Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1. Mε την απόφασή του της 27ης Μαρτίου 1990 (1), το Δικαστήριο υποχρέωσε την Επιτροπή να αποκαταστήσει, μέχρι ποσοστού 50 %, τη ζημία που υπέστη ο Grifoni από την πτώση, στις 24 Οκτωβρίου 1985, της στέγης του κοινού Κέντρου 'Ερευνας στο Ispra. Εξάλλου, με την εν λόγω απόφαση όρισε στους διαδίκους προθεσμία έξι μηνών προκειμένου να καθορίσουν κατόπιν κοινής συμφωνίας το ύψος της αποζημιώσεως σε περίπτωση μη επιτεύξεως συμφωνίας οι διάδικοι θα έπρεπε να υποβάλουν στο Δικαστήριο, εντός της ιδίας προθεσμίας, τα αιτήματά τους ως προς το ύψος της εν λόγω αποζημιώσεως.
2. Καθώς καμιά συμφωνία δεν επετεύχθη εντός της ορισθείσας προθεσμίας, στις 8 Οκτωβρίου 1990 ο Grifoni υπέβαλε, σύμφωνα με την προαναφερθείσα απόφαση, τα αιτήματά του ως προς τα κριτήρια εκτιμήσεως και το ύψος της ζημίας που είχε υποστεί, υπολογίζοντάς την συνολικώς στα 2 777 781 579 λιρέτες (LIT) (2). Επομένως, ζήτησε να του καταβληθεί το ήμισυ του ποσού αυτού (1 388 190 789 LIT) μαζί με τους νομίμους τόκους, καθώς επίσης και να ληφθεί υπόψη η σχετική υποτίμηση του νομίσματος από τον Νοέμβριο του 1990 και μέχρι ολοσχερούς εξοφλήσεως, ενώ τα δικαστικά έξοδα, ύψους τουλάχιστον 50 000 000 LIT να χρεωθούν στην Επιτροπή.
Το εν λόγω κοινοτικό όργανο περιορίστηκε στο να ζητήσει την απόρριψη των αιτημάτων του ενάγοντος, αμφισβητώντας, ειδικότερα το ύψος του ετησίου εισοδήματος και το ποσοστό διαρκούς αναπηρίας που ο Grifoni είχε λάβει ως βάση για τον υπολογισμό της ζημίας.
3. Για τη διαπίστωση της υπάρξεως και του βαθμού της διαρκούς αναπηρίας του Grifoni, το Δικαστήριο διέταξε, με Διάταξη της 4ης Ιουνίου 1991, ιατροδικαστική πραγματογνωμοσύνη, πράγμα που έγινε στις 13 Σεπτεμβρίου 1991. Από την έκθεση πραγματογνωμοσύνης προκύπτει ότι ο βαθμός αναπηρίας του Grifoni μπορεί "να εκτιμηθεί στο 35 %, τόσο από βιολογική άποψη όσο και από την άποψη της ικανότητας προς εργασία". Το ποσοστό αυτό δεν αμφισβητείται από τους διαδίκους, οι οποίοι, πράγματι, στις παρατηρήσεις τους επί της πραγματογνωμοσύνης αυτής, περιορίστηκαν στο να την λάβουν υπόψη επιβεβαιώνοντας κατά τα λοιπά τα σχετικά τους προγενέστερα αιτήματα.
4. Θα πρέπει να προστεθεί ότι, τον Φεβρουάριο του 1993, το Δικαστήριο, έχοντας διαπιστώσει ότι, καίτοι ο βαθμός της αναπηρίας δεν αμφισβητείται πλέον, οι διάδικοι δεν είχαν μπορέσει να καταλήξουν σε φιλικό διακανονισμό, έθεσε εγγράφως, τόσο σ' αυτούς όσο και στην Ιταλική Κυβέρνηση, ορισμένα ερωτήματα. Ειδικότερα, ζήτησε από τον Grifoni να προσκομίσει τα πρωτότυπα των τιμολογίων όλων των εξόδων στα οποία είχε υποβληθεί λόγω του ατυχήματος, τιμολόγια που είχαν ήδη κατατεθεί σε φωτοαντίγραφα συνημμένα στα αιτήματά του της 8ης Οκτωβρίου 1990, καθώς και δικαιολογητικά στοιχεία σχετικά με το εισόδημά του όσον αφορά τα έτη 1982 και 1983.
Εκτός των ζητηθέντων από το Δικαστήριο εγγράφων, ο Grifoni κατέθεσε επίσης, στις 15 Μαρτίου 1993, έγγραφα σχετικά με το εισόδημά του και για τα έτη 1981, 1984 και 1985 ωστόσο, τα αφορώντα το 1984 έγγραφα απεδείχθησαν σε σημαντικότατο βαθμό διαφορετικά από τα ήδη συνημμένα, όσον αφορά το ίδιο έτος, στα αιτήματά του της 8ης Οκτωβρίου 1990 έγγραφα, με αποτέλεσμα να υφίστανται, για την απόδειξη της ακρίβειας του εισοδήματος μιας και μόνο χρονιάς, δύο διαφορετικές σειρές εγγράφων.
Επομένως, ο Grifoni, σε τελευταία ανάλυση, τροποποίησε, σε σχέση με τα αιτήματά του σχετικά με την εκτίμηση της ζημίας, τα στοιχεία που είχε παράσχει για να αποδείξει το εισόδημα που διατείνεται ότι είχε κατά το 1984. Εξ αυτού έπεται ότι, κατά τη γνώμη μου, τα νέα προσκομισθέντα στοιχεία πρέπει να κηρυχθούν απαράδεκτα κατά το μέτρο που, ενόψει των συνημμένων στα αιτήματα της 8ης Οκτωβρίου 1990 εγγράφων, πρέπει να ληφθούν υπόψη, με εξαίρεση όλα τα άλλα έγγραφα, μόνο τα πρωτότυπα και τα λοιπά ζητηθέντα από το Δικαστήριο έγγραφα.
5. Εξάλλου, με τις απαντήσεις της Ιταλικής Κυβερνήσεως επισημαίνεται το γεγονός ότι ο Grifoni έτυχε ημερησίας αποζημιώσεως λόγω ολικής προσωρινής αναπηρίας και ότι, από το 1986, λαμβάνει σύνταξη αναπηρίας, παροχές που τόσο η μια όσο και η άλλη χορηγούνται από το INAIL (Εθνικό 'Ιδρυμα Ασφαλίσεως από Εργατικά Ατυχήματα). Ωστόσο, καθώς το INAIL δεν έχει ασκήσει παρέμβαση στο Δικαστήριο, ενδεχόμενα προβλήματα υποκαταστάσεως ή ένδικης προσφυγής, σε σχέση με τα έξοδα του ιδρύματος αυτού, είναι άσχετα με την παρούσα διαδικασία.
