Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1. Ενώ στις προτάσεις που μόλις ανέπτυξα στο πλαίσιο της υποθέσεως C-3/87, Agegate Ltd, ασχολήθηκα με την εξέταση των σχετικών με τη σύνθεση του πληρώματος προϋποθέσεων από τις οποίες το Ηνωμένο Βασίλειο εξαρτά τη χορήγηση αδείας αλιείας, πρόκειται τώρα να εξετάσω τις σχετικές με την εκμετάλλευση προϋποθέσεις τις οποίες πρέπει να πληρούν τα βρετανικά αλιευτικά σκάφη που αλιεύουν στο πλαίσιο των ποσοστώσεων οι οποίες έχουν χορηγηθεί στο Ηνωμένο Βασίλειο.
Επί του πρώτου ερωτήματος
2. Το πρώτο ερώτημα που υπέβαλε το Divisional Court του Queen' s Bench Division του High Court of Justice της Αγγλίας και της Ουαλίας είναι διατυπωμένο ως εξής:
"'Οταν ένα κράτος μέλος χορηγεί άδεια αλιείας σε εταιρία που εδρεύει σ' αυτό για αλιευτικό σκάφος της κυριότητάς της που φέρει τη σημαία του κράτους αυτού, στο οποίο και έχει προσηκόντως νηολογηθεί, η δε άδεια περιέχει προϋποθέσεις (που πρέπει να πληρούνται όλες ανά πάσα στιγμή) προκειμένου να εξασφαλίζεται ο πραγματικός οικονομικός σύνδεσμος' του σκάφους με το εν λόγω κράτος μέλος, μια προϋπόθεση της άδειας υπό την εξής διατύπωση:
' το σκάφος πρέπει να ασκεί τις δραστηριότητές του έχοντας ως βάση το Ηνωμένο Βασίλειο, τη νήσο Man ή τις νήσους της Μάγχης χωρίς να θίγεται η γενικότητά του, η προϋπόθεση αυτή λογίζεται πληρούμενη αν για κάθε εξάμηνο κάθε ημερολογιακού έτους (δηλαδή από Ιανουάριο μέχρι Ιούνιο και από Ιούλιο μέχρι Δεκέμβριο):
α) τουλάχιστον το 50% κατά βάρος του φορτίου του πλοίου που καλύπτεται από την παρούσα άδεια ή από οποιαδήποτε άλλη ισχύουσα κατά τον κρίσιμο χρόνο εκφορτώνεται και πωλείται στο Ηνωμένο Βασίλειο, στη νήσο Man ή στις νήσους της Μάγχης ή μεταφορτώνεται προς πώληση εντός των βρετανικών αλιευτικών ορίων ή
β) αποδεικνύεται ότι το σκάφος βρέθηκε σε λιμένα του Ηνωμένου Βαιλείου, της νήσου Man ή των νήσων της Μάγχης τουλάχιστον τέσσερις φορές ανά διαστήματα τουλάχιστον δεκαπέντε ημερών' ,
είναι ασυμβίβαστη προς το κοινοτικό δίκαιο λόγω της διατυπώσεώς της και/ή της σχέσεώς της με τις δύο άλλες προϋποθέσεις της άδειας (τις οποίες αφορά η υπόθεση C-3/87), συγκεκριμένα δε μια τέτοια προϋπόθεση
α) είναι ασυμβίβαστη προς την κοινή διαρθρωτική πολιτική στον τομέα της αλιείας όπως περιέχεται, μεταξύ άλλων, στον κανονισμό (ΕΟΚ) 101/76 του Συμβουλίου;
β) είναι ασυμβίβαστη προς τη κοινή οργάνωση αγοράς στον τομέα των προϊόντων αλιείας όπως περιέχεται, μεταξύ άλλων, στον κανονισμό (ΕΟΚ) 3796/81 του Συμβουλίου;
γ) απαγορεύεται από τα άρθρα 7, 34, 40, 48 έως 51, 52 έως 58 ή 59 έως 66 της Συνθήκης ΕΟΚ ή από κάποια από τις εν λόγω διατάξεις;
δ) είναι ανίσχυρη ως δυσανάλογη, ανεπιεικής ή αντίθετη προς τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη των προσφευγόντων;
ε) είναι μέτρο που δεν εμπίπτει στις εξουσίες του Ηνωμένου Βασιλείου ή είναι παράνομη δυνάμει του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 170/83 του Συμβουλίου ως αντίθετη για τους προαναφερθέντες λόγους, προς τις ισχύουσες κοινοτικές διατάξεις;"
3. Με την πρώτη φράση της η εν λόγω διάταξη θέτει, προφανώς, γενική προϋπόθεση (το σκάφος πρέπει να ασκεί τις δραστηριότητές του έχοντας ως βάση το Ηνωμένο Βασίλειο, τη νήσο Man ή τις νήσους της Μάγχης), η οποία λογίζεται πληρούμενη όταν συντρέχει μία από τις δύο περιπτώσεις που περιγράφονται στα σημεία α) (στο εξής: κριτήριο της εκφορτώσεως) ή β) (στο εξής: κριτήριο της παρουσίας).
4. Επομένως, πρέπει καταρχάς να εξεταστεί αν η προαναφερθείσα γενική προϋπόθεση συμβιβάζεται προς το κοινοτικό δίκαιο. Δεδομένου ότι το κριτήριο της περιοδικής παρουσίας του σκάφους σε λιμένα του Ηνωμένου Βασιλείου συνδέεται στενότατα προς την εν λόγω γενική προϋπόθεση, θα το εξετάσω συγχρόνως με αυτή.
Α - Επί της γενικής προϋποθέσεως και του κριτηρίου της περιοδικής παρουσίας κάθε σκάφους σε λιμένα της χώρας νηολογήσεως
5. Στο σημείο α) του δευτέρου μέρους του ερωτήματός του, το βρετανικό ανώτατο δικαστήριο διερωτάται αν οι εν λόγω διατάξεις συμβιβάζονται προς τον κανονισμό 101/76 του Συμβουλίου, της 19ης Ιανουαρίου 1976, περί θεσπίσεως κοινής διαρθρωτικής πολιτικής στον τομέα της αλιείας (ΕΕ ειδ. έκδ. 04/001, σ. 61), και στο σημείο ε), αν οι ρυθμίσεις τις οποίες θέτουν εμπίπτουν ακόμα στην αρμοδιότητα των κρατών μελών.
