Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1. Κατά τη νομοθεσία της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας η εισαγωγή τροφίμων με βάση το κρέας εξαρτάται από το αν τα προϊόντα αυτά είναι σύμφωνα προς τους κανόνες που καθόρισε ομοσπονδιακή κανονιστική απόφαση για το κρέας, της 21ης Ιανουαρίου 1982 (στο εξής: ομοσπονδιακή κανονιστική απόφαση). Η απαγόρευση, που προκύπτει, εισαγωγής προϊόντων που έχουν νομίμως παραχθεί και κυκλοφορήσει στο εμπόριο σε κράτος μέλος, αλλά δεν πληρούν τους γερμανικούς κανόνες, είναι αντίθετη προς το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ; Αυτό το ερώτημα τέθηκε στο Δικαστήριο με την προσφυγή λόγω παραβάσεως που άσκησε η Επιτροπή.
2. Το Δικαστήριο καλείται να απαντήσει στο ερώτημα αυτό σε μια στιγμή κατά την οποία η νομολογία του, ιδίως η πιο πρόσφατη, καθόρισε σαφώς την έκταση των δικαιολογιών και των αποκλίσεων που μπορούν να προβάλλουν τα κράτη μέλη προκειμένου να αποφύγουν την αιτίαση ότι παραβιάζουν το άρθρο 30. Στον τομέα των υγρών ή στερεών προϊόντων που προορίζονται για διατροφή, σχετικές είναι ιδίως οι τελευταίες αποφάσεις για το ζύθο (1), τα υποκατάστατα γάλακτος (2) και τα ζυμαρικά (3).
3. Οι διατάξεις της ομοσπονδιακής κανονιστικής αποφάσεως απαγορεύουν την εμπορία προϊόντων με βάση το κρέας τα οποία περιέχουν ορισμένα συστατικά μη προερχόμενα από κρέας, με την επιφύλαξη εξαιρέσεων για ορισμένα προϊόντα των οποίων καθορίζεται η σύνθεση και υπό την προϋπόθεση, σε ορισμένες περιπτώσεις, ακριβών ενδείξεων στη συσκευασία ή στις επιγραφές.
4. Κατά την εξέταση της παρούσας υπόθεσης το Δικαστήριο πρόκειται να εκτιμήσει τις δικαιολογίες και αποκλίσεις που προβάλλει η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας. Πράγματι, δεν υπάρχει καμιά αμφισβήτηση για τις περιοριστικές συνέπειες της γερμανικής νομοθεσίας επί των εισαγωγών. Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας δεν αρνείται ότι η νομοθεσία της εμποδίζει την πρόσβαση στη γερμανική αγορά προϊόντων που έχουν νομίμως παρασκευασθεί και κυκλοφορήσει στο εμπόριο σε άλλα κράτη μέλη και, κατά συνέπεια, δεν αμφισβητεί το χαρακτηρισμό της ως μέτρου ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικούς περιορισμούς των εισαγωγών. Επιχειρεί να αποδείξει ότι οι λόγοι που επέβαλαν τη λήψη του μέτρου αυτού αποκλείουν το χαρακτηρισμό του ως παραβιάσεως της αρχής της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων. Για το λόγο αυτόν οι προτάσεις μου θα αναφερθούν αποκλειστικά στην εξέταση αυτών των λόγων.
5. Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία επικαλέστηκε, διαδοχικά, προς το σκοπό αυτό την προστασία της υγείας, την προστασία των καταναλωτών, την προστασία των ημεδαπών επιχειρηματιών, καθώς και ορισμένες επιτακτικές ανάγκες της κοινής γεωργικής πολιτικής.
Ι - Επί της προστασίας της υγείας
6. Το καθού κράτος υποστηρίζει, καταρχάς, ότι σκοπός των επιδίκων διατάξεων είναι να διασφαλίσουν στον πληθυσμό την επαρκή λήψη ορισμένων ουσιωδών για τη διατροδή στοιχείων, τα οποία περιέχονται στο κρέας, ιδίως πρωτεϊνών, σιδήρου και θιαμίνης. Κατά τις επίσιμες εκθέσεις που επικαλέστηκε η γερμανική κυβέρνηση ο εφοδιασμός ορισμένων ομάδων του πληθυσμού σε κρέας δεν είναι σήμερα επαρκής. Ο σκοπός διασφαλίσεως του επαρκούς εφοδιασμού του γερμανικού πληθυσμού σε κρέας δεν θα μπορούσε να επιτευχθεί αν επιτρεπόταν γενικώς η χρησιμοποίηση συστατικών μη προερχομένων από κρέας, η οποία θα διευκόλυνε τη διάδοση προϊόντων φθηνότερων και, συνεπώς, ελκυστικότερων, πτωχότερων όμως σε ουσιώδη στοιχεία.
7. Η Επιτροπή θεωρεί τα επιχειρήματα αυτά αβάσιμα. Κατά την άποψή της η κατανάλωση κρέατος στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, που παρουσιάζει αισθητή αύξηση από τη δεκαετία του '60, είναι τόσο υψηλή ώστε να υπερβαίνει εν μέρει τα όρια που συνιστώνται σε διεθνές επίπεδο για τη λήψη πρωτεϊνών. Υπό τις προϋποθέσεις αυτές και αν ληφθεί υπόψη ότι ο εφοδιασμός του γερμανικού πληθυσμού σε πρωτεΐνες διασφαλίζεται κυρίως μέσω του νωπού κρέατος, ελαφρές τροποποιήσεις της συνθέσεως προϊόντων με βάση το κρέας, τις οποίες αποκλείουν οι επίδικες διατάξεις, δεν θα είχε καμιά πρακτική συνέπεια στη διατροφή και την υγεία του πληθυσμού.
8. Ας μου επιτραπεί να το πω ευθύς εξαρχής ότι δεν θεωρώ, όπως εξάλλου και η Επιτροπή, ως πειστικά τα επιχειρήματα που προέβαλε η γερμανική κυβέρνηση.
