Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1. Η Κlein ήταν υπάλληλος βαθμού LΑ 4 στην Επιτροπή και ο σύζυγός της Lorentzen υπάλληλος βαθμού LΑ 5 στο Συμβούλιο. Επειδή δεν έχουν συντηρούμενα τέκνα, εισπράττουν δε μισθό ανώτερο από τον ειδικό βασικό μισθό, δεν πληρούν καταρχήν τις προϋποθέσεις χορηγήσεως του επιδόματος στέγης που ορίζει το άρθρο 67 και το άρθρο 1, παράγραφος 3, του παραρτήματος VΙΙ του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων. Η Επιτροπή χορήγησε στην Κlein σύνταξη αναπηρίας δυνάμει του άρθρου 78 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως? κατόπιν αυτής της αποφάσεως, ο σύζυγός της είχε δικαίωμα στο επίδομα στέγης, του χορηγήθηκε δε, όπως έπρεπε, το επίδομα αυτό από το Συμβούλιο από την ημερομηνία αυτή.
2. Στον Lorentzen επιτράπηκε, από 1ης Οκτωβρίου 1986, - υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπει ο κανονισμός 3518/85, της 12ης Δεκεμβρίου 1985, για τη θέσπιση ειδικών μέτρων που αφορούν την οριστική λήξη των καθηκόντων υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων με την ευκαιρία της προσχώρησης της Ισπανίας και της Πορτογαλίας (ΕΕ L 335, σ. 56) - να αποχωρήσει από το Συμβούλιο. Ο κανονισμός αυτός εξουσιοδότησε τα κοινοτικά θεσμικά όργανα "να λάβουν μέτρα για την οριστική έξοδο από την υπηρεσία" ορισμένων υπαλλήλων τους (άρθρο 1) και όρισε ότι ο υπάλληλος, στον οποίο θα εφαρμοστεί αυτό το μέτρο, "δικαιούται μηνιαία αποζημίωση ίση με το 70 % του βασικού μισθού του, ανάλογα με το βαθμό και το κλιμάκιο που κατείχε κατά την αποχώρησή του από την υπηρεσία" (άρθρο 4, παράγραφος 1). Κατά το άρθρο 4, παράγραφος 5, του κανονισμού αυτού: "σύμφωνα με τους όρους του άρθρου 67 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως και τα άρθρα 1, 2 και 3 του παραρτήματος VΙΙ του κανονισμού αυτού, τα οικογενειακά επιδόματα καταβάλλονται ... στο δικαιούχο της αποζημίωσης της παραγράφου 1 ... ενώ το ποσό του επιδόματος στέγης υπολογίζεται με βάση την αποζημίωση αυτή".
Εξάλλου, το άρθρο 81 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως ορίζει ότι "ο δικαιούχος ... συντάξεως αναπηρίας ... δικαιούται σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στο παράρτημα VΙΙ των οικογενειακών επιδομάτων που αναφέρονται στο άρθρο 67? το επίδομα στέγης υπολογίζεται βάσει της συντάξεως του δικαιούχου". Ετσι γεννήθηκε το ζήτημα αν το επίδομα στέγης έπρεπε να συνεχιστεί να καταβάλλεται στο σύζυγο, βάσει της αποζημιώσεως την οποία δικαιούνταν δυνάμει του κανονισμού 3518/85 ή αν η καταβολή του επιδόματος αυτού έπρεπε να διακοπεί και να καταβάλλεται το επίδομα στέγης στη σύζυγο βάσει του ποσού της συντάξεώς της αναπηρίας. Η τελευταία λύση θα οδηγούσε στην καταβολή σημαντικά ανώτερου επιδόματος.
