Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Η Matteucci, προσφεύγουσα της κύριας δίκης ενώπιον του βελγικού Conseil d' Etat, το οποίο προέβη στην παρούσα παραπομπή δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, έχει την ιταλική ιθαγένεια. Γεννήθηκε το 1960 στο Βέλγιο, όπου είχε εγκατασταθεί ο πατέρας της, ιταλός διακινούμενος εργαζόμενος. 'Εκτοτε ο πατέρας της και, όπως φαίνεται, η μητέρα της εξακολούθησαν να κατοικούν στο Βέλγιο. Από το 1983 εργάζεται ως δασκάλα ρυθμικής στο Maison de la culture του Namur. Συνέχισε τις σπουδές της και το 1985 τελείωσε τμήμα ρυθμικής σε ένα ινστιτούτο στις Βρυξέλλες, όπου κατατάχθηκε στο 2 % των καλυτέρων σπουδαστών.
Το 1984 υπέβαλε στην Commissariat general aux relations (εφεξής: η "CGRΙ") του Βελγίου αίτηση για υποτροφία "ειδικότητας" για να σπουδάσει τραγούδι και φωνητική στο Βερολίνο. Βάσει μιας συμφωνίας της 24ης Σεπτεμβρίου 1956 μεταξύ Βελγίου και Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, η Communaute francaise διαθέτει τρεις τέτοιες υποτροφίες καλύπτουσες όχι τα τέλη εγγραφής ή φοιτήσεως, αλλά τη συντήρηση του σπουδαστή. Στηναιτήσή της η Matteucci εξηγούσε ότι τα μαθήματα τραγουδιού θα συμπλήρωναν την κατάρτιση και την πείρα της στη ρυθμική και θα την καθιστούσαν ικανή να διδάξει σε παιδιά και ενήλικες τόσο φωνητική όσο και σωματική έκφραση.
Το άρθρο 4 της συμφωνίας του 1985 προβλέπει ότι "καθένα από τα συμβαλλόμενα μέρη χορηγεί στους υπηκόους του άλλου υποτροφίες για να τους παρέχει τη δυνατόητα να αρχίζουν ή να συνεχίζουν στο άλλο κράτος σπουδές ή έρευνες ή και να τελειοποιούν την επιστημονική, μορφωτική, καλλιτεχνική ή τεχνική τους κατάρτιση". Η CGRΙ, δεύτερη καθής της κύριας δίκης, επικαλούμενη τον περί ιθαγενείας όρο του άρθρου αυτού, αρνήθηκε να διαβιβάσει την αίτηση της προσφεύγουσας στις γερμανικές αρχές (οι οποίες, φαίνεται, θα έκαναν την τελική επιλογή μεταξύ των υποψηφίων). Το Conseil d' Etat δέχτηκε τυπικά την προσφυγή της Matteucci κατά της αρνήσεως αυτής, την απέρριψε όμως ως προς την Communaute francaise, την πρώτη καθής.
Στην αρχική της επιχειρηματολογία, η Matteucci στηρίχθηκε αποκλειστικά στο άρθρο 48 της Συνθήκης όπως τέθηκε σε εφαρμογή με τα άρθρα 7 και 12 του κανονισμού 1612/68 (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 33, εφεξής: ο "κανονισμός"). Με συμπληρωματικές όμως παρατηρήσεις επιχείρησε να στηριχθεί στην απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση 293/83 Gravier κατά δήμου της Λιέγης (Συλλογή 1985, σ. 593), με την οποία το Δικαστήριο, ερμηνεύοντας τα άρθρα 7 και 128 της Συνθήκης, έκρινε ότι "οι όροι πρόσβασης στην επαγγελματική εκπαίδευση εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της Συνθήκης" και ότιεπομένως "η επιβολή τελών, δικαιώματος εγγραφής ή διδάκτρων, ως προϋπόθεσης για την πρόσβαση σε κύκλους μαθημάτων επαγγελματικής εκπαίδευσης στους σπουδαστές, υπηκόους άλλων κρατών μελών συνιστά διάκριση λόγω ιθαγενείας που απαγορεύεται από το άρθρο 7 της Συνθήκης" (σκέψεις 25 και 26). Ως επαγγελματική εκπαίδευση ορίστηκε "κάθε μορφή εκπαίδευσης που προετοιμάζει για την απόκτηση τυπικού προσόντος για συγκεκριμένο επάγγελμα ή απασχόληση ή που παρέχει την ιδιαίτερη ικανότητα για την άσκηση του εν λόγω επαγγέλματος ή της εν λόγω απασχόλησης ... ανεξαρτήτως της ηλικίας και του επιπέδου καταρτίσεως των μαθητών ή των σπουδαστών, ακόμη δε και αν το πρόγραμμα διδασκαλίας περιλαμβάνει τμήμα γενικής εκπαιδεύσεως" (σκέψη 30).