9. Καταρχάς, πρέπει να παρατηρηθεί ότι η κατάσταση του γερμανικού πληθυσμού από απόψεως καταναλώσεως πρωτεϊνών δεν νομίζω ότι είναι τόσο κρίσιμη όσο ισχυρίζεται η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία. Σύμφωνα με έκθεση για τη διατροφή που δημοσιεύθηκε το 1980 από τη γερμανική κυβέρνηση, "η λήψη πρωτεϊνών ανέρχεται κατά μέσο όρο στις συνιστώμενες ποσότητες των 0,9 γραμμαρίων ανά κιλό και ανά ημέρα". Στην έκθεση αυτή υπογραμμίζεται, ωστόσο, μια "πολύ διαφορετική κατάσταση ανάλογα με τις ομάδες ηλικίας", και προστίθεται: "ενώ όλοι οι ενήλικες και των δύο φύλων μάλλον υπερβαίνουν τις συνιστώμενες ποσότητες, η τάση που παρατηρείται στους νέους, χωρίς σχεδόν εξαίρεση, τους φέρει να υπολείπονται από τις συνιστώμενες ποσότητες και ιδίως να υπολείπονται σαφώς οι ομάδες ηλικίας 13 έως 14 ετών". Τονίζεται όμως ότι: "ωστόσο, τα συνιστώμενα όρια, ιδίως σε ό,τι αφορά τις πρωτεΐνες, προβλέπουν πλεονάσματα ασφαλείας τόσο υψηλά ώστε η μικρότερη κατανάλωση που παρατηρείται στους νέους να μην παρουσιάζει κανένα κίνδυνο για την ανάπτυξη και την υγεία". Αποκαλύπτοντας, τέλος, ότι οι συνοδευτικές των πρωτεϊνών ουσίες, κυρίως η πυρίνη, η χοληστερίνη και τα κεκορεσμένα λιπαρά οξέα μπορεί να έχουν επιβλαβείς επιπτώσεις για την υγεία, η έκθεση υπογραμμίζει ότι "πρέπει να αντιμετωπιστεί με επιφυλάξεις η πρόσθετη αύξηση της καταναλώσεως κρέατος και προϊόντων με βάση το κρέας εκ μέρους των ενηλίκων" (4).
10. Εξάλλου, στην έκθεση για τη διατροφή που δημοσίευσε η ομοσπονδιακή κυβέρνηση το 1984, αφου τονίζεται ότι το κρέας και τα προϊόντα με βάση το κρέας είναι σημαντικά και για τον εφοδιασμό του πληθυσμού σε θιαμίνη, ριβοφλαμίνη, νιασίνη και σίδηρο, προσθέτει ότι "συμβάλλουν στην ανθρώπινη διατροφή όχι μόνο με τις πρωτεΐνες και τις άλλες ουσιώδεις θρεπτικές ουσίες που περιέχουν, αλλά και με τα λίπη, και ... περιέχουν επίσης κυμαινόμενες ποσότητες χοληστερόλης και πυρίνης", καθώς και ότι, για τα προϊόντα με βάση το κρέας, "ιδίως ορισμένα ιδιοσκευάσματα της αλλαντοποιίας ... σημαντικές ποσότητες άλατος". Η έκθεση καταλήγει ότι "δεν είναι ευκταία η συνέχιση της αυξήσεως γενικώς της καταναλώσεως κρέατος ή προϊόντων με βάση το κρέας" (5).
11. Τα πορίσματα αυτά των επισήμων εκθέσεων για τη διατροφή στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας παρέχουν αφορμή για σειρά παρατηρήσεων.
12. Καταρχάς, η κατάσταση του γερμανικού πληθυσμού από απόψεως διατροφής, εξεταζόμενη τόσο γενικώς όσο και κατά ομάδες ηλικίας και φύλου δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως κατάσταση που εγκυμονεί κινδύνους ή ακόμα και ως απλώς ανησυχητική. Διαφορετικά οι δύο επίσημες εκθέσεις δεν θα μπορούσαν να συμπέσουν στη διαπίστωση ότι δεν είναι ευκταία από απόψεως διατροφής η αύξηση της καταναλώσεως κρέατος και προϊόντων με βάση το κρέας. Κατά συνέπεια, ο περιορισμός του μεριδίου των συστατικών που δεν προέρχονται από κρέας στα προϊόντα με βάση το κρέας δεν φαίνεται να είναι αναγκαίος από απόψεως δημόσιας υγείας. Από την άποψη αυτή η απαγόρευση εισαγωγής προϊόντων με βάση το κρέας, των οποίων τα μη προερχόμενα από κρέας συστατικά δεν ανταποκρίνονται στις προϋποθέσεις που θέτει η ομοσπονδιακή κανονιστική απόφαση, δεν νομίζω ότι μπορεί να συνδυαστεί με την προσπάθεια προστασίας της δημόσιας υγείας κατά τρόπο που να είναι επαρκής για την εφαρμογή του άρθρου 36 της Συνθήκης.
13. Η εντύπωση αυτή ενισχύεται από μια δεύτερη παρατήρηση. Και οι δύο εκθέσεις υπογραμμίζουν ότι το κρέας και τα προϊόντα με βάση το κρέας δεν περιέχουν μόνο ωφέλιμες θρεπτικές ουσίες και ότι η αύξηση της καταναλώσεώς τους θα είχε ως αποτέλεσμα αύξηση της καταναλώσεως πυρινών, χοληστερόλης και λίπους που θα μπορούσε να θεωρηθεί ως υπερβολική από απόψεως υγιεινής διατροφής. Για το λόγο αυτόν η βούληση να μην περιοριστεί το μερίδιο των προερχομένων από κρέας συστατικών στα προϊόντα με βάση το κρέας, η οποία ενέπνευσε την επίδικη νομοθετική ρύθμιση, δεν είναι χωρίς μειονεκτήματα για την υγεία των καταναλωτών.
14. Από τις παρατηρήσεις αυτές προκύπτουν, κατά την άποψή μου, αμφιβολίες ως προς την αναγκαιότητα, ή ακόμα την ωφελιμότητα, της εν λόγω εθνικής ρυθμίσεως για την προστασία της υγείας του γερμανικού πληθυσμού. Οι αμφιβολίες αυτές ενισχύονται ακόμη περισσότερο από τη μελέτη μιας των προσφάτων αποφάσεων του Δικαστηρίου.
