Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε πρόεδρε,
κύριοι δικαστές,
Στις 28 Απριλίου 1987, το Syndicat des libraires de Normandie (('Ενωση Βιβλιοπωλών Νορμανδίας)) ενήγαγε ενώπιον του Tribunal de grande instance του Alencon τη Societe L' Aigle distribution, centre Leclerc, Saint Sulpice sur Risle ("L' Aigle distribution"), διότι πωλούσε βιβλία σε τιμές κατώτερες από τις επιτρεπόμενες από το άρθρο 1 του γαλλικού νόμου 81-766 της 10ης Αυγούστου 1981, όπως τροποποιήθηκε με το νόμο 85-500 της 29ης Μαΐου 1985. Οι διατάξεις αυτές επιβάλλουν στους εκδότες και τους εισαγωγείς βιβλίων να καθορίζουν τιμή λιανικής πωλήσεως για τα βιβλία τα οποία εκδίδουν ή εισάγουν ορίζουν ότι (πλην ορισμένων εξαιρέσεων) η τιμή λιανικής πωλήσεως των λιανοπωλητών πρέπει να ορίζεται μεταξύ του 95 % και του 100 % της τιμής που καθορίζει ο εκδότης ή ο εισαγωγέας. Το πέμπτο εδάφιο του άρθρου 1 ορίζει ότι, σε περίπτωση που επανεισάγονται βιβλία αρχικώς εκδοθέντα στη Γαλλία, η τιμή πωλήσεως προς το κοινό, την οποία ορίζει ο εισαγωγέας, πρέπει να είναι τουλάχιστον ίση προς την καθορισθείσα από τον εκδότη μετά την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση 229/83, Association des centres distributeurs Edouard Leclerc κατά "Au ble vert" SARL(Συλλογή 1985, σ. 1, "Βιβλία Leclerc"), στο άρθρο 1 του νόμου 85-500 προστέθηκε ένα έκτο εδάφιο, κατά το οποίο οι διατάξεις του πέμπτου εδαφίου δεν ισχύουν για βιβλία που εισάγονται από κράτος μέλος της ΕΟΚ, εκτός αν αποδεικνύεται, ιδίως από την έλλειψη ουσιαστικής εμπορικής κινήσεως στο κράτος αυτό, ότι σκοπός της συναλλαγής ήταν η περιγραφή των διατάξεων του άρθρου περί περιορισμού της τιμής λιανικής πωλήσεως προς το κοινό μεταξύ του 95 % και του 100 % της τιμής που καθορίζει για τις πωλήσεις προς το κοινό ο εκδότης ή ο εισαγωγέας.
Η L' Aigle Distribution συνομολόγησε τα προβαλλόμενα πραγματικά περιστατικά, ισχυρίστηκε όμως ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου ότι η γαλλική νομοθεσία ήταν αντίθετη προς το κοινοτικό δίκαιο το εθνικό δικαστήριο, συνεπώς, υπέβαλε τα εξής προδικαστικά ερωτήματα στο Δικαστήριο:
1)Δεν διευκολύνει η ελευθερία καθορισμού της τιμής, η οποία παρέχεται σε μία μόνη κατηγορία επιχειρηματιών, την ανάπτυξη δικτύων διανομής που εξαρτώνται ή επηρεάζονται απ' αυτήν, πράγμα που θα συνιστούσε παράβαση των διατάξεων του άρθρου 5, σε συνδυασμό προς τα άρθρα 3, στοιχείο στ), και 85 της Συνθήκης, ή πάντως ματαίωση της πρακτικής τους αποτελεσματικότητας;
2)Δεν αντιβαίνει η εξουσιοδότηση που παρέχει ο γαλλικός νόμος σε ορισμένη κατηγορία επιχειρηματιών, τους εκδότες προς το άρθρο 86 και επικουρικώς προς το άρθρο 85 ή πάντως προς την πρακτική τους αποτελεσματικότητα, όταν η τιμή πωλήσεως καθορίζεται από τον οικείο επαγγελματικό κλάδο και μόνο, βάσει οικονομικών κανόνων που δεν στηρίζονται στον ανταγωνισμό ή την αγορά;
Η L' Aigle distribution προτείνει για αμφότερα τα ερωτήματα καταφατική απάντηση. Η Γαλλική Δημοκρατία και η Επιτροπή προτείνουν, "στο παρόν στάδιο εξελίξεως του κοινοτικού δικαίου", να δοθούν αρνητικές απαντήσεις.
