Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Ο Nunez, ισπανός υπήκοος, εισήλθε στην υπηρεσία της Επιτροπής την 1η Οκτωβρίου 1986 και εργάζεται στις Βρυξέλλες. Ζήτησε να λάβει το επίδομα αποδημίας που προβλέπει το άρθρο 4 του παραρτήματος VΙΙ του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, καθώς και την αποζημίωση εγκαταστάσεως δυνάμει του άρθρου 5 του ίδιου παραρτήματος.
Η Επιτροπή απέρριψε τα δύο αιτήματα, καθώς επίσης και τη διοικητική ένσταση κατά της αρχικής αποφάσεως. Με την παρούσα προσφυγή προσβάλλει ο προσφεύγων αυτές τις αποφάσεις της Επιτροπής.
Το άρθρο 4, παράγραφος 1, του παραρτήματος VΙΙ ορίζει ότι το επίδομα αποδημίας χορηγείται:
"α) στον υπάλληλο:
- ο οποίος δεν είναι και δεν υπήρξε ποτέ υπήκοος του κράτους στο έδαφος του οποίου ευρίσκεται ο τόπος όπου υπηρετεί και
- ο οποίος δεν είχε κατοικήσει ή ασκήσει κατά συνήθη τρόπο, επί πέντε έτη λήγοντα έξι μήνες πριν από την ανάληψη των καθηκόντων του, την κύρια επαγγελματική δραστηριότητά του στο ευρωπαϊκό έδαφος του εν λόγω κράτους. Για την εφαρμογή αυτής της διατάξεως δεν λαμβάνονται υπόψη οι καταστάσεις που προκύπτουν από την παροχή υπηρεσιών σε άλλο κράτος ή διεθνή οργανισμό."
Ο Nunez γεννήθηκε το 1953 και φαίνεται ότι έζησε από το 1961 περίπου στο Βέλγιο όπου πραγματοποίησε τις σπουδές του μέσης εκπαιδεύσεως. Κατοικούσε εκεί ακόμη το 1973, όταν φαίνεται ότι εισήλθε στην υπηρεσία ενός ιδιώτη εργοδότη στις Βρυξέλλες. Διατήρησε αυτή τη θέση ώς το 1976, όταν εισήλθε, αδιάφορο υπό ποια ιδιότητα, στην υπηρεσία της ισπανικής κυβερνήσεως. Από το Σεπτέμβριο του 1980 ήταν μόνιμος υπάλληλος στην πρεσβεία της Ισπανίας στις Βρυξέλλες.
Ο προσφεύγων ισχυρίζεται - συνοπτικά - ότι κατά τα πέντε έτη που λήγουν έξι μήνες πριν αναλάβει τα καθήκοντά του στην Επιτροπή, υπηρετούσε σ' άλλο κράτος μέλος. Υποστηρίζει ότι, υπό τις προϋποθέσεις αυτές, δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 4, δεν πρέπει να ληφθεί υπόψη η διαμονή του και η εργασία του κατά το διάστημα αυτής της περιόδου και ότι μπορεί να έχει αξίωση για διάφορες αποζημιώσεις. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να λογιστεί ότι δεν διέμενε ποτέ στις Βρυξέλλες κατά το διάστημα αυτής της περιόδου.
Αν ερμηνευτεί γραμματικά η διατύπωση του άρθρου 4, τα πιο πάνω επιχειρήματα δεν στερούνται ασφαλώς βασιμότητας. Μπορεί να γίνει δεκτό, όπως δέχεται ο προσφεύγων, ότι η δεύτερη περίοδος της δευτέρας περιπτώσεως του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο α), επιβάλλει στα κοινοτικά όργανα να αγνοήσουν όχι μόνο την παροχή υπηρεσιών, αλλά και την οριζόμενη διαμονή. Αυτό σημαίνει, μ' άλλα λόγια, ότι αν κατά την περίοδο των πέντε ετών που έληξαν έξι μήνες πριν από το διορισμό του προσφεύγοντος στην Επιτροπή, ήταν υπάλληλος άλλου κράτους μέλους, θα δικαιωθεί. Αν ο νομοθέτης σκόπευε να αγνοήσει την περίοδο που διανύθηκε στην υπηρεσία ενός κράτους μέλους από ένα πρόσωπο που διαμένει σε άλλο κράτος μέλος και να λάβει υπόψη του μια προηγούμενη περίοδο, θα μπορούσε εύκολα να το προσδιορίσει. Στην προκειμένη περίπτωση, αυτό που δεν λαμβάνεται υπόψη δεν είναι η περίοδος εργασίας, αλλά ο τόπος διαμονής κατά την περίοδο των πέντε ετών που έληξαν έξι μήνες προ του διορισμού του προσφεύγοντος στην Επιτροπή.