Από το σκεπτικό της Διατάξεως περί παραπομπής προκύπτει ότι το Conseil d' Etat θέλει καταρχάς να πληροφορηθεί αν η αρχή της αποφάσεως Gravier μπορεί να εφαρμοστεί σε "υποτροφίες που χροηγούνται ή δεν χορηγούνται υπό περιστάσεις όπως της παρούσας περιπτώσεως". Το ερώτημά του όμως έχει ευρύτερη διατύπωση:
"Πρέπει οι διατάξεις της Συνθήκης της Ρώμης της 25ης Μαρτίου 1957, ιδίως δε τα άρθρα 7, 48, 59, 60 και 128 να ερμηνευτούν υπό την έννοια ότι το ευεργέτημα των υποτροφιών για σπουδές που παρέχονται από ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να επιφυλάσσεται μόνο στους υπηκόους άλλου κράτους μέλους, όπως ορίζει το άρθρο 4 της μορφωτικής συμφωνίας που συνάφθηκε στις 24 Σεπτεμβρίου 1956 μεταξύ της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και του Βελγίου;"
Δεν προβλήθηκαν στο Δικαστήριο επιχειρήματα σχετικά με τα άρθρα 59 και 60, τα οποία αφορούν την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών, επειδή η Επιτροπή είχε τη γνώμη ότι το ζήτημα μπορεί να λυθεί με αναφορά στα άρθρα 7 και 48 της Συνθήκης και στον κανονισμό. Στις προτάσεις μου στην υπόθεση Gravier και στην υπόθεση 263/86 Βέλγιο κατά Humbel (που εκκρεμεί) εξέφρασα την άποψη ότι η δημόσια εκπαίδευση δεν συνιστά υπηρεσία κατά την έννοια των άρθρων αυτών, επειδή δεν πρέχεται "αντί αμοιβής". Εμμένω στην άποψη αυτή ελλείψει αντίθετης επιχειρηματολογίας.
Το Δικαστήριο με τις αποφάσεις του στις υποθέσεις 39/86 Lair κατά Universitaet Hannover και 197/86 Brown κατά Secretary of State for Scotland, που εκδόθηκαν στις 21 Ιουνίου 1988 (δηλαδή μετά την επ' ακροατηρίου συζήτηση επί της παρούσας υποθέσεως), έκρινε ότι η αρχή της αποφάσεως Gravier εφαρμόζεται μόνον εφόσον σκοπός της υποτροφίας είναι η κάλυψη των τελών εγγραφής, φοιτήσεως ή άλλων τελών που συνδέονται με την επαγγελματική εκπαίδευση και ότι, στο παρόν στάδιο εξελίξεως του κοινοτικού δικαίου, η κρατική υποτροφία που χορηγείται για συντήρηση και εκπαίδευση δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 7 της Συνθήκης (σκέψεις 14 και 15 της απόφασης Lair που επαναλαμβάνονται αυτολεξεί στις σκέψεις 17 και 18 της αποφάσεως Brown).
Οι κανόνες αυτοί ισχύουν τουλάχιστον εξίσου για την υποτροφία που ζήτησε η Matteucci. Εφόσον δεν απαιτείται από άποψη κοινοτικού δικαίου οι υποτροφίες που χορηγούνται γενικά στους ημεδαπούς να χορηγούνται με τις ίδιες προϋποθέσεις στους αλλοδαπούς, το να επιφυλάσσονται μόνο στους ημεδαπούς εξαιρετικές υποτροφίες για σπουδές στο εξωτερικό, όπως η αιτουμένη απότη Matteucci (η οποία επιπλέον καταβάλλεται από τις γερμανικές αρχές), δεν αντιβαίνει στο άρθρο 7 σε συνδυασμό με το άρθρο 128.
Αυτό όμως δεν ισχύει αν οι εν λόγω αλλοδαποί μπορούν να αντλήσουν δικαιώματα από το άρθρο 48 της Συνθήκης όπως εφαρμόστηκε ειδικά με τον κανονισμό.
Το άρθρο 7 του κανονισμού προβλέπει ότι ο υπήκοος κράτους μέλους που εργάζεται εντός άλλου κράτους μέλους "απολαύει των ιδίων κοινωνικών και φορολογικών πλεονεκτημάτων με τους ημεδαπούς εργαζόμενους" (παράγραφος 2) και "δικαιούται εξ ίσου όπως και οι ημεδαποί εργαζόμενοι και υπό τους αυτούς όρους να φοιτά στις επαγγελματικές σχολές και στα κέντρα επαναπροσαρμογής ή επανεκπαιδεύσεως" (παράγραφος 3).
Το άρθρο 12 έχει ως ακολούθως:
"Τα τέκνα του υπηκόου κράτους μέλους που απασχολείται ή έχει απασχοληθεί κατά το παρελθόν στην επικράτεια άλλου κράτους μέλους γίνονται δεκτά στα μαθήματα γενικής εκπαιδεύσεως, μαθητείας και επαγγελματικής εκπαιδεύσεως υπό τους ίδιους όρους με τους υπηκόους αυτού του κράτους, εφ' όσον τα τέκνα αυτά διαμένουν στην επικράτειά του.
Τα κράτη μέλη ενθαρύνουν τις πρωτοβουλίες που επιτρέπουν στα τέκνα αυτά να παρακολουθήσουν τα ανωτέρω μαθήματα με τις καλύτερες δυνατές προϋποθέσεις."
Από τη Διάταξη περί παραπομπής προκύπτει ότι η Matteucci προσπαθεί να στηριχθεί τόσο στο άρθρο 7 όσο και στο άρθρο 12 του κανονισμού ως τέκνο διακινουμένου εργαζομένου, άποψη την οποία υποστηρίζει η ιταλική κυβέρνηση. Η CGRΙ και η γαλλική κυβέρνηση θεωρούν ότι το άρθρο 12 δεν έχει εφαρμογή, επειδή είναι εργαζόμενη η ίδια. Η άποψη της Επιτροπής είναι ότι μπορεί να επικαλεστεί τόσο το άρθρο 7 ως εργαζομένη για ίδιο λογαριασμό όσο και το άρθρο 12 ως τέκνο διακινουμένου εργαζομένου.