15. Στην παρούσα υπόθεση η γερμανική κυβέρνηση προβάλλει επιχειρήματα που παρουσιάζουν ομοιότητες με τα επιχειρήματα που προέβαλε η γαλλική κυβέρνηση στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 23ης Φεβρουαρίου 1988, Επιτροπή κατά Γαλλίας (6). Σχετικά με νομοθετική ρύθμιση που απαγόρευε την εισγωγή και την πώληση υποκαταστάτων γάλακτος σε σκόνη και συμπυκνωμένου γάλακτος, ρύθμιση την οποία επιχειρούσε να δικαιολογήσει η γαλλική κυβέρνηση επικαλούμενη λόγους προστασίας της δημόσιας υγείας που αναφέρονταν στη μικρότερη θρεπτική αξία των υποκατάστατων, το Δικαστήριο έκρινε ότι
"τα κράτη μέλη δεν μπορούν να επικαλούνται λόγους δημόσιας υγείας για να απαγορεύουν την εισαγωγή προϊόντος, με την αιτιολογία ότι το προϊόν αυτό έχει κατώτερη θρεπτική αξία ή μεγαλύτερη περιεκτικότητα σε λιπαρές ουσίες από άλλο προϊόν που κυκλοφορεί ήδη στη σχετική αγορά",
προσθέτοντας ότι
"είναι προφανές ότι οι επιλογές των καταναλωτών της Κοινότητας στον τομέα των τροφίμων είναι τέτοιες ώστε το γεγονός και μόνο ότι ένα εισαγόμενο προϊόν έχει κατώτερη θρεπτική αξία δεν συνεπάγεται πραγματικό κίνδυνο για την ανθρώπινη υγεία" (7).
16. Το Δικαστήριο απάντησε, με τον τρόπο αυτό, στο ζήτημα του κατά πόσο η προσπάθεια προστασίας της δημόσιας υγείας θα μπορούσε να προβληθεί έναντι ορισμένων προϊόντων όχι επειδή αυτά είναι επιβλαβή, αλλά επειδή είναι μικρότερης θρεπτικής αξίας. Κατέληξε στο συμπέρασμα αυτό βάσει ενός σκεπτικού το οποίο νομίζω ότι μπορεί απολύτως να μεταφερθεί στην παρούσα υπόθεση. Το γεγονός ότι προϊόντα με βάση το κρέας που παρασκευάζονται σε άλλα κράτη μέλη περιέχουν λιγότερο κρέας και, κατά συνέπεια, προσφέρουν λιγότερες ζωικές πρωτεΐνες, θιαμίνη ή άλλα ουσιώδη στοιχεία, δεν νομίζω ότι αντιπροσωπεύει κίνδυνο μεγαλύτερο για τη δημόσια υγεία από εκείνον που προβλήθηκε σχετικά με τα υποκατάστατα γάλακτος, εφόσον η δυνατότητα επιλογής των γερμανών καταναλωτών τους παρέχει την ευχέρεια, σε περίπτωση εισαγωγής αυτών των προϊόντων με βάση το κρέας, να στραφούν προς το νωπό κρέας, που παρέχει τη μέγιστη ποσότητα πρωτεϊνών και άλλων ουσιωδών στοιχείων, ή σε εγχώρια προϊόντα που περιέχουν σημαντικότερο μερίδιο κρέατος. Η εξασφάλιση επαρκούς μεριδίου σε ουσιώδη στοιχεία της διατροφής στις ομάδες εκείνες που θεωρούνται, ενδεχομένως, ως πιο "ευαίσθητες" θα μπορούσε να διασφαλιστεί μέσω αυτής της δυνατότητας επιλογής.
17. Από τις παρατηρήσεις αυτές συνάγεται το συμπέρασμα ότι η σχετική γερμανική κανονιστική ρύθμιση δεν μπορεί να θεωρηθεί ως "απαραίτητη για την αποτελεσματική προστασία" (8) της υγείας και της ζωής των προσώπων, για να χρησιμοποιήσω τη διατύπωση που παραδοσιακά επαναλαμβάνει το Δικαστήριο στη νομολογία του και, κατά συνέπεια, το σχετικό επιχείρημα της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας πρέπει να απορριφθεί, χωρίς να απαιτείται σύγκριση της αξίας των ζωικών και φυτικών πρωτεϊνών και χωρίς να απαιτείται να εξεταστεί, στο παρόν στάδιο, αν θα μπορούσαν να ληφθούν μέτρα λιγότερο περιοριστικά του ενδοκοινοτικού εμπορίου.
ΙΙ - Επί της προστασίας των καταναλωτών
18. Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ισχυρίζεται, επίσης, ότι η προσβαλλόμενη κανονιστική ρύθμιση ανταποκρίνεται σε επιτακτική ανάγκη προστασίας των καταναλωτών. Τα άρθρα 4 και 5 της ομοσπονδιακής κανονιστικής απόφασης αποτελούν τα κατάλληλα μέτρα για την αποτροπή της παραπλανήσεως του καταναλωτή επειδή "λόγω συνηθειών πολλών δεκαετιών" (9), ο γερμανός καταναλωτής έχει την πεποίθηση ότι εμπόρευμα που αγοράζεται υπό εμπορική ονομασία που το παρουσιάζει ως προϊόν με βάση το κρέας αποτελείται μόνο από κρέας ή κυρίως από κρέας" (10). Συνεπώς, ελλείψει εναρμονίσεως, η οποία κατά την κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας θα ήταν το μόνο κατάλληλο μέσο για την επίλυση των προβλημάτων που θέτει η προστασία του καταναλωτή από την παραπλάνηση, η γερμανική νομοθετική ρύθμιση, που δεν αποτελεί εξάλλου απόλυτη απαγόρευση των εισαγωγών, καθόσον δέχεται εξαιρέσεις υπό σαφώς καθορισμένες προϋποθέσεις, εφαρμόζει τους ενδεδειγμένους για την προστασία αυτή κανόνες. Πράγματι, η τεράστια ποικιλία προϊόντων με βάση το κρέας που προσφέρονται στα δώδεκα κράτη μέλη αποκλείει την προσφυγή σε λιγότερο περιοριστικά των εισαγωγών μέτρα, που θα συνίσταντο σε ρύθμιση της επισημάνσεως των εν λόγω προϊόντων.
19. Η Επιτροπή θεωρεί ότι μέσω της απόψεως που διατυπώνει για την προστασία του καταναλωτή το καθού κράτος προβάλλει, στην πράξη, δύο επιχειρήματα: το ένα αναφέρεται στην πολιτική για την ποιότητα που ακολουθείται σε εθνική κλίμακα και το άλλο στην ανάγκη αντιμετώπισης της παραπλάνησης ως προς την ονομασία και τη σύνθεση προϊόντων με βάση το κρέας.