3. Η Κlein ζήτησε με επιστολή της 1ης Νοεμβρίου 1986 να της καταβληθεί το επίδομα στέγης στο όνομά της από την Επιτροπή από την 1η Οκτωβρίου 1986. Η Επιτροπή απέρριψε το αίτημα αυτό με έγγραφο της 17ης Δεκεμβρίου 1986. Η Κlein επανέλαβε το αίτημά της υποβάλλοντας διοικητική ένσταση κατ' εφαρμογή του άρθρου 90, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, η οποία φαίνεται ότι ελήφθη από την Επιτροπή στις 4 Μαρτίου 1987? με απόφαση που εκδόθηκε την 1η Ιουλίου 1987 και κοινοποιήθηκε στην προσφεύγουσα με έγγραφο της 10ης Ιουλίου 1987 η Επιτροπή απέρριψε τη διοικητική αυτή ένσταση. Κατόπιν αυτού άσκησε η Κlein προσφυγή ενώπιον του Δικαστηρίου στις 8 Οκτωβρίου 1987, με την οποία ζητεί την ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής της 17ης Δεκεμβρίου 1986, η οποία απέρριψε τη μεταφορά του επιδόματος στέγης στο όνομά της και, καθόσον απαιτείται, την ακύρωση της αποφάσεως της 1ης Ιουλίου 1987, η οποία απέρριψε τη διοικητική της ένσταση, καθώς και την καταδίκη της καθής στο σύνολο των δικαστικών εξόδων.
4. Οι προϋποθέσεις χορηγήσεως του επιδόματος στέγης σε καθένα από τους δύο συζύγους διέπονται από το άρθρο 1 του παραρτήματος VΙΙ του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, το οποίο εφαρμόζεται στη σύζυγο δυνάμει του άρθρου 81 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως και στο σύζυγο δυνάμει του άρθρου 4, παράγραφος 5, του κανονισμού 3518/85. Σύμφωνα με το άρθρο 1, παράγραφος 3, του παραρτήματος VΙΙ:
"Στην περίπτωση που ο/η σύζυγός του ασκεί κερδοσκοπική επαγγελματική δραστηριότητα η οποία αποφέρει επαγγελματικό εισόδημα ανώτερο από τον ετήσιο βασικό μισθό υπαλήλου βαθμού C 3 τρίτου κλιμακίου, προσαρμοσμένο σύμφωνα με το διορθωτικό συντελεστή που ορίζεται για το κράτος στο οποίο ο/η σύζυγος ασκεί την επαγγελματική του/της δραστηριότητα, πριν από την αφαίρεση του φόρου, ο υπάλληλος ο δικαιούμενος του επιδόματος στέγης δεν απολαύει του επιδόματος αυτού, πλην ειδικής αποφάσεως της αρμοδίας για τους διορισμούς αρχής ..."
Κατά το γράμμα του άρθρου 1, παράγραφος 4, του παραρτήματος VΙΙ:
"Εφόσον δυνάμει των ανωτέρω διατάξεων, δύο σύζυγοι απασχολούμενοι στην υπηρεσία των Κοινοτήτων δικαιούνται και οι δύο του επιδόματος στέγης, τούτο καταβάλλεται μόνο σε εκείνον που έχει τον υψηλότερο βασικό μισθό."
5. Η Κlein, αναφερόμενη mutatis mutandis στο άρθρο 1, παράγραφος 4, όσον αφορά την κατάστασή της και την κατάσταση του συζύγου της, ισχυρίζεται ότι - δεδομένου ότι η σύνταξή της αναπηρίας είναι ανώτερη από την αποζημίωση που λαμβάνει ο σύζυγός της κατ' εφαρμογή του κανονισμού 3518/85 - το επίδομα στέγης έπρεπε να καταβάλλεται στο όνομα της προσφεύγουσας βάσει της συντάξεώς της αναπηρίας, από την 1η Οκτωβρίου 1986, ημερομηνία κατά την οποία ο σύζυγός της έλαβε την αποζημίωση δυνάμει του κανονισμού 3518/85.
6. Αντιθέτως, η Επιτροπή υποστηρίζει κυρίως ότι ο Lorentzen πρέπει να θεωρηθεί ότι "ασκεί κερδοσκοπική επαγγελματική δραστηριότητα" κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 3, του παραρτήματος VΙΙ, έτσι ώστε η Κlein να μην έχει δικαίωμα δυνάμει του άρθρου 1, παράγραφος 3, στο επίδομα στέγης. Το πρόβλημα εν προκειμένω έγκειται, κατά συνέπεια, στο ζήτημα αν είναι δυνατόν να εξομοιωθεί το γεγονός της λήψεως αποζημιώσεως κατ' εφαρμογή του κανονισμού 3518/85 προς άσκηση "κερδοσκοπικής επαγγελματικής δραστηριότητας" κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 3, του παραρτήματος VΙΙ του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως.
