Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1. Με αίτηση που υποβλήθηκε στις 4 Ιουνίου 1986 κατ' εφαρμογή του άρθρου 90, παράγραφος 1, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων, ο προσφεύγων, εκθέτοντας ότι υπέστη στις 2 Ιουνίου 1986 επίθεση εκ μέρους του ιεραρχικού προϊσταμένου του Wilkinson, ζήτησε από την Επιτροπή να κινήσει πειθαρχική διαδικασία κατά του τελευταίου. Κατόπιν της σιωπηρής απόρριψης αυτής της αιτήσεως, ο προσφεύγων υπέβαλε στις 27 Νοεμβρίου 1986 διοικητική ένσταση δυνάμει του άρθρου 90, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως. Η διοικητική αυτή ένσταση απορρίφθηκε επίσης σιωπηρά από την Επιτροπή. Κατόπιν αυτού προσέφυγε ενώπιον του Δικαστηρίου ζητώντας κατ' ουσία:
α) να ακυρώσει την απόφαση με την οποία απορρίφθηκε η διοικητική του ένσταση?
β) να διαπιστώσει ότι η Επιτροπή δεν ερεύνησε με τη δέουσα επιμέλεια τις αιτήσεις που υπέβαλε?
γ) να υποχρεώσει την Επιτροπή να αποκαταστήσει την ηθική βλάβη και την υλική ζημία που υπέστη.
Ι - Επί του παραδεκτού
2. Η Επιτροπή αντιτάσσει στην προσφυγή πραγματικά "πυρά φραγμού" από ενστάσεις απαραδέκτου σε σημείο που η εξέταση των δικονομικών ζητημάτων, μερικά των οποίων μου φαίνεται ότι αντικατοπτρίζουν υπερβολική τυπολατρία και κάποιο πνεύμα στρεψοδικίας, να καταλήγει να υπερισχύει της εκτιμήσεως της ουσίας της υποθέσεως.
3. Α.- Η Επιτροπή ισχυρίζεται καταρχάς ότι η προσφυγή είναι απαράδεκτη κατά το μέτρο που στρέφεται κατά σιωπηρής απόφασης απορρίψεως διοικητικής ενστάσεως: απόφασης η οποία, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου (βλέπε απόφαση της 28ης Μαΐου 1980 στις υποθέσεις 33 και 75/79, Κuhner, Racc.1980,σ. 1677, και aaπόφαση της 9ης Δεκεμβρίου 1982 στην υπόθεση 191/81, Ρlug, Συλλογή 1982,σ. 4245), είναι απρόσβλητη εφόσον είναι απλώς βεβαιωτική προηγουμένης πράξεως - ή παραλείψεως - η οποία αποτελεί ήδη αντικείμενο της διοικητικής ενστάσεως.
4. Φρονώ ότι η ένσταση αυτή δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Καταρχάς, όπως προκύπτει τόσο από τα αιτήματα της προσφυγής, όσο, ιδίως, από το μέρος όπου εκτίθεται η αιτιολογία, το αληθινό αντικείμενο του ενδίκου βοηθήματος είναι στην προκειμένη περίπτωση η απόφαση της Επιτροπής να μη χορηγήσει στον ενδιαφερόμενο τη βοήθεια που ζήτησε δυνάμει του άρθρου 24 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων. Κατόπιν αυτού, μπορεί κατά την άποψή μου να κριθεί ότι ο προσφεύγων θέλησε να προσβάλει τις δύο πράξεις με τις οποίες - όπως προκύπτει από την ίδια την προσφυγή - συγκεκριμενοποιήθηκε αυτή η άρνηση βοηθείας : δηλαδή τόσο η σιωπηρή απόρριψη της αιτήσεως της 4ης Ιουνίου 1986, όσο και η απόρριψη, επίσης σιωπηρή, της μεταγενέστερης διοικητικής ενστάσεως της 27ης Νοεμβρίου 1986.
5. Επιτρέψτε μου όμως να προσθέσω μερικές σκέψεις γενικής φύσεως επί της επιχειρηματολογίας της Επιτροπής. Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι η απόρριψη μιας διοικητικής ενστάσεως επιβεβαιώνει την προηγούμενη απόφαση, η οποία αποτέλεσε ήδη αντικείμενο της ενστάσεως. Αυτό όμως που δεν μου φαίνεται ορθό είναι η μεταφορά στην απόφαση που απορρίπτει τη διοικητική ένσταση της δικονομικής αρχής, σύμφωνα με την οποία οι αμιγώς βεβαιωτικές πράξεις δεν είναι προσβλητές. Οπως είναι γνωστό, πράγματι, η αρχή αυτή αποσκοπεί στο να αποφευχθεί η δυνατότητα καταστρατηγήσεως της αδυναμίας προσβολής της πράξεως, η οποία κατέστη οριστική λόγω παρελεύσεως της προθεσμίας ασκήσεως προσφυγής. Αυτή θα ήταν συγκεκριμένα η περίπτωση αν ο αποδέκτης μιας αποφάσεως ήδη οριστικής επιζητούσε, υποβάλλοντας νέα αίτηση, να επιτύχει απόφαση ταυτόσημου περιεχομένου με την πρώτη, κατά της οποίας θα ασκούσε στη συνέχεια ένδικο βοήθημα. Πρέπει επομένως να διαπιστωθεί ότι ο υπάλληλος, ασκώντας εμπροθέσμως διοικητική ένσταση, δεν αποβλέπει προφανώς στο να καταστρατηγήσει με ένα τέχνασμα τη δημοσίας τάξεως κανονιστική ρύθμιση, η οποία ορίζει τις προθεσμίες ασκήσεως προσφυγής κατά των πράξεων. Αντιθέτως μάλιστα, η προηγούμενη άσκηση διοικητικής ενστάσεως συνιστά υποχρέωση, την οποία οφείλει ο υπάλληλος να τηρεί κατ' εφαρμογή του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως για να διατηρήσει την ευχέρεια μεταγενέστερης προσφυγής ενώπιον του Δικαστηρίου. Ωσαύτως, η απορριπτική απόφαση της διοικητικής ενστάσεως δεν μπορεί να θεωρηθεί για τον ενδιαφερόμενο μέσο καταχρηστικής δημιουργίας ενδίκου βοηθήματος, του οποίου θα είχε χάσει την προθεσμία ασκήσεώς του αν δεν είχε εκδοθεί η απόφαση αυτή, αλλά μάλλον ουσιώδης προϋπόθεση παραδεκτού της εν λόγω προσφυγής (άρθρο 91, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως).