Το άρθρο 7 του κανονισμού αναγνωρίζει δικαιώματα σε "εργαζομένους". Η Διάταξη περί παραπομπής δεν τη θεωρεί ειδικά ως εργαζομένη αλλ' απλώς ως διδάσκουσα ρυθμική στο Namur από το 1983 και συνεχίζουσα εν πάση περιπτώσει τις σπουδές της μέχρι το 1985, οπότε και υπέβαλε αίτηση για την επίμαχη υποτροφία.
Το γεγονός ότι εξακολουθούσε να σπουδάζει δεν της αφαιρεί την ιδιότητα της εργαζομένης οι περί ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων διατάξεις δεν αποκλείουν τη μερική απασχόληση καθόσον η απασχόληση συνιστά "άσκηση πραγματικών και γνησίων δραστηριοτήτων, κατ' αποκλεισμόν τόσο περιορισμένων απασχολήσεων, που εμφανίζονται ως καθαρώς περιθωριακές και επουσιώδεις" και ακόμη αν το εισόδημα που αποκομίζει είναι κατώτερου του κατωτάτου νομίμου ορίου, ασχέτως του αν συμπληρώνεται ή όχι από άλλο εισόδημα (υπόθεση 53/81, Levin κατά Staatssecretaris van justitie, Συλλογή 1982, σ. 1035 υπόθεση 139/85, Κempf κατά Staatssecretaris van justitie, Συλλογή 1986, σ. 1741).
Επομένως, το εθνικό δικαστήριο πρέπει καταρχάς να προσδιορίσει αν ήταν ή όχι εργαζομένη βάσει των αποφάσεων του Δικαστηρίου. Αν αυτό συνέβαινε, παραμένει το ερώτημα αν μπορεί να επικαλεστεί τον κανονισμό εφόσον δεν μετακινήθηκε η ίδια από ένα κράτος μέλος σε άλλο. Διακινούμενος εργαζόμενος ήταν ο πατέρας της. Είναι σαφές ότι, αν το 1983 που ανέλαβε εργασία εξηρτάτο ακόμη από τον πατέρα της (ήταν άνω των 21 ετών), είχε τέτοιο δικαίωμα δυνάμει του άρθρου 11 του κανονισμού. Ακόμη κι αν δεν εξηρτάτο τόσο, νομίζω ότι το άρθρο 48, παράγραφοι 3, στοιχείο α) και β), της παρείχε το δικαίωμα, παρά το ότι βρισκόταν ήδη στο Βέλγιο, να αποδεχθεί πραγματική προσφορά εργασίας και να διακινηθεί ελεύθερα προς τούτο μέσα στο Βέλγιο. Νομίζω ότι το δικαίωμα των τέκνων των διακινουμένων εργαζομένων να αναλαμβάνουν εργασία στο κράτος μέλος όπου ζουν αναγνωρίζεται (παρά το ότι το άρθρο 11 περιορίζεται στα εξαρτώμενα μέλη και τα κάτω των 21 ετών τέκνα) και από το άρθρο 1 του κανονισμού, το οποίο προβλέπει ότι: "κάθε υπήκοος κράτους μέλους, ανεξαρτήτως του τόπου διαμονής του, έχει το δικαίωμα να αναλαμβάνει μισθωτή δραστηριότητα και να την ασκεί στην επικράτεια άλλου κράτους μέλους ..."
Ακόμη κι αν δεν ήταν εργαζομένη κατά το κρίσιμο διάστημα, από την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση 316/85 Centre public d' aide xociale de Courcelles κατά Lebon (απόφαση της 18ης Ιουνίου 1987) προκύπτει ότι ο πατέρας της μπορούσε να αξιώσει δυνάμει του άρθρου 7, παράγραφος 2, ως κοινωνικό πλεονέκτημα ίσα δικαιώματα στην εκπαίδευση με τα τέκνα των βέλγων εργαζομένων για όσο διάστημα εξηρτάτο πράγματι από αυτόν, με την έννοια ότι τησυντηρούσε πράγματι, ανεξάρτητα από τους λόγους αυτής της συντήρησης και από το αν ήταν ή όχι πράγματι ικανή να αυτοσυντηρηθεί. Το ίδιο φαίνεται να ισχύει και για τα δικαιώματα που παρέχει το άρθρο 7, παράγραφος 3, του κανονισμού.
Υποθέτοντας ότι το εθνικό δικαστήριο δέχεται είτε ότι ήταν εργαζομένη είτε ότι ήταν συντηρούμενο μέλος, ανακύπτει το ερώτημα αν μπορεί να αξιώσει, δυνάμει του άρθρου 7, παράγραφοι 2 και 3, του κανονισμού, ειδικά δικαιώματα όπως αυτό έχει ερμηνευθεί από το Δικαστήριο, ιδίως στις υποθέσεις Lair και Brown.
Στην υπόθεση Lair το Δικαστήριο δέχθηκε ότι υποτροφία που χορηγείται για την κάλυψη των εξόδων διατροφής και εκπαιδεύσεως προκειμένου να πραγματοποιηθούν πανεπιστημιακές σπουδές οδηγούσες στην απόκτηση τυπικών προσόντων για την άσκηση ορισμένου επαγγέλματος αποτελεί κοινωνικό πλεονέκτημα κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 2, εφόσον κοινωνικά πλεονεκτήματα συνιστούν "όλα εκείνα τα οποία, ανεξαρτήτως αν συνδέονται ή όχι με σύμβαση εργασίας, αναγνωρίζονται γενικά στους ημεδαπούς εργαζόμενους, λόγω κυρίως της αντικειμενικής ιδιότητάς τους ως εργαζομένων ή λόγω του ότι έχουν απλώς την κατοικία τους στο εθνικό έδαφος και που η επέκτασή τους στους εργαζόμενοθυς υπηκόους άλλων κρατών μελών εμφανίζεται επομένως ικανή να διευκολύνει την κινητικότητά τους στο εσωτερικό της Κοινότητας" (υπόθεση 122/84, Scrivner κατά Centre public d' aide sociale de chastre, Συλλογή 1985, σ. 1029).