7. Η Επιτροπή συμφωνεί - δικαίως, κατά τη γνώμη μου - στο ότι η ερμηνεία της δεν είναι σύμφωνη με τη ρητή διατύπωση του άρθρου 1, παράγραφος 3. Το άρθρο 1, παράγραφος 3, του κανονισμού 3518/85 προβλέπει τη λήψη μέτρων "που αφορούν την οριστική λήξη των καθηκόντων" ορισμένων υπαλλήλων. Αν ακολουθήσει κανείς τη γραμματική ερμηνεία, φαίνεται αδύνατο να παρομοιαστεί η κατάσταση υπαλλήλου, ο οποίος αποχώρησε από την υπηρεσία κατά τον πιο πάνω τρόπο, με την περίπτωση της "ασκήσεως κερδοσκοπικής επαγγελματικής δραστηριότητας."
8. Η Επιτροπή όμως ισχυρίζεται ότι το άρθρο 1, παράγραφος 3, έχει ως σκοπό να εξαρτήσει το δικαίωμα ενός υπαλλήλου στο επίδομα στέγης από την προϋπόθεση ότι ο σύζυγος του υπαλλήλου δεν εισπράττει επαγγελματικά έσοδα ανώτερα ορισμένου ποσού. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι σύμφωνα με το στόχο αυτό, το άρθρο 1, παράγραφος 3, πρέπει να τύχει ευρείας ερμηνείας κατά τρόπον ώστε να συμπεριλάβει - πέραν των εσόδων που προκύπτουν από την πραγματική άσκηση τωρινής δραστηριότητας - τα έσοδα που συνδέονται με επαγγελματική δραστηριότητα, έστω κι αν δεν προκύπτουν άμεσα από τη δραστηριότητα αυτή, όπως είναι οι παροχές κοινωνικής ασφαλίσεως που καταβάλλονται για λόγους ασθενείας, ο μισθός που διατηρείται κατά τη διάρκεια της αναρρωτικής αδείας, οι παροχές ανεργίας, οι αποζημιώσεις απολύσεως, τα επιδόματα που χορηγούνται σε άτομα που έπαυσαν προώρως να εργάζονται και μέχρι να συνταξιοδοτηθούν κανονικά ή τα επιδόματα που χορηγούνται σε υπαλλήλους στο πλαίσιο ειδικών μέτρων που αφορούν την οριστική λήξη των καθηκόντων των υπαλλήλων λόγω προσχωρήσεως νέων κρατών μελών. Η πραγματική πρόθεση του νομοθέτη ήταν να καταργήσει το επίδομα στέγης των υπαλλήλων που δεν είχαν συντηρούμενα τέκνα, στην περίπτωση που ο σύζυγος διαθέτει επαγγελματικά έσοδα ανώτερα ορισμένου ποσού. Η έκφραση "άσκηση κερδοσκοπικής επαγγελματικής δραστηριότητας" αναφέρεται στην πιο συχνά απαντώμενη περίπτωση, η οποία αντιστοιχεί με έσοδα που προκύπτουν από δραστηριότητα? δεν έχει όμως ως σκοπό να αποκλείσει τις περιπτώσεις, οι οποίες είναι πιο σπάνιες, όπως είναι οι παροχές ασθενείας, το επίδομα της πρόωρης συνταξιοδότησης ή οι αποζημιώσεις που προβλέπονται από τον κανονισμό 3518/85. Η γραμματική ερμηνεία του άρθρου 1, παράγραφος 3, θα οδηγούσε σε αποτελέσματα αντίθετα προς την πρόθεση του νομοθέτη και προς την αρχή της ισότητας. Παραδείγματος χάρη, κατά τη γραμματική ερμηνεία, ένα ζεύγος εγγάμων υπαλλήλων της κατηγορίας Α που δεν έχει συντηρούμενα τέκνα δεν θα έχει δικαίωμα στο επίδομα στέγης όταν ασκούν και οι δύο επαγγελματική δραστηριότητα, αλλά θα έχουν το δικαίωμα αυτό αν ο ένας απ' αυτούς λαμβάνει αποζημίωση δυνάμει του κανονισμού 3518/85, μολονότι τα εισοδήματα του ζεύγους υπερβαίνουν κατά πολύ τα εισοδήματα ενός ζεύγους υπαλλήλων βαθμού C 4 ή ενός ζεύγους στο οποίο ο ένας των συζύγων εισπράττει, στον ιδιωτικό τομέα, μισθό ελαφρώς ανώτερο από το κατώτατο επίπεδο που ορίζει το άρθρο 1, παράγραφος 3.