20. Κατά την άποψή της είναι αμφίβολο το κατά πόσο ο στόχος για μια εθνική πολιτική για την ποιότητα μπορεί, βάσει της νομολογίας του Δικαστηρίου, να θεωρηθεί ως μια επιτακτική ανάγκη δημοσίου συμφέροντος, όπως επίσης, ακόμα και αν θεωρηθεί ως επιτρεπτή η επιδίωξη ενός τέτοιου σκοπού, το κριτήριο της γερμανικής νομοθετικής ρυθμίσεως, δηλαδή η απαγόρευση όλων των συστατικών που δεν προέρχονται από κρέας, δεν είναι πρόσφορο για την επίτευξη αυτού του σκοπού. Ουδόλως η ποιότητα των προϊόντων με βάση το κρέας εξαρτάται κυρίως από την αποκλειστική χρησιμοποίηση κρέατος κατά την παρασκευή τους. Κατά την άποψη της Επιτροπής, η ποιότητα πρέπει να επικρατήσει στην αγορά, εφόσον οι παραγωγοί και οι έμποροι των γερμανικών προϊόντων με βάση το κρέας έχουν τη δυνατότητα να τα προωθήσουν με διαφημιστικές εκστρατείες. Εξάλλου, ο γερμανός νομοθέτης είχε τη δυνατότητα, για να μη φέρει σε δυσχερέστερη θέση από πλευράς ανταγωνισμού τα προϊόντα ποιότητας, να θεσπίσει διατάξεις για την παρουσίαση και την επισήμανση προϊόντων με βάση το κρέας για τις προϋποθέσεις και κατηγορίες ποιότητας ορισμένου τύπου προϊόντων, για τις πληροφορίες που πρέπει να παρέχονται στους καταναλωτές, χωρίς με όλα αυτά να παρεμποδίζει τις εισαγωγές.
21. Ως προς την προστασία του καταναλωτή από την παραπλάνηση, η Επιτροπή θεωρεί ότι είναι δυνατή η διασφάλισή της με τη βοήθεια ενδείξεων που θα κατευθύνουν τους καταναλωτές έναντι ενός διευρυμένου φάσματος προϊόντων. Παρά τη μεγάλη ποικιλία των προϊόντων που προσφέρονται στα δώδεκα κράτη μέλη, η ενημέρωση του καταναλωτή μέσω ενός συστήματος επισημάνσεως και περιγραφής των συστατικών είναι απολύτως δυνατή, στο πλαίσιο των διατάξεων της οδηγίας 79/112/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 1978 (στο εξής: η οδηγία) (11), όπως επιχειρείται, εξάλλου, με την προσβαλλόμενη κανονιστική απόφαση. Η Επιτροπή υπογραμμίζει, ιδίως, τις δυνατότητες που παρέχει το άρθρο 7, παράγραφος 3, της οδηγίας το οποίο επιτρέπει την επιβολή υποχρεώσεως αναγραφής της ποσότητας ορισμένων συστατικών, που θα έδινε τη δυνατότητα, για ορισμένα προϊόντα των οποίων η σύνθεση είναι ιδιαιτέρως περίπλοκη, επιβολής π.χ. της υποχρεώσεως συνοπτικής αναγραφής των κυριοτέρων συστατικών.
22. Αυτή η ανταλλαγή επιχειρημάτων μεταξύ Επιτροπής και καθού κράτους θα μπορούσα να πω ότι είναι πλέον κλασική στις υποθέσεις εκείνες που αφορούν μέτρα περιορισμού των εισαγωγών τροφίμων. Σε πρόσφατες αποφάσεις που ήδη ανέφερα το Δικαστήριο έλαβε έναντι των επιχειρημάτων αυτών ορισμένες θέσεις οι οποίες με τη σειρά τους δεν απέχουν πολύ από του να γίνουν κλασικές. Για το λόγο αυτόν νομίζω ότι επιβάλλεται να αναφερθώ στις αποφάσεις αυτές, στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης.
23. Στην απόφαση Drei Glocken της 14ης Ιουλίου 1988 (12), που αφορούσε το κατά πόσο συμβιβάζεται με το άρθρο 30 ιταλικός νόμος που απαγόρευε την εισαγωγή ζυμαρικών που περιείχαν μαλακό σίτο το Δικαστήριο τόνισε ότι
"δεν μπορεί να γίνει δεκτό το επιχείρημα ότι ο νόμος περί ζυμαρικών αποσκοπεί στην προστασία των καταναλωτών λόγω του ότι έχει ως αντικείμενο την εγγύηση των ανώτερης ποιότητας ζυμαρικών, ιταλικού προϊόντος μακροχρόνιας παραδόσεως".
Τονίζοντας ότι
"η επιθυμία που συνίσταται στο να παρέχεται στους καταναλωτές, οι οποίοι αποδίδουν ειδικές ιδιότητες στα παρασκευαζόμενα αποκλειστικά από σκληρό σίτο ζυμαρικά, η δυνατότητα επιλογής με βάση το στοιχείο αυτό είναι ασφαλώς θεμιτή",
αποφάνθηκε ότι
"η δυνατότητα αυτή διασφαλίζεται με μηχανισμούς που δεν παρεμποδίζουν την εισαγωγή νομίμως παρασκευαζόμενων και διατιθέμενων στο εμπόριο σε άλλα κράτη μέλη προϊόντων και ιδίως 'με την υποχρέωση τοποθετήσεως της κατάλληλης επισημάνσεως ως προς τη φύση του πωλούμενου προϊόντος' " (13).
24. Δεν μπορεί παρά να τονιστεί η αναλογία μεταξύ του ιταλικού επιχειρήματος της εγγυήσεως
"των ανώτερης ποιότητας ζυμαρικών, ιταλικού προϊόντος μακροχρόνιας παραδόσεως" (14)
και του γερμανικού επιχειρήματος κατά το οποίο,
"λόγω συνηθειών πολλών δεκαετιών, ο γερμανός καταναλωτής έχει διαμορφώσει σαφή ιδέα εκείνου που εννοεί ως προϊόν με βάση το κρέας που αγοράζει" (15).