Η γραμματική αυτή άποψη πρέπει πάντως να ενταχθεί στο πλαίσιο διαφόρων αποφάσεων του Δικαστηρίου. Στην υπόθεση 246/83, De Angelis κατά Επιτροπής (Συλλογή 1985, σ. 1253), το Δικαστήριο υπογράμμισε ότι το επίδομα αποδημίας αποσκοπεί στην αντιστάθμιση των ειδικών βαρών και μειονεκτημάτων που προκύπτουν από την ανάληψη καθηκόντων στις Κοινότητες για τους υπαλλήλους που για το λόγο αυτό υποχρεώνονται ν' αλλάξουν τόπο διαμονής από τον τόπο κατοικίας τους στον τόπο υπηρεσίας τους. Οι λέξεις "που για το λόγο αυτό υποχρεώνονται ν' αλλάξουν τόπο διαμονής" αποτελούν το κλειδί του αντικειμένου και του σκοπού του επιδόματος αποδημίας.
Το Δικαστήριο εξήγησε επίσης, στην υπόθεση αυτή, ότι ο λόγος της εξαιρέσεως της δευτέρας περιπτώσεως στην οποία αναφέρθηκα, συνίσταται στο γεγονός ότι ο υπάλληλος δεν πρέπει να θεωρηθεί ότι έχει δημιουργήσει μόνιμο δεσμό με τη χώρα στην οποία εργάζεται στην υπηρεσία άλλου κράτους μέλους ή διεθνούς οργανισμού, διότι με την ιδιότητα αυτή, δεν συνάπτει με την εν λόγω χώρα σχέσεις σαν εκείνες που συνάπτει ένα πρόσωπο που εργάζεται εκεί κατά τρόπο μόνιμο.
Αυτή η κρίση του Δικαστηρίου ακολουθήθηκε και επαναλήφθηκε πιο πρόσφατα στην απόφαση που εκδόθηκε στις 23 Μαρτίου 1988 στην υπόθεση 105/87, Morabito κατά Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (Συλλογή 1988, σ. 1707).
Το γράμμα της δευτέρας περιπτώσεως του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο α), είναι ασφαλώς διφορούμενο, μάλιστα δε ασαφές. Δεν νομίζω άλλωστε ότι η γαλλική απόδοση διευκρινίζει την πρόθεση του νομοθέτη. Νομίζω όμως, ενόψει αυτών που ήδη κρίθηκαν από το Δικαστήριο στις δύο αποφάσεις που ανέφερα, ότι είναι δίκαιο να ερμηνευτεί το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο α), υπό την έννοια που προτείνει η Επιτροπή. Είναι προφανές ότι ένα πρόσωπο που διαμένει ήδη στη χώρα στην οποία γίνεται κάποτε υπάλληλος της Κοινότητας, που διακόπτει όμως την περίοδο διαμονής του από μια περίοδο εργασίας στην ίδια χώρα στην υπηρεσία ενός άλλου κράτους μέλους, δεν είναι κατά κυριολεξία εκπατρισμένος. Δεν εγκαθίσταται σ' αυτή τη χώρα λόγω των νέων του καθηκόντων ούτε αλλάζει διαμονή κανονικά δεν υφίσταται τα ειδικά βάρη και μειονεκτήματα που προκύπτουν από την ανάληψη υπηρεσίας σε άλλο κράτος.
Θα πρέπει επομένως, κατά την άποψή μου, να ερμηνευτεί το εν λόγω άρθρο κατά την έννοια που προτείνει η Επιτροπή. Πρέπει να μη ληφθεί υπόψη η περίοδος κατά την οποία ο προσφεύγων εργαζόταν στην πρεσβεία της Ισπανίας και επομένως να ερευνηθεί αν κατά το διάστημα της προηγουμένης περιόδου διέμενε πράγματι και εργαζόταν στο Βέλγιο.
Αν η λύση ήταν διαφορετική, το επιχείρημα της Επιτροπής, σύμφωνα με το οποίο θα υπήρχε ανισότητα μεταξύ υπαλλήλων των οποίων οι καταστάσεις είναι στην πραγματικότητα όμοιες, μου φαίνεται πολύ πειστικό. 'Οταν δύο πρόσωπα έρχονται να ζήσουν στις Βρυξέλλες ενώ είναι πολύ νέα και παραμένουν εκεί κατά το διάστημα της παιδικής και εφηβικής τους ηλικίας, ακόμη δε και κατά τα πρώτα έτη της επαγγελματικής τους ζωής, και όταν αργότερα το ένα από τα πρόσωπα αυτά, από τυχαίους λόγους, εργάζεται εκεί προσωρινά για το δικό του κράτος μέλος ή για άλλο κράτος μέλος, ενώ το άλλο πρόσωπο εργάζεται για έναν ιδιώτη εργοδότη, θα ήταν πολύ παράξενο να υποστούν διαφορετική μεταχείριση. Αν ακολουθήσουμε τα επιχειρήματα του προσφεύγοντος, τα πρόσωπα αυτά θα πρέπει να υποστούν διαφορετική μεταχείριση. Αν ακολουθήσουμε τα επιχειρήματα της Επιτροπής, θα έχουν την ίδια μεταχείριση.
