Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Το άρθρο 49, παράγραφος 1, του ελληνικού νόμου 1089, της 12ης Νοεμβρίου 1980, προβλέπει τη σύσταση Ενώσεως Εμπορικών και Βιομηχανικών Επιμελητηρίων Ελλάδος (ΕΕΒΕΕ). Σύμφωνα με το άρθρο 49, παράγραφος 3, στοιχείο γ), του νόμου, ένα από τα καθήκοντα της ΕΕΒΕΕ είναι:
"η κατόπιν αποφάσεως του Υπουργού Εμπορίου συγκέντρωσις και παροχή στοιχείων εις τας εξουσιοδοτημένας δια την διενέργειαν πράξεων επί του συναλλάγματος Τραπέζας, επί τω τέλει αποτελεσματικού ελέγχου κατά την εκτέλεσιν του έργου του προβλεπομένου εις την παράγραφον 3 του άρθρου 1 του νόμου 936/1979 "περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως των περί εξωτερικού εμπορίου διατάξεων κλπ".
Το άρθρο 49, παράγραφος 6, ρυθμίζει τους πόρους από τους οποίους η ΕΕΒΕΕ αντλεί τα αναγκαία για την εκπλήρωση των καθηκόντων της ποσά. Σύμφωνα με το άρθρο 49, παράγραφος 6, στοιχείο β),, το ύψος του τέλους που εισπράττει η ΕΕΒΕΕ για τις υπηρεσίες που παρέχει σύμφωνα με το άρθρο 49, παράγραφος 3, στοιχείο γ), καθορίζεται με απόφαση του Υπουργού Εμπορίου το εισπραττόμενο ποσό κατανέμεται "μεταξύ των συμπραττόντων εις την επεξεργασίαν των στοιχείων φορέων" - δηλαδή, προφανώς, μεταξύ των συμμετεχόντων στην 'Ενωση Εμπορικών και Βιομηχανικών Επιμελητηρίων.
Οι λεπτομέρειες εισπράξεως του τέλους καθορίστηκαν με την εγκύκλιο του Υπουργού Εμπορίου ΕΓ/8324/2714 της 10ης Δεκεμβρίου 1980, η οποία αναφέρεται ρητώς στην προσχώρηση της Ελλάδος στην ΕΟΚ και στις απαιτήσεις του άρθρου 30 και επομένων της Συνθήκης ΕΟΚ. Σύμφωνα με την παράγραφο Ι αυτής, ανατίθεται στις μεσολαβούσες τράπεζες να διενεργούν, κατά τη χορήγηση εγκρίσεως εισαγωγής ή την καταβολή της αξίας του εισαγομένου αγαθού, έλεγχο συναλλάγματος προς διασφάλιση των συναλλαγματικών δικαιωμάτων της Ελληνικής Δημοκρατίας. Σύμφωνα με την παράγραφο ΙΙ, στοιχείο β), της εγκυκλίου, το ύψος του τέλους ανέρχεται στο 0,1% της αξίας CΙF του τιμολογίου εισαγωγής, με ελάχιστο όριο 250 δρχ. και ανώτατο όριο 5 000 δρχ. 'Οταν η εισαγωγή ή ο διακανονισμός γίνεται για λογαριασμό ΝΠΔΔ, εισπράττεται μόνο το ήμισυ του κανονικού τέλους αν γίνεται για λογαριασμό του Δημοσίου δεν εισπράττεται κανένα παράβολο. Τα εισπραττόμενα ποσά αποστέλλονται στην Τράπεζα της Ελλάδος, η οποία τηρεί ειδικό λογαριασμό, το ποσό του οποίου κατανέμεται με αποφάσεις του Υπουργού.
Η Επιτροπή κίνησε τη διαδικασία του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΟΚ κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου που προβλέπει το άρθρο 28 της πράξεως προσχωρήσεως της Ελληνικής Δημοκρατίας στις Κοινότητες (στο εξής:πράξη προσχωρήσεως), το οποίο ορίζει: "Κάθε φορολογική επιβάρυνση ισοδυνάμου αποτελέσματος προς εισαγωγικό δασμό, η οποία επιβάλλεται μετά την 1η Ιανουαρίου 1979, στις εμπορικές συναλλαγές μεταξύ της Κοινότητος στην παρούσα της σύνθεση και της Ελλάδος, καταργείται την 1η Ιανουαρίου 1981".