Τέλος, πρέπει να αναφερθεί ότι η Επιτροπή, η οποία προέβη στην εκτίμηση της ζημίας (για πρώτη φορά) μόλις κατ' αυτό το στάδιο της διαδικασίας, υπολόγισε το συνολικό της ποσό στα 101 961 431 LIT. Είναι αληθές ότι κατά τη διάρκεια της επ' ακροατηρίου συζητήσεως η Επιτροπή πρότεινε στον Grifoni να συμβιβαστεί στα 260 000 000 LIT, προσφορά που ο ενάγων απέρριψε. Συναφώς, είναι περιττό να υπογραμμιστεί ότι η πρόταση αυτή δεν μπορεί βεβαίως να θεωρηθεί ως εκ μέρους της Επιτροπής αναγνώριση του ύψους της ζημίας που έχει υποστεί ο Grifoni, δεδομένου ότι το εν λόγω κοινοτικό όργανο εξακολουθεί να αμφισβητεί τα κριτήρια του ενάγοντος ως προς την εκτίμηση της ζημίας.
6. Ούτως εχόντων των πραγμάτων, πρέπει να διευκρινισθεί εδώ ότι η εκ μέρους του Grifoni εκτίμηση της ζημίας στηρίζεται στην ισχύουσα σχετική ιταλική νομοθεσία και στο ότι και η Επιτροπή αναφερόταν, κατ' όλη τη διάρκεια της εγγράφου διαδικασίας, αποκλειστικά στο ιταλικό δίκαιο. Ωστόσο, η εκτίμηση της ζημίας την οποία έκανε η Επιτροπή και η οποία προκύπτει από τις απαντήσεις του Μαρτίου του 1993 καθώς και ο συμβιβασμός που προτάθηκε στον Grifoni κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση έχουν γίνει σύμφωνα με την προβλεπόμενη από το βελγικό δίκαιο μέθοδο υπολογισμού.
'Ομως, το άρθρο 188, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης Ευρατόμ, το οποίο εφαρμόζεται εν προκειμένω κατά το μέτρο που η υπό κρίση διαφορά εντάσσεται στο πλαίσιο της εξωσυμβατικής ευθύνης, προβλέπει ότι η Κοινότητα υποχρεούται να αποκαθιστά τη ζημία που προξενούν όργανα ή υπάλληλοί της "σύμφωνα με τις γενικές αρχές του δικαίου που είναι κοινές στα δίκαια των κρατών μελών". Τούτο σημαίνει ότι για τον καθορισμό του περιεχομένου και των ορίων της ευθύνης της Κοινότητας, το κοινοτικό δίκαιο παραπέμπει στις γενικές αρχές που είναι κοινές στις εθνικές νομικές τάξεις .
Κατά συνέπεια, πρέπει να αποκλειστεί ότι είναι δυνατό η ζημία που έχει υποστεί ο Grifoni να καθορισθεί και να εκκαθαρισθεί σύμφωνα με την ιταλική και μόνο νομοθεσία σχετικά με την εξωσυμβατική ευθύνη. Αντιθέτως, πρέπει να ληφθούν ως βάση οι γενικές αρχές που είναι κοινές στις νομικές τάξεις των κρατών μελών, πράγμα που συνεπάγεται εν προκειμένω τον προσδιορισμό των κατηγοριών ζημιών για τις οποίες μπορεί να υφίσταται υποχρέωση αποζημιώσεως καθώς και, ενδεχομένως, της μεθόδου που πρέπει να χρησιμοποιηθεί για την πραγματοποίηση του σχετικού υπολογισμού.
7. Ο προσδιορισμός, βάσει των κοινών αρχών, των κατηγοριών ζημιών για τις οποίες υφίσταται υποχρέωση αποζημιώσεως αποδεικνύεται λίαν ευχερής. Πράγματι, παρά τις υφιστάμενες διαφορές όσον αφορά την χρησιμοποιούμενη ορολογία, όλες οι εθνικές έννομες τάξεις αναγνωρίζουν τη δυνατότητα αποκαταστάσεως της ζημίας που έχει προκληθεί στην περιουσία ενός προσώπου, αποκατάσταση η οποία περιλαμβάνει και τα συνδεόμενα κατά τρόπο άμεσο με το ατύχημα έξοδα, την απώλεια, τόσο παρελθούσα όσο και μέλλουσα, εισοδήματος καθώς και τη μη περιουσιακή ζημία που συνίσταται στις σωματικές και ψυχικές ταλαιπωρίες από το ζημιογόνο γεγονός, ζημία η οποία, όπως είναι επόμενο, είναι ανεξάρτητη οικονομικών παραγόντων και συνδέεται με το πρόσωπο αυτό καθεαυτό.
Αντιθέτως, η κατάσταση καθίσταται περισσότερο περίπλοκη όσον αφορά τη μέθοδο που πρέπει να χρησιμοποιηθεί για την εκτίμηση της ζημίας ανάλογα με τις κατ' αυτόν τον τρόπο προσδιορισθείσες κατηγορίες. Είναι κάτι περισσότερο από προφανές ότι πρόβλημα δεν τίθεται όσον αφορά έξοδα που έχουν προκληθεί από το ατύχημα, έξοδα που επιστρέφονται βάσει των πραγματικών δαπανών. Ούτε η εκτίμηση της μη περιουσιακής ζημίας θέτει ιδιαίτερα προβλήματα κατά το μέτρο που, πέραν των διαφορετικών εμπειριών κάθε εσωτερικής νομικής τάξεως, σ' όλα τα κράτη μέλη γίνεται δεκτό ότι για την εκτίμηση αυτή λαμβάνονται υπόψη όλες οι υποκειμενικές και αντικειμενικές περιστάσεις κάθε συγκεκριμένης περιπτώσεως και η εκτίμηση αυτή γίνεται ελεύθερα από τα δικαστήρια κατά δικαία κρίση.
8. Αντιθέτως, η κατάσταση είναι διαφορετική όσον αφορά τον υπολογισμό του διαφυγόντος κέρδους του ζημιωθέντος προσώπου, ιδίως την απώλεια μελλοντικού εισοδήματος. 'Οπως σαφώς καταδεικνύεται από το σχετικό σημείωμα αναφορικά με την έρευνα που έκαναν οι υπηρεσίες του Δικαστηρίου, είναι πράγματι σχεδόν αδύνατο, ενόψει των σημαντικοτάτων διαφορών που υφίστανται εν προκειμένω μεταξύ των εθνικών δικαίων, η ανεύρεση "κοινής" λύσεως. Πράγματι, οι διάφορες λύσεις συνοψίζονται τουλάχιστον σε τρεις μεθόδους υπολογισμού, εντελώς αντίθετες η μία από την άλλη: η εκτίμηση "in concreto", που εφαρμόζεται ειδικότερα στη Γερμανία η εφαρμογή του σχετικού δείκτη που ισχύει στις χώρες του common law και η προσφυγή σε αναλογιστικούς πίνακες όσον αφορά κυρίως τον βαθμό αναπηρίας και τον σχετικό συντελεστή όπου λαμβάνεται υπόψη η προσδοκία ζωής του ενδιαφερομένου. Αυτή ακριβώς η τελευταία μέθοδος απετέλεσε τη βάση των υπολογισμών του Grifoni (ο οποίος χρησιμοποίησε την προβλεπόμενη από το ιταλικό δίκαιο μέθοδο) και από την Επιτροπή (η οποία, αντιθέτως, έκανε χρήση της προβλεπόμενης από το βελγικό δίκαιο μεθόδου), υπολογισμοί οι οποίοι, εν πάση περιπτώσει, διαφέρουν λόγω του διαφορετικού συντελεστή που προβλέπεται από τους αντίστοιχους αναλογιστικούς πίνακες.
