Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1. Με την υπό κρίση προσφυγή, που άσκησε βάσει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΟΚ, η Επιτροπή ζητεί να αναγνωριστεί ότι η Ελληνική Δημοκρατία, δίδοντας εντολή στην ΚΥΔΕΠ (Κεντρική Υπηρεσία Διαχειρίσεως Εγχώριων Προϊόντων) να εξαγοράσει ποσότητες υποβαθμισμένου σκληρού σίτου εσοδείας 1982, χωρίς να τηρούνται οι προδιαγραφές για κοινοτική παρέμβαση, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τον κανονισμό 2727/75 περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των σιτηρών (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/013, σ. 158).
Νομικό πλαίσιο και πραγματικά περιστατικά
2. Ο κανονισμός 2727/75 (όπως έχει τροποποιηθεί) προβλέπει στον τίτλο Ι ενιαίο σύστημα τιμών για τα σιτηρά, μεταξύ των οποίων και ο σκληρός σίτος. Κατά το εν λόγω σύστημα, το Συμβούλιο καθορίζει μεταξύ άλλων ανά έτος ενιαία τιμή παρεμβάσεως για το σκληρό σίτο και για όλα τα κέντρα εμπορίου της Κοινότητας (άρθρο 3). Σύμφωνα με το άρθρο 7, παράγραφος 1, οι οργανισμοί παρεμβάσεως που έχουν οριστεί από τα κράτη μέλη υποχρεούνται να αγοράζουν τα σιτηρά που τους προσφέρονται και έχουν συγκομιστεί στην Κοινότητα, εφόσον οι προσφορές ανταποκρίνονται στους όρους, ιδίως ποιοτικούς και ποσοτικούς, που καθορίζονται σύμφωνα με την παράγραφο 5. Το άρθρο 7, παράγραφος 5, προβλέπει τον καθορισμό, από την Επιτροπή και σύμφωνα με την προβλεπόμενη διαδικασία της επιτροπής διαχειρίσεως, των λεπτομερειών εφαρμογής που αφορούν, μεταξύ άλλων, την απαιτούμενη ελάχιστη ποιότητα και ποσότητα για κάθε είδος σιτηρού, ώστε να είναι δυνατή η υπαγωγή του στο καθεστώς παρεμβάσεως, καθώς και τις διαδικασίες και τους όρους παραλαβής από τους οργανισμούς παρεμβάσεως.
3. Ο κανονισμός 1569/77 της Επιτροπής, περί καθορισμού της διαδικασίας και των όρων αναλήψεως των σιτηρών από τους οργανισμούς παρεμβάσεως (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/018, σ. 203), ορίζει μεταξύ άλλων τις κατώτατες ποιοτικές προδιαγραφές που πρέπει να πληρούν τα σιτηρά, συμπεριλαμβανομένου του σκληρού σίτου, για να γίνονται δεκτά στην παρέμβαση (άρθρο 2 και παράρτημα). 'Οσον αφορά μερικούς ορισμούς που χρησιμοποιούνται για τα εν λόγω ποιοτικά κριτήρια, ο κανονισμός 1569/77 παραπέμπει στο παράρτημα Ι του κανονισμού 2731/75 του Συμβουλίου, περί των ποιοτικών τύπων του μαλακού σίτου, της σικάλεως, της κριθής, του αραβοσίτου και του σκληρού σίτου (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/013, σ. 179).
4. Το άρθρο 2 του ελληνικού νόμου 1541/85 περί ενώσεων γεωργικών συνεταιρισμών προβλέπει συνεταιρισμούς τριών βαθμών. Πρώτου, δηλαδή χαμηλότερου βαθμού, είναι οι γεωργικοί συνεταιρισμοί, τα μέλη των οποίων είναι ανεξάρτητοι παραγωγοί. Δεύτερου, μέσου βαθμού, είναι οι περιφερειακές ενώσεις γεωργικών συνεταιρισμών. Τρίτου, δηλαδή υψηλότερου βαθμού, είναι οι εθνικές ενώσεις γεωργικών συνεταιρισμών που έχουν συσταθεί σε τομεακή βάση για τα επί μέρους προϊόντα ή κλάδους παραγωγής. Μεταξύ των δραστηριοτήτων των τριτοβάθμιων γεωργικών συνεταιρισμών περιλαμβάνεται, δυνάμει του άρθρου 52 του νόμου, και η λειτουργία τους, με την άδεια του Υπουργείου Γεωργίας, ως οργανισμών παρεμβάσεως για τον τομέα ή το προϊόν που αφορούν.