Η διαδικασία ακολούθησε τη συνήθη πορεία. Στο έγγραφο οχλήσεως της 26ης Μαρτίου 1984 η Επιτροπή διατύπωσε το κύριο επιχείρημά της, ότι δηλαδή το εν λόγω ελληνικό τέλος αποτελεί επιβάρυνση ισοδυνάμου αποτελέσματος προς εισαγωγικό δασμό και είναι, συνεπώς, αντίθετο προς το άρθρο 28 της πράξεως προσχωρήσεως. Ακολούθησε η έκδοση αιτιολογημένης γνώμης και η κατάθεση της προσφυγής ενώπιον του Δικαστηρίου (υπόθεση 138/85). Μετά το πέρας της έγγραφης διαδικασίας στην υπόθεση αυτή και απαντώντας σε γραπτή ερώτηση του Δικαστηρίου, η Ελληνική Κυβέρνηση κατέθεσε νομοθετικά κείμενα από τα οποία προκύπτει ότι το επίδικο τέλος προβλεπόταν ήδη από το 1947. 'Ετσι εξαιρούνταν, προφανώς, τα προσβαλλόμενα μέτρα από το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 28 της πράξεως προσχωρήσεως (καθόσον το εν λόγω άρθρο αναφέρεται σε επιβαρύνσεις που "επιβάλλονται μετά την 1η Ιανουαρίου 1979").
Εν πάση περιπτώσει, η Επιτροπή απέσυρε την προσφυγή της στην υπόθεση 138/85, η οποία διεγράφη από το πρωτόκολλο του Δικαστηρίου με Διάταξη της 3ης Οκτωβρίου 1986. Μέχρι τότε όμως, η Επιτροπή είχε κινήσει νέα διαδικασία βάσει του άρθρου 169, η οποία στηρίχτηκε, αυτή τη φορά, στο άρθρο 29 της πράξεως προσχωρήσεως, το οποίο προβλέπει προοδευτική κατάργηση, με διαδοχικές μειώσεις, των επιβαρύνσεων ισοδυνάμου αποτελέσματος προς εισαγωγικούς δασμούς κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου και την οριστική κατάργησή τους την 1η Ιανουαρίου 1986.
Στο νέο έγγραφο οχλήσεως (8 Αυγούστου 1986), η Επιτροπή προσδιόρισε ως νομική βάση της προσφυγής της "το άρθρο 29 της πράξεως προσχωρήσεως σε συνδυασμό με το άρθρο 13 της Συνθήκης ΕΟΚ", παρέπεμψε όμως στα επί της ουσίας επιχειρήματα που είχε διατυπώσει στην υπόθεση 138/85, όπου, μεταξύ άλλων, αναφερόταν στο άρθρο 28 της πράξεως προσχωρήσεως. Η ελληνική κυβέρνηση απάντησε αμφισβητώντας το κύρος του εγγράφου οχλήσεως επειδή αναφέρεται σε επιχειρηματολογία που αναπτύχθηκε σε άλλη, νομικά περατωθείσα, υπόθεση. Η Επιτροπή συνέχισε την προδικασία σύμφωνα με το άρθρο 169 της Συνθήκης και στην αιτιολογημένη γνώμη ανέπτυξε το σύνολο της νομικής της επιχειρηματολογίας. Μετά από απάντηση της ελληνικής κυβερνήσεως. η οποία αμφισβήτησε το έγγραφο οχλήσεως τόσο από πλευράς παραδεκτού όσο και από πλευράς ουσίας, η Επιτροπή άσκησε την υπό κρίση προσφυγή, στις 29 Ιουλίου 1987, ζητώντας από το Δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι η Ελληνική Δημοκρατία, εισπράττοντας τέλος για τον έλεγχο των τιμών των εισαγομένων από άλλα κράτη μέλη της Κοινότητας προϊόντων, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 12 και επόμενα της Συνθήκης ΕΟΚ και το άρθρο 29 της πράξεως προσχωρήσεως.
