Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1. Η Smanor SA είναι μια γαλλική εταιρία ειδικευμένη στην παραγωγή και τη χονδρική πώληση υπερκατεψυγμένων προϊόντων και ιδίως γιαούρτης, με ή χωρίς τεμάχια φρούτων, ως προς την οποία εφαρμόζει τη μέθοδο της υπερκατάψυξης βάσει σχετικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας. Από το 1977 οι γαλλικές αρχές έχουν προβεί σε ορισμένες ενέργειες ως προς την Smanor, προκειμένου να της απαγορευθεί η εμπορία του προϊόντος αυτού με την ονομασία "γιαούρτη" (yaourt" ή "yoghourt") και να υποχρεωθεί να το πωλεί επί του γαλλικού εδάφους με την ονομασία "υπερκατεψυγμένο ξυνόγαλα".
2. Πράγματι, η χρησιμοποίηση της ονομασίας "γιαούρτη" ρυθμίζεται στη Γαλλία με το άρθρο 2 του διατάγματος 63-695, της 10ης Ιουλίου 1963, περί της καταστολής της απάτης, όσον αφορά το ξυνόγαλα και τη γιαούρτη, όπως τροποποιήθηκε με το διάταγμα 82-184, της 22ας Φεβρουαρίου 1982. Στο άρθρο αυτό ορίζονται τα:
"Η χρησιμοποίηση της ονομασίας γιαούρτη επιτρέπεται μόνο για το φρέσκο ξυνόγαλα που λαμβάνεται, σύμφωνα με θεμιτές πάγιες συνήθειες αποκλειστικά με την ανάπτυξη ειδικών γαλακτικών θερμόφιλων βακτηριδίων καλούμενων lactobacillus bulgaricus και streptococcus thermophillus, τα οποία πρέπει να υποβάλλονται ταυτόχρονα σε καλλιέργεια και να παραμένουν ζώντα εντός του διατιθέμενου προϊόντος προς πώληση προϊόντος σε αναλογία, τουλάχιστον 100 εκατομμυρίων βακτηριδίων ανά γραμμάριο.
Το γάλα που χρησιμοποιείται για την παρασκευή της γιαούρτης δεν μπορεί να έχει αποτελέσει το αντικείμενο ανασυνθέσεως. Μπορεί ωστόσο να προστεθεί σ' αυτό σκόνη γάλακτος, αποκορυφωμένου ή όχι, σε μέγιστη δόση 5 γραμμαρίων σκόνης ανά 100 γραμμάρια χρησιμοποιηθέντος γάλακτος.
Μετά την πήξη του γάλακτος, η γιαούρτη δεν πρέπει να υποστεί άλλη επεξεργασία εκτός της καταψύξεως, ή ενδεχομένως, της ανακυκήσεως.
Η ποσότητα του ελεύθερου γαλακτικού οξέος που περιέχεται στη γιαούρτη δεν πρέπει να είναι κατώτερη, κατά την πώληση στον καταναλωτή, των 0,8 γραμματίων ανά 100 γραμμάρια".
3. Το προδικαστικό ερώτημα που υποβλήθηκε στο Δικαστήριο από το Tribunal de commerce του Aigle, ενώπιον του οποίου ήχθη η Smanor στο πλαίσιο της διαδικασίας εξυγιάνσεως βάσει δικαστικής αποφάσεως, αφορά την ερμηνεία, ενόψει αυτής της εθνικής κανονιστικής ρυθμίσεως:
1) των άρθρων 30 έως 36 της Συνθήκης ΕΟΚ, και
2) των άρθρων 5, 15 και 16 της οδηγίας 79/112/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 18ης Δεκεμβρίου 1978, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την επισήμανση και την παρουσίαση των τροφίμων που προορίζονται για τον τελικό καταναλωτή καθώς επίσης και τη διαφήμισή τους (1).
1. 'Οσον αφορά τα άρθρα 30 έως 36 της Συνθήκης ΕΟΚ
4. Στις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσε η γαλλική κυβέρνηση ισχυρίζεται "ότι στην προκειμένη περίπτωση το Δικαστήριο αντιμετωπίζει μία κατάσταση που δεν καταλαμβάνεται από το κοινοτικό δίκαιο, και ιδίως από το άρθρο 30 και επόμενα της Συνθήκης ΕΟΚ, εφόσον η διαφορά της κύριας δίκης δεν αφορά παρά την εφαρμογή του γαλλικού δικαίου επί γαλλικής εταιρίας η οποία παρασκευάζει υπερκατεψυμένη 'γιαούρτη' επί του γαλλικού εδάφους", προσθέτοντας στη συνέχεια ότι το προϊόν αυτό "προορίζεται για τη γαλλική αγορά".
5. Κατά συνέπεια, το γαλλικό δημόσιο προτείνει στο Δικαστήριο να αποφανθεί ότι "το άρθρο 30 και επόμενα της Συνθήκης ΕΟΚ δεν εφαρμόζεται σε καθαρά εσωτερικής φύσεως καταστάσεις κράτους μέλους όπως η εν προκειμένω."
6. Σχετικά, πρέπει καταρχάς να σημειωθεί ότι η γαλλική κανονιστική ρύθμιση δεν εφαρμόζεται στην πραγματικότητα παρά μόνο επί των πωλούμενων στη γαλλική αγορά προϊόντων. Επομένως, δεν έχει επίπτωση επί των εξαγωγών και, κατά συνέπεια, δεν νομίζω ότι πρέπει να εξετασθεί από απόψεως εφαρμογής του άρθρου 34 της Συνθήκης ΕΟΚ σχετικά με τα μέτρα ισοδύναμου αποτελέσματος προς ποσοτικούς περιορισμούς στις εξαγωγές. 'Αλλωστε, η Επιτροπή, στο πλαίσιο της διαδικασίας λόγω παραβάσεως που έχει εν τω μεταξύ κινήσει κατά της Γαλλικής Δημοκρατίας, περιορίστηκε επίσης - καθώς φαίνεται - στο να μην επικρίνει την εν λόγω γαλλική νομοθεσία παρά μόνο από απόψεως εφαρμογής του άρθρου 30.