25. Νομίζω ότι, όπως και για τα ζυμαρικά, η συζήτηση για το αν συντρέχει επιτακτική ανάγκη προστασίας του καταναλωτή από τα προϊόντα κακής ποιότητας ανάγεται στο ζήτημα του αν άλλα μέσα, λιγότερο περιοριστικά των εισαγωγών από το εξεταζόμενο εθνικό μέτρο θα μπορούσαν να εφαρμοστούν. Νομίζω ότι η απάντηση στο ερώτημα αυτό πρέπει να είναι καταφατική.
26. Βεβαίως, η ενημέρωση του καταναλωτή, εξεταζόμενη μέσω των διαφόρων μορφών που μπορεί να λάβει η διάθεση των προϊόντων, δηλαδή πώληση των προϊόντων συσκευασμένων, πώληση χύμα, κατανάλωση σε εστιατόρια, θέτει προβλήματα πολύ πιο δύσκολα για τα προϊόντα με βάση το κρέας - των οποίων και τα δύο μέρη υπογραμμίζουν τη μεγάλη ποικιλία - από ό,τι τα ζυμαρικά, για τα οποία το πρόβλημα που ετίθετο είναι το πώς θα δοθεί η δυνατότητα στον καταναλωτή να διακρίνει τα ζυμαρικά που περιέχουν αποκλειστικά σκληρό σίτο από εκείνα τα οποία περιέχουν μαλακό σίτο. 'Εχω, ωστόσο, την πεποίθηση ότι παρά τη δυσκολία του προβλήματος, η ενημέρωση του καταναλωτή μέσω συστήματος επισημάνσεως και περιγραφής των προϊόντων, θα έδινε στην κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας τη δυνατότητα επιτεύξεως των θεμιτών αυτών στόχων.
27. Πρέπει, καταρχάς, να παρατηρηθεί ότι η οδηγία παρέχει, όπως ορθώς τόνισε η Επιτροπή, μεγάλες δυνατότητες. Θα μπορούσε, ιδίως, να τονιστεί ότι κατά την παράγραφο 5, στοιχείο α), του άρθρου 6, ο κατάλογος των συστατικών, που πρέπει υποχρεωτικώς να περιλαμβάνει, δυνάμει του άρθρου 3, η επισήμανση των προϊόντων "συνίσταται στην παράθεση όλων των συστατικών του τροφίμου, κατά σειρά ελαττούμενης περιεκτικότητος ως προς το βάρος κατά τη στιγμή της χρησιμοποιήσεώς τους στην παρασκευή του τροφίμου". Του καταλόγου προηγείται σχετική ένδειξη που περιλαμβάνει τη λέξη "συστατικά". Στην παράγραφο 6 του εν λόγω άρθρου ορίζεται ότι "οι κοινοτικές διατάξεις και, αν δεν υπάρχουν τέτοιες, οι εθνικές διατάξεις είναι δυνατό να προβλέπουν ότι σε ορισμένα τρόφιμα η ένδειξη ενός ή περισσοτέρων καθορισμένων συστατικών θα συνοδεύει την ονομασία πωλήσεως". Ομοίως μπορεί να προβλέπεται, κατά το άρθρο 7, παράγραφος 3, "η υποχρεωτική ένδειξη για ορισμένα συστατικά της ποσότητας εκφρασμένης σε απόλυτη τιμή ή επί τοις εκατό".
28. Ούτε το Δικαστήριο ούτε βεβαίως εγώ θα μπορούσαμε να υπαγορεύσουμε στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας λεπτομερές σύστημα επισημάνσεως και περιγραφής για τα προϊόντα με βάση το κρέας. Εναπόκειται, όμως, στο Δικαστήριο, όπως και σε μένα τον ίδιο, να διαπιστώσουμε ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας δεν έχει τη δυνατότητα, ενόψει των δυνατοτήτων που προσφέρει η οδηγία, να υποστηρίζει ότι η παρεμπόδιση των εισαγωγών αποτελεί το μόνο μέσο για την προστασία του καταναλωτή.
29. Για τα συσκευασμένα τρόφιμα, για τα οποία οι διατάξεις της οδηγίας είναι ακόμη περισσότερο δεσμευτικές, δεν μπορώ να αντιληφθώ τι θα μπορούσε να εμποδίσει τον καταναλωτή να ενημερωθεί πλήρως, με την ανάγνωση του καταλόγου των συστατικών που υπάρχει στην εν λόγω συσκευασία, ως προς το αν το προϊόν που τον ενδιαφέρει διαθέτει τις ιδιότητες που προσδοκά.
30. Για τα τρόφιμα που πωλούνται χύμα στις αιτιολογικές σκέψεις της οδηγίας υπογραμμίζεται ότι "τα κράτη μέλη πρέπει να διατηρήσουν την ευχέρεια, ανάλογα με τις τοπικές συνθήκες και τις πρακτικές περιστάσεις, να καθορίζουν τους τρόπους επισημάνσεως των τροφίμων που πωλούνται χύμα", ενώ η ενημέρωση του καταναλωτή πρέπει "εντούτοις να εξασφαλίζεται στην παραπάνω περίπτωση" (16). Καίτοι, επίσης, στο άρθρο 12 της οδηγίας ορίζεται ότι "για τρόφιμα που δεν προσφέρονται προσυσκευασμένα στον τελικό καταναλωτή ή για τρόφιμα που συσκευάζονται στον τόπο πωλήσεως, εφόσον το ζητήσει ο αγοραστής, ή προσυσκευάζονται για άμεση πώληση, τα κράτη μέλη καθορίζουν τον τρόπο σύμφωνα με τον οποίο αναγράφονται οι ενδείξεις που προβλέπονται στο άρθρο 3 ...", τονίζει, ωστόσο, ότι τα κράτη μέλη "δύνανται να θεωρούν ως μη υποχρεωτικές τις ενδείξεις αυτές ή ορισμένες από αυτές, υπό την προϋπόθεση ότι εξασφαλίζεται η πληροφόρηση του καταναλωτή".