Κρίθηκε, εξάλλου, ότι υπήκοος άλλους κράτους μέλους που αρχίζει τέτοιες σπουδές στο κράτος υποδοχής, αφού έχει ασκήσει στο κράτος αυτό επαγγελματικές δραστηριότητες, πρέπει να θεωρηθείοτι εξακολουθεί να έχει την ιδιότητα του εργαζόμενου και επομένως μπορεί να ζητήσει την εφαρμογή των ευεργετικών διατάξεων του άρθρου 7, πράγραφος 2, του κανονισμού, υπό την προϋπόθεση ότι "υπάρχει σχέση μεταξύ της προηγούμενης επαγγελματικής δραστηριότητας και των εν λόγω σπουδών", εκτός αν τα τμήματα επαναπροσαρμογής παρακολούθησαν ακουσίως άνεργοι (σκέψη 37).
Στην υπόθεση Lair έγινε δεκτό ότι οι επίμαχες σπουσές οδηγούσαν σε απόκτηση τυπικού προσόντος για την άσκηση ορισμένου επαγγέλματος. Παρά το ότι το Δικαστήριο δεν ασχολήθηκε με μαθήματα μη επαγγελματικής εκπαίδευσης, εξακολουθώ να πιστεύω ότι η γενική εκπαίδευση συνιστά πάντοτε κοινωνικό πλεονέκτημα, έστω κι αν πρέπει πάντοτε να αποδεικνύεται ότι υπάρχει σχέση μεταξύ των σπουδών και της προηγούμενης επαγγελματικής δραστηριότητας του εργαζομένου, κάτι που δύσκολα αποδεικνύεται όταν ο εργαζόμενος προτίθεται να στραφεί σε άλλο τομέα δραστηριοτήτων.
Με τη σκέψη 38, εξάλλου, το Δικαστήριο δέχτηκε ότι η αντίληψη περί ελεύθερης κυκλοφορίας των διακινουμένων εργαζομένων που εκφράζεται με την απόφαση και συνοψίζεται ανωτέρω "ανταποκρίνεται και στις σημερινές εξελίξεις της επαγγελματικής σταδιοδρομίας. Πράγματι, σήμερα η συνέχεια στην επαγγελματική σταδιοδρομία είναι λιγότερο συχνή απ' ό,τι άλλοτε. 'Ετσι, συμβαίνει η επαγγελματική δραστηριότητα να διακόπτεται από περιόδους εκπαιδεύσεως ή σπουδών με σκοπό την απόκτηση επιπλέον προσόντων ή την αλλαγή επαγγελματικού προσανατολισμού".
Παρά το ότι αυτό αποτελεί ζήτημα του εθνικού δικαστηρίου και ασχέτως του πως είχε η κατάσταση σε άλλες υποθέσεις, η εφαρμογή αυτών των διατάξεων δεν φαίνεται πιθανό να δημιουργήσει στην παρούσα υπόθεση προβλήματα, εφόσον τα μαθήματα που επιθυμεί να παρακολουθήσει η Matteucci φαίνονται εκ πρώτης όψεως ότι έχουν απόλυτη σχέση με την προηγούμενη επαγγελματική της δραστηριότητα και ότι συνιστούν μαθήματα περαιτέρω εκπαίδευσης ή ανανέωσης γνώσεων.
Υποστηρίχθηκε, πάντως, ότι, ακόμη και αν η Matteucci είναι εργαζομένη και τα μαθήματα που ήθελε να παρακολουθήσει έχουν σχέση με την προηγούμενη επαγγελματική της δραστηριότητα, η υποτροφία δεν πρέπει να θεωρηθεί κοινωνικό πλεονέκτημα δεν αποτελεί γενικό μέτρο αλλά μία από τρεις μόνον υποτροφίες που χορηγούνται ετησίως. Δεν δέχομαι τον περιορισμό αυτό. Στην υπόθεση 65/81, Reina κατά Landeskreditbank Baden-Wuerttemberg (Συλλογή 1982,σ. 33) το Δικαστήριο έκρινε ότι ο όρος "κοινωνικό πλεονέκτημα" του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68 δεν περιλαμβάνει μόνο τις παροχές που εκπληρώνονται λόγω υφισταμένης αξιώσεως, αλλά και τις παροχές που χορηγούνται βάσει διακριτικής ευχερείας". Το γεγονός ότι η επιλογή για τη χορήγηση υποτροφιών γίνεται βάσει διακριτικής ευχέρειας σύμφωνα με δεδομένα κριτήρια, ένα από τα οποία αποτελεί ο περιορισμός του αριθμού σε τρεις, δεν αφαιρεί από τη χορήγηση υποτροφίας το χαρακτήρα κοινωνικού πλεονεκτήματος. 'Εστω κι αν επιλέγονται λίγοι, μπορούν να είναι πολλοί εκείνοι που πληρούν τις προϋποθέσεις για επιλογή.
