντας σε σχετική ερώτηση του Δικαστηρίου, η Επιτροπή τάχθηκε υπέρ του απαραδέκτου της προσφυγής με την αιτιολογία ότι το δεύτερο και το τρίτο αίτημά της έπρεπε να είχαν υποβληθεί με αίτηση κατά το άρθρο 90, παράγραφος 1, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως προτού υποβληθούν στην ΑΔΑ της Επιτροπής με διοικητική ένσταση βάσει του αρθρου 90, παράγραφος 2, του ιδίου κανονισμού. Τέλος, κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, ο εκπρόσωπος της Επιτροπής δεν επέμεινε πλέον στο επιχείρημα αυτό, παρατήρησε, όμως, ότι μεσολάβησε υπερβολικά μεγάλο χρονικό διάστημα μεταξύ της ημερομηνίας επανεντάξεως του προσφεύγοντος (26 Μαΐου 1986) και της ημερομηνίας υποβολής της ενστασεώς του (26 Νοεμβρίου 1986). Βέβαια, η απόφαση περί επανεντάξεως δεν προσδιόριζε το κλιμάκιο που δόθηκε στον ενδιαφερόμενο, ο δε εκπρόσωπος της Επιτροπής ανέφερε οτι επρόκειτο περί "αβλεψίας". Υποστήριξε ότι ο υπάλληλος έχει καθήκον να ενημερώνεται. 'Ετσι, ο ενδιαφερόμενος όφειλε να πληροφορηθεί ποιο κλιμάκιο του δόθηκε κατά την επανένταξή του και, κατά συνέπεια, δεν μπορεί να θεωρήσει ως αφετηρία της προθεσμίας ασκήσεως της διοικητικής ενστάσεως την ημερομηνία κατά την οποία έλαβε το πρώτο εκκαθαριστικό σημείωμα αποδοχών (14 Οκτωβρίου 1986).
10. Για να κριθεί το ζήτημα του παραδεκτού είναι ανάγκη προηγουμένως να αποσαφηνισθεί επακριβώς το αντικείμενο της προσφυγής και της προηγηθείσας διοικητικής ενστάσεως. Και η μία και άλλη προϋποθέτουν ότι η απόφαση της Επιτροπής να επανεντάξει τον ενδιαφερόμενο ελήφθη με αδικαιολόγητη καθυστέρηση και ότι, συνεπώς, η Επιτροπή ευθύνεται για παράβαση του άρθρου 40, παράγραφος 4, στοιχείο δ), του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως. Είναι προφανές οτι η ένσταση και η προσφυγή συντάχθηκαν με βάση τη νομολογία του Δικαστηρίου που αφορά την καθυστερημένη επανένταξη ή την μη επανένταξη κατόπιν αδείας για προσωπικούς λόγους (απόφαση της 1ης Ιουλίου 1976, Sergy κατά Επιτροπής, 58/75, Rec. 1976, σ. 1139, και απόφαση της 5ης Μαΐου 1983, Pizziolo κατά Επιτροπής, 785/79, Rec. 1983, σ. 1343). Σύμφωνα με τη νομολογία αυτή, σε περίπτωση παραβάσεως του άρθρου 40 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, η διοίκηση οφείλει να προβεί στην επανένταξη του ενδιαφερομένου με αναδρομική ισχύ ως προς την αρχαιότητα σε βαθμό και κλιμάκιο και ως προς τη συνταξιοδότηση από την ημερομηνία κατά την οποία θα έπρεπε αυτός να είχε επανενταχθεί. Περαιτέρω, βάσει της ιδίας νομολογίας, ο υπάλληλος ο οποίος βλάπτεται από την καθυστερημένη επανένταξη μπορεί να αξιώσει την αποκατάσταση της ουσιαστικής ζημίας που υφίσταται από το γεγονός αυτό. Η διοικητική ένσταση και η προσφυγή του Giordani προσάπτουν κατ' ουσίαν στη διοίκηση ότι κακώς θεώρησε ότι δεν υπήρξε παράβαση του άρθρου 40 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως και ότι, ως εκ τούτου, δεν έλαβε υπόψη την ανωτέρω νομολογία του Δικαστηρίου κατα τον καθορισμό των όρων επανεντάξεως του ενδιαφερομένου.
11. Με βάση τις προκαταρκτικές αυτές σκέψεις καθίσταται δυνατόν να δοθεί λύση σε ένα ζήτημα αρχής που προκύπτει από μια από τις θέσεις της Επιτροπής σχετικά με το παραδεκτό. Αν δηλαδή πρέπει οπωσδήποτε να προηγείται της ενστάσεως, η οποία αποσκοπεί στη λήψη μέτρου που η διοίκηση παρέλειψε να λάβει (εν προκειμένω: τα μέτρα στα οποία αναφέρεται το δεύτερο και το τρίτο αίτημα της προσφυγής) η υποβολή αιτήσεως κατά την έννοια του αρθρου 90, παράγραφος 1, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, με την οποία καλείται η διοίκηση να λάβει το εν λόγω μέτρο. Στην απόφασή του της 1ης Δεκεμβρίου 1983 (Depoortere κατά Επιτροπής, 217/82, Συλλογή 1983, σ. 4014, σκέψη 6) το Δικαστήριο δέχθηκε τα εξής:
"Επιπλέον, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 91, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, η προσφυγή δεν είναι παραδεκτή παρά μόνο αν ασκήθηκε μετά από ρητή ή σιωπηρή απόρριψη ένστασης, η οποία όταν υποβάλλεται κατά της παράλειψης του οργάνου να λάβει κάποιο μέτρο, πρέπει να ακολουθεί την υποβολή αιτήσεως, κατά την έννοια της παραγράφου 1 του άρθρου 90, με την οποία η ΑΔΑ καλείται να λάβει απόφαση."