9. Δεν πιστεύω ότι η γραμματική ερμηνεία του άρθρου 1, παράγραφος 3, συνεπάγεται παράβαση της αρχής της ισότητας, όπως ισχυρίζεται η Επιτροπή. Η περίπτωση αυτή θα συνέτρεχε αν ανάλογες καταστάσεις είχαν διαφορετική μεταχείριση, αλλά στα προαναφερθέντα από την Επιτροπή παραδείγματα οι καταστάσεις είναι διαφορετικές: είτε πρόκειται για υπάλληλο είτε για ιδιωτικό τομέα ο σύζυγος ασκεί - στα εν λόγω παραδείγματα - επαγγελματική δραστηριότητα, ενώ το μέτρο που θεσπίστηκε κατ' εφαρμογή του κανονισμού 3518/85 - όσον αφορά το σύζυγο στην προκειμένη περίπτωση - αναφέρεται στην οριστική λήξη των καθηκόντων.
10. Μολονότι το επιχείρημα, σύμφωνα με το οποίο το άρθρο 1, παράγραφος 3, αποβλέπει στη σύλληψη ορισμένων ειδών εισοδήματος πλην του εισοδήματος που προκύπτει από την πραγματική άσκηση τωρινής δραστηριότητας, παρίσταται κατά την άποψή μου κάπως ισχυρό, θεωρώ ότι μια τόσο ευρεία ερμηνεία σαν αυτή την οποία συνιστά η Επιτροπή είναι ασυμβίβαστη με το σαφές γράμμα της διατάξεως αυτής. Το άρθρο 3, παράγραφος 1, αφορά κατά την αγγλική απόδοση πρόσωπο "gainfully employed" και κατά τη γαλλική απόδοση πρόσωπο το οποίο "exerce une activite professionnelle lucrative". Οι εκφράσεις αυτές τονίζουν, κατά την άποψή μου, κατά τρόπο σαφή και αποκλειστικό την τωρινή και πραγματική άσκηση επαγγελματικής δραστηριότητας από την οποία προκύπτει το εισόδημα. Το γράμμα είναι πολύ σαφές ώστε να καταστεί αντικείμενο ευρείας ερμηνείας σαν κι αυτή που προτείνει η Επιτροπή.