6. Στην απόφαση της 19ης Ιανουαρίου 1988, Pesca Valentia Limited κατά Minister for Fisheries and Forestry της Ιρλανδίας και Attorney General (223/86, Συλλογή 1988, σ. 83), το Δικαστήριο δέχθηκε ότι, μέχρις ότου αρχίσουν να ισχύουν ορισμένα κοινοτικά μέτρα προβλεπόμενα στον κανονισμό 101/76,
"τα κράτη μέλη μπορούν να εφαρμόζουν τους δικούς τους κανόνες στην αλιεία που πραγματοποιείται στα θαλάσσια ύδατα τα οποία υπάγονται στην κυριαρχία ή τη δικαιοδοσία τους (άρθρο 2) και να καθορίζουν τη διαρθρωτική πολιτική τους στον τομέα αυτό (άρθρο 1). Πρέπει εξάλλου να παρατηρηθεί ότι οι διατάξεις του κανονισμού αναφέρονται στα αλιευτικά σκάφη 'υπό σημαία' , ενός των κρατών μελών ή τα 'νηολογημένα' σε ένα από τα κράτη αυτά, ενώ ο ορισμός των εννοιών αυτών επαφίεται στους νομοθέτες των κρατών μελών.
Κατά συνέπεια, στο παρόν στάδιο της εξελίξεως του κοινοτικού δικαίου, τα κράτη μέλη είναι αρμόδια, στο πλαίσιο των κανόνων του κοινού συστήματος που θεσπίζεται με τον κανονισμό αυτό ή κατ' εφαρμογή των διατάξεών του, προκειμένου να λαμβάνουν μέτρα για τη ρύθμιση της αλιείας στα θαλάσσια ύδατα της δικαιοδοσίας τους από σκάφη που φέρουν τη σημαία τους." (Σκέψεις 13 και 14 της αποφάσεως.)
7. Επομένως, το κοινοτικό δίκαιο δεν περιορίζει την εξουσία που αναγνωρίζει το δημόσιο διεθνές δίκαιο σε κάθε κράτος μέλος να καθορίζει τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες ένα σκάφος μπορεί να φέρει τη σημαία του. Επιπλέον, ο κανονισμός 101/76 επιτρέπει στα κράτη μέλη να λαμβάνουν μέτρα σχετικά με την άσκηση της αλιείας στα θαλάσσια ύδατα της δικαιοδοσίας τους από σκάφη που φέρουν τη σημαία τους. Νομίζω ότι ένας κανόνας που ισχύει ως προς τα ύδατα που υπάγονται στη δικαιοδοσία κράτους μέλους πρέπει, λογικά, να ισχύει και για τις αλιευτικές δραστηριότητες που ασκούν τα ίδια σκάφη στα ύδατα των άλλων κρατών μελών, των τρίτων χωρών και στα διεθνή ύδατα, εφόσον πρόκειται για αλιεύματα που πρόκειται να συμπεριληφθούν στις ποσοστώσεις οι οποίες έχουν χορηγηθεί για τα εν λόγω ύδατα στο κράτος αυτό με κανονισμό της Κοινότητας.
8. Εξάλλου, το δικαίωμα κάθε κράτους να καθορίζει τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες ένα πλοίο μπορεί να φέρει τη σημαία του εξυπονοεί, κατά τη γνώμη μου, το δικαίωμά του να απαιτεί το εν λόγω σκάφος να κινείται έχοντας ως βάση τους λιμένες του.
9. Η ύπαρξη τέτοιου δικαιώματος δεν μπορεί, ειδικότερα, να τεθεί εν αμφιβόλω ενόψει των διατάξεων της Συμβάσεως της Γενεύης της 29ης Απριλίου 1958 περί ανοικτής θαλάσσης. Η σύμβαση αυτή τέθηκε σε ισχύ στις 30 Σεπτεμβρίου 1962 και οκτώ κράτη μέλη, μεταξύ των οποίων το Ηνωμένο Βασίλειο και η Ισπανία, την εχουν επικυρώσει ή έχουν προσχωρήσει σ' αυτή. Το άρθρο 5 της συμβάσεως έχει ως εξής:
"1. Κάθε κράτος καθορίζει τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες χορηγεί στα πλοία την εθνικότητά του καθώς και τις προϋποθέσεις νηολογήσεως και του δικαιώματος να φέρει τη σημαία του. Τα πλοία έχουν την εθνικότητα του κράτους το οποίο τους επέτρεψε να φέρουν τη σημαία του. Πρέπει να υπάρχει συστατικός σύνδεσμος μεταξύ του κράτους και του πλοίου το κράτος οφείλει, ιδίως, να ασκεί πράγματι τη δικαιοδοσία και τον έλεγχό του επί των πλοίων που φέρουν τη σημαία του, στον τεχνικό, διοικητικό και κοινωνικό τομέα.
2. Κάθε κράτος χορηγεί στα πλοία στα οποία έχει χορηγήσει δικαίωμα να φέρουν τη σημαία του τα σχετικά έγγραφα." (Οι υπογραμμίσεις δικές μου.)
10. Το άρθρο 10 της ιδίας συμβάσεως προβλέπει, περαιτέρω, τα εξής:
"1. Κάθε κράτος οφείλει να λαμβάνει, ως προς τα πλοία που φέρουν τη σημαία του, τα αναγκαία μέτρα προς εξασφάλιση της ασφαλείας στη θάλασσα, ιδίως όσον αφορά:
α) τη χρήση των σημάτων, τη διατήρηση των επικοινωνιών και την πρόληψη των συγκρούσεων
β) τη σύνθεση και τις συνθήκες εργασίας των πληρωμάτων, λαμβανομένων υπόψιν των διεθνών συμφωνιών που εφαρμόζονται στον τομέα της εργασίας
γ) την κατασκευή και τον εξοπλισμό του πλοίου, καθώς και την αντοχή του στη θάλασσα.
2. Κατά τη λήψη των μέτρων αυτών, κάθε κράτος μέλος οφείλει να τηρεί τους γενικώς παραδεδεγμένους διεθνείς κανόνες και να θεσπίζει τις αναγκαίες προς διασφάλιση της τηρήσεώς τους διατάξεις."