6. Υπό το φως αυτών των σκέψεων δεν μπορώ, κατά τη γνώμη μου, να συμμεριστώ την άποψη περί απροσβλήτου καθαυτό χαρακτήρα της απορριπτικής αποφάσεως της διοικητικής ενστάσεως, κατά το μέτρο που δεν κάνει τίποτε άλλο παρά να επιβεβαιώνει την προσβαλλομένη πράξη. Αυτό άλλωστε είναι απολύτως σύμφωνο και με το γράμμα του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως το οποίο, στο άρθρο 90, παράγραφος 2, ορίζει ότι κατά της σιωπηρής απορριπτικής απόφασης "δύναται να ασκηθεί" ένδικη "προσφυγή".
7. Ισως να είναι περαιτέρω σκόπιμο να υπενθυμίσω ότι, σε ορισμένες έννομες τάξεις όπως στην ιταλική και γαλλική έννομη τάξη, που προβλέπουν ή προέβλεψαν το σύστημα της "προηγούμενης υποχρεωτικής διοικητικής ενστάσεως", το γεγονός ότι οι απορριπτικές αποφάσεις μιας διοικητικής ενστάσεως - είτε είναι σιωπηρές είτε ρητές - υπόκεινται σε προσφυγή, ουδέποτε αμφισβητήθηκε (1).
8. Οσον αφορά τις μνημονευθείσες αποφάσεις της 28ης Μαΐου 1980 και της 9ης Δεκεμβρίου 1982, δεν νομίζω ότι έχουν το περιεχόμενο που τους δίδει η Επιτροπή. Πράγματι, στην υπόθεση Κuhner υπήρχαν δύο απορριπτικές αποφάσεις της διοικητικής ενστάσεως, μία σιωπηρή και η άλλη, μεταγενέστερη, ρητή και δύο χωριστές ένδικες προσφυγές που στρέφονταν αντίστοιχα κατά των προαναφερθεισών απορριπτικών αποφάσεων. Στην υπόθεση αυτή, η Επιτροπή ορθώς επικαλέστηκε το βεβαιωτικό χαρακτήρα της δευτέρας απορριπτικής αποφάσεως σε σχέση με την πρώτη και, κατά συνέπεια, το απαράδεκτο της δεύτερης προσφυγής. Επρόκειτο όμως για υπόθεση διαφορετική από την παρούσα, τόσο διότι αφορούσε δύο απορριπτικές αποφάσεις μιας μόνο διοικητικής ενστάσεως (και όχι δύο απορριπτικές αποφάσεις που αφορούν η μία την "αίτηση" και η άλλη τη "διοικητική ένσταση"), όσο και διότι υφίσταντο δύο χωριστές ένδικες προσφυγές, ταυτόσημες όμως κατ' ουσία, από τις οποίες η δεύτερη ήταν απαράδεκτη δυνάμει της αρχής ne bis in idem.
Οσον αφορά την απόφαση Ρlug, πρέπει να παρατηρηθεί ότι σ' αυτή την υπόθεση το ένδικο αίτημα ακυρώσεως της σιωπηρής απορριπτικής αποφάσεως της διοικητικής ενστάσεως είχε το ίδιο περιεχόμενο με άλλα αιτήματα που στρέφονταν, στο πλαίσιο της ίδιας προσφυγής, κατά των βασικών αποφάσεων που αποτέλεσαν αντικείμενο της διοικητικής ενστάσεως. Στην υπόθεση αυτή ήταν άρα δυνατό, για λόγους οικονομίας της δίκης, να αγνοηθεί το πρώτο αίτημα και να κριθεί η ουσία μόνο βάσει των δύο άλλων αιτημάτων, που είχαν εν πάση περιπτώσει το ίδιο αντικείμενο.
Συμπερασματικά, στα δύο αυτά νομολογιακά προηγούμενα, η προσφυγή (ή το αίτημα) που στρεφόταν κατά της απορριπτικής αποφάσεως της διοικητικής ενστάσεως αποτελούσε επανάληψη άλλης προσφυγής (ή άλλου αιτήματος). Αυτό σημαίνει ότι το απαράδεκτο της πρώτης - διότι το Δικαστήριο έκρινε εν πάση περιπτώσει την υπόθεση με τη δεύτερη - δεν είχε ως συνέπεια να παραλύσει τελείως η ένδικη βοήθεια, πράγμα που αντιθέτως θα συνέτρεχε στην προκειμένη περίπτωση.
9. Πρέπει τέλος να υπομνηστεί ότι πλην αυτών των νομολογιακών προηγουμένων υφίστανται και άλλα όπου ούτε η Επιτροπή ούτε το Δικαστήριο είχαν αμφιβολία για το παραδεκτό των προσφυγών που είχαν αποκλειστικά ως αντικείμενο απορριπτική απόφαση μιας διοικητικής ενστάσεως (ως παράδειγμα που πλησιάζει περισσότερο στην προκειμένη υπόθεση βλέπε απόφαση της 14ης Ιουνίου 1979 στην υπόθεση 18/78, ., V., Racc. 1979, σ. 2093).
10. Β- Η Επιτροπή παρατηρεί δεύτερον ότι ο προσφεύγων δεν στηρίχθηκε ρητά στη διοικητική του ένσταση επί του άρθρου 24 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως ούτε προέβαλε κανένα αίτημα αποζημιώσεως. Επομένως, η προσφυγή που ασκήθηκε στη συνέχεια είναι απαράδεκτη στο σύνολό της ή μερικώς, κατά το μέρος που εισάγει νέο γεγονός (αντίστοιχα: την παράβαση του άρθρου 24 και το αίτημα αποκαταστάσεως) που δεν αποτέλεσε αντικείμενο διοικητικής αμφισβητήσεως πριν από την άσκηση της προσφυγής.
11. Παρατηρώ ευθύς αμέσως ότι οι δικονομικοί αυτοί λόγοι αποτελούν αντανάκλαση πολύ τυπολατρικής ερμηνείας της αρχής της ταυτότητας του αντικειμένου και της αιτίας μεταξύ της διοικητικής ενστάσεως και της μεταγενέστερης ένδικης προσφυγής. Πρόκειται για ερμηνεία που δεν μου φαίνεται να είναι σύμφωνη με το πνεύμα των κανόνων του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, όπως έχει ερμηνευθεί από τη νομολογία του Δικαστηρίου.