7. Είναι βέβαιο ότι το τελευταίο αυτό άρθρο δεν μπορεί να εφαρμοστεί επί καθαρά εσωτερικής φύσεως καταστάσεων κράτους μέλους. 'Ετσι, παραδείγματος χάριν, με την απόφασή του της 15ης Δεκεμβρίου 1982, 286/81, ποινική δίκη κατά Oosthoek' s Uitgeversmaatschappij (Συλλογή 1982, σ. 4575), το Δικαστήριο αναγνώρισε ρητώς ότι "η εφαρμογή της ολλανδικής νομοθεσίας στην πώληση στις Κάτω Χώρες εγκυκλοπαιδειών που εκτυπώνονται στις Κάτω Χώρες πράγματι δεν έχει καμία σχέση με την εισαγωγή ή εξαγωγή των εμπορευμάτων και επομένως δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των άρθρων 30 και 34" (σκέψη 9).
8. Αλλά δεν πρέπει να παροράται ότι στο πλαίσιο της διαδικασίας εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως το Δικαστήριο δεν καλείται να αποφανθεί ευθέως επί της διαφοράς της κύριας δίκης και των συγκεκριμένων περιστατικών. Το ζήτημα αν τα περιστατικά της υποθέσεως εντάσσονται πράγματι σε μια καθαρά εσωτερικής φύσεως κατάσταση αποτελεί πρόβλημα ως προς το οποίο αρμόδιο να αποφανθεί είναι το εθνικό δικαστήριο.
9. Σε περίπτωση που το εθνικό δικαστήριο θα κατέληγε στο συμπέρασμα ότι η διαφορά που καλείται να επιλύσει αφορά αποκλειστικά την εφαρμογή της γαλλικής νομοθεσίας επί της πωλήσεως στη Γαλλία γιαούρτης που έχει παραχθεί σ' αυτό το κράτος μέλος, τότε η κατάσταση αυτή δεν έχει πράγματι κανένα συνδετικό στοιχείο με την εισαγωγή εμπορευμάτων και δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 30.
10. Ωστόσο, από πάγια νομολογία προκύπτει ότι στα εθνικά δικαστήρια εναπόκειται η εκτίμηση του κατά πόσον είναι αναγκαία η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως, ενόψει των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως που τους έχει υποβληθεί (2), το δε Δικαστήριο ουδέποτε αρνήθηκε να απαντήσει, ακόμα και όταν δύσκολα μπορούσε να γίνει αντιληπτό πώς οι απαντήσεις που του ζητήθηκαν μπορούσαν να έχουν επίπτωση στην επίλυση της διαφοράς της κύριας δίκης (3), εκτός αν τα εν λόγω ερωτήματα υποβλήθηκαν στο πλαίσιο διαφορών που είχαν το χαρακτήρα μιας "διαδικασίας που είναι προκατασκευασμένη" (4). Προφανώς κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει στην υπό κρίση υπόθεση.
11. Εν προκειμένω, φαίνεται ότι το εθνικό δικαστήριο θεωρεί ότι βρίσκεται ενώπιον ενός προβλήματος που δεν έχει, τουλάχιστον, σχέση με το ενδοκοινοτικό εμπόριο. Πράγματι, δεν ζητεί από το Δικαστήριο να λάβει θέση ως προς την κατάσταση της εταιρίας SΜΑΝΟR από απόψεως γαλλικής νομοθεσίας, αλλά θέτει με το ερώτημά του δύο προβλήματα ερμηνείας του κοινοτικού δικαίου.
12. Το πρώτο από τα προβλήματα αυτά αφορά το ζήτημα αν το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ απαγορεύει στα κράτη μέλη να επιφυλάσσουν το δικαίωμα χρησιμοποιήσεως της ονομασίας "γιαούρτη" μόνο για τα νωπά προϊόντα εξαιρουμένων των υπερκατεψυγμένων.
13. Επομένως, το Δικαστήριο αντιμετωπίζει, άλλη μια φορά, το πολύ γνωστό πρόβλημα μιας εθνικής κανονιστικής ρύθμισης που εφαρμόζεται αδιακρίτως επί εγχωρίων και εισαγόμενων (ή δυνάμενων να εισαχθούν) προϊόντων.
14. Σχετικά με αυτό, δεν μπορεί να υπάρχει αμφιβολία ότι μια κανονιστική ρύθμιση, όπως αυτή στην οποία αναφέρεται το παραπέμπον Tribunal, αποτελεί μέτρο ισοδύναμου αποτελέσματος προς ποσοτικούς περιορισμούς στις εισαγωγές κατά το πνεύμα της πάγιας νομολογίας του Δικαστήριου, όπως έγινε δεκτό για πρώτη φορά, με την απόφασή του της 11ης Ιουλίου 1974, 8/74 (Procureur du roi κατά Dassonville, Rec. 1974, σ. 837), κατά την οποία κάθε εμπορική ρύθμιση των κρατών μελών ικανή να παρεμβάλει εμπόδια, άμεσα ή έμμεσα, πραγματικά ή δυνητικά, στο ενδοκοινοτικό εμπόριο, πρέπει να θεωρείται ως μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικούς περιορισμούς" (σκέψη 5).
15. 'Οντως, με τη ρύθμιση αυτή απαγορεύεται η πώληση στη Γαλλία, με την ονομασία "γιαούρτη", προϊόντων που παρασκευάζονται και διατίθενται στο εμπόριο με την ονομασία αυτή σ' άλλα κράτη μέλη για το λόγο και μόνο ότι έχουν υποστεί επεξεργασία διαφορετική από αυτή της ψύξεως ή της ανακυκήσεως, εν προκειμένω υπερκατάψυξη. 'Ομως, από τις παρατηρήσεις της Επιτροπής προκύπτει ότι η υπερκατεψυγμένη γιαούρτη πράγματι παράγεται και διατίθεται νομίμως διατίθεται στο εμπόριο υπ' αυτήν την ονομασία στο Ηνωμένο Βασίλειο και την Ιρλανδία. Επομένως, υφίστανται, τουλάχιστον δυνητικά, εμπορικά ρεύματα.