31. 'Οπως και η Επιτροπή, θεωρώ ότι οι διατάξεις αυτές δεν αποκλείουν τη συνοπτική και απλουστευμένη επισήμανση που να τονίζει τα κυριότερα συστατικά καθώς και, ενδεχομένως, το ποσοστό τους. Κατά την άποψή μου, οι ενδείξεις αυτές μπορούν να δώσουν στον καταναλωτή σημαντικές πληροφορίες ως προς την ποιότητα που αναμένει. Μπορούν, ιδίως, να επισημαίνουν αν το προσφερόμενο προϊόν αποτελείται μόνο από κρέας, κυρίως από κρέας, ή αν περιέχει σημαντικό μέρος συστατικών μη προερχομένων από κρέας, π.χ. γάλα ή αυγά. Εφόσον αυτές οι μέθοδοι πληροφόρησης δεν απαγορεύονται σε ένα κράτος μέλος, νομίζω ότι δεν επιτρέπεται, για τρόφιμα που διατίθενται χύμα, να υποστηριχθεί ότι η προστασία του καταναλωτή από απόψεως ποιότητας που αναμένει, καθιστά αναγκαία τη λήψη των μέτρων που προβλέπει η προσβαλλόμενη νομοθετική ρύθμιση.
32. Η εκτίμηση αυτή των δυνατοτήτων που υπάρχουν για την ενημέρωση του καταναλωτή επιβεβαιώνεται, κατά τη γνώμη μου, από την εξέταση των διατάξεων της προσβαλλόμενης κανονιστικής απόφασης.
33. Η εν λόγω απόφαση, η οποία απαγορεύει την εμπορία προϊόντων με βάση το κρέας τα οποία περιέχουν ορισμένα συστατικά που καθορίζονται επακριβώς (άρθρο 4, παράγραφος 1), προβλέπει ότι η απαγόρευση αυτή δεν ισχύει για προϊόντα που περιέχουν, υπό τους όρους που καθορίζονται, ορισμένες ουσίες (άρθρο 4, παράγραφος 2). Προβλέπει επίσης, κατά παρέκκλιση από την απαγόρευση, τη δυνατότητα διαθέσεως στο εμπόριο προϊόντων στα οποία έχουν προστεθεί, υπό τους όρους που καθορίζονται, ορισμένες ουσίες, υπό την προϋπόθεση της τηρήσεως ορισμένων κανόνων σχετικών με τις ενδείξεις που πρέπει να υπάρχουν στις συσκευασίες ή τις επιγραφές, όταν πρόκειται για εμπορεύματα που διατίθενται χύμα, ή στους τιμοκαταλόγους των εστιατορίων όταν διατίθενται μέσω αυτών (άρθρο 5).
34. Μπορεί να αναφερθεί για παράδειγμα ότι η χρησιμοποίηση, κατά την παρασκευή προϊόντων όπως το pate de foie ή το pate de volaille, ρευστών αυγών ή κατεψυγμένου κρόκου αυγών σε αναλογία μέχρι 5% των ποσοτήτων κρέατος και λιπαρών ουσιών, δεν συνιστά εμπόδιο για τη διάθεσή του στο εμπόριο, η οποία μάλιστα δεν εξαρτάται από τη λήψη κάποιου ειδικού μέτρου ενημερώσεως του καταναλωτή. Το ίδιο ισχύει, για παράδειγμα, ως προς τη χρησιμοποίηση πλάσματος αποξηραμένου αίματος κατά την παρασκευή ορισμένων σαλαμιών και λουκάνικων, ή βρώσιμης ζελατίνης κατά την παρασκευή ορισμένων ιδιοσκευασμάτων ζελέ, ψημένου ζαμπόν ή γλώσσας. Ας σημειωθεί, επίσης, ότι το λεύκωμα των αυγών υπό μορφή ρευστή ή κατεψυγμένη μπορεί να χρησιμοποιηθεί κατά την παρασκευή ορισμένων αλλαντικών που προορίζονται για βρασμό καθώς και αναλόγων προϊόντων σε αναλογία που να μην υπερβαίνει το 3% των ποσοτήτων κρέατος και λιπαρών ουσιών και με την προϋπόθεση ότι τα προϊόντα θα φέρουν, κατά την εμπορία, την ένδειξη "με λεύκωμα αυγού". Επίσης, ορισμένα προϊόντα αλλαντοποιίας που προορίζονται για επάλειψη, τα pates κυνηγιού ή πουλερικών, οι κεφτέδες και τα γεμιστά με κιμά επιτρέπεται να περιέχουν πρωτεΐνες διαλυτού γάλακτος κατ' αναλογία μέχρι 2% του κρέατος και των λιπαρών ουσιών που χρησιμοποιήθηκαν, υπό την προϋπόθεση ότι τα προϊόντα αυτά θα φέρουν την ένδειξη "με πρωτεΐνες γάλακτος" κατά το στάδιο της διαθέσεώς τους στο εμπόριο.
35. Οι παρατηρήσεις αυτές, που προκύπτουν από την ανάγνωση των άρθρων 4 και 5 της κανονιστικής αποφάσεως και των παραρτημάτων 2 και 3 στα οποία οι διατάξεις αυτές παραπέμπουν, επιτρέπουν να συναχθεί το συμπέρασμα ότι η γερμανική κανονιστική ρύθμιση προβλέπει ήδη συγκεκριμένους κανόνες που αποβλέπουν στην ενημέρωση του καταναλωτή για την παρουσία, σε ορισμένα προϊόντα με βάση το κρέας, συγκεκριμένων συστατικών. Παρατηρείται, επίσης, ότι για ορισμένα προϊόντα, δεν προβλέπεται, αντιθέτως, καμιά ειδική ενημέρωση του καταναλωτή για την παρουσία ορισμένων συστατικών. Συνεπώς, μπορεί να τεθεί το ερώτημα γιατί η ενημέρωση του καταναλωτή που προβλέπεται στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας σχετικά με τη χρησιμοποίηση, σε ορισμένα προϊόντα, συγκεκριμένων συστατικών και σε καθορισμένες αναλογίες, ενημέρωση που υποτίθεται ότι κατά την ομοσπονδιακή κυβέρνηση είναι επαρκής, εφόσον την έχει προβλέψει η ίδια, καθίσταται αδύνατη ή μη επαρκής όταν τα ίδια συστατικά χρησιμοποιούνται σε μεγαλύτερες αναλογίες, ή όταν χρησιμοποιούνται άλλα συστατικά κατά την παρασκευή των προϊόντων. Γιατί για παράδειγμα η ένδειξη επί των συσκευασιών και των επιγραφών "λουκάνικα για βράσιμο με λεύκωμα αυγού και πρωτεΐνες γάλακτος", που θεωρείται επαρκής όταν οι αναλογίες των συστατικών αυτών δεν υπερβαίνουν το 3 ή 2%, αντιστοίχως, των ποσοτήτων κρέατος και λιπαρών ουσιών, δεν είναι πλέον ικανοποιητική όταν τα λουκάνικα για βράσιμο περιέχουν τα ίδια αυτά συστατικά σε ελαφρώς αυξημένες αναλογίες;
36. Νομίζω ότι η χρησιμοποίηση, σε προϊόντα με βάση το κρέας, συστατικών που υπερβαίνουν τις αναλογίες που προβλέπει η προσβαλλόμενη κανονιστική απόφαση, ή συστατικών που δεν προβλέπει η εν λόγω απόφαση, δεν αποτελεί στοιχείο τόσο θεμελιωδώς νέο ώστε το σύστημα ενημερώσεως του καταναλωτή που προβλέπει το εν λόγω νομοθέτημα, ή ένα άλλο σύστημα παρόμοιας εμπνεύσεως, θα εκμηδενιζόταν ή δεν θα είχε πλέον καμιά αποτελεσματικότητα. Η δυνατότητα, που αναφέρθηκε πιο πάνω, να προβλεφθεί η αναγραφή ενδείξεων σχετικών με την αναλογία ορισμένων συστατικών, θα μπορούσε προφανώς να βελτιώσει ένα σύστημα του τύπου αυτού που εφαρμόζει η γερμανική κανονιστική απόφαση.