Θα πρέπει σχετικά να διατυπωθούν οι εξής παρατηρήσεις. Ο τύπος και το περιεχόμενο της διοικητικής ενστάσεως δεν έχουν τυπικό χαρακτήρα. Το Δικαστήριο έχει πράγματι υπογραμμίσει (απόφαση που εκδόθηκε στις 9 Μαρτίου 1978 στην υπόθεση 54/77,Ηerpels, Racc. 1978, σ. 585) ότι "στο στάδιο της διοικητικής διαδικασίας που προηγείται της δίκης και ρυθμίζεται από το άρθρο 90 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως πρόκειται για συζήτηση μεταξύ του υπαλλήλου, ο οποίος ενεργεί χωρίς τη βοήθεια δικηγόρου, και της διοικήσεως"? από αυτό συνάγεται ότι "οι τυχόν διοικητικές ενστάσεις δεν υπόκεινται σε καμιά προϋπόθεση τύπου και ότι το περιεχόμενό τους πρέπει, όπως έχει επανειλημμένα κρίνει το Δικαστήριο, να ερμηνεύεται και να νοείται από τη Διοίκηση με όλη την επιμέλεια που οφείλει να επιδεικνύει ένας καλώς επανδρωμένος μεγάλος οργανισμός στα πρόσωπα που υπόκεινται στη δικαιοδοσία του, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και τα μέλη του προσωπικού του" (σκέψεις 46 και 47).
12. Αυτό είναι άλλωστε συνεπές με το σκοπό, που προσιδιάζει στη διοικητική αυτή διαδικασία, να επιτρέψει στο θεσμικό όργανο να γνωρίζει το ουσιώδες αντικείμενο των παραπόνων ή των επιθυμιών του υπαλλήλου για να μπορέσουν οι ενδεχόμενες διαφορές να ρυθμισθούν φιλικά και εντός της ίδιας της Διοικήσεως, χωρίς να χρειαστεί προσφυγή στο δικαστικό έλεγχο.
Η αρχή της ταυτότητας του αντικειμένου και της αιτίας μεταξύ της διοικητικής ενστάσεως και της προσφυγής δεν μπορεί επομένως να ερμηνευθεί κατά τρόπο τόσο αυστηρό ώστε να αλλοιώνει τη φύση της διαδικασίας του άρθρου 90, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, μεταβάλλοντας ένα μέσο το οποίο επινοήθηκε απλώς ως "προκαταρκτικό μέσο συμβιβασμού" σ' ένα είδος προβλέψεως της μεταγενέστερης δίκης.
13. Από τις προηγούμενες σκέψεις προκύπτει - όπως έχει υπογραμμίσει επανειλημμένα το Δικαστήριο (βλέπε αποφάσεις της 23ης Ιανουαρίου 1986, Rasmussen, 173/84, Συλλογή 1986, σ. 197. της 7ης Μαΐου 1986, Rihoux, 52/85, Συλλογή 1986, σ. 1555?της 23ης Οκτωβρίου 1986, Schwiering, 142/85, Συλλογή 1986, σ. 3199?της 20ης Μαΐου 1987, Geist, 242/85, Συλλογή 1987, σ. 2181) - το περιεχόμενο της διοικητικής ενστάσεως δεν δεσμεύει κατά τρόπο οριστικό και αυστηρό την ενδεχόμενη ένδικη διαδικασία, έτσι ώστε ο ενδιαφερόμενος να μπορεί να καθορίσει και να αναπτύξει ενώπιον των δικαστών τις αιτιάσεις που ήδη έχει εκθέσει κατά την προηγούμενη διοικητική φάση προβάλλοντας λόγους ακυρώσεως και επιχειρήματα τα οποία, και αν ακόμη δεν διατυπώνονται στην ίδια τη διοικητική ένσταση, συνδέονται άμεσα με αυτή. Με άλλα λόγια, αυτό σημαίνει ότι ο υπάλληλος δεν είναι υποχρεωμένος να εξειδικεύσει στη διοικητική του ένσταση όλες τις νομοτεχνικές συνέπειες του αιτήματός του? είναι έργο μάλλον του θεσμικού οργάνου - το οποίο έχει τη δυνατότητα και την υποχρέωση να το πράξει - να συναγάγει και να εκτιμήσει αυτές τις συνέπειες "με όλη την επιμέλεια την οποία πρέπει να επιδεικνύει ένας καλώς επανδρωμένος μεγάλος οργανισμός έναντι αυτών που υπάγονται στη δικαιοδοσία του". Από αυτά συνάγεται ότι κατά την ένδικη διαδικασία είναι παραδεκτά νέα αιτήματα και νέοι λόγοι υπό την προϋπόθεση ότι συνδέονται αντικειμενικά με το περιεχόμενο της διοικητικής ενστάσεως που υποβλήθηκε προηγουμένως στην έρευνα της διοικήσεως.
14. Αν γίνουν σκέψεις a contrario, θα πρέπει ακολούθως να παρατηρηθεί ότι μια διαφορετική λύση, η οποία θα τόνιζε το βάρος που υπέχει ο υπάλληλος να προσδιορίζει το περιεχόμενο της διοικητικής ενστάσεως, θα κινδύνευε να έχει αντίκτυπο κατά τρόπο ανεπιεική επί της προστασίας των δικαιωμάτων του. Πράγματι, αφενός μεν, θα ήταν αυτός υποχρεωμένος να εκθέτει ήδη στη διοικητική του ένσταση το σύνολο των αιτημάτων και λόγων που προτίθεται ενδεχομένως να προβάλει εκ νέου κατά την ένδικη διαδικασία? αφετέρου, το θεσμικό όργανο θα μπορούσε ευχερώς να περιοριστεί στην απόρριψη της διοικητικής ενστάσεως (όπως άλλωστε μια προηγούμενη τυχόν αίτηση) σιωπηρά, αποφεύγοντας επομένως τελείως να εκφρασθεί επί του περιεχομένου της, διατηρώντας όμως τη δυνατότητα να εμποδίσει κάθε μεταγενέστερη προσφυγή, προβάλλοντας το απαράδεκτο των λόγων που δεν αναπτύχθηκαν στο προηγούμενο αυτό στάδιο.