Ο προσφεύγων επικαλείται τις σκέψεις του Δικαστηρίου στην υπόθεση 1322/79, Vutera (Συλλογή 1981, σ. 127). Αφού υπενθύμισε, με τη σκέψη 8 στη σελίδα 138, το βασικό κανόνα του άρθρου 4, το Δικαστήριο συνέχισε ως εξής: "προβλέπεται εξαίρεση ... υπέρ των υπαλλήλων που, κατά την ανωτέρω περίοδο, διέμεναν στη χώρα όπου υπηρετούν, εφόσον εργάζονταν στην υπηρεσία άλλου κράτους ή διεθνούς οργανισμού, λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι, υπ' αυτές τις συνθήκες, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι οι υπάλληλοι αυτοί έχουν δημιουργήσει διαρκή δεσμό με τη χώρα όπου υπηρετούν".
Ο δικηγόρος του προσφεύγοντος τονίζει την έκφραση "κατά την ανωτέρω περίοδο". Δεν νομίζω ότι στην υπόθεση Vutera το Δικαστήριο ασχολήθηκε με το ζήτημα που ανακύπτει στην παρούσα υπόθεση και εν πάση περιπτώσει ακόμα και αυτό το χωρίο της αποφάσεως αφήνει ανοιχτό το πραγματικό ζήτημα που τίθεται στην παρούσα υπόθεση.
Ο προσφεύγων προβάλλει τέλος τις σχέσεις που είχε διατηρήσει με την Ισπανία κατά την περίοδο της διαμονής του στις Βρυξέλλες. Φρονώ ότι αυτό δεν συνιστά στοιχείο που να έρχεται σε αντίθεση με την ερμηνεία που προτείνει η Επιτροπή και, κατά τη γνώμη μου, το γεγονός ότι υπό την ιδιότητα του υπαλλήλου της πρεσβείας της Ισπανίας μπορούσε να ανακληθεί στην Ισπανία και μπορούσε να υποστεί βάρη δεν αφαιρεί τίποτα από αυτό που θεωρώ ότι είναι το αντικείμενο και ο σκοπός της ειδικής αυτής διατάξεως. Δεν υπέστη το ιδιαίτερο βάρος που θα επέφερε μια παρόμοια κατάσταση και ακόμα και αν μπορεί να λεχθεί ότι ένα πρόσωπο που ανακαλείται θα μπορούσε να υποστεί ιδιαίτερα βάρη, αυτό δεν αποτελεί αντικείμενο της παρούσας δίκης. Θα σταματούσε αναμφίβολα εν πάση περιπτώσει να είναι το πρόσωπο αυτό κάτοικος του εν λόγω κράτους μέλους.
Κατά συνέπεια, κατά τη γνώμη μου, η Επιτροπή ορθώς ερμήνευσε τη δεύτερη περίπτωση του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο α), και είναι δίκαιο να θεωρηθεί ότι η περίοδος αναφοράς που πρέπει να ληφθεί υπόψη στην υπόθεση αυτή αντιστοιχεί στα πέντε έτη που προηγούνται αμέσως της περιόδου εργασίας του προσφεύγοντος στην πρεσβεία της Ισπανίας στις Βρυξέλλες. Αφού δεν αμφισβητείται ότι δεν συγκέντρωνε τις εν λόγω προϋποθέσεις κατά την περίοδο αυτή, η αίτησή του να τύχει επιδόματος αποδημίας πρέπει να απορριφθεί.
Ο προσφεύγων ζητεί επίσης την αποζημίωση εγκαταστάσεως που προβλέπεται από το άρθρο 5. Δυνάμει του άρθρου αυτού την αποζημίωση αυτή δικαιούται ο υπάλληλος όταν συντρέχει μία από τις δύο ακόλουθες προϋποθέσεις: ή συγκεντρώνει τις προϋποθέσεις χορηγήσεως του επιδόματος αποδημίας ή αποδεικνύει ότι υποχρεώθηκε ν' αλλάξει διαμονή για να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του άρθρου 20 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως.
Δεδομένου ότι, κατά την άποψή μου, ο προσφεύγων δεν συγκεντρώνει τις προϋποθέσεις για να τύχει επιδόματος αποδημίας, η πρώτη περίπτωση δεν αποδεικνύεται. Η εναλλακτική περίπτωση δεν μπορεί να αποδειχθεί σε καμιά περίπτωση αφού δεν αμφισβητείται ότι ο προσφεύγων κατοικεί στην ίδια διεύθυνση στις Βρυξέλλες από το 1978.
Κατά συνέπεια, κατά τη γνώμη μου, η προσφυγή αυτή πρέπει να απορριφθεί και κάθε διάδικος πρέπει να φέρει τα δικαστικά του έξοδα κατ' εφαρμογή του άρθρου 70 του κανονισμού διαδικασίας.
(*) Μετάφραση από τα αγγλικά.
Full & Egal Universal Law Academy