Υπό τις συνθήκες αυτές, μια απλή αντιπαράθεση των τεχνικών κανόνων που έχουν θεσπισθεί από κάθε κράτος μέλος για την εκτίμηση της περιουσιακής ζημίας φαίνεται ελάχιστα ορθή πρέπει μάλλον να γίνει μια εκτίμηση των γενικών τάσεων από τις οποίες διαπνέονται αυτοί οι κανόνες και των αποτελεσμάτων στα οποία αυτοί οδηγούν. Εξ αυτού έπεται ότι, σε περίπτωση που θα ήταν επιθυμητή μια "κοινή" λύση, η μόνη δυνατότητα συνίσταται στο να γίνει ο υπολογισμός σύμφωνα με τις παραμέτρους που χρησιμοποιούνται σε κάθε κράτος μέλος προκειμένου, στη συνέχεια, να υπολογιστεί ο σταθμικός μέσος όρος μεταξύ των δώδεκα αποτελεσμάτων που θα έχουν προκύψει. 'Οπως είναι προφανές πρόκειται εδώ για ένα μη ρεαλιστικό τρόπο ενεργείας και, εν πάση περιπτώσει, μια λύση που πόρρω απέχει από το να είναι σύμφωνη προς τις γενικές αρχές που είναι κοινές στις έννομες τάξεις των κρατών μελών. Οι ανωτέρω σκέψεις με ωθούν στο να προτείνω, ενόψει άλλωστε του γεγονότος ότι, η ποικιλία των μεθόδων και κυρίως των επιτυγχανομένων αποτελεσμάτων εξηγείται - τουλάχιστον εν μέρει - από τη διαφορετική οικονομική και κοινωνική κατάσταση που χαρακτηρίζει κάθε κράτος μέλος, να μη γίνει προσφυγή στις κοινές αρχές παρά μόνο για τον καθορισμό της φύσεως της προς αποκατάσταση ζημίας, ενώ, αντιθέτως, να γίνει χρήση, για την εκτίμηση της περιουσιακής ζημίας, της μεθόδου που ακολουθείται στη χώρα όπου συνέβη το γεγονός (τόπος του ατυχήματος, ιθαγένεια και κατοικία του θύματος).
Ι - Η περιουσιακή ζημία
9. Για την εκτίμηση ακριβώς της επελθούσης ζημίας, ας μου επιτραπεί να αρχίσω από την περιουσιακή ζημία στην οποία περιλαμβάνεται και το διαφυγόν κέρδος, τόσο το παρελθόν όσο και το μελλοντικό, του ζημιωθέντος προσώπου καθώς και τα προκληθέντα από το ατύχημα έξοδα.
- ο προσδιορισμός του ετησίου εισοδήματος
10. Με τα αιτήματά του της 8ης Οκτωβρίου 1990, τα μόνα που έχουν εν προκειμένω σημασία, ο Grifoni ζήτησε 1 342 297 760 LIT για τη διαρκή αναπηρία (ΔΑ), 180 360 000 LIT για την ολική προσωρινή αναπηρία (ΟΠΑ) και 32 732 000 LIT για την μερική προσωρινή ανικανότητα (ΜΠΑ), ποσά που μειώθηκαν κατά το ήμισυ, δοθέντος ότι ενώ υπολογίστηκαν με ποσοστό αναπηρίας 70 %, το σχετικό ποσοστό, στη συνέχεια, καθορίστηκε, σύμφωνα με τα πορίσματα της ιατροδικαστικής πραγματογνωμοσύνης που διατάχθηκε από το Δικαστήριο, στο 35 %. Εξάλλου, το τελευταίο αυτό ποσοστό, όπως έχω ήδη αναφέρει, δεν αμφισβητείται.
Για να υπολογιστεί η απώλεια εισοδήματος του Grifoni λόγω του επισυμβάντος ατυχήματος, πρέπει να καθοριστεί προηγουμένως ποιο είναι το εισόδημα που πρέπει να ληφθεί υπόψη. Μια τέτοια εκτίμηση δεν φαίνεται να είναι καθόλου εύκολη δεδομένου ότι πρόκειται για εισόδημα από δραστηριότητα ανεξάρτητου επαγγελματία εξάλλου, ο Grifoni διατείνεται ότι είχε και μη δηλωθέν στην εφορία εισόδημα ενώ είχε αδικαιολογήτως αφαιρέσει από το δηλωθέν εισόδημα έξοδα προσωπικού χαρακτήρα. Και ακριβώς το ύψος του εισοδήματος που πρέπει να ληφθεί ως βάση για τον υπολογισμό της περιουσιακής ζημίας αποτελεί το σημείο ως προς το οποίο είναι διαμετρικώς αντίθετες οι θέσεις των διαδίκων.
11. 'Οσον αφορά το έτος ή τα έτη αναφοράς, ο Grifoni, επικαλούμενος τις διατάξεις του άρθρου 4 του ιταλικού νομοθετικού διατάγματος 857 της 23ης Δεκεμβρίου 1976, ζήτησε η αποζημίωση να υπολογιστεί βάσει του εισοδήματος του 1984, δεδομένου ότι το εισόδημα αυτό είναι το υψηλότερο απ' όσα είχε δηλώσει στην Εφορία κατά τα τρία προηγούμενα του ατυχήματος έτη. Επί του σημείου αυτού, θα περιοριστώ στο να παρατηρήσω ότι ουδείς λόγος συντρέχει ώστε να απορριφθεί το αίτημα αυτό, ενόψει ιδίως του γεγονότος ότι οι νομικές τάξεις των άλλων κρατών μελών ακολουθούν, κατά το μάλλον ή ήττον, τις ίδιες αρχές όσον αφορά τον προσδιορισμό του εισοδήματος ενός ανεξαρτήτου επαγγελματία.
Ωστόσο, ένα τέτοιο συμπέρασμα δεν επιλύει τα συμφυή με τον προσδιορισμό του εισοδήματος προβλήματα και τούτο κατ' ουσίαν επειδή ο Grifoni έλαβε ως βάση υπολογισμού της αποζημιώσεως που δικαιούται το ποσό των 147 000 000 LIT το οποίο αντιστοιχεί, κατά τα λεγόμενά του, στο ποσό που είχε πράγματι εισπράξει κατά το 1984 (έτος αναφοράς) ενώ το δηλωθέν στην Εφορία εισόδημα είχε ανέλθει, όσον αφορά το ίδιο έτος, μόνο στα 31 346 000 LIT. Πράγματι, στα αιτήματά του της 8ης Οκτωβρίου 1990, ο Grifoni υποστήριξε ότι στο δηλωθέν στην εφορία εισόδημα πρέπει να προστεθούν και τα εξής ποσά:
- 16 236 000 LIT που αντιπροσωπεύουν το ποσό για αποσβέσεις
- 12 918 000 LIT που δαπανήθηκαν για την αγορά κεφαλαιουχικών αγαθών
- 39 488 128 LIT που δαπανήθηκε για την αγορά κατασκευαστικών υλικών και προσωπικών αντικειμένων
- 47 192 800 LIT που αντιπροσωπεύουν το μη δηλωθέν στην εφορία εισόδημα.