Ανεξάρτητα από το γεγονός ότι τα μαθήματα αυτά γίνονται στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας και ότι πληρώνει γι' αυτά η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία δυνάμει ρήτρας περί αμοιβαιότητας που περιέχεται σε διμερή συμφωνία, μπορεί η Matteucci, αν είναι εργαζομένη, να επικαλεστεί κύρια ή επικουρικά το άρθρο 7, παράγραφος 3; Για το σκοπό αυτόν δεν αρκεί ότι τα μαθήματα που θέλει να παρακολουθήσει αποτελούν μαθήματα επαγγελματικής εκπαίδευσης. Στην υπόθεση Lair (σκέψη 26) και στην υπόθεση Brown (σκέψη 12) το Δικαστήριο έκρινε ότι επαγγελματική σχολή δεν είναι μόνο εκείνη που παρέχει αποκλειστικά ή εν μέρει επαγγελματική εκπαίδευση. Ο όρος έχει "στενότερη έννοια και αφορά μόνο εκπαιδευτικά ιδρύματα που παρέχουν μόνο εκπαίδευση η οποία παρεμβάλλεται στην επαγγελματική δραστηριότητα είτε έχει άμεση σχέση με αυτή, όπως π.χ. κατά τη διάρκεια της περιόδου μαθητείας". Κατά συνέπεια, το Conseil d' Etat πρέπει να κρίνει αν η σχολή του Βερολίνου αποτελεί τέτοιο ίδρυμα.
Αν αποτελεί τέτοιο ίδρυμα, τότε, για τους λόγους που εξέθεσα στις προτάσεις μου στις υποθέσεις Lair και Brown, θεωρώ ότι οι υποτροφίες συντηρήσεως καλύπτονται και ότι, ιδίως ενόψει του περιορισμένου χαρακτήρα της "επαγγελματικής σχολής", δεν πρέπει υποχρεωτικά να αποδειχθεί ότι τα μαθήματα που θέλει να παρακολουθήσει η εργαζομένη συνδέονται με την προηγούμενη επαγγελματική της δραστηριότητα, δεδομένου του σκοπού του κανονισμού να βελτιώσει τους όρους διαβιώσεως και εργασίας των εργαζομένων και να διευκολύνει την κοινωνική του προαγωγή (τρίτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού), δεδομένης της ρητής αναφοράς του άρθρου 7, παράγραφος 3, στην επανεκπαίδευση και δεδομένου ότι το Δικαστήριο δέχθηκε στην υπόθεση Lair ότι η επαγγελματική δραστηριότητα μπορεί να διακόπτεται από περιόδους εκπαιδεύσεως, επανεκπαιδεύσεως ή παρακολουθήσεως μαθημάτων για ανανέωση γνώσεων.
Αν η Matteucci δεν θεωρήθηκε καθόλου ως εργαζομένη, αλλά ως συντηρούμενο μέλος που μπορεί να επικαλεστεί το άρθρο 7, παράγραφος 2, μέσω του πατέρα της, τότε νομίζω ότι δικαιούταιτα πλεονεκτήματα του βελγικού εκπαιδευτικού συστήματος σε ίδια βάση με τα τέκνα των βέλγων εργαζομένων στο Βέλγιο, με την επιφύλαξη του επιχειρήματος, το οποίο πραγματεύομαι κατωτέρω, ότι τα μαθήματα δεν δίνονται στο Βέλγιο.
Ανεξάρτητα του αν είναι ή όχι εργαζόμενη ή εξαρτώμενο μέλος που αντλεί παράγωγα δικαιώματα από το άρθρο 7, μπορεί η Matteucci να επικαλεστεί το άρθρο 12 του κανονισμού, εφόσον δεν έχει προσδιοριστεί από παλαιότερες αποφάσεις του Δικαστηρίου η σχέση μεταξύ των δύο άρθρων;
Από την ίδια του τη διατύπωση το άρθρο 12 δεν περιορίζεται στην επαγγελματική εκπαίδευση, αλλά καλύπτει τα "μαθήματα γενικής εκπαιδεύσεως, μαθητείας και επαγγελματικής εκπαιδεύσεως"του κράτους υποδοχής. Στην υπόθεση 9/74, Casagrande κατά Landeshauptstadt Muenchen (Ecr 1974, σ. 773) κρίθηκε ρητά ότι η διάταξη αυτή εφαρμόζεται σε παροχές καταβαλλόμενες αναλόγως πόρων. Με την απόφαση αυτή το Δικαστήριο έκρινε ότι η δεύτερη παράγραφος του άρθρου 12 υποδηλώνει ότι το άρθρο αυτό "σκοπεί στην ενθάρρυνση ειδικών προσπαθειών προκειμένου να διασφαλισθούν στα τέκνα αυτά ίσες δυνατότητες εκμεταλλεύσεως των παρεχομένων ευκαιριών για εκπαίδευση και μόρφωση" (σκέψη 8). Κατέληξε στο ότι το άρθρο αυτό αναφέρεται "όχι μόνο στους κανόνες που αφορούν την εγγραφή, αλλά και στα γενικά μέτρα που αποσκοπούν στη διευκόλυνση της φοιτήσεως" (σκέψη 9).
Απορρίπτω το προβληθέν επιχείρημα ότι η αναφορά, στην υπόθεση Casagrande, σε "γενικά μέτρα" καθιστά ανεφάρμοστο το άρθρο 12 σε εξαιρετικές ή περιορισμένης εκτάσεως υποτροφίες. Θεωρώ ότι η διατύπωση αυτή απέβλεπε στο να συμπεριλάβει όλα τα κρατικά μέτρα σχετικά με τη φοίτηση και όχι μόνο όσα έχουν γενική εφαρμογή.