11. Αλλά κι αν ακόμη γίνει δεκτό ότι το άρθρο 1, παράγραφος 3, πρέπει να νοηθεί κατά τρόπο ώστε να περιλαμβάνει και τα "εισοδήματα αντικαταστάσεως" - για να επαναλάβω τη διατύπωση της Επιτροπής - το πεδίο στο οποίο θα έπρεπε να εφαρμοστεί αυτή η επέκταση παραμένει εντελώς αόριστο. Εστω κι αν ήταν δυνατό να θεωρηθούν οι παροχές που καταβάλλονται κατά τη διάρκεια προσωρινής ασθενείας σαν "εισόδημα αντικαταστάσεως", επειδή υφίσταται η σχέση εργασίας, άλλες πηγές εισοδήματος προκαλούν περισσότερες δυσχέρειες. Ετσι, μολονότι φαίνεται ότι η Επιτροπή δέχεται ότι οι συντάξεις γήρατος και αναπηρίας εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 1, παράγραφος 3, υποστηρίζει ότι τα επιδόματα λόγω πρόωρης συνταξιοδοτήσεως πρέπει να θεωρηθούν ότι εμπίπτουν στο πεδίο αυτό? πλην όμως είναι δύσκολο να γίνουν αντιληπτοί οι λόγοι για τους οποίους οι συντάξεις γήρατος πρέπει να αποκλειστούν, ενώ τα επιδόματα πρόωρης συνταξιοδότησης περιλαμβάνονται. Εξάλλου, δεν είναι βέβαιο ότι τα επιδόματα λόγω πρόωρης συνταξιοδότησης τα οποία χορηγούνται κατ' εφαρμογή του εθνικού δικαίου μπορούν να εξομοιωθούν με την αποζημίωση που χορηγείται δυνάμει του κανονισμού 3518/85, ιδίως λόγω του διαφορετικού σκοπού τους. Στην προκειμένη περίπτωση, αντλήθηκε επιχείρημα από δυνατές ομοιότητες ή διαφορές μεταξύ των συντάξεων γήρατος και των επιδομάτων λόγω πρόωρης συνταξιοδότησης στο πλαίσιο αντίστοιχα του εθνικού δικαίου και του κανονισμού 1408/71? εντούτοις, θα πρέπει να αποδειχθεί η σημασία τέτοιων συγκρίσεων σ' ένα πλαίσιο διαφορετικό, όπως είναι ο κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων. Οι δυσκολίες αυτές εμφαίνουν, κατά τη γνώμη μου, ότι ο ανακαθορισμός του πεδίου εφαρμογής του άρθρου 1, παράγραφος 3 - αν θεωρηθεί πρόσφορος - είναι έργο του νομοθέτη μάλλον παρά της νομολογίας, διότι αν το ζήτημα λυνόταν νομολογιακά θα υπήρχε κίνδυνος να δημιουργηθεί ανεπίτρεπτος βαθμός ανασφάλειας δικαίου.
12. Οπως κι αν έχει το πράγμα, θεωρώ ανεπίτρεπτο να ενταχθεί η αποζημίωση που καταβάλλεται δυνάμει του κανονισμού 3518/85 του Συμβουλίου στην κατηγορία των "εισοδημάτων αντικαταστάσεως", όπως αντιλαμβάνομαι την κατηγορία αυτή. Ο κανονισμός αυτός προβλέπει "μέτρα που αφορούν την οριστική λήξη των καθηκόντων", δηλαδή οριστική λήξη της επαγγελματικής δραστηριότητας, όπως αποδεικνύεται κατά τρόπο απολύτως σαφή από τη γαλλική απόδοση. Υπό τις προϋποθέσεις αυτές δεν είναι δυνατό να γεννηθεί ζήτημα αντικαταστάσεως των εισοδημάτων εργασίας, δεδομένου ότι η σχέση εργασίας έχει λήξει. Το γεγονός ότι ένας υπάλληλος μπορεί να επιλέξει - δυνάμει του άρθρου 4, παράγραφος 7, του κανονισμού - τη συνέχιση της καταβολής της συνεισφοράς για να αποκτήσει νέα δικαιώματα συντάξεως αρχαιότητας (συντάξεως λόγω συμπληρώσεως του συνταξίμου χρόνου υπηρεσίας) δεν επηρεάζει κατά τίποτα το συμπέρασμά μου.