16. 'Οπως το Δικαστήριο έχει δεχτεί με την απόφασή του Fietje, της 16ης Δεκεμβρίου 1980, υπόθεση 27/80 (Rec. 1980, σ. 3839), "καίτοι η επέκταση, επί των εισαγόμενων προϊόντων, της υποχρεώσεως χρησιμοποιήσεως ορισμένης ονομασίας στην επισήμανση δεν αποκλείει, κατά τρόπο απόλυτο, την εισαγωγή στο συγκεκριμένο κράτος μέλος προϊόντων που κατάγονται από άλλα κράτη μέλη ή βρίσκονται σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός αυτών, εντούτοις, η εν λόγω επέκταση μπορεί να καταστήσει δυσχερέστερη τη διάθεσή τους στο εμπόριο ... (και) είναι κατ' αυτό τον τρόπο ικανή να παρεμβάλει εμπόδια, τουλάχιστον έμμεσα, στο εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών" (σκέψη 10, βλέπε επίσης τη σκέψη 15 της προαναφερθείσας αποφάσεως Oosthoek).
17. Ως εκ τούτου, είναι δυνατό οι αλλοδαποί παραγωγοί, που υποχρεούνται να αποτυπώνουν διαφορετική ονομασία στα προϊόντα που προορίζουν για τη γαλλική αγορά, (ενώ μπορεί οι σχετικές συσκευασίες να φέρουν εξαρχής τη μνεία "υπερκατεψυγμένη γιαούρτη" σε διάφορες γλώσσες), να αναγκασθούν να παραιτηθούν από την ιδέα μιας τέτοιας εξαγωγής.
18. Εξάλλου, αν παρ' όλ' αυτά πραγματοποιηθεί η εξαγωγή, είναι δυνατό η πώληση του προϊόντος να προσκρούσει στους σοβαρούς δισταγμούς πολλών καταναλωτών, οι οποίοι καίτοι θα ήταν, ίσως, διατεθειμένοι να αγοράσουν "υπερκατεψυγμένη γιαούρτη", δεν προσελκύονται κατ' ανάγκη από την ονομασία "υπερκατεψυγμένο ξυνόγαλα".
19. Εξάλλου, όπως ορθώς υπογραμμίζει η Επιτροπή στις γραπτές της παρατηρήσεις (σημείο 48), ένα μέτρο όπως αυτό για το οποίο πρόκειται, καίτοι εφαρμόζεται έμμεσα επί εισαγόμενων και εγχώριων προϊόντων, έχει ... "ως αποτέλεσμα να τίθενται σε μειονεκτική θέση τα εισαγόμενα προϊόντα, των οποίων η μεταφορά και η αποθεματοποίηση υπό μορφή υπερκατεψυγμένων προϊόντων θα αποτελούσε πραγματικό πλεονέκτημα από άποψη διανομής, υπέρ των προϊόντων εγχώριας παραγωγής που διατίθενται ευκολότερα ως νωπά".
20. Δικαιούμαι, επομένως, να συμπεράνω ότι μια κανονιστική ρύθμιση όπως η επίμαχη δεν μπορεί να συμβιβάζεται με τη Συνθήκη ΕΟΚ παρά μόνο εφόσον εμπίπτει σε κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 36 ή σε κάποια από τις "επιτακτικής φύσεως απαιτήσεις" κατά την έννοια της νομολογίας του Δικαστηρίου με βάση την απόφαση στην υπόθεση "Cassis de Dijon", της 20ής Φεβρουαρίου 1979 (5).
21. Πράγματι, σύμφωνα με πάγια νομολογία (6) του Δικαστηρίου, ελλείψει κοινής ρυθμίσεως της εμπορίας των προϊόντων περί των οποίων πρόκειται, τα εμπόδια στην ελεύθερη ενδοκοινοτική κυκλοφορία που προκύπτουν από την ύπαρξη διαφορών στις εθνικές κανονιστικές ρυθμίσεις πρέπει να γίνονται δεκτά κατά το μέτρο που μια τέτοια ρύθμιση, η οποία εφαρμόζεται αδιακρίτως επί εγχώριων και εισαγόμενων προϊόντων, μπορεί να δικαιολογηθεί ως αναγκαία από τους λόγους δημοσίου συμφέροντος που απαριθμούνται στο άρθρο 36, όπως η προστασία της υγείας των ανθρώπων, ή από επιτακτικής φύσεως απαιτήσεις που έχουν σχέση, μεταξύ άλλων, με την άμυνα των καταναλωτών ή την επιβαλλόμενη στις εμπορικές συναλλαγές εντιμότητα. Επιπλέον μια τέτοια ρύθμιση πρέπει να είναι ανάλογη προς τον επιδιωκόμενο σκοπό. Εφόσον ένα κράτος μέλος μπορεί να επιλέξει μεταξύ διαφόρων μέτρων, κατάλληλων για την επίτευξη του ίδιου σκοπού, σ' αυτό εναπόκειται η επιλογή του μέσου που παρεμβάλλει τα λιγότερα εμπόδια στην ελευθερία των εμπορικών ανταλλαγών.
22. Σχετικά με αυτό, πρέπει καταρχάς να γίνει δεκτό ότι μέχρι πρόσφατα δεν υφίσταντο κοινοί ή εναρμονισμένοι κανόνες, όσον αφορά την παρασκευή ή την εμπορία γιαουρτής. Στην περίπτωση αυτή, εναπόκειται σε κάθε κράτος μέλος να ρυθμίζει, στο έδαφός του, όλα τα ζητήματα που αφορούν τη σύνθεση, την παραγωγή και την εμπορία των προϊόντων αυτών (7).