Η απάντηση αυτή του Δικαστηρίου δόθηκε στο πλαίσιο υποθέσεως της οποίας το ιστορικό ήταν πολύ απλό. Συγκεκριμένα, ο προσφεύγων δεν είχε προσδιορίσει ούτε στην προσφυγή του ούτε κατά τη διάρκεια της μετέπειτα διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου σε τι συνίσταται η βλαπτική γι' αυτον πράξη, ούτε είχε καλέσει προηγουμένως την ΑΔΑ να λάβει απόφαση επί του θέματος που τον ενδιέφερε. Στην προκειμένη περίπτωση, η διοίκηση έλαβε συγκεκριμένη απόφαση (να επανεντάξει τον προσφεύγοντα). Οι ειδικοί όροι της αποφάσεως αυτής εξέφραζαν εμμέσως πλην σαφώς - η Επιτροπή δεν το αμφισβήτησε σε καμία φάση της διαδικασίας - την άρνηση της διοικήσεως να αναγνωρίσει την ύπαρξη παραβάσεως του άρθρου 40 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως και, κατά συνέπεια, την άρνησή της να εφαρμόσει τη νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με καθυστερημένη επανένταξη. Υπό τις συνθήκες αυτές παρείλκε η υποβολή αιτήσεως αποσκοπούσας στη λήψη των μέτρων στα οποία αναφέρονται το δεύτερο και το τρίτο αίτημα της προσφυγής. Πράγματι, η διοίκηση είχε ήδη απορρίψει σιωπηρώς τα εν λόγω αιτήματα, τα οποία απλώς αντιστοιχούν στις συνέπειες που επάγεται κατά το Δικαστήριο η παράβαση τυ άρθρου 40. Επομένως, ο προσφεύγων είχε κάθε δικαίωμα να προβάλει τα αιτήματα αυτά απευθείας με την ένσταση που απηύθυνε στην ΑΔΑ πράγμα άλλωστε που έκανε.
12. Απομένει να προσδιορισθεί η ημερομηνία κατά την οποία ο προσφεύγων ήταν σε θέση να γνωρίζει πλήρως τους όρους της επανεντάξεώς του. Συμμερίζομαι τη γνώμη του προσφεύγοντος ότι η σχετική ημερομηνία εντοπίζεται στο χρονικό σημείο κατά το οποίο περιήλθε εις γνώσιν του το εκκαθαριστικό σημείωμα αποδοχών της 14ης Οκτωβρίου 1986, το πρώτο μετά την επανένταξή του. Βέβαια, το Μάιο του 1986, ο ενδιαφερόμενος πληροφορήθηκε την επανένταξή του ως υπαλλήλου του επιστημονικού κλάδου με το βαθμό Α 5 αναδρομικώς από 1ης Σεπτεμβρίου 1986. Ωστόσο, η εν λόγω απόφαση δεν προσδιόριζε, από αβλεψία όπως φαίνεται (βλέπε σημείο 9), τους λοιπούς όρους τις επανεντάξεως. 'Ετσι, το κλιμάκιο το οποίο του είχε δοθεί περιήλθε για πρώτη φορά εις γνώσιν του προσφεύγοντος, όταν έλαβε το εκκαθαριστικό σημείωμα αποδοχών του, κατά συνέπεια δε οι προθεσμίες για την υποβολή ενστάσεως άρχισαν να τρέχουν από τότε. Η υποστηριχθείσα κατα την επ' ακροατηρίου συζήτηση άποψη της Επιτροπής ότι ο ενδιαφερόμενος όφειλε να πληροφορηθεί τους όρους της επανεντάξεώς του με δική του πρωτοβουλία, αφού δε δεν το έκανε αυτό, η ένστασή του υποβλήθηκε εκπροσθέσμως, δεν μπορεί να γίνει δεκτή, δεδομένου ότι και η ίδια η Επιτροπή βαρύνεται με πταίσμα αφού λησμόνησε να περιλάβει στην απόφαση περί επανεντάξεως τους εν λόγω όρους.
13. Ενόψει των ανωτέρω, φρονώ ότι η τρίμηνη προθεσμία εντός της οποίας έπρεπε ο προσφεύγων να υποβάλει την ένστασή του άρχισε να τρέχει από την ημέρα που περιήλθε εις γνώσιν του το εκκαθαριστικό σημείωμα αποδοχών του της 14ης Οκτωβρίου 1986. Επομένως, αφού η ένσταση υποβλήθηκε στις 26 Νοεμβρίου 1986, δεν είναι εκπρόθεσμη. Εφόσον δε πληρούνται και οι λοιπές προϋποθέσεις του παραδεκτού, προτείνω να κριθεί η προσφυγή παραδεκτή στο σύνολό της.
Επί της ουσίας
14. Ο προσφεύγων δεν αναφέρει στις αιτήσεις του την ή τις θέσεις στις οποίες, κατά τη γνώμη του, θα έπρεπε να είχε τοποθετηθεί κατά την επανένταξή του. Η επιχειρηματολογία του κατ' ουσίαν στηρίζεται στο γεγονός ότι επανεντάχθηκε δώδεκα ολόκληρα χρόνια μετά τη λήξη της άδειάς του για προσωπικούς λόγους και ότι, κατά τη διάρκεια των δώδεκα αυτών ετών, δεν του απεστάλη καμία γνωστοποίηση κενής θέσεως. Θεωρεί δε ότι αυτό καθίσταται ακόμη σοβαρότερο από το γεγονός ότι με την από 15ης Οκτωβρίου 1983επιστολή του δήλωσε ότι ήταν διατεθειμένος να δεχθεί να εργασθεί σε οποιοδήποτε τόπο εκτός από την Ispra και ενδιαφερόταν όχι μόνο από επιστημονικής ή τεχνικής αλλά και διοικητικής φύσεως καθήκοντα.