Στην πραγματικότητα, από τη δήλωση του εν λόγω εισοδήματος προκύπτει ότι ο κύκλος εργασιών της επιχειρήσεως του Grifoni είχε ανέλθει κατά το 1984 στα 420 260 000 LIT, ποσό από το οποίο ο Grifoni εξέπεσε το ποσό των 388 914 000 LIT, συμπεριλαμβανομένων 16 236 000 LIT αντιπροσωπευουσών τις αποσβέσεις, ως δαπάνες, οπότε το καθαρό του εισόδημα ανήλθε στα 31 346 000 LIT.
12. Δοθέντος ότι, όπως καταδεικνύεται επίσης από το σημείωμα αναφορικά με την έρευνα των υπηρεσιών του Δικαστηρίου, στις περισσότερες από τις εθνικές νομικές τάξεις επιτρέπεται, για τον προσδιορισμό του πραγματικού εισοδήματος, να αποδεικνύεται εισόδημα μεγαλύτερο του δηλωθέντος στην εφορία, πρέπει να ελεγχθεί αν ο Grifoni προσκόμισε τα προς τούτο αναγκαία αποδεικτικά στοιχεία.
'Ομως, όσον αφορά το ποσό των 16 236 000 LIT που δαπανήθηκε για αποσβέσεις, ποσό που περιλαμβάνεται στη δήλωση εισοδήματος, δεν νομίζω ότι μπορεί τούτο να προστεθεί όπως είναι στο εισόδημα εξ εργασίας του Grifoni, εφόσον πρόκειται για στοιχείο αφορούν τα έξοδα της επιχειρήσεώς του. Ανάλογες θεωρήσεις ισχύουν και για τη χρηματοδοτική μίσθωση ενός γερανού έναντι ποσού 12 958 100 LIT (έγγραφο G των αιτημάτων της 8ης Οκτωβρίου 1990), που, στη συνέχεια, πωλήθηκε στο κέντρο της Ispra, καθώς και για το ποσό των 39 000 000 LIT για την αγορά κατασκευαστικών υλικών. Πράγματι, ο Grifoni προσκόμισε εν προκειμένω μια σειρά τιμολογίων από τα οποία όντως καταδεικνύεται η απόκτηση των εν λόγω υλικών (έγγραφο H των αιτημάτων της 8ης Οκτωβρίου 1990): επομένως πρόκειται για έξοδα της επιχειρήσεως τα οποία, ως τέτοιου είδους, ορθώς αφαιρέθηκαν από το εισόδημά του.
Ούτε, άλλωστε, νομίζω, όπως έχω ήδη εκθέσει, ότι είναι δυνατό να ληφθούν υπόψη τα νέα παραρτήματα που έχουν επισυναφθεί από τον Grifoni στις απαντήσεις της 15ης Μαρτίου 1993 και από τα οποία προκύπτει ότι τα εν λόγω ποσά (τα οποία ανέρχονται στα 51 516 000 LIT) είναι σχετικά με προσωπικού καθαρώς χαρακτήρα έξοδα (βενζίνη, τηλέφωνο, γεύματα σε εστιατόριο, κατανάλωση αερίου), τα οποία αδικαιολογήτως αφαιρέθηκαν από το δηλωθέν στην εφόρια εισόδημα (βλ. στήλη VI του συνοπτικού πίνακα της συνθέσεως του εισοδήματος).
13. Τέλος, ας μου επιτραπεί να ασχοληθώ με το μη δηλωθέν στην εφορία εισόδημα του ενάγοντος: στα αιτήματά του της 8ης Οκτωβρίου 1990, ο Grifoni υποστήριξε ότι είχε λάβει αδήλωτες αμοιβές που αντιστοιχούσαν στο ποσό των 47 192 800 LIT και, προς στήριξη του ισχυρισμού αυτού, προσκόμισε μια σειρά επιταγών και παραστατικών καταθέσεων από τα οποία αποδεικνύεται (...) ότι πράγματι έχει λάβει επιταγές (διαφόρων προελεύσεων) για ένα τέτοιο ποσό και ότι τις έχει καταθέσει στο λογαριασμό του. Ωστόσο, στην απάντησή του της 15ης Μαρτίου 1993, ο Grifoni τροποποίησε εν μέρει την εκδοχή του για τα γεγονότα, υποστηρίζοντας ότι το ληφθέν και μη δηλωθέν στην εφορία ποσό, ίσο προς 49 832 000 LIT, είχε αποκτηθεί αποκλειστικά από εργασίες που είχαν πραγματοποιηθεί για λογαριασμό της Κοινότητας, και δη του Κέντρου της Ispra.
Εκτός του γεγονότος ότι είναι κάτι το εξαιρετικά σπάνιο η είσπραξη αδηλώτων στην εφορία αμοιβών από κοινοτικό όργανο, στην πραγματικότητα το σύνολον σχεδόν των επιταγών, αντίγραφο των οποίων ήταν συνημμένο στα αιτήματά του της 8ης Οκτωβρίου 1990, δεν προέρχεται από το Κέντρο της Ispra και, τούτο εξάλλου, τίποτα δεν αποδεικνύει εφόσον πρόκειται για απλά παραστατικά καταθέσεων. Είναι αληθές ότι στις προαναφερθείσες απαντήσεις του της 15ης Μαρτίου 1993, ο Grifoni προσκόμισε νέα στοιχεία. 'Ομως, ας μου επιτραπεί να παρατηρήσω συναφώς ότι, έστω και αν αφήσω κατά μέρος τα εκτεθέντα ανωτέρω προβλήματα παραδεκτού, πρέπει να αναγνωριστεί ότι τα έγγραφα αυτά ουδεμία έχουν αποδεικτική ισχύ: πράγματι πρόκειται αποκλειστικά για αντίγραφα αποσπασμάτων λογαριασμών και εμβασμάτων καταχωρημένων από την Τράπεζά του.
Τέλος, δοθέντος ότι τα προβαλλόμενα ως μη δηλωθέντα εισοδήματα δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη ή, εν πάση περιπτώσει, δεν αποδεικνύονται, πρέπει, για την εκτίμηση του διαφυγόντος κέρδους, να ληφθεί αποκλειστικώς υπόψη το δηλωθέν στην εφορία εισόδημα, δηλαδή το ποσό των 31 346 000 LIT. Συνεπώς, πάνω στη βάση αυτή θα προσπαθήσω να κάνω τον υπολογισμό της αξιούμενης από τον Grifoni αποζημιώσεως.
- η διαρκής αναπηρία (ΔΑ)
14. Για τον υπολογισμό της ΔΑ ο Grifoni προέτεινε να χρησιμοποιηθεί η ακόλουθη μέθοδος: 147 000 000 LIT (εισόδημα) x 35 % (ποσοστό αναπηρίας) x 16,318 (εφαρμόσιμος συντελεστής κεφαλαιοποιήσεως, ο οποίος αποτελεί συνάρτηση της ηλικίας (3)) - 20 % (διαφορά μεταξύ φυσικής ζωής και ενεργού επαγγελματικής ζωής). Δια της χρησιμοποιήσεως μιας τέτοιας μεθόδου, η εν λόγω αποζημίωση ανέρχεται στα 671 148 880 LIT.
