Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1. Στην παρούσα υπόθεση η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η φορολογική μεταχείριση που επιφυλάσσει η Ιταλική Δημοκρατία σε ορισμένα προϊόντα, όπως το ρούμι, αντίκειται προς το άρθρο 95 της Συνθήκης ΕΟΚ. Η παρούσα εντάσσεται σε μια σειρά υποθέσεων, στο πλαίσιο των οποίων το Δικαστήριο κλήθηκε να εξετάσει διάφορες πτυχές της φορολογικής ρυθμίσεως που ισχύει για τα οινοπνευματώδη ποτά στην Ιταλία. Οι προγενέστερες αποφάσεις του Δικαστηρίου εξακολουθούν να έχουν σημασία από πολλές απόψεις για την επίλυση της παρούσας διαφοράς, μολονότι άπτονταν πτυχών της φορολογικής ρυθμίσεως διαφορετικών από εκείνες που τίθενται εν προκειμένω και παρόλον ότι η ιταλική φορολογική νομοθεσία τροποποιήθηκε κατά το διαρρεύσαν διάστημα.
2. Η παρούσα υπόθεση αφορά το "τέλος παραγωγής" επί των οινοπνευματωδών ποτών που παρασκευάζονται στην Ιταλία και τον αντίστοιχο "μεθοριακό επίφορο" που βαρύνει τα εισαγόμενα στην Ιταλία οινοπνευματώδη ποτά. Αλλα σημεία της ιταλικής φορολογικής ρυθμίσεως των οποίων επελήφθη το Δικαστήριο άπτονται των δημοσίων τελών (που σήμερα έχουν καταργηθεί) επί των οινοπνευματωδών ποτών, του συστήματος των φορολογικών ταινιών που επικολλώνται στη συσκευασία των οινοπνευματωδών ποτών και του φόρου προστιθεμένης αξίας που επιβάλλεται στα οινοπνευματώδη ποτά κατά το στάδιο της πωλήσεως.
3. Η υπόθεση 169/78, Επιτροπή κατά Ιταλίας (ΕCR 1980, σ. 385), αφορούσε το σύστημα των φορολογικών ταινιών που επικολλώνται στη συσκευασία των πωλουμένων λιανικώς οινοπνευματωδών ποτών. Η βληθείσα με την εν λόγω προσφυγή ιταλική νομοθεσία προέβλεπε διαφορετικούς συντελεστές για τις φορολογικές ταινίες και, όσον αφορά τα προερχόμενα από δημητριακά και ζαχαροκάλαμο οινοπνευματώδη ποτά, αρκετές φορές ίσχυαν οι συντελεστές των προερχόμενων από οίνο και στέμφυλα οινοπνευματωδών ποτών. Το Δικαστήριο έκρινε ότι τα κύρια χαρακτηριστικά γνωρίσματα του εν λόγω φορολογικού συστήματος συνίσταντο στο ότι τα πλέον τυπικά εγχώρια προϊόντα, και συγκεκριμένα τα προερχόμενα από οίνο και στέμφυλα οινοπνευματώδη ποτά, ενέπιπταν στην ευνοϊκότερη φορολογική κατηγορία, ενώ οι δύο άλλες κατηγορίες προϊόντων, οι περισσότερες από τις οποίες εισάγονταν από άλλα κράτη μέλη, και συγκεκριμένα το ρούμι και τα προερχόμενα από δημητριακά οινοπνευματώδη ποτά, υπέκειντο σε βαρύτερη φορολογία (σκέψη 35 της αποφάσεως). Κατόπιν αυτού, το Δικαστήριο έκρινε ότι το ιταλικό σύστημα φορολογικού διαφορισμού υπό μορφή επιθέσεως φορολογικών ταινιών αντέκειτο προς το άρθρο 95 της Συνθήκης ΕΟΚ, όσον αφορά την επιβάρυνση των αλκοολούχων ποτών που προέρχονται από την απόσταξη δημητριακών και ζαχαροκαλάμου, αφενός, και εκείνη των οινοπνευματωδών ποτών από οίνο και στέμφυλα, αφετέρου.