23. Αργότερα τέθηκε σε ισχύ ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1898/87 του Συμβουλίου, της 2ας Ιουλίου 1987, σχετικά με την προστασία της ονομασίας του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων κατά τη διάθεσή του στο εμπόριο (8). Αλλά, καίτοι ο κανονισμός αυτός αφορά ρητώς τη γιαούρτη (βλ. το παράρτημά του), δεν περιέχει ωστόσο ειδικούς κανόνες σχετικά με την παρασκευή και σύνθεσή της και, πάντως, εξακολουθεί να παραπέμπει, με το άρθρο του 2, παράγραφος 2, δεύτερη περίπτωση, στις ονομασίες κατά την έννοια του άρθρου 5 της οδηγίας 79/112/ΕΟΚ του Συμβουλίου οι οποίες, όπως θα λεχθεί πιο κάτω, είναι αυτές που προβλέπονται από τις νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις που ισχύουν για τα εν λόγω προϊόντα στα κράτη μέλη. Εξάλλου, το άρθρο 5 του πιο πάνω κανονισμού δεν επιτρέπει στα κράτη μέλη να διατηρούν τους εθνικούς τους κανόνες που περιορίζουν την παρασκευή και τη διάθεση στο εμπόριο, στο έδαφός τους, προϊόντων που δεν πληρούν τους όρους που προβλέπονται στο άρθρο του 2 παρά μόνο "τηρώντας τους γενικούς κανόνες της Συνθήκης". Από αυτό συνάγεται, όπως το Δικαστήριο έχει υπογραμμίσει με την απόφασή του της 23ης Φεβρουαρίου 1988, Επιτροπή κατά Γαλλίας, 216/84, ότι σε περίπτωση που η επίμαχη εθνική κανονιστική ρύθμιση είναι αντίθετη προς το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ, η ρύθμιση αυτή οπωσδήποτε δεν πληροί τους όρους του εν λόγω άρθρου 5 (βλέπε σκέψη 22 της απόφασης, Συλλογή 1988, σ. 793).
24. Επομένως, πρέπει, εν πάση περιπτώσει, να εξεταστεί αν, το μέτρο ισοδύναμου αποτελέσματος προς ποσοτικούς περιορισμούς στις εισαγωγές, το οποίο συνιστά η κανονιστική ρύθμιση, δικαιολογείται, εν προκειμένω, από κάποιον από τους πιο πάνω αναφερόμενους λόγους.
25. Δεν τίθεται ζήτημα προστασίας της δημόσιας υγείας, διότι, πράγματι, η γαλλική κανονιστική ρύθμιση δεν απαγορεύει την εμπορία του εν λόγω προϊόντος επειδή είναι υπερκατεψυμένο, αλλά απλούστατα απαγορεύει τη χρησιμοποίηση της ονομασίας "γιαούρτη". Εξάλλου, από τη δικογραφία προκύπτει ότι όταν το προϊόν αυτό επρόκειτο να εξαχθεί προς τρίτες χώρες, οι γαλλικές αρχές ανεγνώρισαν ότι το εν λόγω προϊόν είναι ποιοτικώς αβλαβές, σύμφωνο με το νόμο και κατάλληλο προς εμπορία" και ότι "στην παρασκευή του δεν υπεισέρχεται καμία επικίνδυνη για την υγεία των καταναλωτών ουσία".
26. 'Οσον αφορά την άμυνα των καταναλωτών, είναι αληθές ότι το Δικαστήριο έχει επανειλημμένα αναγνωρίσει (9) ότι η επιθυμία των κρατών μελών να αποφεύγεται η σύγχυση των καταναλωτών, όσον αφορά προϊόντα του ίδιου τύπου, τα οποία όμως παρουσιάζουν διαφορετικά χαρακτηριστικά, και η μέριμνά τους για την όσο το δυνατόν περισσότερο σωστή ενημέρωση των καταναλωτών ως προς αυτές τις διαφορές, ιδίως σε σχέση με την παρασκευή και τη σύνθεση, είναι, αυτή καθεαυτή, απολύτως θεμιτή και δεν μπορεί να επικριθεί.
27. Είναι, ωστόσο γεγονός ότι η προστασία, γενικά, των καταναλωτών μπορεί να διασφαλιστεί κατά τρόπο αποτελεσματικό "με μέσα που δεν εμποδίζουν την εισαγωγή προϊόντων τα οποία παρασκευάζονται και διατίθενται στο εμπόριο σε άλλα κράτη μέλη, ιδίως δε με την υποχρεωτική επικόλληση κατάλληλης επιγραφής εμφαίνουσας τη φύση του πωλουμένου προϊόντος" (10).
28. Εν προκειμένω, θα μπορούσε να συμβεί κάτι τέτοιο, αν η γαλλική κανονιστική ρύθμιση επέτρεπε τη χρησιμοποίηση για τα εν λόγω προϊόντα της ονομασίας "γιαούρτη", επιβάλλοντας, ταυτόχρονα, την προσθήκη του προσδιορισμού "υπερκατεψυγμένη" ώστε να υπογραμμίζεται η ειδικότερη επεξεργασία που τα προϊόντα αυτά έχουν υποστεί.
29. Η λύση αυτή επιβάλλεται για τον πρόσθετο λόγο ότι, όπως προκύπτει από την έκθεση πραγματογνωμοσύνης που ο Hermier, διευθυντή ερευνών του Institut national de recherches agronomiques (εθνικό ινστιτούτο αγρονομικών ερευνών), ανέλαβε να συντάξει στο πλαίσιο της προσφυγής που η Smanor είχε ασκήσει ενώπιον του γαλλικού Conseil d' Etat κατά του διατάγματος 82-184 της 22ας Φεβρουαρίου 1982:
"η γιαούρτη που πωλείται τόσο σε νωπή κατάσταση όσο και σε υπερκατεψυγμένη περιέχει βιώσιμα γαλακτικά βακτηρίδια. Ο αριθμός τους, όσον αφορά την πωλούμενη σε νωπή κατάσταση γιαούρτη, μπορεί να παραμείνει σταθερός καθ' όλο το διάστημα που επιτρέπεται η διάθεση της γιούρτης στο εμπόριο. Αντιθέτως, στην περίπτωση της υπερκατεψυγμένης γιαούρτης, ο αριθμός των βιώσιμων γαλακτικών βακτηριδίων μειούται αναπόφευκτα κατά την κατάψυξη, στη συνέχεια δε κατά τη διατήρησή της στην κατάσταση υπερκατεψυγμένου προϊόντος. Ωστόσο, παρά τη μείωση αυτή, ο εν λόγω αριθμός μπορεί να παραμείνει ανώτερος του ορίου των 100 εκατομμυρίων ανά γραμμάριο (τιμή που έχει καθορισθεί με το διάταγμα της 22ας Φεβρουαρίου 1982, όσον αφορά τη γιαούρτη που πωλείται σε νωπή κατάσταση), επί μερικούς μήνες σε θερμοκρασία -18*C."
30. Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, ο εκπρόσωπος της γαλλικής κυβερνήσεως αναγνώρισε ότι το προβλεπόμενο από τη γαλλική κανονιστική ρύθμιση όριο μπορεί πράγματι να τηρηθεί κατά τους τρεις ή τέσσερις πρώτους μήνες της υπερκατάψυξης. Οι πιο πρόσφατες επιστημονικές μελέτες, στις οποίες αναφέρθηκε ο εν λόγω εκπρόσωπος για να καταδείξει ότι "η πραγματική δραστηριότητα" ή "η αποτελεσματικότητα" ή "η ζωτικότητα" των επιζώντων γαλακτικών βακτηριδίων παρουσιάζει τάση μειώσεως κατά την περίοδο αυτή, δεν φαίνεται να έχουν σημασία εν προκειμένω, εφόσον η επίμαχη γαλλική κανονιστική ρύθμιση αρκείται στην απαίτηση τα βακτηρίδια αυτά να είναι απλώς ζώντα.
31. Τέλος, όπως έχω ήδη επισημάνει, από τις παρατηρήσεις της Επιτροπής προκύπτει ότι η υπερκατεψυγμένη γιαούρτη όντως παράγεται και νομίμως διατίθεται στο εμπόριο υπ' αυτήν την ονομασία σε άλλα κράτη μέλη, ειδικότερα στην Ιρλανδία και το Ηνωμένο Βασίλειο, ότι μόνο τέσσερα κράτη μέλη έχουν καθορίσει ελάχιστο αριθμό, ο οποίος άλλωστε δεν είναι σταθερός, των ζώντων βακτηριδίων που πρέπει να υφίστανται, και, κυρίως, ότι σε κανένα άλλο, εκτός της Γαλλίας, κράτος μέλος η υπερκατεψυγμένη γιαούρτη ή ξυνόγαλα δεν αποτελεί το αντικείμενο ειδικής ρυθμίσεως σε σχέση με τη νωπή γιαούρτη ή ξυνόγαλα. Ο Codex alimentarius της FΑΟ (Οργάνωση Τροφίμων και Γεωργίας) και της Παγκόσμιας Οργανώσεως Υγείας (κανόνας Α-11α) περιορίζεται στο να απαιτεί ότι "όσον αφορά το τελικό προϊόν, οι μικροοργανισμοί πρέπει να είναι βιώσιμοι και σε άφθονες ποσότητες".
32. Υπό τις συνθήκες αυτές, ούτε η άλλη "επιτακτική απαίτηση", κατά την έννοια της νομολογίας "Cassis de Dijon", που αφορά την εντιμότητα στις εμπορικές συναλλαγές, μπορεί να δικαιολογήσει την εκ μέρους κράτους μέλους απαγόρευση της πώλησης, υπό την ονομασία "γιαούρτη", ξυνογάλακτος, έστω και υπερκατεψυγμένου, που προέρχεται από άλλα κράτη μέλη, εφόσον το εν λόγω προϊόν παρασκευάζεται κατά τρόπο θεμιτό και παραδοσιακό, διατίθεται στο εμπόριο υπ' αυτήν την ονομασία στο κράτος μέλος καταγωγής του και έχει διασφαλισθεί η δέουσα ενημέρωση των αγοραστών.
33. Πράγματι, το Δικαστήριο δέχεται σταθερά ότι "υπό σύστημα κοινής αγοράς η άμυνα των καταναλωτών και η εντιμότητα στις εμπορικές συναλλαγές πρέπει να διασφαλίζονται με τον αμοιβαίο σεβασμό των νομίμων και παραδοσιακών συνηθειών που κρατούν στα διάφορα κράτη μέλη" (11).
34. Επομένως, η υπερκατεψυγμένη γιαούρτη που παρασκευάζεται σε άλλα κράτη μέλη θα πρέπει να μπορεί να διατίθεται στο γαλλικό εμπόριο, όταν, κατά μείζονα λόγο, το προϊόν αυτό εξακολουθεί να συγκεντρώνει, και μετά την επεξεργασία της υπερκατάψυξης, τις προϋποθέσεις που έχουν καθοριστεί από το κράτος μέλος εισαγωγής για τη νωπή γιαούρτη όσον αφορά την περιεκτικότητα σε ζώντα γαλακτικά βακτηρίδια, πράγμα που αποτελεί το χαρακτηριστικό στοιχείο της "γιαούρτης".
35. Για όλους αυτούς τους λόγους, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στο πρώτο σκέλος του προδικαστικού ερωτήματος του Tribunal de commerce του Aigle ότι:
"η απαγόρευση μέτρων ισοδύναμου αποτελέσματος προς ποσοτικούς περιορισμούς επί των εισαγωγών κατά την έννοια του άρθρου 30 της Συνθήκης ΕΟΚ εμποδίζει κράτος μέλος να εφαρμόζει επί των εισαγόμενων από άλλο κράτος μέλος προϊόντων εθνικές ρυθμίσεις οι οποίες παρέχουν το δικαίωμα χρησιμοποιήσεως της ονομασίας "γιαούρτη" μόνο ως προς τη νωπή γιαούρτη, εξαιρουμένης της υπερκατεψυγμένης, όταν τα προϊόντα αυτά παρακευάζονται κατά τρόπο θεμιτό και παραδοσιακό και διατίθενται στο εμπόριο με την ονομασία "υπερκατεψυγμένη γιαούρτη" εντός του κράτους μέλους καταγωγής τους, ενώ έχει εξασφαλιστεί η κατάλληλη ενημέρωση των αγοραστών."
2. 'Οσον αφορά την οδηγία 79/112 του Συμβουλίου
36. Με το δεύτερο σκέλος του προδικαστικού ερωτήματος του Tribunal de commerce του Aigle, θεωρούμενο υπό το πρίσμα των πραγματικών περιστατικών που είναι γνωστά στο Δικαστήριο, ερωτάται, κατ' ουσίαν, αν τα άρθρα 5, 15 και 16 της οδηγίας 79/112 του Συμβουλίου πρέπει να ερμηνευτούν υπό την έννοια ότι αντιτάσσονται στο να απαγορεύεται από μια σχετική με την ονομασία πωλήσεως κανονιστική ρύθμιση η χρησιμοποίηση της ονομασίας "γιαούρτη" για τη γιαούρτη που έχει υποστεί υπερκατάψυξη.