11. Υπό το φως των διατάξεων αυτών, δεν μπορεί, προφανώς, να κατακριθεί κράτος μέλος το οποίο θεωρεί ότι δεν είναι δυνατή η πραγματοποίηση των προβλεπομένων ελέγχων αν όλα τα σκάφη δεν ελλιμενίζονται, κατά περιόδους, σε ένα από τα λιμάνια του.
12. Θα μπορούσε, βέβαια, να αντιταχθεί ότι οι προϋποθέσεις νηολογήσεως δεν έχουν καμία σχέση με τις προϋποθέσεις χορηγήσεως των αδειών. Δεν αντιλαμβάνομαι, όμως, γιατί δεν θα μπορούσε έν κράτος μέλος να προβλέπει για τη χορήγηση των αδειών προϋπόθεση από την οποία ήδη εξαρτά τη νηολόγηση του σκάφους.
13. Η συχνότητα (τέσσερις φορές ανά εξάμηνο) και το διάστημα που πρέπει να απέχουν μεταξύ τους οι προβλεπόμενες επισκέψεις (τουλάχιστον δεκαπέντε ημέρες) μπορούν να εμποδίσουν ένα τέτοιο σκάφος να προβαίνει σε παροχή υπηρεσιών εντός άλλων κρατών μελών, ιδίως δε να πωλεί τα αλιεύματα σε ισπανικό λιμένα; Αυτό θα μπορούσε να συμβαίνει αν ήταν φυσικώς αδύνατον ή οικονομικώς πολύ επαχθές για ένα σκάφος να πραγματοποιεί τις προβλεπόμενες επισκέψεις σε ένα από τους βρετανικούς λιμένες, να αλιεύει σε ύδατα αρκετά απομακρυσμένα από τους λιμένες αυτούς, όπως τα ευρισκόμενα δυτικώς της Ιρλανδίας, και να πωλεί τα αλιεύματα σε σχετικώς απομακρυσμένους λιμένες, όπως της Ισπανίας. Αν αυτό συνέβαινε, θα συνέτρεχε ίσως, περίπτωση επιβολής μέτρου ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικό περιορισμό επί των εισαγωγών. Το ζήτημα είναι πραγματικό και μόνο το εθνικό δικαστήριο μπορεί να το λύσει. Κατά τη σχετική εκτίμηση, το βρετανικό δικαστήριο μπορεί ανεπιφύλακτα να στηριχθεί στην αρχή ότι το ορθό για ένα βρετανικό πλοίο είναι να αρχίζει και να τελειώνει τις αλιευτικές αποστολές του σε λιμένα του Ηνωμένου Βασιλείου. Δεν συμμερίζομαι την άποψη της Επιτροπής κατά την οποία το να ζητείται από ένα βρετανικό πλοίο να ελλιμενίζεται σε λιμένα του Ηνωμένου Βασιλείου είναι το ίδιο με το να του ζητείται να κάνει παρέκκλιση μέσω Δανίας.
14. Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει επίσης να τονισθεί ότι το σύστημα που προβλέπει ο κανονισμός 101/76, περί θεσπίσεως κοινής διαρθρωτικής πολιτικής στον τομέα της αλιείας, έχει ως σκοπό την εξασφάλιση δικαίου βιοτικού επιπέδου στα άτομα τα οποία πορίζονται τα μέσα διαβιώσεώς τους από την αλιεία (πέμπτη αιτιολογική σκέψη). Μπορεί να θεωρηθεί ότι στην κατηγορία αυτή εμπίπτουν και τα πρόσωπα τα οποία - στην ξηρά, δηλαδή στους λιμένες - εξασφαλίζουν την παροχή των υπηρεσιών τις οποίες έχουν ανάγκη τα σκάφη και οι αλιείς, όπως η πώληση τροφίμων και καυσίμων, η παραγωγή και πώληση πάγου, η συντήρηση και επισκευή των σκαφών, η μεταποίηση και αποστολή των ιχθύων.
15. Η εταιρία Agegate Ltd επισυνήψε, εξάλλου, στις παρατηρήσεις που κατέθεσε στο πλαίσιο της υποθέσεως C-3/87, ογκώδη έγγραφα ((ένορκες δηλώσεις (affidavits), εκθέσεις πραγματογνωμόνων)) που δείχνουν σε ποιο βαθμό θα μπορούσαν να αναπτυχθούν ορισμένοι βρετανικοί λιμένες, ιδίως δε το Milford Haven, αν ελλιμενίζονταν τακτικά σ' αυτούς τα αλιευτικά σκάφη που προηγουμένως ήταν ισπανικά. Η εταιρία Jaderow Ltd επισυνήψε, κι αυτή, στις παρατηρήσεις της αποκόμματα από τον Τύπο με ανάλογο περιεχόμενο. Οι εταιρίες αυτές, επομένως, δεν θεωρούν ότι η προϋπόθεση που απαιτεί περιοδική παρουσία σε βρετανικό λιμένα καθιστά αδύνατη, από οικονομική άποψη, τη διεξαγωγή των επιχειρήσεών τους. Αναφέρουν μόνο ότι ο κανόνας που τους απαγορεύει, επ' απειλή κυρώσεων, να έχουν περισσότερους από 25% Ισπανούς στο πλήρωμα, εμποδίζει τους ελλιμενισμούς αυτούς, και ότι το διάστημα των 15 ημερών που πρέπει να υπάρχει μεταξύ των επισκέψεων είναι μεγάλο.
16. Εν συνεχεία, πρέπει να τονισθεί ότι ο κανονισμός 3796/81 του Συμβουλίου, της 29ης Δεκεμβρίου 1981, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των προϊόντων αλιείας (ΕΕ L 379, σ. 1), δεν θέτει κανόνα που θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι παραβιάζεται με τα βρετανικά μέτρα.