5. Η ΚΥΔΕΠ είναι τριτοβάθμια ένωση γεωργικών συνεταιρισμών για τα σιτηρά, για τα όσπρια και για τον τομέα των ζωοτροφών. 'Οπως προκύπτει από τη δικογραφία, βασική λειτουργία της ΚΥΔΕΠ είναι η εξαγορά της παραγωγής των μελών της και η συγκέντρωση, αποθήκευση και εμπορία της. 'Οπως προκύπτει επίσης από τη δικογραφία, μετά την προσχώρηση της Ελλάδας στην ΕΟΚ το 1981, η ΚΥΔΕΠ ενεργεί ως οργανισμός κοινοτικής παρεμβάσεως για τα σιτηρά και το ρύζι, δυνάμει συμβάσεως αντιπροσωπείας που συνήψε με την αρμόδια για τη λήψη μέτρων κοινοτικής παρεμβάσεως υπηρεσία του ελληνικού Υπουργείου Γεωργίας. Ο ορισμός της ΚΥΔΕΠ ως οργανισμού κοινοτικής παρεμβάσεως γίνεται με απόφαση του Υπουργού Γεωργίας που ανανεώνεται ανά έτος.
6. Το καλοκαίρι του 1982, ο έλληνας υπουργός γεωργίας εξέδωσε δύο αποφάσεις σχετικά με την παρέμβαση για τα σιτηρά του έτους 1982/1983. Η απόφαση 468082 της 23ης Ιουνίου 1982 όριζε τις ποιοτικές προδιαγραφές και τη διαδικασία για την αγορά υπό καθεστώς παρεμβάσεως σίτου, σικάλεως και κριθής για λογαριασμό του οργανισμού παρεμβάσεως. Η απόφαση 469049 της 2ας Ιουλίου 1982 αφορούσε την ανάληψη υπό καθεστώς παρεμβάσεως των σιτηρών εσοδείας φθινοπώρου 1982. Οι αιτιολογικές σκέψεις αμφοτέρων των αποφάσεων αναφέρονται στη συναφή κοινοτική νομοθεσία και στον ορισμό της ΚΥΔΕΠ ως οργανισμού παρεμβάσεως για τα σιτηρά και το ρύζι. Στο πλαίσιο της παρούσας προσφυγής, δεν αμφισβητείται ότι τα δύο αποφάσεις συνάδουν προς την κοινοτική νομοθεσία.
7. Στις 7 Ιουλίου 1982, λίγο μετά την έκδοση των εν λόγω αποφάσεων, το Υπουργείο Γεωργίας απηύθυνε στην ΚΥΔΕΠ την εγκύκλιο 41032 (στο εξής: εγκύκλιος). Αντικείμενο της εγκυκλίου ήταν: "Θέμα: Παραλαβή υποβαθμισμένου σκληρού σιταριού εσοδείας 1982", ενώ η πρώτη παράγραφός της είχε ως εξής:
"Μετά τα εξαγγελθέντα μέτρα για τη συγκέντρωση του υποβαθμισμένου σκληρού σιταριού εσοδείας 1982 και σε συνέχεια των αποφάσεων 468082 της 23ης Ιουνίου 1982 και 469049 της 2ας Ιουλίου 1982, σας παρακαλούμε όπως προβείτε στην εξαγορά όλων των ποσοτήτων του εν λόγω υποβαθμισμένου σίτου ως εξής."
Η εγκύκλιος περιελάμβανε επίσης δύο υποπαραγράφους, η πρώτη από τις οποίες αφορούσε το βιομηχανοποιήσιμο σκληρό σίτο και η δεύτερη το σκληρό σίτο για αποκλειστική χρήση ως ζωοτροφή. Η εγκύκλιος απαριθμεί τα ελάχιστα ποιοτικά κριτήρια για κάθε κατηγορία, ενώ για τον βιομηχανοποιήσιμο σκληρό σίτο θέτει περαιτέρω τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες προβλέπεται αντίστοιχα μείωση ή αύξηση της τιμής αγοράς. Στην τελευταία παράγραφο της εγκυκλίου αναφέρεται ότι, για τις περιγραφείσες δύο κατηγορίες σκληρού σίτου, η παραλαβή έπρεπε να γίνει μόνο από καλλιεργητές, θεριζοαλωνιστές, ενώ αποκλείονταν οι έμποροι. Αντίγραφο της εγκυκλίου απεστάλη προς ενημέρωση στις περιφερειακές διευθύνσεις του Υπουργείου Γεωργίας.