Στην υπόθεση των "Βιβλίων Leclerc ", το Δικαστήριο έκρινε, σε σχέση προς το άρθρο 1 του νόμου 81-766 υπό την αρχική του μορφή, μεταξύ άλλων, ότι: "Στο παρόν στάδιο εξελίξεως του κοινοτικού δικαίου, το άρθρο 5, παράγραφος 2, σε συνδυασμό με τα άρθρα 3, στοιχείο στ), και 85 της Συνθήκης, δεν απαγορεύει στα κράτη μέλη να θεσπίζουν νομοθεσία, κατά την οποία η λιανική τιμή πωλήσεως των βιβλίων πρέπει να καθορίζεται από τον εκδότη ή τον εισαγωγέα του βιβλίου και επιβάλλεται σε όλους τους λιανοπωλητές, υπό τον όρο πάντως ότι η νομοθεσία αυτή τηρεί τις λοιπές ειδικές διατάξεις της Συνθήκης και ιδίως εκείνες που αφορούν την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων".
Το Δικαστήριο επιβεβαίωσε την κρίση αυτή, ως προς το άρθρο 1 υπό την αρχική του μορφή, με την απόφαση στην υπόθεση 299/83 (Leclerc κατά Syndicat des libraires de Loire-Ocean, Συλλογή 1985, σ. 2515 (βλέπε επίσης υπόθ. 95/84, Darras και Tostain, απόφαση της 10ης Ιουλίου 1986, Συλλογή 1986, σ. 2253).
Στην υπόθεση 355/85, Cognet, απόφαση της 23ης Οκτωβρίου 1986, Συλλογή 1986, σ. 3238, αμφισβητήθηκε το κύρος του άρθρου 1, υπό την τροποποιημένη του μορφή, με την αιτιολογία ότι εισήγε διακρίσεις, καθόσον επέτρεπε στον εισαγωγέα να καθορίζει ελεύθερα τις τιμές βιβλίων που εκδόθηκαν στη Γαλλία και επανεισάγονταν από άλλο κράτος, ενώ οι τιμές των βιβλίων που εκδόθηκαν στη Γαλλία και παρέμεναν στη Γαλλία εξακολουθούσαν να καθορίζονται από τον εκδότη. Το Δικαστήριο απέρριψε την αιτίαση αυτή κρίνοντας ότι: "ούτε το άρθρο 7 της Συνθήκης ΕΟΚ, ούτε καμιά άλλη διάταξη ή αρχή της Συνθήκης ΕΟΚ έχουν εφαρμογή σε περίπτωση διαφορετικής μεταχειρίσεως στο πλαίσιο νομοθεσίας προβλέπουσας τον καθορισμό της λιανικής τιμής πωλήσεως των βιβλίων από τον εκδότη ή τον εισαγωγέα ενός βιβλίου και επιβαλλόμενης σε κάθε λιανοπωλητή, κατά την οποία η τιμή των βιβλίων που εκδίδονται και τυπώνονται στο οικείο κράτος μέλος είναι ελεύθερη όταν πρόκειται για βιβλία τα οποία επανεισάγονταν αφού προηγουμένως είχαν εξαχθεί σε άλλο κράτος μέλος, ενώ η τιμή επιβάλλεται από τον εκδότη όταν πρόκειται για βιβλία τα οποία δεν έχουν διέλθει κατά την εμπορία τα ενδοκοινοτικά σύνορα".
Το Δικαστήριο επιβεβαίωσε την κρίση αυτή στην υπόθεση 168/86, Yvette Rousseau, απόφαση της 25ης Φεβρουαρίου 1987 (Συλλογή 1987, σ. 995), και στην υπόθεση 160/86, Verbrugge, απόφαση της 9ης Απριλίου 1987 (Συλλογή 1987, σ. 1783).