Η περιγραφόμενη από τον προσφεύγοντα κατάσταση είναι όντως εντυπωσιακή, αν λήφθεί υπόψη η υποχρέωση την οποία υπέχει η διοίκηση, δυνάμει του άρθρου 40, παράγραφος 4, στοιχείο δ), του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως να επανεντάσσει τους υπαλλήλους μετά τη λήξη της αδείας τους για προσωπικούς λόγους, έτσι ώστε εναπόκειται στην Επιτροπή να δικαιολογηθεί για τη στάση της.
Καταρχάς, η Επιτροπή αναφέρει ότι η διοίκηση εξέταζε συστηματικά όλες τις κενές θέσεις του επιστημονικού κλάδου μόλις δημοσιεύονταν, θεώρησε όμως ότι ο προσφεύγων δεν είχε τα απαιτούμενα προσόντα για καμία από αυτές. Ωστόσο, ενόψει των εγγράφων που περιήλθαν στο Δικαστηριο μετά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, επιτρέπονται ορισμένες αμφιβολίες ως προς το συστηματικό χαρακτήρα της εξετάσεως των κενών θέσεων. 'Αλλωστε, η Επιτροπή δεν προσεκόμισε κανένα στοιχείο, ικανό να στηρίξει την υπόθεση ότι ελήφθησαν υπόψη οι κενές θέσεις που προέκυψαν σε άλλες υπηρεσίες της Επιτροπής εκτός του Κέντρου Ερευνών της Ispra.
Στη συνέχεια, η Επιτροπή αναφέρει ότι ο προσφεύγων, και αν ακόμη υποτεθεί ότι είχε το δικαίωμα να διεκδικήσει επανένταξη στο διοικητικό κλάδο - πράγμα που η Επιτροπή αμφισβητεί - δεν είχε τα απαιτούμενα προσόντα για να επανενταχθεί σε κάποια από τις τέσσερις θέσεις για τις οποίες το Κοινό Κέντρο Ερευνών της Ispra (οι λοιπές υπηρεσίες της Επιτροπής, και πάλι αποσιωπούνται) δημοσίευσε ανακοινώσεις κενών θέσεων.
Τέλος, η Επιτροπή αναφέρει εν είδη γενικής παρατηρήσεως ότι ο προσφεύγων απασχολήθηκε αδιαλείπτως από την 1η Ιουνίου 1971 μέχρι την 31η Ιανουαρίου 1985 στην ίδια εταιρία και ότι αυτή η επαγγελματική απασχόληση δεν έκανε ιδιαίτερα έντονη την επιθυμία του για επανένταξη.
Η δικαιολογία που προβάλλει η Επιτροπή θέτει τρία ερωτήματα ως προς την ερμηνεία του άρθρου 40, παράγραφος 4, στοιχείο δ), του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως. Το πρώτο αφορά το αν η υποχρέωση επανεντάξεως του υπαλλήλου μετά τη λήξη της αδείας του για προσωπικούς λογους επιβάλλεται στο σύνολο των υπηρεσιών του οργάνου που τον απασχολεί ή μόνο σε ορισμένες από αυτές. Το δεύτερο αφορά την επιμέλεια που οφείλει να καταβάλλει η διοίκηση κατα την εκπλήρωση της υποχρεώσεώς της για επανένταξη των υπαλλήλων. Ερωτάται, κυρίως, αν το γεγονός οτι ο υπάλληλος επιθυμεί εντόνως ή όχι την επανένταξή του μπορεί να επηρεάζει το βαθμό της εν λόγω επιμέλειας. Το τρίτο, αφορά την εφαρμογή της επίμαχης διατάξεως στην περίπτωση υπαλλήλων του επιστημονικού ή του τεχνικού κλάδου. Μπορούν οι εν λόγω υπάλληλοι να επικαλούνται δικαίωμα επανεντάξεως σε θέση του διοικητικού κλάδου, αν υποτεθεί ότι έχουν τα απαιτούμενα γι' αυτή προσόντα; Θα απαντήσω πρώτα στα τρία αυτά γενικά ερωτήματα και στη συνέχεια θα εφαρμόσω τις απαντήσεις που θα δοθούν στην υπό κρίση περίπτωση.
Πρώτο ερώτημα: υποχρέωση κοινοτικού οργάνου ή κοινοτικής εγκαταστάσεως για την επανένταξη υπαλλήλου
15. Στο άρθρο 40, παράγραφος 4, στοιχείο δ), του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως δεν ορίζεται ποια αρχή οφείλει να μεριμνήσει για την επανένταξη του υπαλλήλου μετά τη λήξη της αδείας του για προσωπικούς λόγους. Αντίθετα, το άρθρο 40, παράγραφος 4, στοιχείο α), του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως ορίζει ότι η άδεια για προσωπικούς λόγους χορηγείται από την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή. Μπορεί να συναχθεί από την τελευταία αυτή διάταξη οτι η υποχρέωση επανεντάξεως μετά τη λήξη της εν λόγω αδείας βαρύνει την ανωτέρω αρχή και ότι, κατά συνέπεια, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για ενδεχόμενη επανένταξη μόνον οι θέσεις για την πλήρωση των οποίων ειναι αρμόδια η εν λόγω αρχή; Τι συμβαίνει στην περίπτωση που καθήκοντα που έχουν ανατεθεί στην ΑΔΑ ασκούνται κατ' εξουσιοδότηση ή ακόμη κατά υπεξουσιοδότηση; Πρέπει στην περίπτωση αυτή να λαμβάνονται υπόψη οι θέσεις που υφίστανται εντός του οργάνου στο σύνολό τους ή οι θέσεις που καλύπτονται από την ανωτέρω εξουσιοδότηση ή ακόμη υπεξουσιοδότηση; Το ζήτημα έχει ιδιαίτερη σημασία για το προσωπικό του Κοινού Κέντρου Ερευνών. Πράγματι, στο πλαίσιο της γενικής διευθύνσεως επιστήμης, έρευνας και αναπτύξεως, το Κοινό Κέντρο Ερευνών αποτελείται από τέσσερις εγκαταστάσεις (Geel, Ispra, Karlsruhe και Petten) που δημιούργησε η Επιτροπή προκειμένου να διασφαλίζεται η εκτέλεση προγραμμάτων έρευνας και εκπαιδεύσεως της Κοινότητας(1). 'Ετσι στην περίπτωση που ο διευθυντής μιας από τις εγκαταστάσεις του Κοινού Κέντρου Ερευνών έχει χορηγήσει άδεια για προσωπικούς λόγους, η επανένταξη του ενδιαφερομένου είναι δυνατή, θεωρητικώς, σε τρία επίπεδα: στο επίπεδο της εγκαταστάσεως από την οποία προέρχεται, στο επίπεδο του Κοινού Κέντρου Ερευνών και στο επίπεδο της Επιτροπής στο σύνολό της.
