Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1. Το πρόβλημα που καλείσθε να λύσετε στην παρούσα υπόθεση νομίζω ότι δεν θα σας προκαλέσει μεγάλες δυσκολίες, ενόψει της σαφηνείας των κανόνων των οποίων γίνεται επίκληση και της προηγουμένης νομολογίας του Δικαστηρίου επί του θέματος αυτού. Εξάλλου, τα επιχειρήματα του προσφεύγοντος και της Επιτροπής, που εκτέθηκαν ήδη σαφώς στην έγγραφη διαδικασία και επαναλήφθηκαν σαφώς στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση στην οποία και παραπέμπω, δεν τροποποιήθηκαν κατά τη διάρκεια της παρούσας συνεδρίασης. Πρόκειται ουσιαστικά για το ζήτημα αν ένας διαζευγμένος υπάλληλος, ο οποίος συνέχισε να λαμβάνει το επίδομα στέγης ακόμη και μετά την ημερομηνία που έπαυσε να έχει συντηρούμενα τέκνα, οφείλει να αποδώσει τα ποσά που έλαβε αχρεωστήτως.
Θα σας αναπτύξω σύντομα τη γνώμη μου. Σύντομα, διότι πιστεύω ότι οι περιστάσεις αυτής της υποθέσεως και οι αξιώσεις του προσφεύγοντος δεν αξίζουν να χρονοτριβήσει επί πολύ το Δικαστήριο επ' αυτών. Αλλωστε, αν ο προσφεύγων είχε ερευνήσει προσεκτικά τις κατευθύνσεις, που είναι απόλυτα σαφείς, της νομολογίας σας, η δίκη αυτή θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί.
2. Για να εισέλθω ήδη επί της ουσίας της υποθέσεως, επιθυμώ να σας υπενθυμίσω, κατά τρόπο γενικό και αποδεχόμενος πλήρως, παρά τις επικρίσεις που διατύπωσε ο προσφεύγων κατά το διάστημα της προφορικής διαδικασίας, τις παρατηρήσεις του προκατόχου μου, γενικού εισαγγελέα Μayras, στην υπόθεση Βroe κατά Επιτροπής (252/78, απόφαση της 11ης Ιουλίου 1979, Rec.1979, σ. 2393). Αφενός, οι λύσεις που δέχεται το δημοσιοϋπαλληλικό δίκαιο που εφαρμόζεται στα κράτη μέλη σε περίπτωση αναζητήσεως του αχρεωστήτως καταβληθέντος είναι γενικά αυστηρότερες έναντι των υπαλλήλων από ό,τι η λύση του άρθρου 85 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως. Αφετέρου, είναι σαφές ότι, κατά την τροποποίηση του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως του 1972, πρόθεση του κοινοτικού νομοθέτη ήταν να επιβάλει ως αρχή ότι, όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις, η επιστροφή του αχρεωστήτως καταβληθέντος αποτελεί τον κανόνα, ενώ οι περιπτώσεις που ο υπάλληλος μπορεί να διατηρήσει τα αχρεωστήτως ληφθέντα ποσά αποτελούν την εξαίρεση.
3. Παραμένοντας ακόμα σε γενικό επίπεδο, είμαι πεπεισμένος ότι το Δικαστήριο πρέπει να επιβεβαιώσει τη νομολογία του και ιδίως την απόφαση Βroe. Πρέπει να εφαρμοστεί το άρθρο 85 κατά τρόπον ώστε τα αχρεωστήτως ληφθέντα ποσά πρέπει κανονικά να αναζητούνται. Ειδικότερα, δεν μπορεί να γίνει δεκτό να επικαλούνται οι υπάλληλοι για να δικαιολογηθούν την άγνοιά τους του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως για να επιβάλουν στη διοίκηση και, σε τελευταία ανάλυση, στους φορολογουμένους των κρατών μελών, το βάρος τυχόν σφαλμάτων της ίδιας της διοικήσεως κατά τον υπολογισμό των διαφόρων αποζημιώσεων, όταν πρόκειται μόνο για το ότι ο υπάλληλος γνωρίζει μια διάταξη που περιλαμβάνεται στον κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως η οποία είναι σαφής, απερίφραστη και δεν αποτελεί αντικείμενο συζητήσεως: αρκεί να γνωρίζει να διαβάζει για να μπορεί να την αντιληφθεί.
Τέλος, μου φαίνεται ότι δεν χρειάζεται να ληφθεί υπόψη η περίπτωση "απάτης", την οποία υπαινίχθηκε ο προσφεύγων κατά τη συνεδρίαση χωρίς να προσκομίσει κανένα αποδεικτικό στοιχείο.
4. Βεβαίως, υπάρχουν και ακραίες περιπτώσεις στις οποίες, παρά την επιμέλεια την οποία πρέπει να καταβάλλει ο υπάλληλος κανονικά, δεν μπορεί να αντιληφθεί την αντικανονικότητα των ποσών που του καταβάλλονται. Στην περίπτωση αυτή υποχρεούται ο υπάλληλος να δικαιολογήσει, βάσει προσφόρων στοιχείων, το γεγονός ότι δεν μπόρεσε να αντιληφθεί το σφάλμα στο οποίο υπέπεσε η διοίκηση? στην παρούσα υπόθεση, ο προσφεύγων παρέλειψε να προσκομίσει τέτοια απόδειξη και ούτε μπορούσε να το πράξει, εφόσον ο κανόνας είναι σαφής.
5. Περαιτέρω θεωρώ ότι η νομολογία του Δικαστηρίου μαρτυρεί κατηγορηματικά την ανάγκη της εξακριβώσεως, όχι αφηρημένα, αλλά συγκεκριμένα, του βαθμού της απαιτουμένης επιμελείας (απόφαση Βroe, σκέψη 14). Επομένως, δεν πιστεύω ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση ο προσφεύγων μπορεί να υποστηρίξει ότι επέδειξε την επιμέλεια που μπορεί να αναμένει κανείς από υπάλληλο του επιπέδου του (Α 2) και ο οποίος έχει τα έτη υπηρεσίας του (28 έτη) όπως διευκρίνισε ο ίδιος στη συνεδρίαση. Αφενός ελάμβανε κάθε μήνα το εκκαθαριστικό σημείωμα αποδοχών επί του οποίου αναφερόταν το ποσό του επιδόματος στέγης. Αφετέρου δε, απλή ανάγνωση του άρθρου 1 του παραρτήματος VΙΙ του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως μπορεί να επιτρέψει σε υπάλληλο του δικού του επιπέδου και που έχει τις δικές του διοικητικές ευθύνες να αντιληφθεί ότι, από τότε που ένας διαζευγμένος υπάλληλος δεν έχει πλέον συντηρούμενα τέκνα, η καταβολή του επιδόματος στέγης καθίσταται αδικαιολόγητη.
Συμπερασματικά, πιστεύω ότι ο προσφεύγων δεν απέδειξε αυτή τη συνήθη επιμέλεια, η οποία ανταποκρίνεται στο βαθμό του και στα καθήκοντά του: αυτή η απόδειξη είναι αναγκαία για να εφαρμοστεί, όχι ο κανόνας του άρθρου 85, αλλά η εξαίρεση? ορθώς επομένως εφήρμοσε η Επιτροπή σ' αυτόν το άρθρο 85.
6. Καταλήγω συνεπώς προτείνοντας να απορρίψετε την προσφυγή και να εφαρμόσετε το άρθρο 70 του κανονισμού διαδικασίας.
(*) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ιταλική.
Full & Egal Universal Law Academy