Επίσης, εκτός από το ύψος του εισοδήματος που πρέπει να ληφθεί υπόψη, επιβάλλεται να διορθωθεί ο προαναφερθείς συντελεστής κατά το μέτρο που αφορά την ηλικία του Grifoni κατά τον χρόνο του ατυχήματος, ενώ πρέπει να ληφθεί υπόψη η ηλικία του κατά την έναρξη της διαρκούς αναπηρίας. Δεδομένου ότι ο Grifoni ήταν, κατά το κρίσιμο χρονικό σημείο, 41 ετών, ο εφαρμόσιμος συντελεστής, όπως προκύπτει από τον προαναφερθέντα στην υποσημείωση 3 πίνακα, ισούται με 16,104.
Εξ αυτού έπεται ότι ο υπολογισμός της διαρκούς αναπηρίας γίνεται ως εξής:
31 346 000 x 35 % x 16,104 - 20% = 141 142 875 LIT, με 50 % = 70 671 438 LIT
- η oλική προσωρινή αναπηρία (ΟΠΑ)
15. 'Οπως προκύπτει από τα αιτήματά του της 8ης Οκτωβρίου 1990, ο Grifoni υπήρξε εντελώς ανίκανος προς εργασία για περίοδο εννέα μηνών (270 ημέρες). Επομένως, για τον υπολογισμό της ΟΠΑ ο Grifoni πολλαπλασιάζει 668 000 (ημερήσιο εισόδημα) επί 270. Το ύψος του ημερησίου εισοδήματος δεν πρέπει να θεωρηθεί ακριβές έστω και αν ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι ο ενάγων λαμβάνει ως βάση το εισόδημα των 147 000 000 LIT. Εν πάση περιπτώσει, θεωρώντας ότι το εισόδημα ανέρχεται στα 31 346 000 LIT, ο υπολογισμός της ΟΠΑ ισούται με 85 879 (ημερήσιο εισόδημα) Χ 270 = 23 187 450 LIT, με 50 % = 11 593 725 LIT.
- η μερική προσωρινή αναπηρία (ΜΠΑ)
16. Ας μου επιτραπεί ευθύς εξ αρχής να τονίσω ότι είμαι απόλυτα πεπεισμένος ότι δεν πρέπει να γίνει δεκτό το αίτημα αποζημιώσεως κατά 50 % για τη ΜΠΑ, δοθέντος ότι μια τέτοια μερική προσωρινή αναπηρία δεν αποδεικνύεται από κανένα από τα προσκομισθέντα έγγραφα (4), με εξαίρεση ένα ιδιόχειρο σημειώμα (βλ. παράρτημα Α, σ. 73c). Εξάλλου, δεν νομίζω ότι χρειάζεται να υποστηριχθεί ότι από το πόρισμα του ειδικού ιατρού εμπιστοσύνης του προκύπτει ότι ο Grifoni θεωρήθηκε κλινικώς θεραπευμένος τον Ιούλιο του 1986, πράγμα που σημαίνει ότι κατά την ημερομηνία εκείνη είχε λήξει και η περίοδος ολικής προσωρινής αναπηρίας και είχε αρχίσει η μόνιμη αναπηρία, η οποία στη συνέχεια καθορίστηκε στο 35 %.
Σε τελευταία ανάλυση, ως διαφυγόν κέρδος ο Grifoni δικαιούται:
70 671 438 (ΜΑ) + 11 593 725 (ΟΠΑ) = 82 265 163 LIT.
- Τα έξοδα λόγω του ατυχήματος
17. 'Οταν το Δικαστήριο ζήτησε από τον Grifoni να προσκομίσει τα πρωτότυπα των τιμολογίων και των αποδείξεων πληρωμής σχετικά με τα έξοδα λόγω του ατυχήματος της 24ης Οκτωβρίου 1985, ο ενάγων απάντησε ότι δεν μπορούσε να προσκομίσει παρά ένα μέρος των εγγράφων αυτών εφόσον ορισμένα είχαν καταστραφεί κατά την πλημμύρα της 1ης και 2ας Ιουνίου 1992. Ωστόσο, τα έγγραφα που έχουν επισυναφθεί για την απόδειξη του γεγονότος αυτού στερούνται οποιασδήποτε αξίας διότι αποδεικνύουν μόνο το γεγονός ότι την 1η και 2α Ιουνίου 1992 η περιφέρεια της Λομβαρδίας γνώρισε εξαιρετικά άσχημες ατμοσφαιρικές συνθήκες. Επομένως, εξ αυτού προκύπτει ότι δεν μπορούν να ληφθούν εδώ υπόψη παρά μόνον οι δαπάνες που συνοδεύονται από το πρωτότυπο της αποδείξεως πληρωμής ή του τιμολογίου, έγγραφα τα οποία, κατ' αρχήν, έχουν ήδη υποβληθεί με τα αιτήματα της 8ης Οκτωβρίου 1990.
α) τα έξοδα που περιλαμβάνονται στα αιτήματα της 8ης Οκτωβρίου 1990
18. Με τα αιτήματά του της 8ης Οκτωβρίου, ο Grifoni ζήτησε, έναντι των εξόδων λόγω του ατυχήματος, το ποσό των 19 194 000 LIT, εκ των οποίων τα 6 200 000 LIT δεν δικαιολόγησε. Είναι προφανές ότι τα τελευταία αυτά έξοδα δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη. 'Οσον αφορά τα δικαιολογημένα έξοδα, ο Grifoni ζητεί:
α) 551 000 LIT για αμοιβές ειδικών ιατρών
β) 5 750 000 LIT για αμοιβή φυσικοθεραπευτή
γ) 5 376 000 LIT για αμοιβή οικιακής βοηθού
δ) 1 307 000 LIT για έξοδα μισθώσεως αυτοκινήτου (πρακτορείο Pinton) λόγω των μετακινήσεων που υποχρεούνταν να κάνει προκειμένου να μεταβεί στον ιατρό του, στο νοσοκομείο ή στην έδρα του INAIL (αντίγραφο της αποδείξεως πληρωμής της 30ής Ιουνίου 1986 - παράρτημα Ν, σ. 206).