37. Τέλος, σε ό,τι αφορά τα προϊόντα που διατίθενται από εστιατόρια, πρέπει να παρατηρηθεί παραλλήλως, ότι κατά το προαναφερθέν άρθρο 5, παράγραφος 2, της γερμανικής κανονιστικής αποφάσεως, ενδείξεις όπως "με πρωτεΐνες γάλακτος", "με λεύκωμα αυγών" ή "με χρησιμοποίηση γάλακτος", πρέπει "να αναφέρονται στον τιμοκατάλογο, ή ελλείψει τιμοκαταλόγου, σε κάποιο άλλο υπόθεμα ή κάποια γραπτή ανακοίνωση". Για ορισμένους τύπους συλλογικής εστιάσεως "οι ουσίες αυτές αρκεί να αναφέρονται υπό μορφή σημειώματος που πρέπει να τίθεται υπόψη του υπέυθυνου ιατρού και, κατόπιν αιτήσεως, υπόψη των όσων μετέχουν στη συλλογική εστίαση". Και στην περίπτωση αυτή, επίσης, γίνεται αντιληπτό γιατί θα ήταν μάταιο ή αναποτελεσματικό ένα σύστημα ενημερώσεως του καταναλωτή, όμοιο με το ανωτέρω, προκειμένου για "νέα" προϊόντα, όπως αυτά που ανέφερα πιο πάνω, ιδίως αν ληφθούν υπόψη οι τελειοποιήσεις που επιδέχεται ένα τέτοιο σύστημα ενόψει της ποικιλίας των προϊόντων αυτών.
38. Με βάση τις σκέψεις αυτές, τις σχετικές με την οδηγία και την κανονιστική ρύθμιση που εφαρμόζεται στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι ήταν δυνατή η χρησιμοποίηση μέτρων λιγότερο περιοριστικών των εισαγωγών προκειμένου να διασφαλιστεί η προστασία του καταναλωτή. Το σχετικό επιχείρημα της καθής δεν μπορεί, συνεπώς, να γίνει δεκτό.
ΙΙΙ - Επί της προστασίας των γερμανών επιχειρηματιών
39. Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας υποστήριξε, επίσης, ότι η νομοθετική της ρύθμιση ανταποκρίνεται στην ανάγκη προστασίας των παραγωγών και των εμπόρων προϊόντων με βάση το κρέας κατά του αθέμιτου ανταγωνισμού που θα συνίστατο στην προσφορά "εκ μέρους ορισμένων επιχειρηματιών προϊόντων χαμηλότερης ποιότητας υπό μορφή που θα απέβλεπε στο να δημιουργήσει στον καταναλωτή την εντύπωση ότι πρόκειται για προϊόν καλύτερης ποιότητας". Τα "εμπορεύματα χαμηλότερης ποιότητας και αισθητώς μικρότερου κόστους" θα παρείχαν στους παραγωγούς τους "ανταγωνιστικό πλεονέκτημα το οποίο, εφόσον τελικώς στηρίζεται σε δόλο, θα ήταν ασυμβίβαστο με τις αρχές της εντιμότητας των εμπορικών συναλλαγών" (17).
40. 'Εναντι του επιχειρήματος αυτού η Επιτροπή αντιτάσσει, επικαλούμενη τη νομολογία του Δικαστηρίου, ότι
"πίεση προερχόμενη από την οικονομική κατάσταση, ή ακόμα υποχρέωση προβλεπόμενη από την εθνική νομοθεσία, που θα είχε ως αποτέλεσμα την επέκταση στα εγχώρια προϊόντα των κανόνων που εφαρμόζονται για τα εισαγόμενα από άλλα κράτη μέλη προϊόντα δεν μπορεί, σε καμιά περίπτωση, να δικαιολογήσει εφαρμογή μέτρων ασυμβίβαστων με το άρθρο 30" (18).
Προσθέτει, επίσης, ότι η κατάλληλη ενημέρωση του καταναλωτή επί των προσφερομένων προϊόντων διασφαλίζει επαρκώς το θεμιτό ανταγωνισμό μεταξύ παραγωγών και εμπόρων προϊόντων με βάση το κρέας.
41. Θεωρώ, επίσης, ότι δεν υφίσταται κίνδυνος αθέμιτου ανταγωνισμού, προερχόμενου από δόλο εις βάρος του καταναλωτή, εφόσον έχει διασφαλιστεί η κατάλληλη ενημέρωση του καταναλωτή. 'Οπως προανέφερα η ενημέρωση αυτή είναι δυνατή. Εφόσον ο καταναλωτής γνωρίζει τι αγοράζει, δεν μπορεί να γίνει αντιληπτό πώς μπορεί να θιγεί ο θεμιτός ανταγωνισμός. Κατά συνέπεια, νομίζω ότι και αυτό το επιχείρημα της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας πρέπει να απορριφθεί.