17. Βεβαίως, μολονότι δεν περιέχονται ρητώς στον κανονισμό, οι κανόνες της Συνθήκης περί ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων αποτελούν αυτοδικαίως αναπόσπαστο μέρος της σχετικής ρυθμίσεως, τουλάχιστον μετά την λήξη της μεταβατικής περιόδου (1), όπως υπογραμμίζει, εξάλλου, η τριακοστή αιτιολογική σκέψη του κανονισμού. 'Οπως, όμως, μόλις τονίστηκε το κριτήριο της παρουσίας θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι αντίκειται στο άρθρο 34 της Συνθήκης μόνο σε περίπτωση που το εθνικό δικαστήριο θα κατέληγε στο συμπέρασμα ότι το εν λόγω κριτήριο εμποδίζει πράγματι τα βρετανικά σκάφη να πωλούν τα αλιεύματά τους στους λιμένες άλλων κρατών μελών.
18. Εξάλλου, το άρθρο 27, παράγραφος 2, του κανονισμού 3796/81, στο οποίο αναφέρεται η Επιτροπή, που προβλέπει ότι,
"με την επιφύλαξη άλλων κοινοτικών διατάξεων, τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για να εξασφαλίσουν σε όλα τα αλιευτικά σκάφη, που φέρουν τη σημαία ενός των κρατών μελών, ίσους όρους εισόδου στους λιμένες και στις εγκαταστάσεις του πρώτου σταδίου εμπορίας, καθώς και σε όλους τους εξοπλισμούς και όλες τις σχετικές τεχνικές εγκαταστάσεις",
δεν απαγορεύει στα κράτη μέλη να υποχρεώνουν τα υπό τη δικαιοδοσία τους σκάφη να ελλιμενίζονται τακτικά στους δικούς τους λιμένες.
19. Η γενική προϋπόθεση και τα αποδεικτικά μέσα της περιοδικής παρουσίας των σκαφών σε βρετανικό λιμένα δεν μπορούν εξάλλου να θεωρηθούν ως αντίθετα προς τα άρθρα της Συνθήκης που απαγορεύουν κάθε διάκριση εις βάρος φυσικών ή νομικών προσώπων των άλλων κρατών μελών (άρθρα 7, 48 έως 51, 52 έως 58 ή 59 έως 66), δεδομένου ότι οι κανόνες αυτοί αφορούν μόνο τα σκάφη που είναι νηολογημένα στο Ηνωμένο Βασίλειο και ανήκουν σε εταιρίες βρετανικού δικαίου.
20. Εξάλλου, άρθρο 40, παράγραφος 3, της Συνθήκης, δεν έχει εφαρμογή εν προκειμένω, δεδομένου ότι πρόκειται για εθνικό μέτρο εφαρμοζόμενο σε όλα τα σκάφη και σε όλες τις εταιρίες που ασχολούνται με τη θαλάσσια αλιεία στο εν λόγω κράτος μέλος.
21. 'Οσον αφορά τις γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου στις οποίες αναφέρεται το High Court στο σημείο δ) του δευτέρου μέρους του ερωτήματός του, θα ήθελα να παρατηρήσω τα εξής:
22. Το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι η τήρηση των γενικών αρχών του κοινοτικού δικαίου επιβάλλεται σε κάθε εθνική αρχή επιφορτισμένη με την εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου (βλέπε απόφαση της 27ης Σεπτεμβρίου 1979, Eridania, 230/78, Rec. 1979, σ. 2749). Και αν ακόμα θεωρηθεί ως δεδομένο - καίτοι θα μπορούσε να αμφισβητηθεί - ότι η γενική προϋπόθεση και το κριτήριο της παρουσίας των σκαφών στους λιμένες αποτελούν μέτρα που έχουν θεσπισθεί αποκλειστικώς και μόνο προς εφαρμογή του κοινοτικού καθεστώτος ποσοστώσεων, πρέπει να αναγνωριστεί ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου,
"το πεδίο εφαρμογής της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης δεν μπορεί να επεκταθεί τόσο ώστε να παρακωλύει, κατά τρόπο γενικό, την εφαρμογή των νέων ρυθμίσεων επί των μελλοντικών συνεπειών καταστάσεων που έχουν δημιουργηθεί υπό την προγενέστερη ρύθμιση, και μάλιστα σε έναν τομέα όπως αυτός των κοινών οργανώσεων των αγορών, που συνεπάγεται ακριβώς διαρκή προσαρμογή ανάλογα με τις διακυμάνσεις της οικονομικής καταστάσεως στους διαφόρους τομείς της γεωργίας".
Η πιο πρόσφατη υπόμνηση αυτού του κανόνα έγινε στη σκέψη 19 της αποφάσεως της 20ής Σεπτεμβρίου 1988, Ισπανία κατά Συμβουλίου (203/86), προκειμένου περί εθνικής κανονιστικής ρυθμίσεως, προγενέστερης της προσχωρήσεως της Ισπανίας, που ευνοούσε την αύξηση της γαλακτοκομικής παραγωγής της χώρας αυτής, ενώ οι ποσοστώσεις που είχε αποφασίσει το Συμβούλιο εμπόδιζαν στο εξής την αύξηση αυτή. Νομίζω ότι οι εν λόγω αρχές ισχύουν και προκειμένου περί μέτρου που έχει θεσπιστεί στο πλαίσιο κανονιστικής ρυθμίσεως σχετικής με κοινή οργάνωση των αγορών, στηριζομένης, επίσης, στο άρθρο 43 της Συνθήκης.
23. Περαιτέρω, το Δικαστήριο έκρινε, σε υπόθεση προσφυγής υπαλλήλου (απόφαση της 14ης Ιουνίου 1988, Χριστιανός κατά Δικαστηρίου, 33/87, Συλλογή 1988, σ. 2995), ότι
"ο προσφεύγων δεν μπορεί να επικαλείται την αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης προκειμένου να επιτύχει τη διατήρηση ευεργετημάτων που απολάμβανε στο πλαίσιο προγενέστερης κανονιστικής ρυθμίσεως" (σκέψη 17)
και ότι
"ο υπάλληλος δεν μπορεί να επικαλεστεί την αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης για να αντιταχθεί στην κανονική εφαρμογή μιας νέας κανονιστικής διατάξεως" (σκέψη 23).
24. Επομένως, οι προσφεύγουσες δεν μπορούν να επικαλεσθούν βασίμως την αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.