37. Είναι αληθές, όπως ισχυρίζεται η γαλλική κυβέρνηση, ότι η εν λόγω οδηγία αποσκοπεί στην προσέγγιση των εθνικών νομοθεσιών σχετικά με την επισήμανση και την παρουσίαση των τροφίμων, δεν θίγει δε την αρμοδιότητα των κρατών μελών, όσον αφορά την ονομασία πωλήσεως των τροφίμων.
38. 'Οντως, καίτοι η εν λόγω οδηγία απαριθμεί στο άρθρο της 3 τις μοναδικές υποχρεωτικές ενδείξεις όπως, κατά κύριο λόγο, την ονομασία πωλήσεως, οι οποίες, υπό την επιφύλαξη ορισμένων εξαιρέσεων, πρέπει να αναφέρονται στην επισήμανση των τροφίμων, δεν προβαίνει ωστόσο σε εναρμόνιση του περιεχομένου των ενδείξεων αυτών. 'Ολως αντιθέτως, με το άρθρο της 5, παράγραφος 1, διευκρινίζει ρητώς ότι:
"η ονομασία πωλήσεως ενός τροφίμου είναι η ονομασία που προβλέπεται στις νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις που εφαρμόζονται σ' αυτό και, όταν δεν υπάρχει παρόμοια πρόβλεψη, η ονομασία που έχει καθιερωθεί από τις συνήθειες στο κράτος μέλος στο οποίο διενεργείται η πώληση στον τελικό καταναλωτή ..."
39. Από αυτό έπεται, κατά τη γνώμη μου, όπως εξάλλου υποστηρίζει και η γαλλική κυβέρνηση, ότι η αναφορά στα άρθρα 15 και 16 της οδηγίας είναι αλυσιτελής.
40. Το άρθρο 16 ορίζει μία κοινοτική διαδικασία κατά την οποία τα κράτη μέλη μπορούν είτε να διατηρούν είτε να θεσπίζουν εθνικές διατάξεις οι οποίες συμπληρώνουν τις γενικές διατάξεις της οδηγίας (βλέπε ένατη αιτιολογική σκέψη). Σύμφωνα με το γράμμα της σχετικής διατάξεως, η εν λόγω διαδικασία εφαρμόζεται στις περιπτώσεις όπου γίνεται ρητή αναφορά σ' αυτή, πράγμα που δεν συμβαίνει με το άρθρο 5.
41. 'Οσον αφορά το άρθρο 15, σ' αυτό ορίζεται ότι:
"τα κράτη μέλη δεν δύνανται να απαγορεύσουν το εμπόριο τροφίμων τα οποία ανταποκρίνονται προς τους κανόνες που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία, με την εφαρμογή μη εναρμονισμένων εθνικών διατάξεων που ρυθμίζουν την επισήμανση και παρουσίαση ορισμένων τροφίμων ή των τροφίμων γενικά".
'Ετσι, το εν λόγω άρθρο αναφέρεται σαφώς στις μη εναρμονισμένες εθνικές κανονιστικές ρυθμίσεις που αφορούν την επισήμανση και όχι σ' αυτές που είναι σχετικές με τις ονομασίες πωλήσεως και σύμφωνα με τις οποίες προσδιορίζεται μια από τις ενδείξεις που πρέπει υποχρεωτικώς να αναφέρονται στην επισήμανση.
42. 'Οσον αφορά το άρθρο 5, καίτοι είναι αληθές ότι το άρθρο αυτό αναφέρεται στις ονομασίες που προβλέπονται από τις νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις των κρατών μελών πρέπει, ωστόσο, η έννοια και η ακριβής έκταση εφαρμογής του να εκτιμώνται ενόψει του γενικού πλαισίου στο οποίο αυτό εντάσσεται.
43. Στην έκτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 79/112 τονίζεται ότι:
"κάθε ρύθμιση σχετική με την επισήμανση των τροφίμων πρέπει να βασίζεται, πριν απ' όλα, στην αρχή της πληροφορήσεως και της προστασίας των καταναλωτών."
Από την επόμενη αιτιολογική σκέψη προκύπτει ότι για το σκοπό αυτό καταρτίστηκε ο κατάλογος των ενδείξεων, μεταξύ των οποίων η ονομασία πωλήσεως, που πρέπει να αναγράφονται καταρχήν στην επισήμανση.
44. Η δωδέκατη αιτιολογική σκέψη διευκρινίζει ότι:
"οι κανόνες σημάνσεως πρέπει επίσης να περιέχουν την απαγόρευση παραπλανήσεως ... και ότι για να είναι αποτελεσματική η παραπάνω απαγόρευση, πρέπει αυτή να επεκταθεί και στην παρουσίαση και τη διαφήμιση των τροφίμων αυτών."
45. Η απαγόρευση αυτή τίθεται σε εφαρμογή με το άρθρο 2, το οποίο στην παράγραφό του 1 ορίζει συγκεκριμένα ότι:
"η επισήμανση και οι τρόποι σύμφωνα με τους οποίους πραγματοποιείται δεν πρέπει:
α) να είναι φύσεως τέτοιας ώστε να οδηγεί σε πλάνη τον αγοραστή, ιδίως:
i) ως προς τα χαρακτηριστικά του τροφίμου και ιδίως τη φύση, την ταυτότητα, τις ιδιότητες, τη σύνθεση, την ποσότητα, τη διατηρησιμότητα, την καταγωγή ή προέλευση, τον τρόπο παρασκευής ή λήψεως,
..."