16. Κατά τη γνώμη μου, η υποχρέωση επανεντάξεως ενός υπαλλήλου μετά τη λήξη της αδείας του για προσωπικούς λόγους βαρύνει το όργανο με το οποίο ο εν λόγω υπάλληλος συνδέεται με υπηρεσιακή σχέση. Τα όργανα είναι οι εργοδότες των υπαλλήλων. Ελλείψει αντιθέτων διατάξεων, οι επιβαλλόμενες από τον κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως υποχρεώσεις έναντι των υπαλλήλων βαρύνουν τα εν λόγω όργανα. Εφαρμοζόμενη στην περίπτωση των υπαλλήλων του Κοινού Κέντρου Ερευνών που έλαβαν άδεια για προσωπικούς λόγους, η οποία έχει λήξει, η αρχή αυτή συνεπάγεται ότι οι εν λόγω υπάλληλοι πρέπει να επανεντάσσονται ευθύς ως υπάρξει κενή θέση σε οποιαδήποτε υπηρεσία της Επιτροπής, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 40. 'Αλλωστε, το Δικαστήριο υιοθέτησε σιωπηρώς την άποψη αυτή στην απόφασή του της 2ας Απριλίου 1981 (Pizziolo κατά Επιτροπής, 785/79, Rec. 1981, σ. 969) και στη Διάταξή του της 11ης Οκτωβρίου 1984 (Nobili κατά Επιτροπής, 285/83, που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή)(2).
17. Είναι γεγονός ότι η ανωτέρω ερμηνεία του περιεχομένου της υποχρεώσεως επανεντάξεως, μολονότι εξασφαλίζει πλήρως τις δυνατότητες επανεντάξεως του υπαλλήλου του οποίου η άδεια για προσωπικούς λόγους έχει λήξει, παρουσιάζει το μειονέκτημα ότι ενδέχεται να προσφερθεί στον υπάλληλο θέση εργασίας σε τόπο τον οποίο ελάχιστα επιθυμεί. Εδώ πρόκειται για μία αναγκαία συνέπεια της εφαρμογής του άρθρου 40, παράγραφος 4, στοιχείο δ), του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, όπως δέχθηκε το Δικαστήριο στην απόφαση του της 14ης Ιουνίου 1988 (Heyl κατά Επιτροπής, 12/87, Συλλογή 1988, σ. 2943, σκέψη 12):
"(ο υπάλληλος δεν έχει) δικαίωμα επανεντάξεως σε τόπο υπηρεσίας προσδιοριζόμενο σε συνάρτηση με τα προσωπικά του συμφέροντα".
Ωστόσο, στην ίδια απόφαση, το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι η ΑΔΑ είναι θεμιτό να λαμβάνει υπόψη συμφέροντα οικογενειακής φύσεως, τα οποία, όμως, δεν επιτρέπεται να αποτελούν αποφασιστικό στοιχείο κατά την εφαρμογή του άρθρου 40 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως.
Δεύτερο ερώτημα: επιμέλεια της διοικήσεως
18. Σύμφωνα με το άρθρο 40, παράγραφος 4, στοιχείο δ), του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, μετά τη λήξη της άδειάς του για προσωπικούς λόγους, ο υπάλληλος επανεντάσσεται υποχρεωτικά, ευθύς ως υπάρξει κενή θέση, σε θέση της κατηγορίας ή του κλάδου του που αντιστοιχεί στο βαθμό του και για την οποία έχει τα απαιτούμενα προσόντα. Αν αρνηθεί τη θέση που του προσφέρεται, διατηρεί τα δικαιώματά του για επανένταξη ευθύς ως υπάρξει δεύτερη κενή θέση. Σε περίπτωση δεύτερης αρνήσεως, είναι δυνατόν να παυθεί μετά από γνώμη της επιτροπής ίσης εκπροσωπήσεως.