25. Από τα ανωτέρω προκύπτει, εξάλλου, ότι η γενική προϋπόθεση και το κριτήριο της παρουσίας όχι μόνο δεν έχουν αυθαίρετο χαρακτήρα, αλλ' αντιθέτως, έχουν θεσπιστεί προς εξυπηρέτηση θεμιτού σκοπού, δηλαδή για να εξασφαλιστεί ότι τα σκάφη θα υποβάλλονται στον απαραίτητο τεχνικό, διοικητικό και κοινωνικό έλεγχο και ότι ωφελούμενος από τις οικονομικές συνέπειες των αλιευτικών δραστηριοτήτων τους θα είναι ο τομέας της αλιείας του κράτους του οποίου φέρουν τη σημαία. Καθόσον το κριτήριο της παρουσίας δεν εμποδίζει την πώληση των αλιευμάτων σε λιμένες εκτός Βρετανίας, ακόμη και απομακρυσμένους, δεν μπορεί επίσης, να θεωρηθεί ως δυσανάλογο σε σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό.
26. Στο σημείο ε) του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος, το παραπέμπον δικαστήριο, ζητεί, επίσης, από το Δικαστήριο να εξετάσει το ζήτημα αν τα κράτη μέλη έχουν την εξουσία να λαμβάνουν μέτρα όπως το υπό εξέταση, εν αναφορά προς το άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 170/83, της 25ης Ιανουαρίου 1983, περί θεσπίσεως κοινοτικού καθεστώτος διατηρήσεως και διαχειρίσεως των αλιευτικών πόρων (ΕΕ L 24, σ. 1).
27. 'Οπως τόνισα προηγουμένως στις προτάσεις μου επί της υποθέσεως C-3/87, με το άρθρο αυτό ανατίθεται, ακριβώς, στα κράτη μέλη ο καθορισμός των λεπτομερειών για τη χρησιμοποίηση των ποσοστώσεων που τους έχουν παραχωρηθεί. Για τους λόγους που ανέπτυξα στις ανωτέρω προτάσεις μου, θεωρώ ότι κανονιστική ρύθμιση που θέτει ως προϋπόθεση για την αλίευση των υπαγομένων στην ποσόστωση ειδών ότι η δραστηριότητα αυτή ασκείται με βάση λιμένα της χώρας νηολογήσεως εμπίπτει στη διαχείριση των ποσοστώσεων, όπως ακριβώς και κανονιστική ρύθμιση σχετική με τη σύνθεση των πληρωμάτων τους, καθόσον καθιστά δυνατό τον έλεγχο του αριθμού των σκαφών που επιδίδονται στην αλίευση των υπαγομένων στην ποσόστωση ειδών ιχθύων.
28. Αν οι λεπτομέρειες εφαρμογής μιας τέτοιας κανονιστικής ρυθμίσεως δεν συνιστούν μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικό περιορισμό των εξαγωγών, πράγμα που εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να εξακριβώσει, η ρύθμιση πρέπει να θεωρηθεί ότι συνάδει προς το κοινοτικό δίκαιο και επομένως μπορεί να βρει επαρκές νομικό έρεισμα στο άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 170/83, ακόμα και αν το οικείο κράτος μέλος θα μπορούσε, εν πάση περιπτώσει, να προβεί στη θέσπισή της βάσει της εξουσίας του να καθορίζει τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες ένα πλοίο μπορεί να φέρει τη σημαία του.
29. Επομένως, μπορούμε να καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι εθνική διάταξη η οποία θέτει ως προϋπόθεση για τη χορήγηση αδείας αλιείας σε αλιευτικό σκάφος που φέρει τη σημαία κράτους μέλους ότι το σκάφος αυτό, για να μπορεί να αλιεύει τα υπαγόμενα στην ποσόστωση είδη, πρέπει να ασκεί τις δραστηριότητές του έχοντας ως βάση τη χώρα αυτή και κατά την οποία, ως απόδειξη της τηρήσεως της εν λόγω προϋποθέσεως, απαιτείται η περιοδική παρουσία του σκάφους σε λιμένα αυτής της χώρας δεν είναι ασυμβίβαστη προς το κοινοτικό δίκαιο. Η προϋπόθεση αυτή δεν μπορεί να θεωρηθεί παράνομη ούτε αν εξεταστεί σε σχέση με τις δύο άλλες προϋποθέσεις τις οποίες αφορά η υπόθεση C-3/87, Agegate, τις οποίες θεώρησα νόμιμες.
Β - Επί του κριτηρίου της εκφορτώσεως και της πωλήσεως των αλιευμάτων
30. 'Ενα σκάφος θεωρείται επίσης ότι άσκησε τις δραστηριότητές του έχοντας ως βάση το Ηνωμένο Βασίλειο, τη νήσο Man ή τις νήσους της Μάγχης αν, για κάθε εξάμηνο του ημερολογιακού έτους, τουλάχιστον 50% του βάρους των ιχθύων που καλύπτονται από άδεια έχουν εκφορτωθεί ή πωληθεί σε ένα από τα εδάφη αυτά ή μεταφορτωθεί, μετά από πώλησή τους, εντός των βρετανικών ζωνών αλιείας.
31. Θα ήθελα εξαρχής να πω ότι αυτό το μέσο αποδείξεως είναι, κατά τη γνώμη μου, ασυμβίβαστο προς το άρθρο 34 της Συνθήκης, περί ποσοτικών περιορισμών επί των εξαγωγών και μέτρων ισοδυνάμου αποτελέσματος.
32. Πράγματι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου,
"το άρθρο 34 της Συνθήκης αφορά τα εθνικά μέτρα που έχουν ως σκοπό ή ως αποτέλεσμα να περιορίσουν ειδικώς τα ρεύματα των εξαγωγών και να δημιουργήσουν με αυτό τον τρόπο διαφορά μεταχειρίσεως μεταξύ του εσωτερικού εμπορίου κράτους μέλους και του εξαγωγικού του εμπορίου, έτσι ώστε να διασφαλίζουν ιδιαίτερο πλεονέκτημα στην εθνική παραγωγή ή στην εσωτερική αγορά του ενδιαφερομένου κράτους" (2).