46. Ο κανόνας αυτός ισχύει για τα κράτη μέλη και όσον αφορά τις διατάξεις που αυτά θεσπίζουν σε σχέση με την ονομασία πωλήσεως. Πράγματι, εφόσον η ονομασία πωλήσεως αποτελεί μία από τις ενδείξεις οι οποίες, δυνάμει του άρθρου 3, πρέπει υποχρεωτικώς να αναφέρονται στην επισήμανση, δεν πρέπει να είναι τέτοιας φύσεως ώστε να παραπλανά τους αγοραστές. Εξάλλου, πρέπει να τονισθεί ότι, ελλείψει τέτοιων κανόνων, το άρθρο 5, παράγραφος 1, προβλέπει ότι η ονομασία πωλήσεως συνίσταται σε
"μια περιγραφή του προϊόντος και εν ανάγκη στην οδηγία χρήσεώς του, η οποία πρέπει να είναι αρκετά ακριβής, για να επιτρέπει στον αγοραστή να πληροφορείται την πραγματική του φύση και να το διακρίνει από προϊόντα με τα οποία θα μπορούσε να το συγχέει."
47. Εξάλλου, η παράγραφος 3 του άρθρου 5 προβλέπει ότι:
"η ονομασία πωλήσεως περιλαμβάνει ή συνοδεύεται από ένδειξη της φυσικής καταστάσεως του τροφίμου ή της ειδικής επεξεργασίας που έχει υποστεί (π.χ. σε σκόνη, λιοφιλυωμένο (*), κατεψυγμένο, υπερκατεψυγμένο, συμπυκνωμένο, καπνιστό), στην περίπτωση που η παράλειψη της ενδείξεως αυτής θα μπορούσε να προκαλέσει εσφαλμένη εντύπωση στον αγοραστή."
48. 'Οπως ακριβώς και η Επιτροπή, νομίζω ότι δικαιολογημένα μπορεί από αυτό να συναχθεί το συμπέρασμα ότι τα κράτη μέλη δεν μπορούν να απαγορεύουν τη χρησιμοποίηση συγκεκριμένης ονομασίας επί δεδομένου προϊόντος για το λόγο και μόνο ότι το προϊον αυτό έχει υποστεί ειδική επεξεργασία, όπως η υπερκατάψυξη, εφόσον, εννοείται, το εν λόγω προϊόν εξακολουθεί να πληροί, ακόμα και μετά την επεξεργασία που υπέστη, τις λοιπές προϋποθέσεις που ορίζει η εθνική κανονιστική ρύθμιση προκειμένου να επιτρέπεται η χρησιμοποίηση της εν λόγω ονομασίας.
49. Οποιαδήποτε άλλη λύση θα κατέληγε σε αποτέλεσμα αντίθετο προς το επιδιωκόμενο. Πράγματι, η απαγόρευση της χρησιμοποίησης της ονομασίας "γιαούρτη" για την "υπερκατεψυγμένη γιαούρτη", θα μπορούσε να παραπλανήσει τους καταναλωτές αποκρύπτοντάς τους την πραγματική φύση του προϊόντος. Ειδικότερα, νομίζω ότι η επιβαλλόμενη από τις γαλλικές αρχές ονομασία, δηλαδή "υπερκατεψυγμένο ξυνόγαλα" είναι κατακριτέα από την άποψη αυτή, εφόσον το ξυνόγαλα δεν περιέχει υπό κανονικές συνθήκες βακτηρίδια, ούτε τον streptococcus thermophilus ούτε τον lactobacillus bulgaricus, ενώ το αντίθετο συμβαίνει ως προς το προϊόν που αποτελεί το αντικείμενο της κύριας δίκης.
50. Το ζήτημα αν το προϊόν, μετά την υπερκατάψυξη, εξακολουθεί να πληροί τις λοιπές προϋποθέσεις που έχουν καθοριστεί από την εθνική κανονιστική ρύθμιση για να επιτρέπεται η χρησιμοποίηση της ονομασίας "γιαούρτη", αποτελεί πραγματικό ζήτημα, η εκτίμηση του οποίου ανήκει, στο πλαίσιο της διαδικασίας εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως, στο παραπέμπον δικαστήριο.
51. Εν προκειμένω, το παραπέμπον δικαστήριο μπορεί να ανεύρει πολύτιμα στοιχεία στην προαναφερθείσα έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Hermier, διευθυντή έρευνας του Institut national de recherches agronomiques. Στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται, ιδίως, να εξετάσει τις συνθήκες υπό τις οποίες έγινε η υπερκατάψυξη και να λάβει υπόψη την ημερομηνία του ελάχιστου χρόνου διατηρήσεως που η εταιρία Smanor αναγράφει επί των προϊόντων της (πράγματι, η αναγραφή της ημερομηνίας αυτής αποτελεί μια από τις ενδείξεις που πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 3 της οδηγίας 79/112, να φέρουν υποχρεωτικώς τα τρόφιμα).
52. Ενόψει των προηγούμενων παρατηρήσεων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στο δεύτερο σκέλος του προδικαστικού ερωτήματος του Tribunal de commerce του Aigle ως εξής:
"Οι διατάξεις της οδηγίας 79/112/ΕΟΚ, και συγκεκριμένα το άρθρο της 5, πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι εμποδίζουν τα κράτη μέλη να απαγορεύουν τη χρησιμοποίηση της ονομασίας πωλήσεως "γιαούρτη" για τα εισαγόμενα ή τα εγχώρια προϊόντα που έχουν υποστεί υπερκατάψυξη, εφόσον τα τελευταία ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις, που έχουν, εξάλλου, καθοριστεί από την εθνική κανονιστική ρύθμιση, προκειμένου να επιτρέπεται η χρησιμοποίηση αυτής της ονομασίας στα νωπά προϊόντα."
53. Ωστόσο, πριν περατώσω τις προτάσεις μου, θα επιθυμούσα να προσθέσω και τις ακόλουθες δύο παρατηρήσεις:
"1) Δεδομένου ότι η οδηγία 79/112/ΕΟΚ εφαρμόζεται ως προς την επισήμανση και την παρουσίαση των τροφίμων που διατίθενται στο εμπόριο εντός ολόκληρης της Κοινότητας, χωρίς να μπορεί να γίνει καμιά διάκριση ανάλογα με την καταγωγή των τροφίμων αυτών (12), η απάντηση που προτείνα προηγουμένως, όσον αφορά το δεύτερο ερώτημα, θα πρέπει να διευκολύνει το εθνικό δικαστήριο να επιλύσει τη διαφορά που του έχει υποβληθεί και στην περίπτωση κατά την οποία θα διαπίστωνε, όπως υποστηρίζει η γαλλική κυβέρνηση, ότι η πραγματική κατάσταση της SΜΑΝΟR δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 30 και επομένων της Συνθήκης ΕΟΚ.