Η ελληνική κυβέρνηση αμφισβητεί το παραδεκτό της προσφυγής για το λόγο ότι, παραπέμποντας στην υπόθεση 138/85, με το έγγραφο οχλήσεως της 8ης Αυγούστου 1986 παραβιάστηκε η διαδικασία του άρθρου 169, καθόσον στέρησε από την ελληνική κυβέρνηση τη δυνατότητα να απαντήσει πλήρως, σ' εκείνο το στάδιο διαδικασίας, στις προβαλλόμενες κατ' αυτής αιτιάσεις, επικαλούμενη την υπόθεση 45/64, Επιτροπή κατά Ιταλίας (ΕCR 1965, σ. 857, στις σσ. 864 και 865 υπόθεση 20/59, Ιταλία κατά Ανωτάτης Αρχής (ΕCR 1960, σ. 325, στις σσ. 338 και 339, υπόθεση που αφορούσε το άρθρο 38 της Συνθήκης ΕΚΑΧ) και την υπόθεση 31/69, Επιτροπή κατά Ιταλίας (ΕCR 1970, σ. 25, ιδίως σ. 33, σκέψη 13). Η Επιτροπή επιμένει ότι τηρήθηκαν οι διαδικαστικές προϋποθέσεις του άρθρου 169 και ισχυρίζεται, χωρίς να ζητεί από το Δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι συντελέστηκε σχετικώς παραβίαση της Συνθήκης, ότι η ελληνική κυβέρνηση δεν ανταποκρίθηκε στην υποχρέωση συνεργασίας που επιβάλλεται να επιδεικνύουν τα κράτη μέλη βάσει του άρθρου 5 της Συνθήκης ΕΟΚ.
Μολονότι η ελληνική κυβέρνηση υπογραμμίζει δικαίως τη σημασία του εγγράφου οχλήσεως, το οποίο πρέπει να παρέχει στο κράτος μέλος στο οποίο απευθύνεται επαρκή στοιχεία ως προς την ουσία των κατ' αυτού αιτιάσεων, θεωρώ ότι στην παρούσα υπόθεση δεν χωρεί αμφιβολία ότι η ελληνική κυβέρνηση είχε πλήρως και δεόντως ενημερωθεί ως προς την ουσία της επιχειρηματολογίας της Επιτροπής. Η προσφυγή στην υπόθεση 138/85, η οποία αναφερόταν στις ίδιες ακριβώς νομοθετικές διατάξεις, απεσύρθη - όπως το γνωρίζει η ελληνική κυβέρνηση - για το μοναδικό λόγο ότι, σε προχωρημένο στάδιο της διαδικασίας, η ελληνική κυβέρνηση κατέθεσε στοιχεία βάσει των οποίων η Επιτροπή συνήγαγε το συμπέρασμα ότι η προσφυγή της έπρεπε να στηριχτεί στο άρθρο 29 παρά στο άρθρο 28 της πράξεως προσχωρήσεως.
Παρά την παραπομπή που γίνεται με το έγγραφο οχλήσεως στην επιχειρηματολογία που είχε προηγουμένως αναπτυχθεί - παραπομπή η οποία κατά τη γνώμη μου δεν ήταν παραπλανητική - θεωρώ ότι οι ουσιώδεις διαδικαστικές εγγυήσεις του άρθρου 169 υπέρ των κρατών μελών δεν παραβιάστηκαν στην παρούσα υπόθεση και ότι, συνεπώς, η προσφυγή είναι παραδεκτή (βλέπε υπόθεση 211/81, Επιτροπή κατά Δανίας, Συλλογή 1982, σ. 4547, ιδίως σσ. 4557 και 4558, σκέψεις 7 έως 12). Δεν είναι βάσιμη η ένσταση ότι η επιχειρηματολογία στην οποία παρέπεμπε το έγγραφο οχλήσεως περιλαμβανόταν σε δικόγραφο υποθέσεως η οποία είχε ήδη νομικώς περατωθεί.