4. Οι συνεκδικασθείσες υποθέσεις 142 και 143/80, Αmministrazione delle Finanze dello Stato κατά Εssevi και Salengo (Συλλογή 1981, σ. 1413), αφορούσαν ιταλικό φόρο που έκτοτε καταργήθηκε και συγκεκριμένα το σύνηθες δημόσιο τέλος. Αντικείμενο της διαφοράς ήταν η καταβολή του τέλους αυτού για το κονιάκ γαλλικής προελεύσεως που εισάγεται στην Ιταλία. Οπως προέκυψε από τις διατάξεις περί παραπομπής, τα εισαγόμενα αυτά οινοπνευματώδη ποτά υπέκειντο σε φορολογία με ολόκληρο το συντελεστή, ενώ τα παραγόμενα εγχώρια οινοπνευματώδη ποτά εξαιρούνταν, δεδομένου ότι μόνο τα οινοπνευματώδη, η παρασκευή των οποίων υπέκειτο σε έλεγχο κατά το στάδιο της παραγωγής στο ιταλικό έδαφος, μπορούσαν να υπαχθούν στην τελευταία αυτή κατηγορία (σκέψη 20 της αποφάσεως). Ενόψει του ότι ο μειωμένος φορολογικός συντελεστής μπορούσε να εφαρμοστεί μόνο για την εγχώρια παραγωγή, το Δικαστήριο έκρινε ότι το σύστημα αυτό εισήγαγε δυσμενή διάκριση και κατά συνέπεια αντέκειτο προς το άρθρο 95 της Συνθήκης (σκέψη 22 της αποφάσεως). Το Δικαστήριο έκρινε ότι "ένα σύστημα φορολογίας του οινοπνεύματος που έχει διαμορφωθεί κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να επιφυλάσσονται στην εγχώρια μόνο παραγωγή απαλλαγές ή μειώσεις του φορολογικού συντελεστή, αποτελεί διάκριση που απαγορεύεται από το άρθρο 95 της Συνθήκης".
5. Ενώ η υπόθεση Εssevi και Salengo αφορούσε εισαγωγή αποσταγμάτων οίνου (κονιάκ), η υπόθεση 216/81, Cogis κατά Αmministrazione delle Finanze dello Stato (Συλλογή 1982, σ. 2701), αφορούσε την εισαγωγή στην Ιταλία αποστάγματος από δημητριακά (ουίσκι), γεγονός που τη φέρνει εγγύτερα προς τα ζητήματα που τίθενται στο πλαίσιο της παρούσας υποθέσεως. Βάσει της ιταλικής φορολογικής νομοθεσίας που ίσχυε τότε, το ουίσκι που εισήγαγε η ενάγουσα της κύριας δίκης από το Ηνωμένο Βασίλειο υπέκειτο σε δημόσιο τέλος (ενώ απαλλάσσονταν τα εγχώρια αποστάγματα) και στο μεθοριακό επίφορο στον οποίο εφαρμοζόταν πλήρης συντελεστής (ενώ οι εγχώριες αποσταγμένες αλκοόλες από οίνο, παρόλον ότι υπέκειντο στο αντίστοιχο τέλος παραγωγής, απολάμβαναν σημαντικών εκπτώσεων (σσ. 2703 έως 2704)). Το Δικαστήριο έκρινε ότι και οι φορολογικές αυτές διατάξεις αντέκειντο προς το άρθρο 95.