Επί του παραδεκτού
8. Με το υπόμνημα αντικρούσεώς της, η ελληνική κυβέρνηση εγείρει θέμα παραδεκτού της προσφυγής. Η ελληνική κυβέρνηση υπογραμμίζει ότι η Επιτροπή θεμελιώνει την προσφυγή της σε τρία έγγραφα και συγκεκριμένα στην εγκύκλιο, στην από 4 Νοεμβρίου 1985 έκθεση της νομικής υπηρεσίας της ΚΥΔΕΠ και στο από 6 Ιουνίου 1985 ενημερωτικό υπηρεσιακό σημείωμα του γενικού διευθυντή της ΚΥΔΕΠ. Η Ελλάδα υποστηρίζει ότι τα εν λόγω έγγραφα αφορούν τη λειτουργία της ΚΥΔΕΠ ως επιχειρήσεως και πρέπει να θεωρηθούν ως καλυπτόμενα από το επαγγελματικό απόρρητο. Επιπλέον, περιήλθαν στην κατοχή της Επιτροπής κατά παράνομο ή αθέμιτο τρόπο. Με το υπόμνημα απαντήσεώς της, η Επιτροπή αρνείται ότι τα εν λόγω έγγραφα περιήλθαν στην κατοχή της με ανορθόδοξο τρόπο.
9. 'Οσον αφορά το ζήτημα του επαγγελματικού απορρήτου, αρκεί να υπογραμμιστεί ότι, ενώ η εμπιστευτική μεταχείριση εγγράφων που προσκομίζονται στο Δικαστήριο θα μπορούσε να δικαιολογηθεί, δεν μπορεί να ειπωθεί το ίδιο όταν πρόκειται για τη χρησιμοποίηση εγγράφων ως αποδεικτικών στοιχείων. Εν πάση περιπτώσει, η έκθεση της 4ης Νοεμβρίου 1985 και το υπηρεσιακό σημείωμα της 6ης Ιουνίου 1985 μνημονεύονται στην προσφυγή της Επιτροπής απλώς και μόνο για να στηρίξουν τον ισχυρισμό της ότι η ΚΥΔΕΠ ενεργεί όχι μόνο με δική της πρωτοβουλία, αλλά και βάσει οδηγιών της ελληνικής κυβερνήσεως, γεγονός που θα μπορούσε να αμφισβητηθεί εξαιρετικά δύσκολα από τους διαδίκους. 'Οσον αφορά την εγκύκλιο, αν υποτεθεί ότι ισοδυναμεί με εντολή προς παρέμβαση, τότε προβλέπει σαφώς την άσκηση δημόσιου λειτουργήματος από την ΚΥΔΕΠ, δηλαδή παρέμβαση, και δεν μπορεί να θεωρηθεί ως εμπιστευτική αν πάλι υποτεθεί ότι αποσκοπούσε αποκλειστικά στην ενημέρωση των ελλήνων παραγωγών για τις ποιοτικές διαφορές μεταξύ βιομηχανοποιήσιμου σίτου και σίτου κατάλληλου για ζωοτροφές (όπως ισχυρίζεται η ελληνική κυβέρνηση), και στην περίπτωση αυτή γίνεται δύσκολα αντιληπτό πώς η πληροφορία αυτή θα μπορούσε να θεωρηθεί ως εμπιστευτική.
10. Παρόλον ότι η αθέμιτη κατοχή εγγράφων μπορεί καταρχήν να αποτελέσει λόγο εξαιρέσεώς τους ως αποδεικτικών στοιχείων, εναπόκειται στην ελληνική κυβέρνηση να αποδείξει ότι η Επιτροπή ενήργησε κατά ανορθόδοξο τρόπο. Στην πραγματικότητα, δεν έπραξε τίποτε περισσότερο από το να διατυπώσει ισχυρισμούς επ' αυτού. Εν πάση περιπτώσει, όπως ήδη ανέφερα, τα δύο υπηρεσιακά έγγραφα της ΚΥΔΕΠ ελάχιστη έχουν σημασία για τη δίκη, ενώ η εγκύκλιος, ανεξάρτητα από το σκοπό στον οποίο αποβλέπει, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως εσωτερικής ή εμπιστευτικής φύσεως.