Υπάρχει κάποιο χρονικό σημείο κατά το οποίο το τέκνο ενός διακινουμένου εργαζομένου παύει να αποτελεί τέκνο από πλευράς εφαρμογής του άρθρου 12; Τίθεται καταρχάς κάποιο όριο ηλικίας γι' αυτό παύει, δεύτερον, να αποτελεί τέκνο όταν αρχίσει να εργάζεται;
Εφόσον είναι σαφές ότι τα παρεχόμενα δικαιώματα δεν περιορίζονται σε περιόδους υποχρεωτικής παρακολουθήσεως σχολικών μαθημάτων ή έστω φοιτήσεως που ακολουθεί αμέσως μετά με πλήρες πρόγραμμα σπουδών στο πανεπιστήμιο ή σε τεχνικές σχολές, δεδομένου ότι αναφέρονται ειδικά η μαθητεία ή τα μαθήματα επαγγελματικής εκπαίδευσης (τα οποία μπορεί να παρακολουθήσει κανείς αργότερα), δεν νομίζω ότι μπορεί να λεχθεί ότι υπάρχει συγκεκριμένη ηλικία κατά την οποία ένα πρόσωπο παύει να αποτελεί τέκνο από πλευράς εφαρμογής του άρθρου. Είναι προφανές ότι τέκνο διακινουμένου εργαζομένου δεν μπορεί να ζητήσει σε οποιαδήποτε ηλικία να φοιτήσει σε σχολές για τις οποίες ισχύει όριο ηλικίας αν όμως δεν ισχύει τέτοιο όριο, νομίζω ότι, αν οι υπήκοοι του κράτους έχουν το δικαίωμα να παρακολουθήσουν συγκεκριμένα μαθήματα επαγγελματικής εκπαίδευσης ή έστω τη γενική πανεπιστημιακή εκπαίδευση, τότε, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή, το τέκνο διακινουμένου εργαζομένου έχει το ίδιο δικαίωμα και με τις ίδιες προϋποθέσεις. Η αρχή αυτή πρέπει να εφαρμόζεται από την αρχή της σχολικής εκπαιδεύσεως μέχρι την ολοκλήρωση των ειδικών μορφών εκπαιδεύσεως και δεν αποκλείεται κατ' ανάγκη, επειδή σε κάποιο στάδιο το τέκνο εργαζόταν.
Αν το τέκνο εργάζεται και μπορεί νομίως να αξιώσει εφαρμογή των ευεργετικών διατάξεων του άρθρου 7, παράγραφοι 2 ή 3, τότε δεν χρειάζεται να προβάλλει αξιώσεις υπό την ιδιότητά του αυτή. Αν εργάζεται περιστασιακά χωρίς να αποκτά την ιδιότητα του "εργαζομένου", τότε, νομίζω, μπορεί να προβάλλει αξιώσεις με την ιδιότητα του τέκνου. Πρόβλημα ανακύπτει αν είναι εργαζόμενος, αλλά δεν μπορεί να αποδείξει ότι τα μαθήματα που θέλει να παρακολουθήσει έχουν σχέση με την προηγούμενη επαγγελματική του δραστηριότητα από πλευράς άρθρου 7, παράγραφος 2, ή αν το αίτημά του ως εργαζομένου απορριφθεί για άλλο λόγο.
Εδώ είναι που γεννάται το πρόβλημα αν, από πλευράς άρθρου 12, ο κανόνας είναι ότι άπαξ και κάποιος επικαλεστεί την ιδιότητα του τέκνου παραμένει πάντα τέκνο ή άπαξ και επικαλεστεί την ιδιότητα του εργαζομένου παραμένει πάντα εργαζόμενος. Εκ πρώτης όψεως θεωρώ ότι οι δύο κατηγορίες αποκλείουν η μία την άλλη, οπότε άπαξ ένα τέκνο καταστεί εργαζόμενος παύει να αποτελεί τέκνο από πλευράς άρθρου 12. Είναι, ωστόσο, βάσιμη η άποψη της Επιτροπής ότι το τέκνο διακινουμένου εργαζομένου μπορεί πάντοτε να επικαλεστεί το άρθρο 12 για να ζητήσει να γίνει δεκτό στα δημόσια μαθήματα γενικής εκπαιδεύσεως, μαθητείας και επαγγελματικής εκπαιδεύσεως του κράτους με τους ίδιους όρους όπως οι υπήκοοι του κράτους αυτού, εφόσον το τέκνο αυτό κατοικεί στο κράτος αυτό. 'Ισως φανεί περίεργο το ότι, κατά την Επιτροπή, το ενήλικο τέκνο διακινουμένου εργαζομένου αποκτά δικαιώματα στην εκπαίδευση, τα οποία δεν έχουν εργαζόμενοι ενόψει των αποφάσεων του Δικαστηρίου Lair και Brown, κατά τις οποίες τα δικαιώματα στην εκπαίδευση δυνάμει του άρθρου 7, παράγραφος 2, περιορίζονταισε εκπαιδευτικά τμήματα, όπου οι υπό κρίση σπουδές έχουν σχέση με την προηγούμενη επαγγελματική δραστηριότητα. Εφόσον όμως σκοπός του κανονισμού είναι να ενθαρρύνει την κινητικότητα και την προσαρμογή των εργαζομένων και των οικογενειών τους, η άνιση μεταχείριση των τέκνων των διακινουμένων εργαζομένων, που βασίζεται στην ιθαγένεια, αντίκειται σαφώς στο σκοπό αυτό.