15. Υπό το φως αυτών των προκαταρκτικών παρατηρήσεων, θα εξετάσω κάθε μια από τις προαναφερθείσες ενστάσεις απαραδέκτου. Οσον αφορά την ένσταση η οποία στηρίζεται στην έλλειψη ρητής αναφοράς της διοικητικής ενστάσεως στο άρθρο 24 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, αρκεί να παρατηρηθεί ότι η έλλειψη αυτή δεν φαίνεται αποφασιστική κατά το μέτρο που, στο διάστημα της διοικητικής διαδικασίας που προηγήθηκε της δίκης, ο προσφεύγων, επικαλούμενος επίθεση εκ μέρους του ιεραρχικού ανωτέρου του και ζητώντας από την Επιτροπή να επέμβει με πειθαρχική διαδικασία, είχε ζητήσει σιωπηρά τη βοήθεια της Επιτροπής για την προσβολή που υπέστη. Η ένσταση αυτή πρέπει επομένως να απορριφθεί.
16. Οσον αφορά την ένσταση η οποία στηρίζεται στο νέο χαρακτήρα της αιτήσεως επανορθώσεως των επελθουσών ζημιών, από την προσφυγή προκύπτει, σαφέστερα δε από το υπόμνημα απαντήσεως, ότι το αίτημα αυτό διαρθρώνεται στην πραγματικότητα σε τρία διαφορετικά κεφάλαια. Θα τα ερευνήσω χωριστά.
17. α) Καταρχάς, ο προσφεύγων, στηριζόμενος στο άρθρο 24, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, επικαλείται την εις ολόκληρον ευθύνη του θεσμικού οργάνου για τη ζημία που του επέφερε ο δράστης της επιθέσεως. Η υποχρέωση επανορθώσεως που προβλέπει η προαναφερθείσα διάταξη αποτελεί εκδήλωση του ευρυτάτου καθήκοντος βοηθείας το οποίο οφείλει η διοίκηση έναντι των υπαλλήλων. Ετσι, όπως υπογραμμίστηκε πιο πάνω, για να τηρήσει ακριβώς αυτό το καθήκον της κάλεσε ο προσφεύγων την Επιτροπή με τη διοικητική του ένσταση. Κατά συνέπεια, δεν νομίζω ότι επικαλούμενος ο προσφεύγων ενώπιον του Δικαστηρίου την ειδική υποχρέωση αποζημιώσεως, εισήγαγε πράγματι νέο γεγονός σε σχέση με το αντικειμενικό πεδίο της διοικητικής διαδικασίας που προηγείται της προσφυγής. Αλλωστε, πιστεύω ότι πρέπει να αναγνωριστεί ότι η Επιτροπή ήταν απολύτως σε θέση να γνωρίζει ότι η αίτηση βοηθείας που διατυπώθηκε κατά τρόπο γενικό στη διοικητική ένσταση μπορούσε να έχει, δυνάμει του δευτέρου εδαφίου της προαναφερθείσας διάταξης του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, συνέπειες ως προς την αποκατάσταση των ζημιών που υπέστη.
18. β) Δεύτερον, ο προσφεύγων προβάλλει την ευθύνη της Επιτροπής για τη ζημία που του προκάλεσε η απορριπτική απόφαση της διοικητικής του ενστάσεως: απόφαση την οποία θεωρεί πλημμελή για παράβαση του άρθρου 24 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι κανένα αίτημα επανορθώσεως με τέτοιο αντικείμενο δεν διατυπώθηκε στη διοικητική ένσταση. Είναι όμως επίσης αναμφισβήτητο ότι το αίτημα αποζημιώσεως έχει χαρακτήρα παρεπόμενο σε σχέση με το αίτημα περί ακυρώσεως της βλαπτικής πράξεως, διότι στηρίζεται στην ίδια causa petendi (στην παράβαση του άρθρου 24 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως). Αυτή η στενή σχέση επιβεβαιώνεται εξάλλου από το γεγονός ότι το ενδεχόμενο απαράδεκτο της προσφυγής ακυρώσεως θα είχε ως αναπότρεπτη συνέπεια το απαράδεκτο της αγωγής αποζημιώσεως. Φρονώ λοιπόν ότι, για να είναι η τελευταία παραδεκτή, αρκεί "το ανίσχυρο της ίδιας πράξεως η οποία προσβλήθηκε στη συνέχεια με προσφυγή ακυρώσεως να αναφέρθηκε στο πλαίσιο της διοικητικής ενστάσεως" (βλέπε υπό την έννοια αυτή τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Capotorti στην υπόθεση Curtis, 167/80, Συλλογή 1981, σ. 1533, απόφαση της 4ης Ιουνίου 1981, Συλλογή 1981, σ. 1499).
19. Αυτά άλλωστε είναι σύμφωνα με τις παρατηρήσεις που έκανα πιο πάνω σχετικά με τη φύση και το σκοπό του συστήματος των μέσων έννομης προστασίας που προβλέπει ο κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως. Πράγματι, άπαξ και επικαλέστηκε ο προσφεύγων στη διοικητική του ένσταση την παρανομία μιας πράξεως, η διοίκηση δεν μπορεί να μην τελεί εν γνώσει του γεγονότος ότι η παρανομία αυτή, αν αποδειχθεί, μπορεί να συνεπιφέρει την ευθύνη της για τις ζημιογόνες συνέπειες που προκύπτουν από την εν λόγω πράξη. Το Δικαστήριο δέχθηκε υπό την έννοια αυτή στην απόφαση που εξέδωσε στις 22 Οκτωβρίου 1975 στην υπόθεση Μeyer-Burkhardt (9/75, Racc. 1975, σ. 1171) ότι σε περίπτωση απορρίψεως μιας διοικητικής ενστάσεως σχετικά με τη νομιμότητα μιας βλαπτικής πράξεως, επιτρέπεται στον ενδιαφερόμενο να υποβάλει στο Δικαστήριο τη διαφορά τόσο όσον αφορά τη νομιμότητα της ίδιας αυτής πράξεως όσο και ως προς τις τυχόν χρηματικές συνέπειες. Η απόφαση που εκδόθηκε στις 9 Μαρτίου 1978 στην υπόθεση Ηerpels (54/77, Racc. 1978, σ. 585) είναι ακόμη πιο ρητή: επρόκειτο για το παραδεκτό του αιτήματος επανορθώσεως, το οποίο δεν είχε διατυπωθεί στην προηγούμενη διοικητική ένσταση? το Δικαστήριο έκρινε:
"... από το δικόγραφο προκύπτει ότι το αίτημα αυτό δεν είχε διατυπωθεί παρά μόνο για την περίπτωση της ακυρώσεως της προσβαλλομένης αρνήσεως, έτσι ώστε δεν υπήρχε ανάγκη να έχει ήδη ρητά μνημονευθεί στις διοικητικές ενστάσεις που απηύθυνε ο προσφεύγων στην καθής?