19. Από τη ρύθμιση αυτή συνάγονται δύο συμπεράσματα. Το πρώτο απορρέει από το γεγονός ότι η εν λόγω διάταξη επιβάλλει στη διοίκηση την υποχρέωση να προσφέρει στον υπάλληλο που πρέπει να επανενταχθεί "ευθύς ως υπάρξει η πρώτη κενή θέση" κατάλληλη εργασία και, σε περίπτωση αρνήσεως, "ευθύς ως υπάρξει δεύτερη κενή θέση". Από τη διατύπωση της διατάξεως προκύπτει ότι η διοίκηση υποχρεούται να προσφέρει θέση εργασίας στον υπάλληλο που πρέπει να επανενταχθεί ευθύς ως υπάρξουν οι αφορώσες τη σταδιοδρομία και τα προσόντα του προϋποθέσεις που προβλέπονται από την εν λόγω διάταξη. Η ίδια αυτή διάταξη δεν επιτρέπει στη διοίκηση να αποστεί της προσφοράς κενής θέσεως για το λόγο ότι ο ενδιαφερόμενος έχει τη στιγμή που η θέση αυτή είναι διαθέσιμη ικανοποιητική επαγγελματική απασχόληση. Κατά μείζονα δε λόγο, δεν επιτρέπει στη διοίκηση να επιδείξει μειωμένη επιμέλεια με γνώμονα ένα τόσο αόριστο κριτήριο, όπως είναι η περισσότερο ή λιγότερο έντονη επιθυμία του ενδιαφερομένου να επανενταχθεί, εφόσον η επιθυμία αυτή είναι δεδομένη(3). Κατά το ισχύον σύστημα, εναπόκειται στον υπάλληλο να εκτιμήσει αν τον συμφέρει να δεχθεί την πρώτη κενωθείσα θέση που του προσφέρεται. Ο κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως του παρέχει ρητώς το δικαίωμα να αρνηθεί την πρώτη αυτή προσφορά. Σε περίπτωση αρνήσεως, η διοίκηση οφείλει και πάλι να του προσφέρει τη δεύτερη κενή θέση που θα υπάρξει. Αν ο υπάλληλος αρνηθεί και τη δεύτερη αυτή θέση, είναι δυνατόν, όχι όμως και υποχρεωτικό, να παυθεί μετά από γνώμη της επιτροπής ίσης εκπροσωπήσεως.
20. Ωστόσο, ο απόλυτος χαρακτήρας των προεκτεθέντων αμβλύνεται όταν η ίδια κενή θέση είναι δυνατόν να προσφερθεί σε περισσότερους του ενός υπαλλήλους των οποίων η άδεια για προσωπικούς λόγους έχει λήξει. Στην περίπτωση αυτή θα πρέπει να καθοριστεί σειρά προτεραιότητας, θεωρώ δε ότι είναι θεμιτό να δοθεί από τη διοίκηση προτεραιότητα στους υπαλλήλους που δεν έχουν επαγγελματική απασχόληση. Τονίζω, ωστόσο, ότι η Επιτροπή δεν ισχυρίσθηκε εν προκειμένω ότι υπήρξαν κενές θέσεις τις οποίες θα μπορούσε να καταλάβει ο ενδιαφερόμενος, αλλά οι οποίες, για λόγους τηρήσεως της προτεραιότητας, προσφέρθηκαν σε άλλους υπαλλήλους που έπρεπε να επανενταχθούν.
21. Το δεύτερο συμπέρασμα το οποίο συνάγεται από την ανωτέρω ρύθμιση είναι ότι εναπόκειται στη διοίκηση να εξετάζει κάθε φορά αν ένας υπάλληλος έχει τα προσόντα που απαιτεί η κατάληψη μιας κενής θέσεως. Κατά τη γνώμη μου, η εν λόγω έρευνα πρέπει να πραγματοποιείται αυτεπαγγέλτως και συστηματικά για κάθε κενή θέση του κλάδου του υπαλλήλου που πρέπει να επανενταχθεί, η οποία, επίσης, αντιστοιχεί στο βαθμό του. Καταρχήν, συνεπώς, ο υπάλληλος που πρέπει να επανενταχθεί δεν υποχρεούται να αναζητεί ο ίδιος τις κενές θέσεις. Πάντως, πέραν της αυτεπάγγελτης και συστηματικής έρευνας, πρέπει στα πλαίσια της χρηστής διοικήσεως να του αποστέλλονται οι ανακοινώσεις κενών θέσεων που ενδέχεται να τον ενδιαφέρουν και να του ζητείται συγχρόνως να δηλώσει αν θεωρεί ότι έχει τα προσόντα που απαιτούνται για ορισμένη θέση.
'Αλλωστε, η ανωτέρω διαδικασία επανεντάξεως εφαρμοζόταν στο Κοινό Κέντρο Ερευνών της Ispra. Αυτό προκύτει από ένα τυποποιημένο έγγραφο που απηύθυνε το Μάρτιο του 1981 ο προϊστάμενος του τμήματος "Διοίκηση και προσωπικό" της εγκαταστάσεως στους υπαλλήλους των οποίων η άδεια για προσωπικούς λόγους είχε λήξει. Είναι χρήσιμο να παραθέσω δύο αποσπάσματά της:
- "Οσάκις εμφανίζεται κενή θεση αντιστοιχούσα στο βαθμό και στην κατηγορία του υπαλλήλου που έχει ζητήσει να επανενταχθεί, και μάλιστα στη διοικητική μονάδα από την οποία προέρχεται, η διοίκηση εξετάζει, πριν από την επίσημη δημοσίευση, αν ο εν λόγω υπάλληλος έχει τα απαιτούμενα προσόντα."
- "Παράλληλα με τις προσπάθειες που καταβάλλει αυτεπαγγέλτως η διοίκηση για την εξεύρεση θέσεως για τον υπάλληλο που πρέπει να επανενταχθεί. αποστέλλονται συστηματικά στον εν λόγω υπάλληλο, χωρίς προηγούμενη διαλογή, αντίγραφα όλων των δημοσιευομένων ανακοινώσεων κενών θέσεων που αφορούν τις αντιστοιχούσες στο βαθμό και στην κατηγορία του και στις οποίες περιγράφονται τα προς εκτέλεση καθήκοντα, αφενός, και τα απαιτούμενα προσόντα, αφετέρου. Εναπόκειται στον υπάλληλο να εκτιμήσει αν οι εν λόγω θέσεις τον ενδιαφέρουν και, αν αυτό συμβαίνει, να γνωστοποιήσει το ενδιαφέρον του στη διοίκηση, προσδιορίζοντας, ενδεχομένως τα ειδικά προσόντα του τα οποία τον καθιστούν κατάλληλο για την άσκηση, των καθηκόντων που αντιστοιχούν στη δημοσιευθείσα θέση - και τα οποία δεν προκύπτουν από τη μία και μοναδική αίτηση που έχει καταθέσει."