Στην παρούσα υπόθεση, η γαλλική νομοθεσία βάλλεται ως αντίθετη προς τα άρθρα 85 και/ή 86 της Συνθήκης ΕΟΚ, καθόσον διευκολύνει συμπεριφορά των επιχειρήσεων αντιβαίνουσα προς τα άρθρα αυτά. Υποστηρίζεται ότι η νομοθεσία κράτους μέλους μπορεί να συνιστά παράβαση των άρθρων 85 και/ή 86, όταν διευκολύνει αισθητά ή καθιστά δυνατή συμπεριφορά των επιχειρήσεων αντίθετη προς τον ανταγωνισμό. Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου έχει κριθεί ότι, ενώ τα άρθρα 85 και 86 απευθύνονται στις επιχειρήσεις, η Συνθήκη επιβάλλει στα κράτη μέλη το καθήκον να μη θεσπίζουν ή διατηρούν σε ισχύ οποιοδήποτε μέτρο δυνάμενο να στερήσει τις διατάξεις αυτές της αποτελεσματικότητάς τους: σκέψη 31 της απόφασης στην υπόθεση 13/77 (Ιnno κατά ΑΤΑΒ, ΕCR 1977, σ. 2115, ιδίως σ. 2144) σκέψη 71 της απόφασης στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 209 έως 213/84, Ministere public κατά Asjes, απόφαση της 30ής Απριλίου 1986 σκέψη 10 της απόφασης στην υπόθεση 311/85 (Vereniging van Vlaamse Reisbureaus κατά Sociale Dienst, Συλλογή 1987, σ. 3801), απόφαση της 1ης Οκτωβρίου 1987 και σκέψη 23 της απόφασης στην υπόθεση 136/86 (ΒΝΙC κατά Aubert, Συλλογή 1987, σ. 4789), απόφαση της 3ης Δεκεμβρίου 1987. 'Ενα κράτος μέλος παραβαίνει το καθήκον αυτό, όταν επιβάλλει ή διευκολύνει τη σύναψη συμφωνιών, αποφάσεων ή εναρμονισμένων πρακτικών αντιθέτων προς το άρθρο 85 ή όταν ενισχύει τα αποτελέσματά τους: σκέψη 72 της απόφασης Asjes και σκέψη 10 της απόφασης Vlaamse Reisbureaus.
Μπορεί επίσης να είναι ισχυρό το επιχείρημα ότι ενδέχεται η εθνική νομοθεσία να μην αντιβαίνει μεν, αυτή καθαυτή, προς το κοινοτικό δίκαιο, αλλά να παρέχει στις επιχειρήσεις εξουσία την οποία να μπορούν αυτές να χρησιμοποιήσουν αντίθετα προς το κοινοτικό δίκαιο, και ιδίως προς τα άρθρα 85 και 86, όπως την αποκλειστική εκ του νόμου εξουσία να εκδίδουν πιστοποιητικά πιστότητας για αυτοκίνητα οχήματα, που ήταν υπό κρίση στην υπόθεση 26/75, General Motors (ECR 1975, σ. 1367) και την υπόθεση 226/84, British Leyland, απόφαση της 11ης Νοεμβρίου 1986 (Συλλογή 1986, σ. 3263). Το αν οι επιχειρήσεις αυτές είχαν πράγματι εκμεταλλευθεί καταχρηστικά την εξουσία που τους παρείχε ο νόμος σε αντίθεση προς το άρθρο 85 ή το άρθρο 86 ήταν πραγματικό ζήτημα που θα έπρεπε να κριθεί από το εθνικό δικαστήριο.