ΙV - Επί των επιτακτικών αναγκών της κοινής γεωργικής πολιτικής
42. Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας επικαλέστηκε, τέλος, προς στήριξη της νομοθετικής της ρυθμίσεως, επιτακτικές ανάγκες που αφορούν την κοινή γεωργική πολιτική. Κοινός σκοπός των κοινών οργανώσεων αγοράς στους τομείς του βοείου κρέατος και του χοιρείου κρέατος είναι η διασφάλιση επαρκούς επιπέδου ζωής στο γεωργικό πληθυσμό. Ο σκοπός αυτός δεν θα μπορούσε να επιτευχθεί αν τα ήδη υπάρχοντα πλεονάσματα αυξάνονταν ακόμα λόγω της μεγαλύτερης χρησιμοποιήσεως στην αλλαντοποιία, συστατικών μη προερχομένων από κρέας, ιδίως σόγιας. Εφόσον οι κοινές οργανώσεις αγοράς δεν κατέληξαν σε εναρμόνιση ολόκληρου του τομέα της εμπορίας κρέατος και προϊόντων κρέατος, παρίσταται ανάγκη συμπληρώσεώς τους με εθνικές κανονιστικές ρυθμίσεις, που να επιδιώκουν τους ίδιους σκοπούς, όπως οι ρυθμίσεις των άρθρων 4 και 5 της γερμανικής κανονιστικής αποφάσεως.
43. Κατά την Επιτροπή, η εφαρμογή των διατάξεων περί ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων δεν μπορεί να εξαρτάται από το αν υπάρχουν στην Κοινότητα, ή σε ορισμένα κράτη μέλη, πλεονάσματα προϊόντων που να δημιουργούν προβλήματα διαθέσεως των αποθεμάτων.
44. Ως προς το θέμα αυτό μπορώ να επικαλεστώ την πιο πρόσφατη νομολογία του Δικαστηρίου. Στην προαναφερθείσα απόφασή του της 23ης Φεβρουαρίου 1988 για τα υποκατάστατα γάλακτος το Δικαστήριο τόνισε ότι
"εφόσον η Κοινότητα έχει ιδρύσει σε ορισμένο τομέα κοινή οργάνωση αγοράς, τα κράτη μέλη είναι υποχρεωμένα να απέχουν από τη λήψη κάθε μονομερούς μέτρου που εμπίπτει, εκ του λόγου αυτού, στην αρμοδιότητα της Κοινότητας" (19).
Προσθέτοντας ότι
"εθνικά μέτρα, έστω και αν στηρίζουν μια κοινή πολιτική της Κοινότητας, δεν μπορούν να αντιστρατεύονται μια από τις θεμελιώδεις αρχές της Κοινότητας, στην παρούσα δε περίπτωση την αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, αν δεν δικαιολογούνται από λόγους που αναγνωρίζει το κοινοτικό δίκαιο" (20).
Την ίδια θέση έλαβε εντελώς πρόσφατα το Δικαστήριο στην προαναφερθείσα απόφαση Drei Glocken (21).
45. Δεδομένου ότι κανείς από τους άλλους λόγους που προέβαλε η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας δεν μπορεί να δικαιολογήσει, όπως προανέφερα, τη μη τήρηση, εκ μέρους της εθνικής κανονιστικής ρυθμίσεως για το κρέας, της αρχής της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, η απλή αναφορά στην κοινή γεωργική πολιτική δεν μπορεί να δικαιολογήσει την εν λόγω ρύθμιση.
46. Για τους λόγους αυτούς προτείνω στο Δικαστήριο:
- να αναγνωρίσει ότι απαγορεύοντας την εισαγωγή και την εμπορία στο έδαφός της προϊόντων με βάση το κρέας προερχομένων από άλλα κράτη μέλη τα οποία δεν είναι σύμφωνα προς τις διατάξεις των άρθρων 4 και 5 της κανονιστικής αποφάσεως της 21ης Ιανουαρίου 1982 για το κρέας, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ
- να καταδικάσει την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας στα δικαστικά έξοδα.
(*) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
(1) Απόφαση της 12ης Μαρτίου 1987 στην υπόθεση 178/84, Επιτροπή κατά Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, Συλλογή 1987, σ. 1227.
(2) 216/84, Επιτροπή κατά Γαλλίας, Απόφαση της 23ης Φεβρουαρίου 1988 στην υπόθεση 216/84, Επιτροπή κατά Γαλλίας, Συλλογή 1988, σ. 793.
(3) Απόφαση της 14ης Ιουλίου 1988 στην υπόθεση 407/85, Drei Glocken, Συλλογή 1988, σ. 4233.
(4) Τα αποσπάσματα από την έκθεση ελήφθησαν από το σημείωμα τεκμηριώσεως αριθ. ΙΙ που διανεμήθηκε στο Δικαστήριο, σσ. 14 και 15 της γαλλικής μετάφρασης.
(5) Αποσπάσματα που ελήφθησαν από το παράρτημα 5 του υπομνήματος της Επιτροπής.
(6) Ανωτέρω, σημείωση 2.
(7) Σκέψη 15.
(8) Προσφάτως, απόφαση της 4ης Φεβρουαρίου 1988 στην υπόθεση 261/85, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου, Συλλογή 1988, σ. 547, σκέψη 12.
(9) Υπόμνημα απαντήσεως της γερμανικής κυβερνήσεως, γαλλική μετάφραση, σ. 7.
(10) 'Οπ.π.
(11) Περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την επισήμανση και την παρουσίαση των τροφίμων που προορίζονται για τον τελικό καταναλωτή, καθώς επίσης και τη διαφήμισή τους (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/024, σ. 33).
(12) 'Οπ.π., σκέψη 3.
(13) Σκέψη 16.
(14) 'Οπ.π.
(15) Υπόμνημα απαντήσεως της γερμανικής κυβερνήσεως, σ. 7 της γαλλικής μετάφρασης.
(16) 'Οπ.π., σημείωση 11, 13η αιτιολογική σκέψη.
(17) Υπόμνημα απαντήσεως της κυβερνήσεως της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, σσ. 15 και 16 της γαλλικής μετάφρασης.
(18) Υπόμνημα της Επιτροπής, σ. 19 της γαλλικής μετάφρασης.
(19) Υπόθεση 216/84, προαναφερθείσα, σκέψη 18.
(20) 'Οπ.π., σκέψη 19.
(21) Υπόθεση 405/85, προαναφερθείσα, σκέψη 26.
Full & Egal Universal Law Academy