ότι, εξάλλου, έχει σημασία να μπορεί να κρίνει το Δικαστήριο την ορθότητα τέτοιας φύσεως αιτημάτων?
ότι, επομένως, πρέπει να γίνει δεκτό το αίτημα αποκαταστάσεως της ζημίας."
20. Είναι αληθές ότι με την απόφαση της 4ης Ιουλίου 1985 (Αmmann, 174/83, Συλλογή 1985, σ. 2133) το Δικαστήριο έκρινε διαφορετικά, καταλήγοντας στο απαράδεκτο μιας αγωγής αποζημιώσεως (της ζημίας που προέκυψε από την επίπτωση της νομισματικής υποτιμήσεως επί των χρηματικών δικαιωμάτων που καταβλήθηκαν καθυστερημένα) επειδή το αίτημα αυτό δεν είχε διατυπωθεί στην προηγούμενη διοικητική ένσταση. Είναι εντούτοις παράδοξο ότι το συμπέρασμα αυτό αιτιολογήθηκε με αναφορά σε σκέψη της αποφάσεως Μeyer-Burckhardt, η οποία - όπως είδαμε - κατέληξε στο σημείο αυτό σε λύση αντίθετη αποκλείοντας το παραδεκτό του ενδίκου βοηθήματος το οποίο απέβλεπε συγχρόνως στην αποζημίωση και στην ακύρωση, μόνο κατά το μέτρο που το βοήθημα αυτό δεν ασκήθηκε εντός της προθεσμίας των τριών μηνών μετά την απόρριψη της διοικητικής ενστάσεως. Αλλά, πέραν αυτού του παραδόξου, η θέση που έλαβε η απόφαση Αmmann φαίνεται να καθοδηγήθηκε από μια πολύ αυστηρή άποψη όσον αφορά τον κανόνα της αντιστοιχίας της προηγουμένης διοικητικής διαδικασίας και της ένδικης διαδικασίας. Η άποψη αυτή κινδυνεύει, όπως είδαμε, να επιβαρύνει την υποχρέωση που υπέχει ο προσφεύγων, χωρίς εντούτοις να περιορίζει τη μεγάλη ελευθερία τύπου και περιεχομένου που απολαύει η διοίκηση στην απάντηση που δίνει στις διοικητικές ενστάσεις. Νομίζω λοιπόν ότι είναι προτιμότερο να θεωρηθεί η απόφαση Αmmann μεμονωμένη περίπτωση και όχι σημείο μεταστροφής της νομολογίας σε σχέση με την άποψη που υιοθέτησε στις υποθέσεις Μeyer-Burckhardt και Ηerpels.
Φρονώ κατά συνέπεια ότι το αίτημα αποζημιώσεως που διατυπώνει ο προσφεύγων και το οποίο στηρίζεται στην παρανομία της απορριπτικής αποφάσεως που έλαβε η Επιτροπή έναντι αυτού είναι παραδεκτό.
21. Πρέπει εξάλλου να παρατηρηθεί ότι η Επιτροπή προβάλλει το απαράδεκτο αυτού του ειδικού αιτήματος αποζημιώσεως λόγω επίσης του ότι έχει παρεπόμενο χαρακτήρα σε σχέση με το αίτημα ακυρώσεως που είναι επίσης απαράδεκτο. Πρόκειται προφανώς για αιτίαση που είναι αβάσιμη, κατά το μέτρο που το ακυρωτικό αίτημα είναι, όπως είδαμε, παραδεκτό. Επιπλέον, φρονώ ότι η Επιτροπή, υπογραμμίζοντας τον παρεπόμενο χαρακτήρα του ενός αιτήματος σε σχέση με το άλλο, εξασθενίζει την άποψή της για την ανάγκη διατυπώσεως ήδη στη διοικητική ένσταση του αιτήματος αποζημιώσεως.
22. γ) Ο προσφεύγων ζητεί, τρίτον, την επανόρθωση της ζημίας που του προκάλεσε η αμέλεια που επέδειξε η διοίκηση στη διερεύνηση του αιτήματος που της υπέβαλε. Πρόκειται για αίτημα αποζημιώσεως, διαφορετικό από τα δύο προηγούμενα, το οποίο στηρίζεται στην ευθύνη της διοικήσεως η οποία προκύπτει όχι από παράνομη πράξη, αλλά μάλλον από υπαίτια συμπεριφορά, η οποία σχηματίσθηκε κατά τρόπο γενικό από τη βραδύτητα λήψεως ορισμένων μέτρων.
23. Μια τέτοια αγωγή αποζημιώσεως έχει, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, χαρακτήρα ανεξάρτητο (βλέπε απόφαση της 13ης Ιουλίου 1972, Ηeinemann, 79/71, Racc. 1972, σ, 579 και ιδίως τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Roemer), και "υπόκειται σε προϋποθέσεις ασκήσεως που επινοήθηκαν ενόψει του σκοπού της". Η αγωγή αυτή "δεν υπόκειται στις προθεσμίες του άρθρου 91 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως" (στην απόφαση της 28ης Μαΐου 1970, Richez-Parise, 19, 20, 25 και 30/69, Racc. 1970, σ. 325, το Δικαστήριο έκρινε, παραδείγματος χάρη, παραδεκτή αγωγή αποζημιώσεως λόγω πταίσματος της διοικήσεως η οποία διατυπώθηκε με το υπόμνημα απαντήσεως)? περαιτέρω, "εφόσον πρόκειται εδώ για προσφυγή πλήρους δικαιοδοσίας, το Δικαστήριο, έστω και ελλείψει κανονικών αιτημάτων, έχει την εξουσία ..., εφόσον συντρέχει ανάγκη, να υποχρεώσει αυτεπαγγέλτως (τη διοίκηση) στην καταβολή αποζημιώσεως για τη ζημία που προκλήθηκε από πταίσμα της υπηρεσίας" (βλέπε αποφάσεις της 9ης Ιουλίου 1970, Fiehn, 23/69, Racc. 1970, σ. 547, και της 27ης Οκτωβρίου 1987, Ηouyoux, 176 και 177/86, Συλλογή 1987, σ. 4333).