Επί της ουσίας
11. Με την υπό κρίση προσφυγή διατυπώνονται κατ' ουσίαν δύο ισχυρισμοί. Πρώτον, υποστηρίζεται κυρίως ότι η εγκύκλιος ισοδυναμεί με εντολή προς την ΚΥΔΕΠ να θεσπίσει εθνικά μέτρα παρεμβάσεως. Δεύτερον, υποστηρίζεται επικουρικώς ότι ο σίτος που αγοράστηκε σύμφωνα με την εγκύκλιο πωλήθηκε στη συνέχεια για κοινοτική παρέμβαση, κατά παράβαση των κοινοτικών ποιοτικών προδιαγραφών. Ο δευτερεύων αυτός ισχυρισμός δεν περιλαμβάνεται μεταξύ των όσων η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να αναγνωρίσει και τα οποία εκτίθενται συνοπτικά στην αρχή και στο τέλος της προσφυγής. Επιπλέον, κατά τη διάρκεια της επ' ακροατηρίου συζητήσεως, ο εκπρόσωπος της Επιτροπής αναγνώρισε ότι η Επιτροπή εμμένει κυρίως στο ζήτημα της εγκυκλίου και ότι η προβαλλόμενη πώληση του σίτου στην κοινοτική παρέμβαση πρέπει να θεωρηθεί απλώς ως επιβαρυντικό στοιχείο. Κατόπιν αυτού, προτίθεμαι να εξετάσω μόνο εν συντομία το ζήτημα του προορισμού του σίτου, αφού προηγουμένως ασχοληθώ με το πρωταρχικό ερώτημα της εγκυκλίου.
12. Οι διάδικοι διαφωνούν κατ' ουσίαν ως προς τον σκοπό της εγκυκλίου. Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι η εγκύκλιος αποτελούσε σαφή οδηγία προς την ΚΥΔΕΠ να αγοράσει την εσοδεία του 1982 σύμφωνα με τις ποιοτικές κλπ. προϋποθέσεις που προέβλεπε. Δεδομένου ότι οι προϋποθέσεις αυτές διέφεραν από (και στην πράξη ήταν λιγότερο αυστηρές από) τα κριτήρια περί κοινοτικής παρεμβάσεως, η εγκύκλιος ισοδυναμεί με εντολή προς διενέργεια πράξεως εθνικής παρεμβάσεως, η οποία αντέκειτο αφεαυτής προς την κοινή οργάνωση της αγοράς σιτηρών και ήταν ικανή να παρεμποδίσει τα μέτρα κοινοτικής παρεμβάσεως που προβλέπονται από την εν λόγω κοινή οργάνωση. Αντίθετα, η ελληνική κυβέρνηση εμμένει στον ισχυρισμό της ότι η εγκύκλιος είχε πληροφοριακό και διευκρινιστικό χαρακτήρα. Διευκρίνισε ότι, κατά την περίοδο 1981/1982, τρεις περιοχές της χώρας επλήγησαν από σοβαρή ανομβρία. Το γεγονός αυτό είχε ως αποτέλεσμα την παραγωγή μικρής ποσότητας σκληρού σίτου, ποιοτικά υποβαθμισμένου. Οι έμποροι αγόρασαν το σίτο της εσοδείας εκείνης σε χαμηλές τιμές, εξηγώντας στους παραγωγούς ότι ήταν κατάλληλος μόνο για ζωοτροφές. Στη συνέχεια όμως, οι παραγωγοί πληροφορήθηκαν ότι οι ποσότητες σίτου που αγόρασαν οι έμποροι είχαν βιομηχανοποιηθεί. Υπό την πίεση των μελών τους, οι οργανώσεις των παραγωγών ζήτησαν από τις αρχές οδηγίες σχετικά με τα ποιοτικά και λοιπά χαρακτηριστικά που επιτρέπουν στους παραγωγούς να διακρίνουν μεταξύ βιομηχανοποιήσιμου σκληρού σίτου και σίτου κατάλληλου για ζωοτροφή, καθώς και τους συντελεστές που επιδρούν στη διαμόρφωση των τιμών. Αυτή, ακριβώς, την πληροφορία περιείχε η εγκύκλιος, η οποία στη συνέχεια απεστάλη στην ΚΥΔΕΠ με σκοπό να κυκλοφορήσει και μεταξύ των ενώσεων, μελών της ΚΥΔΕΠ, ενδεχομένως δε και μεταξύ των ανεξάρτητων παραγωγών.