2) Δεδομένου ότι το άρθρο 30 της Συνθήκης δεν αποσκοπεί στο να διασφαλίζεται για τα εγχώρια προϊόντα, σ' όλες τις περιπτώσεις, η μεταχείριση της οποίας τυγχάνουν τα εισαγόμενα (13), ο γάλλος νομοθέτης μπορεί, στο παρόν στάδιο εξελίξεως του κοινοτικού δικαίου, να διατηρήσει, ως προς τα εγχώρια προϊόντα, την ισχύουσα εθνική ρύθμιση, ιδίως όσον αφορά την περιεκτικότητα σε ζώντα βακτηρίδια. Αυτό θα μπορούσε να έχει ως αποτέλεσμα μια "αντίστροφη δυσμενή διάκριση" σε βάρος των εγχώριας παραγωγής προϊόντων, που θα οφειλόταν στο γεγονός ότι τα κράτη μέλη δεν μπορούν να απαγορεύουν επί του εθνικού τους εδάφους τη διάθεση στο εμπόριο, υπ' αυτήν την ονομασία, υπερκατεψυγμένης γιαούρτης που έχει εισαχθεί από άλλα κράτη μέλη, όπου παρασκευάζεται και διατίθεται στο εμπόριο, χωρίς κατ' ανάγκη να πληροί τις απαιτήσεις της γαλλικής νομοθεσίας. Μια τέτοια κατάσταση, όσο λυπηρή κι αν είναι, δεν μπορεί να θεραπευθεί παρά με την εναρμόνιση των εθνικών νομοθεσιών σχετικά με την παρασκευή και εμπορία γιαούρτης.
(*) Μετάφραση από τα γαλλικά.
(1) ΕΕ, ειδ. έκδ., 03/024, σ. 33.
(2) Βλέπε ιδίως την απόφαση της 29ης Σεπτεμβρίου 1987, 126/86, Gimenez Zaera κατά Institut national de la securite sociale et la Tresorerie generale de la securite sociale, Συλλογή 1987, σ. 3697, σκέψη 7.
(3) Βλέπε ιδίως την απόφαση της 12ης Ιουνίου 1986, 98, 162 και 258/85, Bertini και άλλοι κατά Region du Latium et Unita sanitarie locali, Συλλογή 1986, σ. 1885, σκέψη 8.
(4) Βλέπε την απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 1981, 244/80, Foglia κατά Novello, Συλλογή 1981, σ. 3045, ιδίως σκέψη 18.
(5) Υπόθεση Rewe κατά Bundesmonopolverwaltung fuer Branntwein, 120/78, Rec. 1979, σ. 649.
(6) Βλέπε, εκτός από την προαναφερθείσα απόφαση "Cassis de Dijon", της 20ής Φεβρουαρίου 1979, υποσημείωση 8, ιδίως την απόφαση "Ζύθος", της 12ης Μαρτίου 1987, 178/84, Επιτροπή κατά Γερμανίας, Συλλογή 1987, σ. 1227, σκέψη 28, καθώς και τις αποφάσεις Gilli, της 26ης Ιουνίου 1980, 788/79, Rec. 1980, σ. 2071, σκέψη 6, Ιταλία, της 9ης Δεκεμβρίου 1981, 193/80, Rec. 1981, σ. 3019, σκέψη 21, και Rau της 10ης Νοεμβρίου 1982, 261/81, σκέψη 12.
(7) Βλέπε την εντελώς πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση "Υποκατάστατα γάλακτος" της 23ης Φεβρουαρίου 1988, 216/84, Επιτροπή κατά Γαλλίας, Συλλογή 1988, σ. 793, σκέψη 6.
(8) ΕΕ L 182 της 3.7.1987, σ. 36.
(9) Βλέπε, π.χ., την απόφαση της 4ης Δεκεμβρίου 1986, "Petillant de raisin", 179/85, Επιτροπή κατά Γερμανίας, Συλλογή 1987, σ. 1227, σκέψη 11 την απόφαση της 12ης Μαρτίου 1987, Ζύθος, 178/84, Επιτροπή κατά Γερμανίας, Συλλογή 1988, σ. 793, σκέψη 35 την απόφαση της 23ης Φεβρουαρίου 1988, "υποκατάστατα γάλακτος", 216/84, Επιτροπή κατά Γαλλίας, Συλλογή 1988, σ. 793, σκέψη 10.
(10) Βλέπε συγκεκριμένα την προαναφερθείσα απόφαση "Ζύθος", της 12ης Μαρτίου 1987, Συλλογή 1987, σ. 1227, σκέψη 35, η οποία παραπέμπει στην απόφαση της 9ης Δεκεμβρίου 1981, 193/80, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Συλλογή 1981, σ. 3019, σκέψη 27.
(11) Βλέπε ιδίως τις προαναφερθείσες αποφάσεις, Miro, της 26ης Νοεμβρίου 1985, Συλλογή 1985, σ. 3731, σκέψη 24, και "Petillant de raisin" της 4ης Δεκεμβρίου 1986, Συλλογή 1985, σ. 3731, σκέψη 11, που και οι δυο παραπέμπουν στην απόφαση της 13ης Μαρτίου 1984, 16/83, Prantl, Συλλογή 1984, σ. 1299. Βλέπε υπό την ίδια έννοια την προαναφερθείσα απόφαση "Cassis de Dijon", σκέψη 13.
(*) Σ.τ.Μ.: Η λέξη αντιστοιχεί στη γαλλική lyophilise με την οποία νοείται αποξήρανση με ψύξη.
(12) Βλέπε την απόφαση του Δικαστηρίου της 18ης Φεβρουαρίου 1987, 98/86, Ministere public κατά Mathot, Συλλογή 1987, σ. 809, σκέψη 11.
(13) Βλέπε, υπό την έννοια αυτή, την προαναφερθείσα απόφαση Mathot, σκέψη 7.
Full & Egal Universal Law Academy