33. Κατά το άρθρο 4, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 802/68 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1968, περί του κοινού ορισμού της εννοίας της καταγωγής των εμπορευμάτων (ΕΕ ειδ. έκδ. 02/001, σ. 20), "θεωρούνται ως καταγόμενα από μία χώρα τα εμπορεύματα, τα λαμβανόμενα ή παραγόμενα εξ ολοκλήρου στη χώρα αυτή". 'Οσον αφορά τα προϊόντα της θαλασσίας αλιείας, η παράγραφος 2, στοιχείο στ), του ιδίου άρθρου ορίζει ότι πρέπει να θεωρούνται ως λαμβανόμενα ή παραγόμενα εξ ολοκλήρου στη χώρα αυτή εφόσον "εξάγονται εκ της θαλάσσης από πλοία που είναι νηολογημένα ή εγγεγραμμένα στη χώρα αυτή και φέρουν τη σημαία της ιδίας αυτής χώρας".
34. Η καταγωγή των ιχθύων καθορίζεται, έτσι, με βάση τη σημαία ή τη νηολόγηση του σκάφους που τους αλιεύει (3). Συνεπώς, τα αλιεύματα των σκαφών που φέρουν τη σημαία του Ηνωμένου Βασιλείου αποτελούν εμπορεύματα καταγωγής Βρετανίας και η εκφόρτωση και η απευθείας πώλησή τους σε άλλο κράτος μέλος, χωρίς να περάσουν από το βρετανικό έδαφος, συνιστούν εξαγωγή.
35. Κατά συνέπεια, κάθε εμπόδιο στην εξαγωγή αυτή απαγορεύεται από το άρθρο 34 της Συνθήκης. Νομίζω ότι το κριτήριο της εκφορτώσεως όπως προβλέπεται εν προκειμένω στη βρετανική κανονιστική ρύθμιση αποτελεί εμπόδιο, υπ' αυτή την έννοια. Η υποχρέωση εκφορτώσεως και πωλήσεως τουλάχιστον του 50% των αλιευμάτων που αλίευσε βρετανικό σκάφος κατά τη διάρκεια ορισμένου διαστήματος στο Ηνωμένο Βασίλειο, στη νήσο Man ή στις νήσους της Μάγχης σημαίνει, στην πράξη, απαγόρευση, ως προς αυτή την ποσότητα, κάθε απευθείας εξαγωγής από το Ηνωμένο Βασίλειο προς άλλα κράτη μέλη. Και αν ακόμα θεωρηθεί ότι δεν συνιστά γνήσιο ποσοτικό περιορισμό επί των εξαγωγών, εφόσον σε τελική ανάλυση δεν εμποδίζει την εξαγωγή, συνιστά, τουλάχιστον, μέτρο ισοδύναμου αποτελέσματος, δεδομένου ότι καθιστά την εξαγωγή δυσχερέστερη, πιο χρονοβόρα και δαπανηρότερη.
36. Δεν συμμερίζομαι την άποψη του Ηνωμένου Βασιλείου, κατά την οποία η σχετική με την εκμετάλλευση προϋπόθεση δεν έχει ούτε ως σκοπό ούτε ως ειδική συνέπεια τον περιορισμό των εξαγωγικών ρευμάτων, δεν καθιερώνει δε διαφορετική μεταχείριση μεταξύ εθνικού εμπορίου και εξαγωγικού εμπορίου. Και αν ακόμα ο σκοπός που επιδιώκει το Ηνωμένο Βασίλειο είναι να αποτρέψει καταστρατήγηση των ποσοστώσεων που του έχουν χορηγηθεί, το βαλλόμενο μέτρο έχει πραγματικές και συγκεκριμένες συνέπειες επί των εξαγωγών, τις οποίες πλήττει ευθέως και κατά τρόπο που συνιστά διάκριση.
37. Κατά τούτο διακρίνεται η παρούσα υπόθεση, μεταξύ άλλων, από τις υποθέσεις Groenveld (4), Oebel (5) και Jongeneel Kaas (6), όπου το Δικαστήριο δεν δέχθηκε την ύπαρξη παραβάσεως του άρθρου 34 παρόλο που προβλήθηκε ότι οι εθνικές κανονιστικές ρυθμίσεις για τις οποίες επρόκειτο είχαν ως συνέπεια τον περιορισμό των εξαγωγών. Αφενός, οι υποθέσεις αυτές αφορούσαν κανονιστική ρύθμιση σχετική με τις προϋποθέσεις παραγωγής ορισμένων εμπορευμάτων και όχι απευθείας με την εξαγωγή τους. Αφετέρου, το Δικαστήριο αναγνώρισε, σε κάθε υπόθεση, ότι οι κανονιστικές αυτές ρυθμίσεις εφαρμόζονταν αντικειμενικώς στην παραγωγή των οικείων εμπορευμάτων, χωρίς διάκριση αναλόγως του αν προορίζονταν για την εθνική αγορά ή για εξαγωγή.
38. 'Οσον αφορά την άλλη δυνατότητα ικανοποιήσεως του κριτηρίου της εκφορτώσεως, δηλαδή τη μεταφόρτωση στο πλαίσιο πωλήσεως εντός των βρετανικών ζωνών αλιείας, είναι επίσης δυνατόν να αποτελεί εμπόδιο των απευθείας εξαγωγών προς άλλα κράτη μέλη, λόγω των καθυστερήσεων και της αυξήσεως του κόστους τις οποίες μπορεί να έχει ως συνέπεια, και επομένως συνιστά μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος απαγορευμένο βάσει του άρθρου 34 της Συνθήκης.
39. Απομένει, συνεπώς, να εξεταστεί αν, όπως για την προϋπόθεση της διαμονής στην υπόθεση C-3/87, Agegate, η ανάγκη να διασφαλιστεί ότι οι ποσοστώσεις αλιείας ενός κράτους μέλους θα χρησιμοποιούνται μόνο από τους κατοίκους αυτού του κράτους μέλους οι οποίοι πορίζονται τα μέσα διαβιώσεώς τους από τις αλιευτικές δραστηριότητες αποτελεί θεμιτό στόχο ικανό να δικαιολογήσει ενδεχόμενη απόκλιση από θεμελιώδη κανόνα της Κοινότητας, εν προκειμένω από την απαγόρευση κάθε ποσοτικού περιορισμού επί των εισαγωγών, καθώς και κάθε μέτρου ισοδυνάμου αποτελέσματος στο εμπόριο εντός της Κοινότητος.