13. Κατά την άποψή μου, δεν χωρεί αμφιβολία ότι η εγκύκλιος προοριζόταν για το σκοπό που της αποδίδει η Επιτροπή. Αυτό προκύπτει ήδη από τον τίτλο αλλά και από την πρώτη και τελευταία παράγραφο της εγκυκλίου, όπως περιγράφονται ανωτέρω υπό 7. Η πρώτη παράγραφος αποτελεί σαφή πρόσκληση προς αγορά ορισμένης εσοδείας, ενώ η τελευταία περιλαμβάνει οδηγίες προς τους υποψήφιους πωλητές. Οι δύο αυτές παράγραφοι θα ήταν περιττές, αν η εγκύκλιος απέβλεπε πράγματι σε ενημέρωση των παραγωγών. Στην περίπτωση αυτή και η προτελευταία παράγραφος της εγκυκλίου, η οποία αφορά την αποθήκευση του σίτου, θα ήταν επίσης περιττή. Επιπλέον, η εγκύκλιος απευθυνόταν στην ΚΥΔΕΠ και, παρόλον ότι αντίγραφό της απεστάλη προς ενημέρωση στις περιφερειακές διευθύνσεις γεωργίας, δεν ζητούσε, ούτε εντελλόταν τη διαβίβαση κάποιου αποσπάσματός της προς τους χαμηλόβαθμους γεωργικούς συνεταιρισμούς ή προς τους παραγωγούς.
14. Σε απάντηση γραπτής ερωτήσεως του Δικαστηρίου, η Επιτροπή διευκρίνισε με ποιο τρόπο τα ποιοτικά κριτήρια που θέτει η εγκύκλιος διαφέρουν από τα ισχύοντα για την κοινοτική παρέμβαση. Αναφέρει ενδεικτικά ότι η υποπαράγραφος 1 της εγκυκλίου, η οποία αφορά τον βιομηχανοποιήσιμο σκληρό σίτο, καθορίζει τις ακόλουθες προδιαγραφές: α) ελάχιστο ειδικό βάρος 74 χιλιογράμμων ανά εκατόλιτρο, β) μέγιστο ποσοστό 60% από σπόρους "mitadines" ((ασπρισμένους σπόρους)) και γ) μέγιστο ποσοστό 10% από σπόρους μαλακού σίτου. Αντίθετα, ο κανονισμός 1569/77 απαιτούσε κατά τον κρίσιμο χρόνο: α) ελάχιστο ειδικό βάρος 76 χιλιογράμμων ανά εκατόλιτρο, β) μέγιστο ποσοστό 50% από σπόρους "mitadines" και γ) μέγιστο ποσοστό 4% από σπόρους μαλακού σίτου. Η υποπαράγραφος 2 της εγκυκλίου, η οποία αφορά τον προοριζόμενο αποκλειστικά για ζωοτροφή σκληρό σίτο, ορίζει ότι δεν θα λαμβάνεται υπόψη το εκατολιτρικό βάρος, η περιεκτικότητα σε σπόρους "mitadines" ή η περιεκτικότητα σε ασπρισμένους σπόρους σκληρού σίτου, ενώ ο κανονισμός 1569/77 όριζε μέγιστα ποσοστά και ελάχιστο ειδικό βάρος για τα συγκεκριμένα προϊόντα. Ακόμη, η εγκύκλιος ορίζει ότι η περιεκτικότητα σε θραυσμένους σπόρους σκληρού σίτου δεν πρέπει να υπερβαίνει το 8% και η περιεκτικότητα σε μαλακούς σπόρους το 20% έναντι των προβλεπόμενων από τον κανονισμό ανώτατων ορίων 5 και 4% αντίστοιχα.