Νομίζω ότι τα μνημονευόμενα στα σημεία γ' και δ' έξοδα δεν πρέπει να ληφθούν υπόψη. 'Οσον αφορά τα αντιστοιχούντα στο σημείο γ' έξοδα, φρονώ πράγματι ότι, αφενός, ο Grifoni δεν απέδειξε ότι η ύπαρξη οικιακής βοηθού ήταν αναγκαία λόγω του ατυχήματός του και, αφετέρου, δεν προσκόμισε κανονικό τιμολόγιο. 'Οσον αφορά τις δαπάνες του σημείου δ' οι οποίες αφορούν έξι ταξίδια του Grifoni, δύο στο νοσοκομείο της Angera, δύο στην έδρα του INAIL στη Βαρέζε, ένα για να εξεταστεί από ορθοπεδικό στο Bergamo στις 24 Απριλίου 1986 (293 000 LIT) και ένα άλλο σε νευρολόγο στη Φλωρεντία, στις 13 Μαΐου 1986 (840 000 LIT), περιορίζομαι στο να παρατηρήσω τα εξής: από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι ο Grifoni μετέβη στο νοσοκομείο κατά τις μνημονευόμενες στις εν λόγω αποδείξεις πληρωμής ημερομηνίες, το ίδιο δε ισχύει και όσον αφορά την επίσκεψη στον ορθοπεδικό του Bergamo και τον νευρολόγο της Φλωρεντίας τέλος, όσον αφορά τα ταξίδα που έγιναν επειδή ζήτησε κάτι τέτοιο το INAIL, αρκεί να υπομνηστεί ότι, βάσει των στοιχείων που προκύπτουν από το έγγραφο 57α' που είναι συνημμένο στα αιτήματα της 8ης Οκτωβρίου 1990, το INAIL επιστρέφει, κατόπιν επιδείξεως των σχετικών δικαιολογητικών, τα διενεργηθέντα έξοδα εφόσον έχει χρησιμοποιηθεί το πλέον οικονομικό μέσο, το ίδιο δε ισχύει και όσον αφορά τις κατ' αυτόν τόν τρόπο απολεσθείσες ώρες εργασίας.
Στα ανωτέρω πρέπει να προστεθεί και το γεγονός ότι ο Grifoni δεν προσκόμισε το πρωτότυπο του εν λόγω τιμολογίου αλλά περιορίστηκε, στις απαντήσεις του του Μαρτίου 1993, στο να υποβάλει μια απόδειξη πληρωμής, με ημερομηνία 30 Απριλίου 1990, χωρίς υπογραφή, για ποσό 293 000 LIT σχετικά με ένα ταξίδι στο Bergamo (βλ. αριθ. 14 του παραρτήματος 3) χωρίς άλλες διευκρινίσεις. Πρόκειται για το ίδιο ταξίδι με αυτό με το οποίο έχει σχέση η απόδειξη πληρωμής της 30ής Ιουνίου 1986; Ακόμη και στην περίπτωση αυτή, το πρόβλημα παραμένει.
Τέλος, τα μόνα επιστρεπτέα έξοδα είναι αυτά που αφορούν τη φυσικοθεραπεία και τις επισκέψεις σε ειδικούς ιατρούς, δηλαδή 6 301 001 LIT τα οποία μειούμενα κατά 50 % ανέρχονται σε 3 150 500 LIT.
β) τα λοιπά έξοδα, (με δικαιολογητικά) που περιλαμβάνονται στις απαντήσεις της 15ης Μαρτίου 1993
19. Ο Grifoni επισύναψε στις απαντήσεις της 15ης Μαρτίου 1993 δύο αποδείξεις πληρωμής σχετικά με δύο άλλες επισκέψεις σε ειδικούς ιατρούς ύψους 275 800 LIT καθώς και τρεις αποδείξεις πληρωμής σχετικά με έξοδα χορηγήσεως εγγράφων νοσοκομείων, φωτοαντίγραφα εγγράφων νοσοκομείων και ακτινογραφία, συνολικού ύψους 202 400 LIT.
Πρόκειται για έξοδα που διενεργήθηκαν μετά την υποβολή των αιτημάτων της 8ης Οκτωβρίου 1990, έξοδα τα οποία, όπως είναι επόμενο, δεν ήταν δυνατό να έχουν περιληφθεί στα ανωτέρω αιτήματα. Τα έξοδα αυτά, προστιθέμενα σ' αυτά που έχουν προηγουμένως εξεταστεί, φθάνουν το συνολικό ποσό των 3 389 600 LIT που πρέπει να δοθεί στον Grifoni.
20. Φρονώ ωστόσο, στηριζόμενος στην κοινή πείρα, ότι το σύνολο των εξόδων στα οποία υποβλήθηκε ο Grifoni πρέπει να υπολογιστεί στα 10 000 000 LIT.
ΙΙ - Η μη περιουσιακή ζημία
21. 'Οσον αφορά τη μη περιουσιακή ζημία, ο Grifoni ζήτησε, με τα αιτήματά του της 8ης Οκτωβρίου 1990, την αποκατάσταση της βλάβης του, τόσο της βιολογικής όσο και της ηθικής. Συναφώς, θα πρέπει κατ' αρχάς να παρατηρηθεί ότι ενώ το ιταλικό δίκαιο αποκλείει την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης σε μια περίπτωση όπως η προκείμενη (ελλείψει ποινικού αδικήματος) όλες οι άλλες νομικές τάξεις αγνοούν την έννοια της βιολογικής βλάβης αλλά μόνο αυτήν της ηθικής, η οποία, ακριβώς, και αποκαθίσταται σε περιπτώσεις ανάλογες προς αυτή του Grifoni.
Εξ αυτού έπεται ότι οι δύο κατηγορίες βλαβών δεν παρέχουν δικαίωμα για δύο χωριστές αποζημιώσεις και ότι, ενόψει του ισχύοντος στα άλλα κράτη μέλη δικαίου, η μόνη εφαρμοστέα λύση είναι να χoρηγηθεί στον Grifoni, για την ανακούφιση της σωματικής και ψυχικής ταλαιπωρίας που υπέστη λόγω του ατυχήματος του οποίου υπήρξε θύμα ένα κατ' αποκοπήν ποσό υπολογιζόμενο κατά δικαία κρίση. Ενόψει του τύπου των κακώσεων που υπέστη ο Grifoni και των συνεπειών τους, θεωρώ δίκαιο να του χορηγηθεί το κατ' αποκοπήν ποσό των 80 000 000 LIT, και, συνεπώς, το 50 % αυτού, δηλαδή 40 000 000 LIT.
22. Σε τελευταία ανάλυση το συνολικό ύψος αποζημιώσεως του Grifoni ανέρχεται, χωρίς να υπολογίζεται η υποτίμηση του νομίσματος και οι τόκοι, στα 82 265 163 (διαφυγόν κέρδος) + 10 000 000 (έξοδα λόγω ατυχήματος) + 40 000 000 (μη περιουσιακή ζημία) = 132 265 163 LIT.
ΙΙΙ - Τόκοι και υποτίμηση
23. Με τα αιτήματά του της 8ης Οκτωβρίου 1990, ο Grifoni ζήτησε, όσον αφορά την περίοδο από τον Οκτώβριο του 1985 μέχρι τον Οκτώβριο του 1990, μια επί πλέον αύξηση κατά 25 % όσον αφορά τους σχετικούς τόκους (με το ετήσιο νόμιμο επιτόκιο 5 %) και μια άλλη αύξηση κατά 30,30 %, για την αντιστάθμιση των αποτελεσμάτων της υποτιμήσεως. Με τα ίδια αυτά αιτήματα, ο Grifoni ζήτησε το κατ' αυτόν τον τρόπο προκύψαν συνολικό ποσό να προσαυξηθεί μεταγενέστερα, και μέχρι την ολοσχερή εξόφληση, με τους νομίμους τόκους και ανάλογα με την υποτίμηση του νομίσματος που θα έχει διαπιστωθεί τον Νοέμβριο του 1990. 'Ολα αυτά αποτελούν αιτήματα απολύτως σύμφωνα προς την ιταλική νομοθεσία και τη νομολογιακή πρακτική σχετικά με την εκκαθάριση της ζημίας.