Αν, στην παρούσα υπόθεση, είχε αποδειχθεί ο πραγματικός ισχυρισμός ότι υπήρξε συμπεριφορά των επιχειρήσεων αντίθετη προς τα άρθρα 85 και/ή 86 ως προς τον καθορισμό των τιμών των γαλλικών βιβλίων και αν είχε αποδειχθεί ο πραγματικός ισχυρισμός ότι η συμπεριφορά αυτή προκάλεσε ή διευκόλυνε η επίδικη εθνική νομοθεσία, ή ίσως ακόμη ότι η εθνική νομοθεσία δεν την απέτρεψε ή δεν την συνεκράτησε, θα μπορούσε να υπάρχει λόγος αμφιβολίας για το αν συμβιβάζεται η εθνική αυτή νομοθεσία προς τα άρθρα 3, στοιχείο στ), 5 και 85 ή 86 της Συνθήκης ΕΟΚ.
Αυτά αποτελούν πάντως πραγματικά ζητήματα που κρίνονται από το εθνικό δικαστήριο. Αμφότερα τα ερωτήματα που υποβλήθηκαν στην παρούσα υπόθεση στηρίζονται στην υπόθεση περί συμπεριφοράς των επιχειρήσεων αντιβαίνουσας προς τον ανταγωνισμό. Από τη Διάταξη περί παραπομπής δεν προκύπτει ότι υπάρχουν εξαρτώμενα ή ελεγχόμενα δίκτυα διανομής και, εφόσον υπάρχουν, αν είναι αποτέλεσμα συμφωνιών ή πρακτικών αντίθετων προς το άρθρο 85 της Συνθήκης (ερώτημα 1) ούτε προκύπτει η ύπαρξη δεσπόζουσας θέση ή καταχρηστικής εκμετάλλευσης αυτής κατά παράβαση του άρθρου 86 της Συνθήκης, ούτε συμφωνίας ή εναρμονισμένης πρακτικής σχετικά με τον καθορισμό των τιμών σε αντίθεση προς το άρθρο 85 (ερώτημα 2). Επίσης, από τη διάταξη περί παραπομπής δεν προκύπτει ότι τη συμπεριφορά αυτή επιβάλλει, ευνοεί ή ενισχύει η επίδικη εθνική νομοθεσία: ουδόλως αποδεικνύεται ότι την απαγορευόμενη συμπεριφορά προκάλεσε η νομοθεσία.
Επομένως, το ζήτημα που τίθεται με τη διάταξη περί παραπομπής είναι στην ουσία το ίδιο με εκείνο που εξέτασε το Δικαστήριο σε σχέση προς τα άρθρα 85 και 86 στην υπόθεση των βιβλίων Leclerc. Εφόσον δεν στοιχειοθετήθηκαν νέα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά, η συλλογιστική του Δικαστηρίου στην υπόθεση εκείνη και ιδίως η κρίση του της παραγράφου 1 του διατακτικού της απόφασης εξακολουθούν να ισχύουν. Κατά τη γνώμη μου, στα προδικαστικά ερωτήματα της παρούσας υπόθεσης η απάντηση πρέπει να είναι σύμφωνη με την παράγραφο 1 του διατακτικού της απόφασης του Δικαστηρίου στην υπόθεση των βιβλίων Leclerc.
Επομένως, κατά την άποψή μου, η απάντηση στα προδικαστικά ερωτήματα πρέπει να έχει ως εξής:
Στο παρόν στάδιο εξελίξεως του κοινοτικού δικαίου, το άρθρο 5, δεύτερο εδάφιο, σε συνδυασμό προς τα άρθρα 3, στοιχείο στ, 85 και 86 της Συνθήκης, δεν απαγορεύει στα κράτη μέλη να θεσπίζουν νομοθεσία κατά την οποία η τιμή λιανικής πωλήσεως των βιβλίων πρέπει να καθορίζεται από τον εκδότη ή τον εισαγωγέα του βιβλίου και είναι υποχρεωτική για όλους τους λιανοπωλητές, υπό τον όρο πάντως ότι η νομοθεσία αυτή τηρεί τις λοιπές ειδικές διατάξεις της Συνθήκης, και ιδίως εκείνες που αφορούν την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων.
Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Επιτροπή και η γαλλική κυβέρνηση δεν αποδίδονται τα έξοδα των διαδίκων της κύριας δίκης εναπόκεινται στην κρίση του εθνικού δικαστηρίου.
(*) Μετάφραση από τα αγγλικά.
Full & Egal Universal Law Academy