40. Τάσσομαι σαφώς υπέρ της αρνητικής απαντήσεως στο ερώτημα αυτό, τούτο δε για τους ακόλουθους λόγους.
41. Αφενός, η προϋπόθεση κατά την οποία 75% των αλιέων οι οποίοι αλιεύουν στο πλαίσιο των ποσοστώσεων κράτους μέλους οφείλουν να διαμένουν κανονικώς στο εν λόγω κράτος μέλος και ο κανόνας της περιοδικής παρουσίας του σκάφους σε λιμένα της χώρας αυτής αρκούν, νομίζω, για να εξασφαλίσουν ότι από την ποσόστωση αυτού του κράτους μέλους επωφελούνται πράγματι όσοι όντως ανήκουν στη κοινότητα αλιέων του εν λόγω κράτους μέλους. Η πρόσθετη υποχρέωση εκφορτώσεως και πωλήσεως εντός του κράτους μέλους αυτού ορισμένου μέρους των αλιευμάτων των εν λόγω αλιέων υπερβαίνει το μέτρο που είναι αναγκαίο προς επίτευξη του επιδιωκομένου σκοπού. Το γεγονός ότι σε τελική ανάλυση το Ηνωμένο Βασίλειο δεν απαγορεύει τις εξαγωγές και ότι το κριτήριο της εκφορτώσεως αφορά το ήμισυ μόνο των αλιευμάτων αποτελεί σχετικώς απόδειξη εξ αντιδιαστολής.
42. Αφετέρου, το άρθρο 6, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2241/87 του Συμβουλίου, της 23ης Ιουλίου 1987, για τη θέσπιση ορισμένων μέτρων ελέγχου για τις αλιευτικές δραστηριότητες (ΕΕ L 207, σ. 1), ο οποίος κατήργησε και αντικατέστησε τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2057/82, της 29ης Ιουνίου 1982 (ΕΕ L 220, σ. 1) και στηρίζεται στο άρθρο 11 του προαναφερθέντος κανονισμού 170/83, ορίζει ότι "κατά την εκφόρτωση μετά από κάθε ταξίδι, ο πλοίαρχος κάθε αλιευτικού σκάφους συνολικού μήκους μεγαλυτέρου από 10 μέτρα, υπό σημαία κράτους μέλους ή νηολογημένου σε κράτος μέλος, ή ο εντολοδόχος του, υποβάλλουν, στις αρχές του κράτους μέλους του οποίου χρησιμοποιούν τις εγκαταστάσεις εκφόρτωσης, δήλωση, για την ακρίβεια της οποίας είναι υπεύθυνος καταρχήν ο πλοίαρχος, αναφέροντας τουλάχιστον, για κάθε απόθεμα ή ομάδα αποθεμάτων που υπόκεινται σε ΤΑC ή ποσόστωση, τις εκφορτωθείσες ποσότητες και τον τόπο αλιείας σε σχέση με τη μικρότερη ζώνη για την οποία έχει καθοριστεί και τεθεί σε διαχείριση ΤΑC η ποσόστωση".
43. Εξάλλου, κατά το άρθρο 7 του ιδίου κανονισμού, ο πλοίαρχος αλιευτικού σκάφους υπό σημαία κράτους μέλους υποχρεούται να ενημερώνει τις αρχές του κράτους μέλους αυτού σχετικά με τις μεταφορτώσεις ή εκφορτώσεις που έγιναν, ανεξαρτήτως του τόπου εκφορτώσεως και ακόμα και αν αυτός βρίσκεται εκτός του κοινοτικού εδάφους. Σε περίπτωση μεταφορτώσεως εντός λιμένος ή θαλασσίων υδάτων υπαγομένων στην κυριαρχία ή στη δικαιοδοσία κράτους μέλους, ο πλοίαρχος του σκάφους στο οποίο μεταφορτώνεται το εμπόρευμα πρέπει επίσης να ενημερώσει σχετικώς τις αρμόδιες αρχές του εν λόγω κράτους μέλους.
44. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι το ίδιο το σύστημα των ποσοστώσεων προβλέπει ρητώς το δικαίωμα των αλιευτικών σκαφών, αφενός μεν, να εκφορτώνουν τα αλιεύματά τους σε κράτη μέλη αλλά από το κράτος μέλος του οποίου φέρουν τη σημαία, καθώς και απευθείας σε τρίτες χώρες, αφετέρου δε, να τα μεταφορτώνουν εντός λιμένος ή θαλασσίων υδάτων υπαγομένων στη δικαιοδοσία άλλου κράτους μέλους.
45. Νομίζω ότι τα κράτη μέλη δεν δικαιούνται να προβάλλουν την ανάγκη λήψεως μέτρων που να διασφαλίζουν ότι τις ποσοστώσεις "τους" θα χρησιμοποιούν μόνο οι αλιείς "τους", προκειμένου να εμποδίζουν τα σκάφη που φέρουν τη σημαία τους να εκφορτώνουν τα αλιεύματά τους σε άλλα κράτη μέλη ή να τα μεταφορτώνουν εντός λιμένων και θαλασσίων υδάτων υπαγομένων στη δικαιοδοσία άλλων κρατών μελών.
46. Χάριν πληρότητος, θα ήθελα ακόμα να διευκρινήσω ότι η παραπομπή εκ μέρους του Ηνωμένου Βασίλειου στην απόφαση της 14ης Ιουλίου 1976, Kramer (3, 4 και 6/76, Rec. 1976, σ. 1279), στην οποία το Δικαστήριο έκρινε δικαιολογημένο τον περιορισμό του ενδοκοινοτικού εμπορίου που μπορεί βραχυπροθέσμως να συνεπάγεται ο καθορισμός ποσοστώσεων αλιευμάτων, λόγω ακριβώς των μακροπροθέσμων συνεπειών των μέτρων αυτών επί του εμπορίου (7), είναι, κατά τη γνώμη μου, αλισυτελής. Πράγματι, ενώ η απόφαση Kramer αφορούσε τις ίδιες τις ποσοστώσεις αλιείας, κατά το μέτρο που συνεπάγονται, λόγω της ελαττώσεως της αλιευτικής δραστηριότητας την οποία προκαλούν, μείωση των διαθεσίμων - και επομένως εμπορευσίμων - ποσοτήτων ιχθύων, εν προκειμένω η βρετανική κανονιστική ρύθμιση έρχεται να προστεθεί στη μείωση αυτή της "παραγωγής" ιχθύων, περιορίζοντας το εμπόριο των πράγματι αλιευμένων ποσοτήτων ιχθύων.