15. 'Οσον αφορά ορισμένα άλλα ζητήματα, η εγκύκλιος μεταφέρει αυτούσιες τις προδιαγραφές της κοινοτικής νομοθεσίας, παραπέμποντας σ' αυτές. Για παράδειγμα, όσον αφορά το σκληρό σίτο που χρησιμοποιείται ως ζωοτροφή, αφού προηγουμένως καθορίζει ορισμένα ποιοτικά κριτήρια που διαφέρουν από τους κοινοτικούς κανόνες, η εγκύκλιος ορίζει ότι "τα λοιπά χαρακτηριστικά θα ισχύουν όπως για την παρέμβαση για λογαριασμό του ΕΓΤΠΕ". Το μόνο που επιτυγχάνεται με τις αναφορές αυτές στις κοινοτικές προδιαγραφές είναι να καθίσταται ακόμη εντονότερο το γεγονός ότι τα λοιπά κριτήρια που θεσπίζει η εγκύκλιος διαφέρουν από τα κοινοτικά και ότι το ζήτημα που τίθεται κατ' ουσίαν εντοπίζεται σε ένα εθνικό μέτρο παρεμβάσεως.
16. Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η ύπαρξη κοινής οργανώσεως αγοράς αποκλείει εθνικά μέτρα στους τομείς που αυτή καλύπτει, εκτός αν η ίδια η κοινοτική νομοθεσία ορίζει διαφορετικά. Επιπλέον, το Δικαστήριο έχει αναγνωρίσει επανειλημμένα ότι, από τη στιγμή κατά την οποία καθιερώθηκε κοινή οργάνωση αγοράς, τα κράτη μέλη οφείλουν να απέχουν από τη θέσπιση οποιουδήποτε μέτρου που παρεκκλίνει από ή παρεμποδίζει την εν λόγω οργάνωση ((βλέπε ενδεικτικά υποθέσεις 111/76, Officier van Justitie κατά Van den Hazel (ECR 1977, σ. 901) και 177/78, Pigs and Bacon Commission κατά McCarren (ECR 1979, σ. 2161). Δεν χωρεί αμφιβολία ότι ο κανονισμός 2727/75, σε συνδυασμό με τον κανονισμό 1569/77, θεσπίζει πλήρες σύστημα όσον αφορά την παρέμβαση στην αγορά σιτηρών και ότι, κατά συνέπεια, απαγορεύεται η παράλληλη λήψη εθνικών μέτρων. Εθνικό μέτρο παρεμβάσεως το οποίο συμπληρώνει τα κοινοτικά μέτρα παρεμβάσεως και θέτει χαμηλότερες προδιαγραφές παρεμβάσεως, όπως συμβαίνει στην υπό κρίση υπόθεση, δεν χωρεί, περαιτέρω, αμφιβολία ότι είναι σε θέση να παρεμποδίσει τη λειτουργία της κοινής οργανώσεως. Ειδικότερα, στερώντας την αγορά από χαμηλής ποιότητας σκληρό σίτο, ο οποίος σε διαφορετική περίπτωση δεν θα εύρισκε διέξοδο, το μέτρο αυτό είναι ικανό να ασκήσει επίδραση συγκείμενη σε υψωτική τάση των τιμών αγοράς για το σκληρό σίτο γενικά και, κατά συνέπεια, να παρεμποδίσει τη λειτουργία της κοινοτικής παρεμβάσεως όσον αφορά σίτο, ο οποίος πληροί τις προδιαγραφές για κοινοτική παρέμβαση. Μακροπρόθεσμα, το μέτρο αυτό ενδέχεται, επειδή ενθαρρύνει τους γεωργούς να παράγουν περισσότερο σκληρό σίτο, να οδηγήσει σε περαιτέρω παρεμπόδιση της κοινοτικής παρεμβάσεως. Επιπλέον, επειδή στην πραγματικότητα οδηγεί σε πριμοδότηση των παραγωγών για κακής ποιότητας σκληρό σίτο, παρόμοιο μέτρο είναι ικανό να στρεβλώσει τους όρους του ανταγωνισμού μεταξύ παραγωγών.
17. 'Οπως τονίζει η Επιτροπή με το υπόμνημά της απαντήσεως, το άρθρο 2, παράγραφος 4, του κανονισμού 1569/77 προβλέπει τη δυνατότητα παρεκκλίσεως από ορισμένες ποιοτικές προδιαγραφές για κοινοτική παρέμβαση "σε περίπτωση ιδιαιτέρως δυσμενών κλιματολογικών συνθηκών". Η ελληνική κυβέρνηση είχε τη δυνατότητα, μετά την ανομβρία του 1981/1982, να επικαλεστεί την εν λόγω διάταξη, αντί να θεσπίσει η ίδια μέτρα παρεκκλίσεως.