6. Δεδομένου ότι η διαφορά στην υπόθεση εκείνη και το υποβληθέν από το εθνικό δικαστήριο προδικαστικό ερώτημα είχαν ως αντικείμενο αποκλειστικά το ουίσκι, το Δικαστήριο, αποφαινόμενο μόνον ως προς το ουίσκι, έκρινε ότι: "Το άρθρο 95 αντιτίθεται σε σύστημα φορολογίας που πλήττει κατά τρόπο διάφορο το ουίσκι απ' ό,τι τα άλλα αποστάγματα". Αναφερόμενο, πάντως στην υπόθεση 169/78, Επιτροπή κατά Ιταλίας, που αναφέρθηκε ήδη, το Δικαστήριο επεκτάθηκε στο πλαίσιο της αποφάσεώς του όχι μόνο στο ουίσκι αλλά και στο ρούμι. Συγκεκριμένα, στις σκέψεις 10 και 11 της αποφάσεως αναφέρεται ότι "τα αποστάγματα δημητριακών και το ρούμι, ως προϊόντα αποστάξεως, έχουν αρκετές κοινές ιδιότητες με τα αποστάγματα οίνου και στεμφύλων, ώστε να αποτελούν, τουλάχιστον υπό ορισμένες περιστάσεις, μια εναλλακτική επιλογή για τον καταναλωτή. Η διαπίστωση αυτή αρκεί για να γίνει δεκτό ότι τα εν λόγω προϊόντα είναι ανταγωνιστικά μεταξύ τους και ότι η αντίστοιχη φορολογική τους επιβάρυνση δεν δύναται να έχει προστατευτικό αποτέλεσμα για την εθνική παραγωγή ... Οσον αφορά τον προστατευτικό χαρακτήρα του επιδίκου φορολογικού συστήματος, με την εν λόγω απόφαση 169/78 εκρίθη ότι το σύστημα αυτό χαρακτηρίσθηκε από το γεγονός ότι τα πλέον τυπικά εγχώρια προϊόντα, ήτοι τα παραγόμενα από τον οίνο και τα στέμφυλα αποστάγματα, υπάγονται στην πλέον ευνοϊκή φορολογική κατηγορία, ενώ δύο τύποι προϊόντων, που σχεδόν στο σύνολό τους εισάγονται από άλλα κράτη μέλη, ήτοι τα αποστάγματα δημητριακών και το ρούμι, υπόκεινται σε βαρύτερη φορολογία. Το γεγονός ότι υφίσταται επίσης εγχώρια παραγωγή των εν λόγω αποσταγμάτων δεν μεταβάλλει την εκτίμηση αυτή, δεδομένου ότι δεν αμφισβητείται ότι πρόκειται για ελάχιστες μόνο ποσότητες. Οι διαφορές αυτές στη φορολογία επηρεάζουν την αγορά των εν λόγω προϊόντων, μειώνοντας τη δυνατή κατανάλωση των εισαγομένων προϊόντων".
7. Το επόμενο έτος το Δικαστήριο εξέτασε, στο πλαίσιο της υποθέσεως 319/81, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 1983, σ. 601), μία άλλη πτυχή του ιταλικού φορολογικού συστήματος των οινοπνευματωδών ποτών, και συγκεκριμένα το φόρο προστιθεμένης αξίας. Βάσει της ιταλικής νομοθεσίας που ίσχυε τότε, ο ΦΠΑ είχε καθοριστεί με υψηλότερο συντελεστή για τα αποστάγματα με ονομασία καταγωγής ή προελεύσεως ρυθμιζόμενη ή προστατευόμενη στο έδαφος της παραγωγής, ενώ για άλλες αλκοόλες προβλεπόταν χαμηλότερος συντελεστής. Επειδή στην Ιταλία δεν υφίστατο ρύθμιση για την προστασία των ονομασιών καταγωγής ή προελεύσεως των παραγομένων στο εθνικό έδαφος αποσταγμάτων, το σύνολο σχεδόν των εισαγομένων αποσταγμάτων φορολογούνταν με το μεγαλύτερο συντελεστή, ενώ το σύνολο σχεδόν των οινοπνευματωδών ποτών της εγχώριας παραγωγής υπέκειτο σε χαμηλότερο συντελεστή (σκέψεις 4 και 18 της αποφάσεως). Το Δικαστήριο έκρινε ότι οι εν λόγω φορολογικές διατάξεις εισήγαγαν δυσμενή διάκριση όσον αφορά τα εισαγόμενα από άλλα κράτη μέλη προϊόντα, κατά παράβαση του άρθρου 95. Για το λόγο αυτό το Δικαστήριο έκρινε ότι η Ιταλική Δημοκρατία, εφαρμόζοντας στα αποστάγματα σύστημα φορολογικού διαφορισμού βάσει του κριτηρίου της ονομασίας καταγωγής ή προελεύσεως, είχε παραβεί, ως προς τα εισαγόμενα από τα άλλα κράτη μέλη προϊόντα, τις υποχρεώσεις που υπείχε από το άρθρο 95 της Συνθήκης ΕΟΚ.