Σε ό,τι αφορά την ουσία της υποθέσεως, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η ελληνική νομοθεσία επιβάλλει σαφώς μια απαγορευόμενη επιβάρυνση ισοδυνάμου αποτελέσματος προς εισαγωγικούς δασμούς, καθόσον το επίδικο τέλος αποτελεί χρηματική επιβάρυνση η οποία επιβάλλεται μονομερώς στα προϊόντα που εισάγονται από άλλα κράτη μέλη κατά τη διέλευση των ελληνικών συνόρων και δεν επιβάλλεται στα παραγόμενα στην Ελλάδα εμπορεύματα. Επικαλούμενη, μεταξύ άλλων, τις αποφάσεις στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 52 και 55/65, Γερμανία κατά Επιτροπής, ΕCR 1966, σ. 159, ιδίως σσ. 169 και 170, στην υπόθεση 24/68, Επιτροπή κατά Ιταλίας, ΕCR 1969, σ. 193, ιδίως σσ. 200 και 201, σκέψεις 7 έως 10, στην υπόθεση 8/70, Επιτροπή κατά Ιταλίας, ΕCR 1970, σ. 961, ιδίως σ. 965, σκέψεις 2 και 3, στην υπόθεση 39/73, Rewe Zentralfinanz GmbH κατά Direktor der Landwirtschaftskammer Westfalen-Lippe, ΕCR 1973, σ. 1039, ιδίως σσ. 1043 και 1044, σκέψεις 3 και 4, και στην υπόθεση 87/75, Bresciani κατά Amministrazione italiana delle finanze, ΕCR 1976, σ. 129, ιδίως σ. 138, σκέψεις 8 και 9, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι ο έλεγχος των τιμολογίων εισαγωγής από τα Εμπορικά Επιμελητήρια - λόγος για τον οποίο καταβάλλεται το επίδικο τέλος - αποτελεί διοικητικό μέτρο που επιβλήθηκε για λόγους δημοσίας διοικήσεως, υπέρ του γενικού συμφέροντος και του συμφέροντος της εθνικής οικονομίας, και δεν έχει καμία σχέση με τη διασφάλιση των συμφερόντων των εισαγωγέων. Η Επιτροπή δέχεται ότι μόνο όταν παρέχεται υπηρεσία στους εισαγωγείς μπορεί να δικαιολογηθεί η επιβολή ανταποδοτικού τέλους.
Η ελληνική κυβέρνηση εμμένει στην άποψη ότι τα ποσά που αποφέρει το εν λόγω τέλος εισπράττονται αποκλειστικώς και μόνο για υπηρεσία που παρέχει η ΕΕΒΕΕ. Ισχυρίζεται ότι η ΕΕΒΕΕ εισπράττει το ποσό αυτό για τις δραστηριότητες που ασκεί στο πλαίσιο της αρμοδιότητάς της, ότι το ύψος του επιδίκου τέλους και η μέθοδος εισπράξεώς του καθορίζονται από τον Υπουργό Εμπορίου και ότι το προϊόν του τέλους κατανέμεται μεταξύ όλων των μελών της ΕΕΒΕΕ ως αντιπαροχή για τη βοήθεια που παρέχεται στην επιτροπή ελέγχου συναλλάγματος.
Κατά την προφορική διαδικασία ο εκπρόσωπος της ελληνικής κυβερνήσεως ανέπτυξε περαιτέρω τα επιχειρήματα αυτά, υποστηρίζοντας ότι υφίσταται μία σχέση μεταξύ των επιβαλλομένων τελών και της αξίας τιμολογίου των εισαγομένων αγαθών. Η υπηρεσία που παρείχαν τα μέλη των Εμπορικών Επιμελητηρίων συνίστατο, κατά την άποψή του, στο να διασφαλίζουν ότι πρόκειται για ελέγχους συναλλάγματος και όχι για συγκεκαλυμμένους περιορισμούς του εμπορίου: συνεπώς, ισχυρίζεται, το προϊόν του τέλους δεν χρησιμοποιείται για τη χρηματοδότηση διοικητικής δραστηριότητας του κράτους, αλλά για την παροχή πραγματικής υπηρεσίας στους εισαγωγείς. Ο εκπρόσωπος της ελληνικής κυβερνήσεως κατέληξε ότι το επίδικο τέλος, ούτε από τη φύση του ούτε από τις συνέπειές του, μπορεί να θεωρηθεί ότι παρεμποδίζει τις εισαγωγές και ότι, κατά συνέπεια, δεν έχει τίποτα το κοινό με επιβάρυνση ισοδυνάμου αποτελέσματος προς εισαγωγικούς δασμούς.
Κατά την άποψή μου τα επιχειρήματα της ελληνικής κυβερνήσεως δεν ευσταθούν. Αδυνατώ να αντιληφθώ τη σχέση μεταξύ του τέλους και της υπηρεσίας που παρέχουν τα Εμπορικά Επιμελητήρια στα μέλη τους. Θεωρώ, βάσει των στοιχείων που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο, ότι ο έλεγχος των τιμολογίων - η φερόμενη παροχή υπηρεσίας - αποτελεί μέτρο που ελήφθη για λόγους δημοσίας διοικήσεως και το οποίο μικρή μόνο σχέση έχει - αν έχει - με τα συμφέροντα των ίδιων των εισαγωγέων. Βάσει των στοχείων που προσκομίστηκαν θεωρώ ότι ο έλεγχος αυτός, παρόλον ότι χρησιμοποιείται προσωπικό των Εμπορικών Επιμελητηρίων, αποτελεί μάλλον συμπλήρωμα του κρατικού ελέγχου συναλλάγματος, παρά υπηρεσία παρεχόμενη στους εμπόρους επί των εισαγωγών των οποίων επιβάλλεται το τέλος. Καίτοι τα Εμπορικά Επιμελητήρια υποβοηθούν τους τραπεζικούς και δημοσίους υπαλλήλους, οι οποίοι κατά κύριο λόγο πραγματοποιούν τον έλεγχο επί των πράξεων συναλλάγματος, ο έλεγχος αυτός εκτελείται κυρίως χάριν του δημοσίου συμφέροντος παρά ως υπηρεσία προς τα μέλη των Εμπορικών Επιμελητηρίων.