Επί τη βάσει αυτών των στοιχείων φρονώ ότι μπορεί κανείς να καταλήξει, χωρίς να χρειάζεται περισσότερη ανάπτυξη, ότι ο προσφεύγων δεν χρειαζόταν να διατυπώσει αυτό το ειδικό αίτημα αποζημιώσεως στο διοικητικό στάδιο που προηγήθηκε της προσφυγής, πολύ περισσότερο αφού, κατά το χρόνο υποβολής της διοικητικής ενστάσεως, το πταίσμα που συνίσταται στο γεγονός ότι διερευνήθηκε με ολιγωρία δεν μπορούσε να είχε ακόμη τελεσθεί.
24. Η Επιτροπή παρατηρεί επίσης σε σχέση με την αγωγή αποζημιώσεως ότι ο προσφεύγων, τροποποιώντας το αίτημα αποζημιώσεως με το υπόμνημα απαντήσεως, με την αύξηση του ποσού του από 2 500 σε 6 050 Εcu, υπέβαλε αίτημα νέο και, κατά συνέπεια, απαράδεκτο. Πρέπει όμως να παρατηρηθεί ότι, στο αίτημά του απαντήσεως, ο προσφεύγων δεν επικαλέσθηκε, για να στηρίξει την καταγγελλόμενη ζημία, διαφορετικούς λόγους από εκείνους που αναφέρει, έστω και με αόριστη διατύπωση, στο εισαγωγικό της δίκης δικόγραφο, δηλαδή την εις ολόκληρο ευθύνη της Επιτροπής βάσει του άρθρου 24 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, την παράβαση του καθήκοντος βοηθείας και την ολιγωρία στη διερεύνηση του φακέλου. Απλώς διευκρίνισε αυτούς τους λόγους, καταλήγοντας σε εκτίμηση διαφορετική, υψηλότερη, της ζημίας. Επομένως, δεν πρόκειται για νέο αίτημα (mutatio libelli) ούτε για ουσιώδη μεταβολή του αρχικού αιτήματος, αλλά μάλλον για απλή διόρθωση του αιτήματος αυτού, το οποίο δεν τροποποιεί ούτε την αιτία ούτε το αντικείμενο και η οποία δεν έχει άρα ως συνέπεια να αρχίσει νέο πεδίο έρευνας και να καταστήσει έτσι δυσχερέστερη την άμυνα της αντιδίκου. Πράγματι, η τελευταία δεν χρειάστηκε ούτε να διορθώσει τη γραμμή άμυνάς της, αφού περιορίστηκε να επαναλάβει, στο υπόμνημα ανταπαντήσεώς της, τα επιχειρήματα που είχε ήδη εκθέσει για το αβάσιμο των αιτιάσεων και των αξιώσεων του προσφεύγοντος.
Θεωρώ επομένως νόμιμο και σύμφωνο με τις αρχές που διέπουν την ορθή διεξαγωγή της δίκης να κριθεί παραδεκτό το αίτημα αποζημιώσεως όπως τροποποιήθηκε με το υπόμνημα απαντήσεως.
25. Γ- Και ήδη εισέρχομαι στην έρευνα της τελευταίας ενστάσεως απαραδέκτου που προβάλλει η Επιτροπή.
Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι η προσφυγή είναι απαράδεκτη κατά το μέτρο που αποσκοπεί να υποχρεώσει το Δικαστήριο να επιβάλει την υποχρέωση στην Επιτροπή να κινήσει πειθαρχική διαδικασία.
26. Οπως τόνισα ήδη πιο πάνω, το ειδικό αίτημα λήψεως πειθαρχικών μέτρων έναντι του Wilkinson, που διατύπωσε ο προσφεύγων στην αίτησή του και τη διοικητική του ένσταση, πρέπει να θεωρηθεί ότι εντάσσεται στο πλαίσιο ενός ευρυτέρου αιτήματος, με το οποίο επιζητείται η πραγματική βοήθεια της Επιτροπής. Επομένως, η μεταγενέστερη ένδικη προσφυγή πρέπει να νοηθεί ότι αποβλέπει στη διαπίστωση της παρανομίας, για παράβαση του άρθρου 24 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, των αποφάσεων που απέρριψαν την αίτηση και τη διοικητική ένσταση. Θεωρώ λοιπόν την ένσταση αβάσιμη.
27. Εξάλλου, πρέπει να τονίσω ότι εν πάση περιπτώσει η άσκηση πειθαρχικής αγωγής δεν μπορεί να απόκειται - όπως ισχυρίζεται η Επιτροπή - στην απόλυτη διακριτική της εξουσία. Ετσι νομίζω, παραδείγματος χάρη, ότι το Δικαστήριο θα μπορούσε να κρίνει παράνομη τη μη έναρξη πειθαρχικής διαδικασίας κατά υπαλλήλου σε περιπτώσεις που θα προέκυπτε ότι η απόφαση αυτή αντανακλά μεροληψία της Διοικήσεως έναντι του εν λόγω υπαλλήλου.
ΙΙ - Επί της ουσίας
28. Ο προσφεύγων ισχυρίζεται επί της ουσίας ότι:
α) ότι η απόφαση περί απορρίψεως της διοικητικής του ενστάσεως είναι ασυμβίβαστη προς το άρθρο 24 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως?
β) ότι εν πάση περιπτώσει η έλλειψη επιμελείας με την οποία εξήτασε η Επιτροπή την αίτησή του συνιστά παράνομη συμπεριφορά.
Βάσει δε των λόγων ακυρώσεως που εκτέθηκαν υπό τα στοιχεία α) και β) ο προσφεύγων ζητεί επιπλέον να υποχρεωθεί η Επιτροπή να επανορθώσει την υλική ζημία και την ηθική βλάβη που του προκάλεσε.
29. Οσον αφορά το λόγο ακυρώσεως που εκτίθεται υπό στοιχείο α), νομίζω ότι στην περίπτωση αυτή ο προσφεύγων δεν μπορεί νομίμως να επικαλεστεί παράβαση του καθήκοντος βοηθείας εκ μέρους του οικείου θεσμικού οργάνου. Πράγματι, η Επιτροπή έλαβε υπόψη, δικαίως:
- το γεγονός ότι ο προσφεύγων ο ίδιος αναγνώρισε, στην αίτησή του, ότι ήταν υπεύθυνος για το επίδικο επεισόδιο με την άρνησή του - η οποία άλλωστε είναι αντίθετη προς τους κανόνες της υπηρεσίας - να υπογράψει την απόδειξη των εκθέσεων κρίσεως για τις περιόδους 1981 έως 1983 και 1983 έως 1985, απόδειξη την οποία είχε άλλωστε στο παρελθόν συστηματικά αποφύγει?