8. Κατόπιν των αποφάσεων του Δικαστηρίου στις προαναφερθείσες δύο υποθέσεις (στις οποίες παρέπεμπε η τροποποιητική νομοθεσία της), η Ιταλία κατήργησε με το νομοθετικό διάταγμα 232, της 15ης Ιουνίου 1984, το δημόσιο τέλος και καθόρισε το τέλος παραγωγής για τις ιταλικές αλκοόλες καθώς και τον αντίστοιχο μεθοριακό επίφορο για τις εισαγόμενες αλκοόλες υπό μορφή ενιαίου συντελεστή ύψους 350 000 λιρετών (LΙΤ) ανά εκατόλιτρο άνυδρης αλκοόλης. Η ρύθμιση αυτή είχε ως αποτέλεσμα την ίση φορολογική μεταχείριση των εγχωρίων και εισαγομένων αποσταγμάτων. Οταν όμως το εν λόγω νομοθετικό διάταγμα μετατράπηκε σε νόμο, και συγκεκριμένα στο νόμο 408 της 28ης Ιουλίου 1984, το ύψος του τέλους και του επιφόρου ανήλθαν σε 420 000 LΙΤ, ενώ προβλέφθηκε διάταξη παρεκκλίσεως, δυνάμει της οποίας και μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1988 το τέλος παραγωγής και ο αντίστοιχος μεθοριακός επίφορος επί των αλκοολών που παράγονται από την απόσταξη του οίνου, των υποπροϊόντων της οινοποιήσεως, της πατάτας, των φρούτων, του σόργου, των σύκων, των χαρουπιών και των δημητριακών καθορίστηκαν σε 340 000 LΙΤ ανά εκατόλιτρο άνυδρης αλκοόλης (δηλαδή κατά 80 000 LΙΤ λιγότερο). Μετά την έναρξη της διαδικασίας της παρούσας δίκης, η Ιταλία παρέτεινε τον χρόνο εφαρμογής της εν λόγω διατάξεως μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1992 και καθόρισε σε 546 000 και 442 000 LΙΤ ανά εκατόλιτρο άνυδρης αλκοόλης τον πλήρη και μειωμένο φορολογικό συντελεστή αντίστοιχα, δυνάμει του άρθρου 4 του νομοθετικού διατάγματος 9, της 15ης Ιανουαρίου 1988, καθώς και του άρθρου 8, παράγραφοι 19 και 20, του νόμου 67, της 11ης Μαρτίου 1988. (Η προσφυγή της Επιτροπής προφανώς αφορά μόνο την ισχύουσα κατά το χρόνο καταθέσεώς της νομοθεσία, τα νομικά όμως ζητήματα που τίθενται παραμένουν τα αυτά).
9. Μολονότι η διάταξη περί μειωμένου συντελεστή είχε περιβληθεί τον τύπο παρεκκλίσεως, στην πραγματικότητα κάλυπτε τα αποστάγματα που παράγονται από μια σειρά προϊόντων πολύ ευρύτερη από εκείνη της διατάξεως που καθόριζε το συνήθη (υψηλότερο) συντελεστή του τέλους. Πράγματι, φαίνεται ότι ο υψηλότερος φορολογικός συντελεστής ισχύει μόνο για τη συνθετική αλκοόλη ή την προερχόμενη από μη επεξεργασμένη ή αναμεμιγμένη ζάχαρη σε ποτά αλκοόλη. Η Επιτροπή έκρινε ότι η προβλεπόμενη με το νόμο 408 διαφορετική φορολογία επιφύλασσε στην προερχόμενη από γεωργικά κατά κανόνα προϊόντα αλκοόλη ευνοϊκότερο καθεστώς από εκείνο της προερχομένης από ζαχαροκάλαμο αλκοόλης και των προϊόντων που την περιέχουν, όπως το ρούμι, για τα οποία ισχυρίζεται ότι δεν υφίσταται παραγωγή στην Ιταλία (παρόλον ότι στην υπόθεση Cogis το Δικαστήριο έκρινε ότι υφίσταται εγχώρια παραγωγή για το ρούμι, έστω και σε ελάχιστες ποσότητες). Η Επιτροπή έκρινε ότι η Ιταλία παρέβη το άρθρο 95 της Συνθήκης, επειδή επέβαλε στην αποσταγμένη αλκοόλη από ζαχαροκάλαμο και στα προϊόντα που την περιέχουν επαχθέστερη φορολογία από εκείνη που πλήττει τα εγχώρια προϊόντα. Υπό το πρίσμα αυτό, η Επιτροπή απέστειλε στις 3 Απριλίου 1986 επιστολή στην ιταλική κυβέρνηση, διατυπώνοντας τη φερόμενη παράβαση κατά τρόπο πανομοιότυπο με εκείνο της αιτιολογημένης γνώμης της 4ης Μαρτίου 1987, με την οποία ισχυριζόταν ότι η ιταλική νομοθεσία αντέκειτο προς τις διατάξεις του άρθρου 95, επειδή επέβαλε στην αποσταγμένη αλκοόλη από ζαχαροκάλαμο και στα προϊόντα που την περιέχουν, όπως το ρούμι, που δεν παρασκευάζονται στην Ιταλία, φορολογία επαχθέστερη από εκείνη που βαρύνει τα ανταγωνιστικά ή ομοειδή εγχώρια προϊόντα. Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 16 Οκτωβρίου 1987, η Επιτροπή ζήτησε από το Δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι η Ιταλική Δημοκρατία, υπάγοντας την αποσταγμένη αλκοόλη από ζαχαροκάλαμο και τα προϊόντα που την περιέχουν σε φορολογικό καθεστώς επαχθέστερο από εκείνο που ισχύει για τις λοιπές αλκοόλες και τα λοιπά αποστάγματα γεωργικής προελεύσεως, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 95 της Συνθήκης ΕΟΚ.