Τρίτο ερώτημα: εξέταση των κενών θέσεων στο διοικητικό κλάδο
22. Μετά τη λήξη της αδείας για προσωπικούς λόγους υπαλλήλου του επιστημονικού ή του τεχνικού κλάδου, μπορεί η διοίκηση να αρκεσθεί στην εξέταση των κενών θέσεων στον επιστημονικό ή τον τεχνικό κλάδο ή οφείλει να εξετάζει και τις κενές θέσεις στο διοικητικό κλάδο; Προτού απαντήσω στο ερώτημα αυτό θα υπενθυμίσω το σχετικό νομικό πλαίσιο.
Κατά το άρθρο 40, παράγραφος 4, στοιχείο δ), του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, μετά τη λήξη της αδείας του για προσωπικούς λόγους, ο υπάλληλος επανεντάσσεται υποχρεωτικά στην πρώτη κενή θέση της κατηγορίας ή του κλάδου του που αντιστοιχεί στο βαθμό του, υπό την προϋπόθεση ότι έχει τα απαιτούμενα προσόντα. Εκ πρώτης όψεως, οι λέξεις "του κλάδου του" φαίνονται να αποκλείουν τη δυνατότητα να ληφθούν υπόψη οι θέσεις του διοικητικού κλάδου στην περίπτωση που ο υπάλληλος που πρόκειται να επανενταχθεί υπάγεται στον επιστημονικό ή τεχνικό κλάδο. Ωστόσο, στον τίτλο VΙΙΙ του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως ο οποίος περιέχει τις ειδικές διατάξεις που εφαρμόζονται στους υπαλλήλους του επιστημονικού και τεχνικού κλάδου, το άρθρο 98, δεύτερο εδάφιο, ορίζει ότι οι διατάξεις του άρθρου 45, παράγραφος 2, δεν εφαρμόζονται στους υπαλλήλους του επιστημονικού και τεχνικού κλάδου. Το άρθρο 45, παράγραφος 2, του κανονισμού έχει ως εξής:
"Η μετάβαση υπαλλήλου από κλάδο ή κατηγορία σε άλλο κλάδο ή ανώτερη κατηγορία δύναται να γίνει μόνο με διαγωνισμό."
Από το συνδυασμό των άρθρων 45 και 98 προκύπτει ότι οι υπάλληλοι του επιστημονικού και τεχνικού κλάδου είναι δυνατόν να διορίζονται στο διοικητικό κλάδο χωρίς διαγωνισμό. Η ρύθμιση αυτή εκφράζει τη μέριμνα των συντακτών του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως να καταστήσουν έτσι ελκυστικότερο το διορισμό σε θέσεις του επιστημονικού και τεχνικού κλάδου (βλέπε απόφαση της 20ής Οκτωβρίου 1977, Jaensch κατά Επιτροπής, 5/76, Rec. 1977, σ. 1817). Μπορεί από το γεγονός ότι υφίσταται η δυνατότητα αυτή να συναχθεί ότι η διοίκηση οφείλει, προκειμένου να προβεί στην επανένταξη υπαλλήλου του επιστημονικού και τεχνικού κλάδου, να εξετάζει όλες τις κενές θέσεις που εμφανίζονται στο διοικητικό κλάδο; Η υποχρέωση της διοικήσεως να εξετάζει αυτεπαγγέλτως και συστηματικά αν υπάρχει αντιστοιχία μεταξύ των προσόντων του υπαλλήλου του επιστημονικού και τεχνικού κλάδου που πρέπει να επανενταχθεί και των κενών θέσεων που εμφανίζονται στον επιστημονικό και τεχνικό κλάδο (βλέπε σημείο 21) υφίσταται και ως προς τις θέσεις του διοικητικού κλάδου;
23. Κατά τη γνώμη μου, το γεγονός ότι η διοίκηση δεν εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν ο υπάλληλος του επιστημονικού και τεχνικού κλάδου που πρέπει να επανενταχθεί έχει τα προσόντα που απαιτούνται για την κατάληψη θέσεων στο διοικητικό κλάδο δεν στοιχειοθετεί πταίσμα της. Η άποψη αυτή συνάγεται από το άρθρο 40, το οποίο δεν αναγνωρίζει στον υπάλληλο του επιστημονικού ή τεχνικού κλάδου δικαίωμα επανεντάξεως σε θέση άλλου κλάδου. Ωστόσο, στην περίπτωση που ο υπάλληλος που πρέπει να επανενταχθεί δηλώσει στη διοίκηση ότι ενδιαφέρεται πραγματικά για μία ή περισσότερες συγκεκριμένες θέσεις στο διοικητικό κλάδο και διευκρινίσει τα προσόντα του που τον καθιστούν κατάλληλο για την άσκηση των οικείων καθηκόντων, θεωρώ ότι η αρχή της χρηστής διοικήσεως επιβάλλει να εξετάζονται οι αιτήσεις αυτές ευνοϊκώς. Εξυπακούεται ότι, στο πλαίσιο της έρευνας αυτής που διεξάγεται με γνώμονα την αρχή της χρηστής διοικήσεως, η αρμόδια αρχή έχει το δικαίωμα, ακομη δε και την υποχρέωση, να εξετάζει αν η επανένταξη του υπαλλήλου του επιστημονικού και τεχνικού κλάδου στο διοικητικό κλάδο είναι προς το συμφέρον της υπηρεσίας (βλ. άρθρο 7, παράγραφος 1, του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως, το οποίο παρέχει στην Αρμόδια για τους Διορισμούς Αρχή τη δυνατότητα να τοποθετεί κάθε υπάλληλο, προς το συμφέρον της υπηρεσίας και μόνο, σε θεση του κλάδου του που αντιστοιχεί στον βαθμό του).