13. Η Επιτροπή ισχυρίζεται επίσης ότι το άρθρο 1, παράγραφος 3, του παραρτήματος VΙΙ δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο γραμματικής ερμηνείας? πράγματι, το άρθρο αυτό συνετάγη πριν από τη θέσπιση των μέτρων που αφορούν την οριστική λήξη των καθηκόντων υπαλλήλων λόγω προσχωρήσεως νέων κρατών μελών (όπως τα μέτρα που προβλέπει ο κανονισμός 3518/85), δεδομένου ότι ο κανόνας που ορίζεται ήδη στο άρθρο 1, παράγραφος 3, εισήχθη για πρώτη φορά στον κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως το 1962. Εν πάση περιπτώσει, ο κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως τροποποιήθηκε περίπου 46 φορές μέχρις ότου λάβει τη σημερινή του μορφή. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, ο τίτλος του άρθρου 1, παράγραφος 3, του παραρτήματος VΙΙ του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως προκύπτει κυρίως από μια τροποποίηση που έγινε το 1973, συγκεκριμένα με τον κανονισμό 558/73, της 26ης Φεβρουαρίου 1973 (ΟJ L 55, σ. 1). Η τροποποίηση αυτή θεσπίστηκε λίγο χρόνο μετά την πρώτη διεύρυνση των Κοινοτήτων όταν εκδόθηκε για πρώτη φορά ο κανονισμός, ο οποίος προέβλεπε ειδικά μέτρα που απέβλεπαν στο να λήξουν οριστικά τα καθήκοντα υπαλλήλων κατόπιν της προσχωρήσεως νέων κρατών μελών: ο κανονισμός 2530/72, της 4ης Δεκεμβρίου 1972 (ΟJ L 272, σ. 1). Ηταν απολύτως δυνατό να θεσπιστούν διατάξεις για να αντιμετωπιστεί αυτή η κατάσταση μέσα στο πλαίσιο της τροποποιήσεως που έγινε το 1973 στο άρθρο 1, παράγραφος 3, ή των μεταγενεστέρων τροποποιήσεων του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, ιδίως κατά τις δύο μεταγενέστερες διευρύνσεις των Κοινοτήτων το 1981 και το 1986. Μια άλλη δυνατότητα θα ήταν οι κανονισμοί που θεσπίζουν ειδικά μέτρα που αφορούν την οριστική λήξη των καθηκόντων υπαλλήλων λόγω της προσχωρήσεως νέων κρατών μελών, ιδίως ο κανονισμός 3518/85 - που διέπει την επίδικη περίπτωση - να προβλέψουν ειδικές διατάξεις -αν κρίνονταν αναγκαίες. Δεν υιοθετήθηκε ούτε το ένα ούτε το άλλο από τα δύο αυτά είδη τροποποιήσεως, παρά τις πολλαπλές ευκαιρίες που εμφανίστηκαν από τότε που θεσπίστηκαν για πρώτη φορά μέτρα που αφορούν την οριστική λήξη των καθηκόντων υπαλλήλων λόγω προσχωρήσεως νέων κρατών μελών. Κατά συνέπεια, φρονώ ότι το επιχείρημα της Επιτροπής - το οποίο στηρίζεται στην αρχαιότητα της επίδικης διατάξεως - στερείται σημασίας.
14. Το αποκλειστικό επιχείρημα έγκειται, κατά τη γνώμη μου, στο ότι η διατύπωση που χρησιμοποίησε το άρθρο 1, παράγραφος 3, του παραρτήματος VΙΙ είναι σαφής και απερίφραστη και στο γεγονός ότι οι υπάλληλοι έχουν δικαίωμα να στηρίζονται στο σαφές γράμμα του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως - όπως ισχύει σήμερα. Νομίζω ότι ένας υπάλληλος, όπως ο Lorentzen, δεν μπορεί να θεωρηθεί - λόγω της αποζημιώσεως που του χορηγείται κατ' εφαρμογή του κανονισμού 3518/85 - ότι ασκεί κερδοσκοπική επαγγελματική δραστηριότητα, έτσι ώστε να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 1, παράγραφος 3, του παραρτήματος VΙΙ. Η διάταξη αυτή δεν εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση, η οποία εμπίπτει, κατά συνέπεια, στις διατάξεις του άρθρου 1, παράγραφος 4, του παραρτήματος, δυνάμει του οποίου η Κlein έχει δικαίωμα από την 1η Οκτωβρίου 1986 στο επίδομα στέγης, υπολογιζόμενο βάσει του ποσού της συντάξεώς της αναπηρίας.
15. Για τους λόγους αυτούς προτείνω την ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής, της 17ης Δεκεμβρίου 1986, η οποία αρνήθηκε να χορηγήσει στην προσφεύγουσα το επίδομα στέγης, και την καταδίκη της καθής στο σύνολο των δικαστικών δαπανών.
(*) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
Full & Egal Universal Law Academy