- το γεγονός ότι μολονότι είχε ζητήσει την παρέμβαση της διοικήσεως υπέρ αυτού, αρνήθηκε στη συνέχεια να της παράσχει οποιαδήποτε συνδρομή, μη παρέχοντας ούτε στην αίτηση ούτε στο πλαίσιο της διερευνήσεως της διοικητικής του ενστάσεως κανένα στοιχείο ικανό να αποδείξει την αλήθεια της δικής του εκδοχής των πραγματικών περιστατικών, ειδικότερα δε τους ισχυρισμούς ως προς τη βίαιη συμπεριφορά του ιεραρχικού προϊσταμένου του.
30. Είναι αληθές ότι ο προσφεύγων προσπάθησε να δικαιολογήσει το γεγονός ότι δεν ανέφερε μάρτυρες κατά τη διοικητική διαδικασία από το φόβο ασκήσεως πιέσεων από την Επιτροπή επί των μαρτύρων αυτών. Δεν μπορεί να αποκλεισθεί ότι ο φόβος αυτός μπορεί να είναι αληθινός. Πρέπει όμως να τονισθεί ότι τέτοιες πιέσεις, αν υπήρξαν - όπως άλλωστε και κάθε άλλη παράλειψη της διοικητικής έρευνας - θα εύρισκαν τη φυσική θεραπεία τους στο πλαίσιο του συνόλου των μέσων έννομης προστασίας που προβλέπει ο κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως, αλλά δεν μπορούσαν εν πάση περιπτώσει να απαλλάξουν τον υπάλληλο από το βάρος της αποδείξεως του βασίμου των ισχυρισμών του. Εξάλλου, πρέπει να διευκρινιστεί ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση ο κίνδυνος πιέσεων εκ μέρους της Επιτροπής μπορούσε το πολύ να δικαιολογήσει τους ενδοιασμούς που επέδειξε ο προσφεύγων κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας, όχι όμως και το γεγονός ότι, ακόμη και στη μεταγενέστερη ένδικη διαδικασία, δεν προσκόμισε το παραμικρό στοιχείο για να στηρίξει τους ισχυρισμούς του και προπαντός το αίτημα βοηθείας που απηύθυνε στη διοίκηση. Κατά συνέπεια, φρονώ ότι μπορώ να καταλήξω στο ότι η Επιτροπή, απορρίπτοντας τη διοικητική ένσταση του προσφεύγοντος, δεν παραβίασε το άρθρο 24 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως.
31. Επίσης δεν πιστεύω ότι μπορεί να θεωρηθεί ότι η απορριπτική αυτή απόφαση συνεπήγαγε στη συγκεκριμένη περίπτωση παράβαση του καθήκοντος αρωγής το οποίο, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου (βλέπε απόφαση της 23ης Οκτωβρίου 1986, Schwiering, 321/85, Συλλογή 1986, σ. 3199), νοείται ως υποχρέωση να λαμβάνεται υπόψη, κατά την έκδοση μιας αποφάσεως, όχι μόνο το συμφέρον της υπηρεσίας αλλά και το συμφέρον του ενδιαφερομένου υπαλλήλου. Πράγματι, όπως προκύπτει από το έγγραφο που απέστειλε στις 15 Μαΐου 1987 ο Ηay, γενικός διευθυντής της γενικής διευθύνσεως προσωπικού και διοικήσεως, η Επιτροπή έκρινε ότι η σπουδαιότητα κάθε επεισοδίου πρέπει να τοποθετείται στις σωστές του διαστάσεις και ναι μεν απέρριψε το αίτημα του προσφεύγοντος, εξάλλου δε αποφάσισε επίσης να μη δοθεί συνέχεια στο αίτημα κινήσεως πειθαρχικής διαδικασίας κατά του προσφεύγοντος. Λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι ο ίδιος ο προσφεύγων αναγνώρισε στην αίτησή του ότι αρνήθηκε να υπογράψει την απόδειξη παραλαβής των εκθέσεων κρίσεώς του - γεγονός που αποτελεί παράβαση υπηρεσιακής υποχρεώσεως - φρονώ ότι μπορεί να συναχθεί ότι η Επιτροπή γενικά έλαβε υπόψη το συμφέρον του προσφεύγοντος όταν αποφάσισε να μη λάβει στη συγκεκριμένη περίπτωση κανένα μέτρο ούτε ευνοϊκό ούτε δυσμενές έναντί του.
32. Οσον αφορά το λόγο ακυρώσεως που εκτίθεται πιο πάνω υπό το στοιχείο β), σχετικά με την παράβαση του καθήκοντος επιμελείας εκ μέρους της Επιτροπής, πρέπει να υπογραμμιστεί, κατά τρόπο γενικό, ότι ενόψει επεισοδίων που διαταράσσουν την καλή λειτουργία της υπηρεσίας, το θεσμικό όργανο είναι υποχρεωμένο να επέμβει διεξάγοντας εγκαίρως έρευνες κατά τρόπο εμπεριστατωμένο και αμερόληπτο και λαμβάνοντας τα κατάλληλα μέτρα (βλέπε απόφαση της 14ης Ιουνίου 1979, V., 18/78, Racc. 1979, σ. 2093). Σε περίπτωση τέτοιου είδους γεγονότων, η διοίκηση δεν θα πρέπει επομένως να περιοριστεί μόνο σε αμιγώς προκαταρκτικές διαπιστώσεις, οι οποίες συνίστανται στη συλλογή των αντιτιθεμένων δηλώσεων των ενδιαφερομένων μερών, αλλά θα πρέπει να προχωρήσει σε αντικειμενικές εξακριβώσεις, για να μπορέσει να στηρίξει τις κρίσεις της και τις αποφάσεις της σε πιο στερεά αποδεικτικά στοιχεία.
33. Πρέπει να διαπιστωθεί ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση η Επιτροπή δεν προσπάθησε να διενεργήσει τέτοιου είδους εξακριβώσεις? εξάλλου, θα ήταν τουλάχιστον ευκτέο να είχε καλέσει η Επιτροπή συντομότερα τους ενδιαφερομένους υπαλλήλους, αντί να το πράξει μόνο μετά την υποβολή της διοικητικής ενστάσεως, και να είχε γνωστοποιήσει ρητώς στον προσφεύγοντα τη δική της εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών.