47. Βάσει όλων των ανωτέρω σκέψεων, προτείνω να δοθεί η ακόλουθη απάντηση στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα:
"Το κοινοτικό δίκαιο δεν απαγορεύει στα κράτη μέλη να εξαρτούν τη χορήγηση αδείας αλιείας στα εγγεγραμμένα στο νηολόγιό τους σκάφη, τα αλιεύματα των οποίων καταλογίζονται στις ποσοστώσεις που τους έχουν χορηγηθεί, από την προϋπόθεση ότι τα σκάφη αυτά ασκούν τις δραστηριότητές τους έχοντας ως βάση το εν λόγω κράτος και ότι ελλιμενίζονται, επομένως, κατά περιόδους σε λιμένα του κράτους αυτού.
Αντιθέτως, το άρθρο 34 της Συνθήκης ΕΟΚ έχει την έννοια ότι δεν επιτρέπει στα κράτη μέλη να εξαρτούν τη χορήγηση αδείας αλιείας από την προϋπόθεση εκφορτώσεως και πωλήσεως τουλάχιστον του 50% κατά βάρος των ιχθύων για την αλίευση των οποίων χορηγείται η άδεια σε λιμένα του κράτους μέλους του οποίου τη σημαία φέρει το σκάφος, ή μεταφορτώσεως του ιδίου ποσοστού αλιευμάτων, κατόπιν πωλήσεως, εντός των ζωνών αλιείας του εν λόγω κράτους μέλους."
Επί του δευτέρου ερωτήματος
48. Με το δεύτερο ερώτημα, το εθνικό δικαστήριο ερωτά, κατ' ουσίαν, αν οι αρμόδιες αρχές του οικείου κράτους μέλους δικαιούνται να αποκλείουν, όσον αφορά την τήρηση της σχετικής με την εκμετάλλευση προϋποθέσεως, την εξέταση κάθε άλλου στοιχείου μαρτυρούντος την ύπαρξη οικονομικού ή δημοσιονομικού συνδέσμου μεταξύ του σκάφους, των πλοιοκτητών του και του εν λόγω κράτους μέλους.
49. Το ερώτημα αυτό υποβλήθηκε επειδή η εταιρία Jaderow, προσφεύγουσα της κυρίας δίκης, θεωρεί ότι η ύπαρξη ουσιαστικού συνδέσμου (genuine link) ή πραγματικού οικονομικού συνδέσμου μεταξύ του σκάφους και του κράτους μέλους νηολογήσεως αποδεικνύεται επαρκώς από το γεγονός ότι η πλοιοκτήτρια εταιρία του σκάφους (ή των σκαφών) εδρεύει στο Ηνωμένο Βασίλειο καθώς και ότι στη χώρα αυτή πληρώνει φόρο επί των κερδών της και φόρο προστιθεμένης αξίας.
50. Είναι βέβαιο ότι όλα αυτά τα στοιχεία μαρτυρούν την ύπαρξη οικονομικού συνδέσμου μεταξύ του Ηνωμένου Βασιλείου και των εν λόγω σκαφών από την απλή ανάγνωση, όμως, του άρθρου 5 της συμβάσεως περί ανοικτής θαλάσσης προκύπτει ότι δεν μπορεί να προσαφθεί στο εν λόγω κράτος μέλος ότι κακώς θεωρεί ότι τα στοιχεία αυτά δεν καθιστούν, αφεαυτών, δυνατή την αποτελεσματική άσκηση της δικαιοδοσίας του και του ελέγχου του επί των πλοίων που φέρουν τη σημαία του στον τεχνικό, διοικητικό και κοινωνικό τομέα.
51. Δεν πρέπει να λησμονείται, σχετικώς, ότι οι χώρες που χορηγούν τις λεγόμενες σημαίες ευκαιρίας απαιτούν, κι αυτές, οι πλοιοκτήτριες εταιρίες των σκαφών που είναι νηολογημένα στις εν λόγω χώρες να έχουν την έδρα τους στις χώρες αυτές και να πληρώνουν τους φόρους που προβλέπει ο νόμος.
Επομένως, προτείνω να δοθεί η ακόλουθη απάντηση στο δεύτερο ερώτημα:
"Το γεγονός ότι οι αρχές ενός κράτους μέλους εφαρμόζουν τη σχετική με την εκμετάλλευση προϋπόθεση κατά τέτοιον τρόπο ώστε να αποκλείεται να ληφθούν υπόψη άλλα στοιχεία μαρτυρούντα την ύπαρξη οικονομικού ή δημοσιονομικού συνδέσμου μεταξύ του σκάφους, των πλοιοκτητών του και του εν λόγω κράτους μέλους δεν επιδρά επί του ζητήματος αν η εν λόγω προϋπόθεση συνάδει προς το κοινοτικό δίκαιο."
(*) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
(1) Υπ' αυτή την έννοια, η απόφαση της 14ης Ιουλίου 1976, Kramer και λοιποί, σκέψη 54 (3, 4 και 6/76, Rec. 1976, σ. 1279).
(2) Βλέπε απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 1984, Jongeneel Kaas κατά Κάτω Χωρών, σκέψη 22 (237/83, Συλλογή 1984, σ. 483).
(3) Απόφαση της 28ης Μαρτίου 1985, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου, σκέψη 18 (100/84, Συλλογή 1985, σ. 1169).
(4) Apevarg tgs 8gs Noelbqiou 1979, Groenveld κατά Produktschap voor Vee en Vlees (15/79, Rec. 1979, σ. 3409).
(5) Apevarg tgs 14gs Ioukiou 1981, Oebel (155/80, Συλλογή 1981, σ. 1993).
(6) Apevarg tgs 7gs Uebqouaqiou 1984, Jongeneel Kaas κατά Κάτω Χωρών (237/83, Συλλογή 1984, σ. 483).
(7) Βλέπε σχετικώς και την απόφαση της 16ης Ιουνίου 1987, Romkes, σκέψη 24 (46/86, Συλλογή 1987, σ. 2671).
Full & Egal Universal Law Academy