Ωστόσο, για να μπορούν τα αιτήματα αυτά να γίνουν δεκτά, είναι ανάγκη να εξεταστεί το παραδεκτό τους υπό το φως των κοινών αρχών των νομικών τάξεων των κρατών μελών στις οποίες και παραπέμπει το άρθρο 188 της Συνθήκης Ευρατόμ. 'Ομως, οι λύσεις που δίδονται από τα εθνικά δίκαια όσον αφορά τόκους διαφέρουν σημαντικά μεταξύ τους: σε ορισμένα, η καταβολή τους και η ημερομηνία μετά την οποία πρέπει να οφείλονται αφήνονται στη διακριτική εκτίμηση των δικαστηρίων, σε άλλα η σχετική ημερομηνία είναι αυτή της εκ μέρους του οφειλέτη οχλήσεως ή αυτή της εκδόσεως της αποφάσεως ή ακόμη ποικίλλει ανάλογα με το αντικείμενο των εν λόγω τόκων. Ωστόσο, η ποικιλία αυτή είναι περισσότερο επιφανειακή παρά ουσιαστική εφόσον εξαρτάται κυρίως από το ζήτημα αν η οικονομική εκτίμηση της ζημίας έχει ή όχι υπολογισθεί λαμβανομένης υπόψη της καθυστερήσεως που έχει επέλθει μεταξύ του ζημιογόνου γεγονότος και της ημερομηνίας εκδόσεως της αποφάσεως.
Εξάλλου, από την εξέταση των σχετικών με το θέμα αυτό εθνικών αποφάσεων αποκαλύπτεται ότι ο προσδιορισμός της προς αποκατάσταση ζημίας στις περιπτώσεις της εξωσυμβατικής ευθύνης γίνεται επίσης λαμβανομένης υπόψη της επιπτώσεως που μπορούν να έχουν οι μεταγενέστερες του ζημιογόνου γεγονότος περιστάσεις, μεταξύ των οποίων οι αυξομοιώσεις της αξίας του νομίσματος μεταξύ της ημερομηνίας του γενεσιουργού της ζημίας γεγονότος και αυτής της εκδόσεως της αποφάσεως (5).
Τέλος, για την εκτίμηση της ζημίας κατά την δικαστική της εκκαθάριση λαμβάνεται υπόψη ο χρόνος που παρήλθε μεταξύ του ζημιογόνου γεγονότος και της εκκαθαρίσεως της επελθούσας ζημίας. Μια τέτοια θεώρηση ανταποκρίνεται σ' αυτή τη λειτουργία της υποχρεώσεως αποζημιώσεως που σκοπεί στην αποκατάσταση της απωλεσθείσας περιουσίας. Είναι πράγματι προφανές ότι μια εκκαθάριση στην οποία δεν θα λαμβανόταν υπόψη ενδεχόμενη καθυστέρηση στην καταβολή της αποζημιώσεως στο θιγέν πρόσωπο ή η επελθούσα εν τω μεταξύ υποτίμηση του νομίσματος θα ήταν εξωπραγματική και δεν θα εξασφάλιζε την πραγματική αποκατάσταση της περιουσίας του ζημιωθέντος προσώπου.
24. Η νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με εκκαθαρίσεις ζημιών σύμφωνα με την οποία πάντοτε κρίθηκε, βάσει των γενικών αρχών, παραδεκτό το αίτημα καταβολής τόκων, δέχεται ανέκαθεν ότι η υποχρέωση καταβολής τόκων γεννάται μετά την έκδοση της σχετικής αποφάσεως του Δικαστηρίου με την οποία αναγνωρίζεται η ευθύνη της Κοινότητας, εφόσον με την εν λόγω απόφαση επιβάλλεται η υποχρέωση αυτή.
Είναι γεγονός ότι στις σπάνιες περιπτώσεις κατά τις οποίες κατέστη δυνατό, μετά το πέρας μιας αγωγής αποζημιώσεως να εκκαθαριστεί η διαπιστωθείσα ζημία, το ποσό που έπρεπε να επιστραφεί μπορούσε ήδη κατά τρόπο άμεσο να υπολογιστεί κατά τον καθορισμό της ευθύνης, εφόσον π.χ., τούτο συνέπιπτε με αυτό των επιστροφών που είχαν ήδη εισπραχθεί κατά τη διάρκεια της περιόδου κατά την οποία δεν είχαν καταβληθεί. Εξάλλου, το Δικαστήριο έχει διευκρινίσει ότι καθορίζοντας τους τόκους κατά την ημερομηνία της παρεμπίπτουσας αποφάσεως, "ηθέλησε να εκτιμηθεί η ζημία όπως ενεφανίζετο κατά την εν λόγω ημερομηνία" (6) και ότι η εκτίμηση αυτή έπρεπε συνεπώς να περιλαμβάνει και τις συνέπειες που απορρέουν από τις αυξομειώσεις της αξίας του νομίσματος που έχουν επέλθει μετά το ζημιογόνο γεγονός.
Αντιθέτως, το ζήτημα που απασχολεί εδώ το Δικαστήριο είναι κάπως διαφορετικό, δοθέντος ότι κατά την έκδοση της παρεμπίπτουσας αποφάσεως τα κριτήρια εκτιμήσεως της ζημίας δεν είχαν καν προσδιοριστεί συναφώς είναι σημαντικό το γεγονός ότι, αντίθετα προς τις λοιπές επί θεμάτων εξωσυμβατικής ευθύνης παρεμπίπτουσες αποφάσεις του, το Δικαστήριο, με την απόφασή του της 27ης Μαρτίου 1990, δεν καθόρισε ούτε την ημερομηνία μετά την οποία θα οφείλονται τόκοι ούτε το σχετικό επιτόκιο. Εξ αυτού έπεται ότι η εκτίμηση, όσον αφορά την υπό κρίση υπόθεση, της ζημίας δεν μπορεί παρά να μεταφερθεί στην ημερομηνία της οριστικής αποφάσεως περί εκκαθαρίσεως της εν λόγω ζημίας.
25. Ωστόσο, στο ποσό που αφορά την αποκατάσταση της ζημίας, όπως αυτό προσδιορίστηκε προηγουμένως, πρέπει να προστεθούν και οι σχετικοί με το ποσό της αποζημιώσεως τόκοι καθορισμένοι σε τέτοο ύψος ώστε να λαμβάνεται υπόψη η απώλεια της αγοραστικής δυνάμεως του νομίσματος. Ενόψει της μεθόδου που χρησιμοποιήθηκε για τον υπολογισμό της ζημίας (7), αποτελεί πράγματι τον μόνο τρόπο που επιτρέπει στο θύμα να αποφεύγει να υφίσταται τις αρνητικές συνέπειες της καθυστερήσεως καταβολής της αποζημιώσεώς του καθώς και τις δυσμενείς συνέπειες της υποτιμήσεως του νομίσματος.