Σταθμίζοντας τα στοιχεία αυτά, νομίζω ότι το επιχείρημα της Επιτροπής πρέπει να γίνει δεκτό και ότι το τέκνο διακινουμένου εργαζομένου μπορεί να επικαλεστεί το άρθρο 12, αν δεν μπορεί να στηριχθεί στο άρθρο 7, έστω κι αν μεσολάβησε κάποια εργασία υπό την προϋπόθεση ότι τα μαθήματα εμπίπτουν στον τίτλο "μαθήματα γενικής εκπαιδεύσεως, μαθητείας ή επαγγελματικής εκπαιδεύσεως". Στο μέλλον θα παρουσιαστούν ενδεχομένως δύσκολες υποθέσεις προς επίλυση, ιδίως καθώς μεγαλώνουν τα τέκνα των διακινουμένων εργαζομένων της πρώτης γενεάς. Η παρούσα υπόθεση δεν μου φαίνεται τόσο δύσκολη, εφόσον η Matteucci, παρά το ότι είχε αρχίσει να εργάζεται, συνέχισε την επαγγελματική της εκπαίδευση κατά το χρόνο που υπέβαλε αίτηση για μαθήματα στο Βερολίνο.
Απομένει το επιχείρημα ότι τα μαθήματα δεν παρέχονται στο Βέλγιο αλλά στο Βερολίνο και μάλιστα βάσει διμερούς συμφωνίας.
Κατά τη γνώμη μου, είναι σαφές ότι αν ένα κράτος μέλος συμφωνήσει οι υπήκοοί του να παρακολουθούν μαθήματα σε άλλο κράτος μέλος, τα οποία, αν παρέχονταν στο πρώτο κράτος μέλος,θα αποτελούσαν είτε κοινωνικά πλεονεκτήματα (άρθρο 7, παράγραφος 2), είτε φοίτηση σε επαγγελματικές σχολές ή επανεκπαίδευση (άρθρο 7, παράγραφος 3), ή μαθήματα γενικής εκπαιδεύσεως, μαθητείας ή επαγγελματικής εκπαιδεύσεως (άρθρο 12), οπότε τα μαθήματα αυτά, σε άλλο κράτος μέλος, εμπίπτουν αντιστοίχως στο άρθρο 7, παράγραφοι 2 και 3, ή στο άρθρο 12. Πρέπει να θεωρηθούν ως μέρος του κρατικού εκπαιδευτικού συστήματος. Το επιχείρημα ότι το άρθρο 12 δεν μπορεί να εφαρμοστεί επειδή το τέκνο δεν θα εξακολουθήσει να κατοικεί στο κράτος είναι αβάσιμο. Η κατοικία στο κράτος μέλος είναι προϋπόθεση για να γίνει κανείς δεκτός στα μαθήματα και όχι για να τα παρακολουθήσει. Αν το πράγμα είχε άλλως, κανένα τέκνο δεν θα μπορούσε να ζητήσει να συμμετάσχει σε πανεπιστημιακά μαθήματα επαγγελματικής εκπαίδευσης που παρέχονται, για παράδειγμα, εν μέρει σε αγγλικά και εν μέρει σε γαλλικό πανεπιστήμιο ή ίδρυμα.
Το τελευταίο πρόβλημα που έθεσε η CGRΙ και η γαλλική κυβέρνηση αφορά το γεγονός ότι οι υποτροφίες αυτές χορηγούνται δυνάμει διμερούς συμφωνίας προγενέστερης της Συνθήκης της Ρώμης, που έχει τη μορφή "μορφωτικής συμφωνίας". Η γαλλική κυβέρνηση επικαλείται το άρθρο 234 της Συνθήκης που ορίζει:
"Τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που απορρέουν από συμβάσεις που συνήφθησαν προ της ενάρξεως της ισχύος της παρούσης Συνθήκης, μεταξύ ενός ή περισσοτέρων κρατών μελών αφ' ενός και ενός ή περισσοτέρων τρίτων χωρών αφ' ετέρου, δεν θίγονται από την παρούσα Συνθήκη".
Κατά το μέρος που οι συμβάσεις αυτές δεν συμβιβάζονται με την παρούσα Συνθήκη, το ενδιαφερόμενο ή τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη προσφεύγουν σε όλα τα πρόσφορα μέσα, για να άρουν τα διαπιστωθέντα ασυμβίβαστα. (...)"
Κατά τη γνώμη μου, είναι προφανές ότι το άρθρο αυτό δεν έχει σχέση, διότι εφαρμόζεται μόνο σε συμβάσεις μεταξύ κρατών μελών και τρίτων χωρών, πράγμα που δεν συμβαίνει εν προκειμένω.
'Οπως δέχεται η Επιτροπή, είναι βέβαιο ότι οι μεταξύ κρατών μελών μορφωτικές ανταλλαγές και συμφωνίες περί πραγματοποιήσεως τέτοιων ανταλλαγών μπορούν να συμβάλλουν σημαντικά στην αμοιβαία συνεννόηση και προώθηση των σχέσεων μεταξύ των κρατών μελών. Παρά το ότι, εξάλλου, τα μορφωτικά θέματα, όπως και η εκπαίδευση, δεν αναφέρονται ειδικά στη Συνθήκη, οι διατάξεις της Συνθήκης μπορούν πάντοτε να έχουν κάποια επίδραση (Casagrande, σκέψεις 12 και 13 Gravier, σκέψη 19).