'Επρεπε ο προσφευγων να είχε επανενταχθεί νωρίτερα; Η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης θα διαφώτιζε σχετικά το Δικαστήριο
24. Θα προχωρήσω τώρα, εφαρμόζοντας τις απαντήσεις που δοθηκαν ανωτέρω στην περίπτωση του Giordani, ο οποίος είναι υπάλληλος του επιστημονικού κλάδου συνδεόμενος υπηρεσιακά με την Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.
Η διοίκηση όφειλε να εξετάζει αυτεπαγγέλτως και συστηματικά αν οι κενούμενες θέσεις του βαθμού Α 5 στον επιστημονικό και τεχνικό κλάδο, στο σύνολο των υπηρεσιών της Επιτροπής, αντιστοιχούσαν στα προσόντα του Giordani (βλ. σημεία 16 και 21). Ενόψει, όμως, των εγγράφων που υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο, μπορούν να υπάρξουν αμφιβολίες ως προς το αν εξετάζονται συστηματικά οι κενούμενες στον εν λόγω κλάδο θέσεις. Εξάλλου, η Επιτροπή δεν αναφέρει ότι έλαβε υπόψη κενές θέσεις εκτός της εγκαταστάσεως της Ispra. H σιωπή αυτή, συνδυαζόμενη με άλλα στοιχεία που προκύπτουν από τις γραπτές παρατηρήσεις και τα υποβληθέντα στο Δικαστήριο έγγραφα, επιτρέπει ακόμη και την υπόθεση ότι οι κενές θέσεις στις άλλες εγκαταστάσεις του Κοινού Κέντρου Ερευνών και στις υπηρεσίες της Επιτροπής δεν εξετάσθηκαν σε σχέση με την επανένταξη των Giordani.
Οι διαπιστώσεις αυτές αποτελούν, κατά τη γνώμη μου, επαρκή λόγο για να αναβάλει το Δικαστήριο την έκδοση αποφάσεως επί της ουσίας μέχρις ότου καταρτιστεί πίνακας καταγραφής όλων των κενών θέσεων του επιστημονικού και τεχνικού κλάδου που πρέπει να ληφθούν υπόψη και να εξετασθεί κατά πόσον τα προσόντα του προσφεύγοντος ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις των θέσεων αυτών.
25. Περαιτέρω, η διοίκηση δεν είχε υποχρέωση, υπό αυστηρά νομική έννοια, να εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν ο ενδιαφερόμενος είχε τα προσόντα που απαιτούνται για την άσκηση των καθηκόντων που αντιστοιχούν στις κενές θέσεις του διοικητικού κλάδου. Ωστόσο, σύμφωνα με την αρχή της χρηστής διοικήσεως, έχει την υποχρέωση αυτή στην περίπτωση που ο ενδιαφερόμενος εκδηλώνει πραγματικό ενδιαφέρον για συγκεκριμένες θέσεις του διοικητικού κλάδου, υπό την επιφύλαξη της εκτιμήσεως του συμφέροντος της υπηρεσίας για ενδεχόμενη μεταβολή κλάδου (βλέπε σημείο 23).
Στην από 15ης Οκτωβρίου 1983 επιστολή του, ο προσφεύγων δήλωσε για πρώτη φορά ότι ενδιαφερόταν για μία θέση στο διοικητικό κλάδο. Στην ίδια επιστολή ζήτησε να του αποστέλλονται οι ανακοινώσεις κενών θέσεων που θα μπορούσαν να τον ενδιαφέρουν, συμπεριλαμβανομένων και των αφορωσών θέσεις του διοικητικού κλάδου. Επομένως, για τον προ της επιστολής αυτής χρόνο, ο Giordani δεν προέβη σε καμία ενέργεια που θα ωθούσε τη διοίκηση να εξετάζει τις κενές θέσεις του διοικητικού κλάδου με την προοπτική ενδεχομένης επανεντάξεώς του στον κλάδο αυτόν. Κατά συνέπεια, δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι έπρεπε να είχε επανενταχθεί σε θέση του διοικητικού κλάδου για την οποία δημοσιεύθηκε ανακοίνωση κενής θέσεως πριν από την αποστολή της εν λόγω επιστολής. Για τον μετά την αποστολή της επιστολής χρόνο, φρονώ ότι η διοίκηση όφειλε να λάβει υπόψη το ενδιαφέρον που εκδήλωνε ο προσφεύγων για την τοποθέτησή του σε θέση του διοικητικού κλάδου και να ανταποκριθεί στο αιτημά του για αποστολή των ανακοινώσεων κενών θέσεων που θα μπορούσαν να τον ενδιαφέρουν συμπεριλαμβανομένων και των αφορωσών θέσεις του διοικητικού κλάδου.
Οι προηγηθείσες σκέψεις δικαιολογούν, κατά τη γνώμη μου, να ληφθούν υπόψη κατά τη διενέργεια του προαναφερθέντος πίνακα καταγραφής και οι κενές θέσεις που ανέκυψαν στο διοικητικό κλάδο κατά το διάστημα από 15ης Οκτωβρίου 1983 μέχρι την έκδοση της αποφάσεως περί επανεντάξεως. Στην περίπτωση που ο εν λόγω πίνακας θα περιλαμβάνει μία ή περισσότερες θέσεις του διοικητικού κλάδου στις οποίες ο Giordani, λαμβανομένων υπόψη των προσόντων του, θα μπορούσε να είχε επανενταχθεί, θα εναπόκειται στην Επιτροπή, υποκείμενη στον έλεγχο του Δικαστηρίου, να αποφανθεί ως προς το αν ανταποκρίνεται μία τέτοια επανένταξη στο συμφέρον της υπηρεσίας.