Συνεπώς, ενόψει των προηγουμένων θεωρήσεων, φρονώ ότι θα ήταν λογικό να επιδικαστούν στον Grifoni, επί του προηγουμένως προσδιορισθέντος ποσού, τόκοι λαμβανομένης υπόψη της νομισματικής υποτιμήσεως, με κατ' αποκοπήν επιτόκιο 10 % ετησίως, ποσό που ανέρχεται σήμερα στα 105 812 130 LIT , πράγμα που αναβιβάζει το σύνολο του οφειλομένου σ' αυτόν ποσού στα 238 077 293 LIT.
26. Ακόμη, το ποσό αυτό θα πρέπει να αυξηθεί με τόκους υπερημερίας από την ημέρα εκδόσεως της αποφάσεως και μέχρι της ολοσχερούς εξοφλήσεως. Ως προς το επιτόκιο, φρονώ ότι οφείλω να υπογραμμίσω ότι το αίτημα του Grifoni για ετήσιο επιτόκιο 5 % πρέπει να νοηθεί ως αναφερόμενο στο ισχύον στην Ιταλία νόμιμο επιτόκιο, το οποίο έφθασε το 10 % τον Νοέμβριο του 1990, δηλαδή ελάχιστο χρόνο μετά την υποβολή των αιτημάτων του. Ωστόσο, έχοντας υπόψη ότι το Δικαστήριο δεν αναφέρεται στο νόμιμο επιτόκιο που ισχύει στο κράτος μέλος του προσφεύγοντος αλλά το καθορίζει κάθε φορά κατά τρόπο διαφορετικό και γενικώς μεταξύ 6 και 8 % (8) και εν πάση περιπτώσει σε ποσοστό ανώτερο του ζητηθέντος από τον ενάγοντα (9), εξ αυτού έπεται ότι το ύψος της επενεχθείσας στον Grifoni ζημίας αυξάνει με τόκους προς 8 % ετησίως από την ημερομηνία εκδόσεως της αποφάσεως και μέχρι ολοσχερούς εξοφλήσεως.
IV - Eπί των δικαστικών εξόδων
27. Με τα αιτήματά του της 8ης Οκτωβρίου 1990, ο Grifoni ζήτησε από το Δικαστήριο να καθορίσει σε ποσό τουλάχιστον ίσο προς τα 50 000 000 LIT τα συνδεόμενα με το ατύχημά του έξοδα της ένδικης διαδικασίας και των μετακινήσεων, αναφερόμενος, εκτός από τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν οι δικηγόροι του και, σε δύο επισκέψεις σε δικηγόρους συνολικού ύψους 6 605 000 LIT καθώς και στο ποσό των 4 000 000 LIT που καταβλήθηκε για την σύνταξη της ιατροδικαστικής πραγματογνωμοσύνης που διέταξε το Δικαστήριο. Αντιθέτως, η Επιτροπή ζήτησε την ισομερή κατανομή των εξόδων.
Δυνάμει του άρθρου 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα έξοδα. Το άρθρο 69, παράγραφος 3, ορίζει ότι το Δικαστήριο μπορεί να κατανείμει εν όλω ή εν μέρει τα έξοδα σε περίπτωση μερικής ήττας των διαδίκων. Είναι αναμφισβήτητο ότι οι διάδικοι ηττήθησαν μερικώς στη φάση της διαδικασίας που περατώθηκε με την παρεμπίπτουσα απόφαση (ευθύνη κατά 50 %) και το ίδιο ισχύει και όσον αφορά τη φάση σχετικά με την εκτίμηση της ζημίας, εκτός αν θα έπρεπε να κριθεί ότι η μείωση των ζητηθέντων από τον ενάγοντα ποσών πρέπει να έχει επίπτωση και στην κατανομή των εξόδων. Επομένως, προτείνω όπως κάθε διάδικος φέρει τα δικά του δικαστικά έξοδα.
28. Επομένως, υπό το φως των προηγουμένων θεωρήσεων προτείνω στο Δικαστήριο να αποφασίσει ως εξής:
1. υποχρεώνει την Επιτροπή να καταβάλει στον ενάγοντα, για την αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη από το ατύχημα της 24ης Οκτωβρίου 1985, το ποσό των 238 077 293 LIT συν τόκους υπερημερίας προς 8 % ετησίως από την ημερομηνία εκδόσεως αποφάσεως και μέχρι ολοσχερούς εξοφλήσεως
2. Κάθε διάδικος φέρει τα δικά του δικαστικά έξοδα.
(*) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ιταλική.
(1) - Υπόθεση C-308/87, Grifoni κατά Επιτροπής (Συλλογή 1990, σ. Ι-1203).
(2) - Στην πραγματικότητα ο Grifoni, επιφυλασσόμενος να εκτιμήσει μεταγενέστερα το ύψος της ζημίας του, περιορίστηκε με το δικόγραφό του της προσφυγής στο να υποβάλει έκθεση πραγματογνωμοσύνης από την οποία προέκυπτε ότι το ατύχημά του είχε ως συνέπεια μια ολική ανικανότητα προς εργασία διαρκείας εννέα μηνών καθώς και μείωση κατά 70 % της ικανότητάς του προς εργασία.
(3) - Βλ. τον εγκριθέντα με το βασιλικό διάταγμα 1403 της 9ης Οκτωβρίου 1922 πίνακα.
(4) - Πράγματι, είναι τουλάχιστον απορίας άξιον το ότι ο Grifoni ζήτησε την αποζημίωση αυτή για περίοδο 98 ημερών κατά 50 %, ενώ με τα ίδια αιτήματα ισχυριζόταν ότι είχε βαθμό μόνιμης αναπηρίας 70 %.
(5) - Βλ. συναφώς τη μνημονευθείσα από τον γενικό εισαγγελέα Capotorti εθνική νομοθεσία στις προτάσεις του στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 64/76 και 113/76, 167/78 και 239/78, 27/79, 28/79 και 45/79, Dumortier κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1982, σ. 1752 και επ.).
(6) - Η προαναφερθείσα απόφαση της 19ης Μαΐου 1982, Dumortier κατά Συμβουλίου, σκέψη 11.
(7) - Συναφώς, δεν θα ήταν περιττό να διευκρινιστεί ότι η μέθοδος που χρησιμοποιήθηκε για την κεφαλαιοποίηση του διαφυγόντος κέρδους αφαιρεί τους τόκους που πρέπει να εκπέσουν στην περίπτωση της προώρου χορηγήσεως του κεφαλαίου.
(8) - Βλ., π.χ., τις αποφάσεις της 26ης Ιουνίου 1990, C-152/88, Sofrimport κατά Επιτροπής (Συλλογή 1990, σ. Ι-2477), και της 19ης Μαΐου 1992, συνεκδικασθείσες υποθέσεις, C-104/89 και C-37/90, Mulder κατά Επιτροπής (Συλλογή 1992, σ. Ι-3061).
(9) - Συναφώς την προαναφερθείσα απόφαση Mulder κατά Επιτροπής, σκέψη 36.
Full & Egal Universal Law Academy