34. Πάντως, όπως έχουν τα πράγματα, πρέπει να θεωρηθεί ότι το θεσμικό όργανο διαθέτει περιθώριο διακριτικής εξουσίας για να προσδιορίσει την ανακριτική διαδικασία που πρέπει να ακολουθηθεί σε συγκεκριμένη περίπτωση? πράγματι, μόνον αυτό μπορεί να εκτιμήσει τη σκοπιμότητα της ενεργείας του, λαμβανομένου επίσης υπόψη του πλαισίου εντός του οποίου πρόκειται να εξελιχθεί η ενέργεια αυτή.
Ετσι, όπως τόνισα πιο πάνω, στη συγκεκριμένη περίπτωση η Επιτροπή, στηριχθείσα στα στοιχεία που της παρέσχον οι ενδιαφερόμενοι, έκρινε ότι έπρεπε - τούτο δε επίσης, σε τελική ανάλυση, προς το ειδικό συμφέρον του προσφεύγοντος - να τοποθετηθεί στην πραγματική της αξία η σπουδαιότητα του επεισοδίου. Η Επιτροπή ενισχύθηκε ασφαλώς στην άποψή της αυτή από το γεγονός ότι, όπως είδαμε, καθόλη τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας, όπως άλλωστε επίσης και ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν εμφανίστηκε κανένα στοιχείο που να μπορεί να προσδώσει στο επεισόδιο σπουδαιότητα πραγματικά ικανή να αλλοιώσει την ομαλή λειτουργία της υπηρεσίας.
35. Από την άποψη αυτή φρονώ ότι υφίσταται σημαντική διαφορά σε σχέση με την προαναφερθείσα υπόθεση V., όπου εξακριβώθηκε με βεβαιότητα ότι δημιουργήθηκε βιαία λογομαχία μεταξύ υπαλλήλων, οι οποίοι υπέστησαν επίσης προσωπικές βλάβες και όπου κατά συνέπεια το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν προέβη σε άμεσες εξακριβώσεις αποτελούσε, όπως τόνισε το Δικαστήριο, υπαίτια παράλειψη. Είναι όμως προφανές ότι στην υπόθεση αυτή επρόκειτο για γεγονός το οποίο, ήδη εκ πρώτης όψεως, ενείχε άλλη βαρύτητα, υπό το πρίσμα επίσης των ενδεχομένων ευθυνών των υπαλλήλων που ενεπλάκησαν στο επεισόδιο.
36. Αντιθέτως, νομίζω ότι τα πραγματικά περιστατικά στην προκειμένη περίπτωση, όπως εκτέθηκαν από τους διαδίκους, δεν ήταν τέτοιας φύσεως ώστε να μη μπορούν ν' αφήσουν στην Επιτροπή καμιά επιλογή όσον αφορά τη διενέργεια ερευνών και εξακριβώσεων. Τούτο δε πολύ περισσότερο κατά το μέτρο που το θεσμικό όργανο έκρινε ότι, στην περίπτωση αυτή, ήταν εν πάση περιπτώσει προτιμητέο να αποφευχθεί η λήψη οποιουδήποτε μέτρου έναντι των ενδιαφερομένων.
Κατά συνέπεια, μολονότι μπορούσε - και υπό άλλες περιστάσεις ασφαλώς όφειλε - να προωθήσει περισσότερο την έρευνά της, είμαι της γνώμης ότι στην περίπτωση που αφορά η παρούσα προσφυγή το θεσμικό όργανο παρέμεινε εντός των ορίων της διακριτικής του εξουσίας εκτιμήσεως των πραγματικών περιστατικών και καταστάσεων την οποία διαθέτει και ότι σε τελική ανάλυση δεν μπορεί να του καταλογισθεί γνήσια παράβαση του καθήκοντος επιμελείας.
37. Είναι τέλος προφανές ότι, κατά το μέτρο που δεν υφίσταται τίποτε το παράνομο στην ενέργεια της Επιτροπής, το αίτημα επανορθώσεως των ζημιών που υπέστη ο προσφεύγων πρέπει να απορριφθεί.
ΙΙΙ - Επί των δικαστικών εξόδων
38. Η Επιτροπή ζήτησε την καταδίκη του προσφεύγοντος στο σύνολο των δικαστικών εξόδων, επειδή η προσφυγή είχε κακόβουλο χαρακτήρα. Νομίζω ότι το αίτημα αυτό πρέπει να απορριφθεί, όχι μόνο διότι, κατά τη γνώμη μου, η Επιτροπή ηττήθηκε σε πολλά ζητήματα παραδεκτού τα οποία ήγειρε, αλλά και διότι υφίστατο αντικειμενικό συμφέρον να ερευνήσει το Δικαστήριο, σε μια τόσο λεπτή περίπτωση, αν το θεσμικό όργανο ενήργησε εντός των ορίων της συνήθους επιμελείας κατά την έρευνα της αιτήσεως που υπέβαλε ο προσφεύγων.
Βάσει των σκέψεων που εκτέθηκαν πιο πάνω, καταλήγω να προτείνω στο Δικαστήριο:
α) να κρίνει την προσφυγή παραδεκτή?
β) να την απορρίψει κατ' ουσία?
γ) να ορίσει ότι κάθε διάδικος θα φέρει τα δικά του δικαστικά έξοδα.
(*) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ιταλική.
(1) Βλέπε Chapus, R.: Droit du contentieux administratif, Paris, 1982, σ. 202, Cassarino, S.:Il processo amministrativo, Milano, 1984, σ. 1160, και υπό την ίδια έννοια, Cannada Bartoli, E.: Encyclopedie du droit, σ. 856. Για τη νομολογία βλέπε. Conseil d' Etat Sect. 30 Μαρτίου 1973, Gen, σ. 269, ΑJDΑ 1973, σ. 268, conclusions. G. Guillaume, και Consiglio di Stato, VI, 3 Μαρτίου 1970, n* 185. Είναι σαφώς δεδομένο, έστω και αν οι διδόμενες αιτιολογίες είναι διαφορετικές, ότι η απορριπτική απόφαση της διοικητικής ενστάσεως - είτε είναι σιωπηρά είτε είναι ρητή - είναι προσβλητή με προσφυγή: γίνεται επίκληση, αφενός, του χαρακτήρα υποκαταστάσεως της απορριπτικής αποφάσεως σε σχέση με την αρχική απόφαση, αφετέρου δε, του νέου χαρακτήρα της λόγω του ότι προέρχεται από διαφορετικό όργανο από εκείνο που εξέδωσε την αρχική απόφαση και ότι ελήφθη, καθ' υπόθεση, κατόπιν ad hoc έρευνας και νέας εκτιμήσεως των νομικών και πραγματικών περιστατικών.
Full & Egal Universal Law Academy