18. 'Οσον αφορά το ερώτημα ως προς το ποια τύχη είχε ο σίτος που αγόρασε η κυβέρνηση σε σχέση με την εγκύκλιο, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι το προϊόν αυτό στη συνέχεια πωλήθηκε στην κοινοτική παρέμβαση κατά παράβαση των όρων περί κοινοτικής παρεμβάσεως που προαναφέρθηκαν. Συναφώς, η Επιτροπή αναφέρεται στην απόφαση του Δικαστηρίου της 21ης Φεβρουαρίου 1989 στην υπόθεση 214/86, Ελληνική Δημοκρατία κατά Επιτροπής, και σε αποσπάσματα από έκθεση που υπέβαλε η διοίκηση της ΚΥΔΕΠ στη γενική συνέλευσή της της 12ης Δεκεμβρίου 1986. Η ελληνική κυβέρνηση, όμως, ισχυρίζεται ότι η ΚΥΔΕΠ πώλησε το σίτο στην ελεύθερη αγορά (αναγνωρίζοντας με τον τρόπο αυτό, τουλάχιστον έμμεσα, ότι ο σίτος αγοράστηκε με βάση την εγκύκλιο).
19. Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, ο εκπρόσωπος της ελληνικής κυβερνήσεως, απαντώντας σε ερώτηση, ανέφερε ότι η συνολική ποσότητα σκληρού σίτου εσοδείας 1982 ήταν 800 000 τόνοι. Με την απόφαση στην υπόθεση 214/86 έγινε δεκτό, παρόλον ότι δεν γίνεται ειδική μνεία της εγκυκλίου, ότι περίπου 700 000 τόνοι της εσοδείας εκείνης πωλήθηκαν στην κοινοτική παρέμβαση και ότι ποσοστό 90% της εν λόγω παραγωγής δεν πληρούσε τις κοινοτικές ποιοτικές προδιαγραφές (σκέψεις 12 έως 20 της αποφάσεως). Συγχρόνως, από το χωρίο της εκθέσεως προς τη γενική συνέλευση της ΚΥΔΕΠ της 12ης Δεκεμβρίου 1986, που αφορά το σκληρό σίτο, καθίσταται σαφές ότι οι ποσότητες σκληρού σίτου εσοδείας 1982 αγοράστηκαν ειδικά από την ΚΥΔΕΠ και στη συνέχεια πωλήθηκαν στην κοινοτική παρέμβαση. Στη σελίδα 30 της γαλλικής μεταφράσεως της εκθέσεως αυτής, που προσκόμισε η Επιτροπή, αναφέρεται:
"Το 1982 συγκεντρώθηκαν 275 000 τόνοι (σκληρού σίτου) και κατ' ουσίαν το σύνολο των διαθεσίμων ποσοτήτων παραδόθηκε στην κοινοτική παρέμβαση. Η διαφορά σε σχέση με την τιμή αγοράς καλύφθηκε από την κυβέρνηση".
20. Τα δύο αυτά ενδεικτικά στοιχεία, εξεταζόμενα από κοινού, οδηγούν, κατ' εμέ, στο αδιάσειστο συμπέρασμα ότι ο σίτος που αγοράστηκε με βάση την εγκύκλιο πωλήθηκε, ενόλω ή εν μέρει, στην κοινοτική παρέμβαση. Επειδή όμως, όπως προαναφέρθηκε (υπό 11), το ζήτημα αυτό δεν περιλαμβάνεται στο αιτητικό της προσφυγής της Επιτροπής κατά της Ελλάδας, η συναγωγή συγκεκριμένου συμπεράσματος νομίζω ότι παρέλκει.
21. Κατόπιν των ανωτέρω, προτείνω στο Δικαστήριο να δεχτεί τα όσα αιτείται η Επιτροπή, συγκεκριμένα δε να αναγνωρίσει ότι η Ελληνική Δημοκρατία, δίδοντας εντολή στην ΚΥΔΕΠ να αγοράσει ποσότητες υποβαθμισμένου σκληρού σίτου εσοδείας 1982, χωρίς να τηρούνται οι προδιαγραφές για κοινοτική παρέμβαση, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τον κανονισμό 2727/75 περί κοινής οργανώσεως της αγοράς σιτηρών και να καταδικάσει την Ελληνική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
(*) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
Full & Egal Universal Law Academy