Κατά τη γνώμη μου, ακόμη κι αν γίνει πλήρως δεκτό ότι τα κράτη μέλη μπορούν να προβαίνουν σε ανταλλαγές σπουδαστών, οι οποίοι μπορούν και να φέρουν μαζί τους τον εθνικό τους πολιτισμό και να αφομοιώνουν τον πολιτισμό του κράτους μέλους στο οποίο πηγαίνουν, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι η ιθαγένεια, καθαυτή, αποτελεί κριτήριο σε σχέση με την επαγγελματική εκπαίδευση, όπως προσδιορίστηκε με την απόφαση Gravier, ή τα άλλα μαθήματα στα οποία αναφέρονται τα άρθρα 7 και 12 του κανονισμού. Εν πάση περιπτώσει, ο όρος "μορφωτικές" σε συνάρτηση με τέτοιου είδους συμφωνία είναι ελαστικός. 'Οταν πρόκειται για ανταλλαγή σπουδαστών, π.χ. τεχνικών κλάδων ή φυσικών επιστημών, το"μορφωτικό υπόβαθρο" έχει μικρότερη σημασία από τις τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις για την επιλογή των υποψηφίων προς ανταλλαγή. 'Ομως ακόμη κι αν είναι επιθυμητό όσοι έχουν βελγικό υπόβαθρο να γνωρίσουν τη Γερμανία και όσοι έχουν γερμανικό υπόβαθρο να γνωρίσουν το Βέλγιο και να φέρουν μαζί τους τον πολιτισμό των κρατών αυτών, δεν νομίζω ότι μπορεί να λεχθεί ότι υποψήφια που γεννήθηκε και μορφώθηκε εξ ολοκλήρου στο Βέλγιο δεν μπορεί να επιλεγεί για μια τέτοια υποτροφία, με μόνο κριτήριο την ιθαγένειά της, επειδή πρόκειται για πρόσωπο που δεν έχει πείρα ή αντίληψη του βελγικού πολιτισμού. Είναι τελείως διαφορετικό το ζήτημα αν υπάρχει καλύτερος υποψήφιος.
Ούτε νομίζω ότι αποτελεί απάντηση στην αίτηση της Matteucci το ότι οι υποτροφίες χορηγούνται βάσει "διεθνούς συμβάσεως" μεταξύ δύο κρατών μελών που συνάφθηκε πριν από την υπογραφή της Συνθήκης ΕΟΚ.
Στα κράτη μέλη το κοινοτικό δίκαιο έχει υπεροχή εφόσον η δυσμενής διάκριση λόγω ιθαγενείας είναι παράνομη σε συγκεκριμένη περιοχή, το κράτος μέλος απέναντι στο οποίο το άτομο έχει αξίωση για την εφαρμογή της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων πρέπει να αποφεύγει να λαμβάνει μέτρα που προκαλούν δυσμενή διάκριση λόγω ιθαγενείας.
'Οσον αφορά (α) το κατά πόσο τέκνα διακινουμένου εργαζομένου που κατοικούν στο Βέλγιο μπορούν να επικαλεστούν το άρθρο 12 ως προς την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας - ζήτημα το οποίο πραγματεύτηκα στην υπόθεση Humbel - και (β) το κατά πόσο, όπως υποστηρίζει η Επιτορπή, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία έχει δυνάμει του άρθρου 5 της Συνθήκης την υποχρέωση να απέχει από κάθε μέτρο που μπορεί να εμποδίσει την εκπλήρωση των υποχρεώσεων του Βελγίου δυνάμει του άρθρου 12 του κανονισμού (και, επομένως, να αξιολογήσει όλους τους υποψηφίους που πρότεινε το Βέλγιο ανάλογα με τα προσόντα τους ανεξάρτητα της ιθαγενείας τους), νομίζω ότι, αν η Matteucci μπορεί με άλλο τρόπο να επικαλεστεί τα άρθρα 7 ή 12 του κανονισμού, δεν μπορεί να αποκλειστεί απλώς και μόνο διότι η επίμαχη υποτροφία χορηγείται για σπουδές στη Γερμανία βάσει διεθνούς συμβάσεως μεταξύ Βελγίου και Γερμανίας. Διαφορετικά προβλήματα μπορεί να ανακύψουν σχετικά με υποτροφίες χορηγούμενες μονομερώς από ένα κράτος μέλος ή σχετικά με ρυθμίσεις που έγιναν με συμφωνίες άλλως πως πλην των κρατών μελών, προβλήματα που δεν βλέπω να ανακύπτουν στην παρούσα υπόθεση.
Επομένως στο ερώτημα του Conseil d' Etat θα απαντούσα ότι κράτος μέλος, που συνήψε συμφωνία με άλλο κράτος μέλος βάσει της οποίας χορηγούνται υποτροφίες συντηρήσεως για σπουδές στο δεύτερο κράτος, δεν μπορεί να αρνηθεί να τις χορηγήσει με τις ίδιες προϋποθέσεις που ισχύουν για τους υπηκόους του σε υπήκοο άλλου κράτους μέλους ο οποίος έχει προς τούτο δικαίωμα βάσει του άρθρου 7 του κανονισμού ως διακινούμενος εργαζόμενος ή ως εξαρτώμενο μέλος της οικογενείας διακινουμένου εργαζομένου, με μόνη αιτιολογία ότι ο αιτών δεν είναι υπήκοος του πρώτου κράτους μέλους. Δεν υφίσταται, όμως, τέτοια υποχρέωση από το άρθρο 7 σε συνδυασμό με το άρθρο 128 ή από τα άρθρα 59 και 60 της Συνθήκης.
Στο Conseil d' Etat εναπόκειται να αποφασίσει ως προς τα έξοδα της κύριας δίκης. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Γαλλική και η ιταλική κυβέρνηση καθώς και η Επιτροπή δεν πρέπει να αποδοθούν.
(*) Μετάφραση από τα αγγλικά.
Full & Egal Universal Law Academy