26. Τέλος, όσον αφορά τις θέσεις που ελήφθησαν υπόψη, οι απόψεις των διαδίκων στηρίζονται στη διαφορετική τους αντίληψη ως προς τα προσόντα του Giordani για την άσκηση των οικείων καθηκόντων. Η Επιτροπή παρατηρεί ότι η εκτίμηση περί του αν ο υπάλληλος έχει τα προσόντα που απαιτούνται για την άσκηση συγκεκριμένων καθηκόντων εμπίπτει στην αρμοδιότητα της αρμοδίας για τους διορισμούς αρχής. Η εν λόγω ευχέρεια εκτιμήσεως της διοικήσεως είναι πράγματι ευρύτατη, γι' αυτόν δε ακριβώς το λόγο προϋποθέτει σχολαστική εξέταση του ζητήματος αν τα προσόντα του υπαλλήλου που πρέπει να επανενταχθεί ανταποκρίνοναι στις ανάγκες της κενής θέσεως. Το γεγονός, όμως, ότι δεν προσφέρθηκε στον πρσσφεύγοντα καμία θέση επί δώδεκα χρόνια, ούτε και του απεστάλη έστω και μία ανακοίνωση κενής θέσεως προκαλεί μέχρι τέτοιο βαθμό κατάπληξη ώστε να επιτρέπονται αμφιβολίες ως προς την επιμέλεια της διοικήσεως στην παρούσα υπόθεση.
27. Στην υπόθεση 785/79 (Pizziolo κατά Επιτροπής, αποφάσεις της 2ας Απριλίου 1981, Συλλογή 1981, σ. 969, και της 5ης Μαΐου 1983, Συλλογή 1983, σ. 1343), καθώς και στην υπόθεση 285/83 (Nobili κατά Επιτροπής, Διάταξη της 11ης Οκτωβρίου 1984 που δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί), το Δικαστήριο, προτού εκδόσει απόφαση επί της ουσίας, διέταξε τη διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης προκειμένου να αποφανθεί επί παρόμοιας διαφοράς. Προτείνω να γίνει το ίδιο και στην παρούσα υπόθεση.
Ο πραγματογνώμονας που θα ορισθεί μπορεί να κληθεί να απαντήσει στα εξής δύο ερωτήματα:
1) Θα μπορούσε ο προσφεύγων, λαμβανομένων υπόψη των προσόντων του, να είχε επανενταχθεί σε θέση του βαθμού Α 5 του επιστημονικού ή τεχνικού κλάδου της Επιτροπής στο σύνολό της, για την οποία δημοσιεύθηκε ανακοίνωση κενής θέσεως κατά την περίοδο μεταξύ της ημερομηνίας κατά την οποία έληξε η άδειά του για προσωπικούς λόγους και της ημερομηνίας εκδόσεως της αποφάσεως περί επανεντάξεώς του;
2) Θα μπορούσε ο προσφεύγων, ανεξάρτητα από το ζήτημα αν αυτό θα ήταν προς το συμφέρον της υπηρεσίας, να επανενταχθεί, λαμβανομένων υπόψη των προσόντων του, σε θέση του βαθμού Α 5 του διοικητικού κλάδου της Επιτροπής στο σύνολό της, για την οποία δημοσιεύθηκε ανακοίνωση κενής θέσεως κατά την περίοδο μεταξύ της 15ης Οκτωβρίου 1983 και της ημερομηνίας εκδόσεως της αποφάσεως περί επανεντάξεώς του;
Συμπεραίνοντας, προτείνω στο Δικαστήριο:
1) να κρίνει την προσφυγή παραδεκτή.
2) να διατάξει τη διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης με αντικείμενο τα ανωτέρω ζητήματα (βλέπε σημείο 27).
(*) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
(1) 'Αρθρο 1 της αποφάσεως (Ευρατόμ) 593 της Επιτροπής, της 20ής Νοεμβρίου 1985, για την αναδιοργάνωση του Κοινού Κέντρου Ερευνών (ΕΕ L 373, σ. 6).
(2) Στις δύο αυτές υποθέσεις, οι προσφεύγοντες, υπάλληλοι του επιστημονικού κλάδου σε εγκαταστάσεις του Κοινού Κέντρου Ερευνών, των οποίων η άδεια για προσωπικούς λόγους είχε λήξει, επικαλούνταν δικαίωμα επανεντάξεώς τους σε διάφορες θέσεις. Και στις δύο υποθέσεις, το Δικαστήριο διέταξε τη διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης προκειμένου να διευκρινιστεί αν οι προσφεύγοντες είχαν τα απαιτούμενα προσόντα για την άσκηση των καθηκόντων που προβλέπονται σε ορισμένες ανακοινώσεις κενών θέσεων. Οι τελευταίες αφορούσαν θέσεις ανήκουσες τόσο στις υπηρεσίες της Επιτροπής όσο και σε διάφορες εγκαταστάσεις του Κοινού Κέντρου Ερευνών.
(3) Αν ο ενδιαφερόμενος αφήνει να διατηρούνται αμφιβολίες περί του αν επιθυμεί να επανενταχθεί, είναι αυτονόητο ότι η διοίκηση δεν υποχρεούται να τον επανεντάξει παρά όταν οι αμφιβολίες αυτές πάψουν να υφίστανται (βλέπε απόφαση της 27ης Οκτωβρίου 1977, Giry κατά Επιτροπής, 126/75, 34 και 92/76, Rec. 1977, σ. 1937).
Full & Egal Universal Law Academy