Κατά το τέλος της επ' ακροατηρίου συζητήσεως, ο εκπρόσωπος της ελληνικής κυβερνήσεως ανέφερε ότι θα μπορούσε να αποδείξει ότι οι εισαγωγείς έχουν συμφέρον από την επιβολή του επιδίκου τέλους. Εάν πράγματι υπήρχαν τέτοιες αποδείξεις, θα έπρεπε να είχαν προσκομιστεί κατά την έγγραφη διαδικασία. Είναι σαφές ότι κατά το παρόν στάδιο της διαδικασίας απαραδέκτως προτείνονται ούτε το ενδεχόμενο υπάρξεως τέτοιων αποδείξεων μπορεί να επηρεάσει την έκβαση της παρούσας υπόθεσης.
Κατά την άποψή μου το επίδικο τέλος εμπίπτει χωρίς αμφιβολία στον ορισμό της επιβαρύνσεως ισοδυνάμου αποτελέσματος προς εισαγωγικούς δασμούς. "Κάθε χρηματική επιβάρυνση, ασχέτως της ονομασίας και του τρόπου επιβολής της, η οποία επιβάλλεται μονομερώς επί αγαθών που εισάγονται από άλλο κράτος μέλος λόγω της διελεύσεως των συνόρων αποτελεί επιβάρυνση ισοδυνάμου αποτελέσματος προς εισαγωγικούς δασμούς" (Bresciani, σ. 138, σκέψη 9).
Επικουρικώς, ο εκπρόσωπος της ελληνικής κυβερνήσεως ισχυρίστηκε ότι το επίδικο τέλος δεν επιβάλλεται επί των εισαγωγών, αυτών καθαυτών, αλλά στο πλαίσιο του διακανονισμού συναλλάγματος ο οποίος μπορεί να πραγματοποιείται σε εντελώς διαφορετικό χρόνο. Δεν θεωρώ βάσιμο το επιχείρημα αυτό. Θεωρώ ότι ο διακανονισμός συναλλάγματος είναι τόσο αναπόσπαστα συνδεδεμένος με τη διαδικασία της εισαγωγής - και αφορά μόνο τα εισαγόμενα εμπορεύματα - ώστε η μεταξύ τους διάκριση να είναι εκτός πραγματικότητος.
Επικουρικότερα, η ελληνική κυβέρνηση υποστηρίζει ότι το προστατευτικό αποτέλεσμα του εν λόγω τέλους είναι αμελητέο και παραθέτει τρεις περιπτώσεις ως παραδείγματα. Ωστόσο, κάθε χρηματική επιβάρυνση, όσο μικρή και αν είναι, επιβαλλόμενη επί των εμπορευμάτων λόγω της διελεύσεως των συνόρων συνιστά εμπόδιο στην κυκλοφορία των εν λόγω εμπορευμάτων (βλέπε π.χ. Bresciani, σ. 138, σκέψη 8, και υπόθεση 24/68, Ιταλία σ. 200, σκέψη 7) και, συνεπώς, το επιχείρημα αυτό είναι αβάσιμο. Εν πάση περιπτώσει, είναι αμφίβολο το κατά πόσον μπορεί να θεωρηθεί αμελητέο το συνολικό ποσό του επιβαλλομένου τέλους.
Εξάλλου, δεν επηρεάζει τη φύση του επιδίκου τέλους το γεγονός ότι αυτό δεν εισπράττεται για πολύ μικρές ποσότητες εμπορευμάτων.
Κατά συνέπεια, θεωρώ ότι ορθώς η Επιτροπή ζητεί την αναγνώριση της παραβάσεως και την καταδίκη της Ελληνικής Δημοκρατίας στα δικαστικά έξοδα.
(*) Μετάφραση από τα αγγλικά.
Full & Egal Universal Law Academy