10. Είναι, λοιπόν, σαφές ότι αντικείμενο της προσφυγής αποτελούν όλες οι αποσταγμένες αλκοόλες από ζαχαροκάλαμο και όλα τα προϊόντα που την περιέχουν (εφόσον προέρχονται από άλλα κράτη μέλη) και όχι μόνο το ρούμι. Η Επιτροπή αναφέρει το ρούμι ενδεικτικά, με μια μόνον εξαίρεση, ως προϊόν που περιέχει αποσταγμένη αλκοόλη από ζαχαροκάλαμο. Η εξαίρεση την οποία προανέφερα ανευρίσκεται σε κάποιο απόσπασμα της προσφυγής, σύμφωνα με το οποίο η φορολογία με πλήρη συντελεστή βαρύνει κατ' ουσίαν το ρούμι. Ο ισχυρισμός αυτός είναι αβάσιμος. Αντίθετα, όπως προκύπτει από τις παρατηρήσεις που υποβλήθηκαν στη συνέχεια και τα αποδεικτικά στοιχεία που τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου, το ρούμι αντιστοιχεί σε ένα μικρό μόνο τμήμα του συνόλου της παραγωγής που υπόκειται σε πλήρη φορολογικό συντελεστή. Κατά συνέπεια, ο ισχυρισμός αυτός δεν πρέπει να ληφθεί υπόψη και η υπόθεση πρέπει να εξεταστεί με βάση την αιτιολογημένη γνώμη και τις λοιπές παρατηρήσεις της Επιτροπής, ειδικότερα δε τα αιτήματά της, σύμφωνα με τα οποία οι ιταλικές φορολογικές διατάξεις αντίκεινται προς το άρθρο 95 της Συνθήκης, επειδή τα επίδικα ιταλικά μέτρα πλήττουν την αποσταγμένη αλκοόλη από ζαχαροκάλαμο και τα προϊόντα που την περιέχουν επαχθέστερα από τα ανταγωνιστικά ή ομοειδή εγχώρια προϊόντα.
11. Ετσι, λοιπόν, η διακριτική και αντικείμενη προς το άρθρο 95 φορολογία πλήττει μια ολόκληρη σειρά προϊόντων. Το ρούμι συμπεριλαμβάνεται μεταξύ των προϊόντων αυτών και η περίπτωσή του αναφέρεται ξεχωριστά και ρητά εξ υπαρχής στην παρούσα υπόθεση. Συνακόλουθα, προτίθεμαι να το εξετάσω ευθύς αμέσως.
12. Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι το ρούμι και τα λοιπά αποστάγματα είναι ομοειδή προϊόντα κατά την έννοια του άρθρου 95, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ. Επικουρικά, ισχυρίζεται ότι εν πάση περιπτώσει πρόκειται για ανταγωνιστικά προϊόντα κατά την έννοια του άρθρου 95, παράγραφος 2. Η Ιταλία αντικρούει ότι το ρούμι μπορεί να χαρακτηρισθεί ως ομοειδές προϊόν των παραγομένων από οίνο και δημητριακά αποσταγμάτων, αν ληφθούν υπόψη τα αντίστοιχα οργανοληπτικά χαρακτηριστικά γνωρίσματα των προϊόντων αυτών. Η Ιταλία ισχυρίζεται ότι το ρούμι και τα λοιπά αποστάγματα είναι περαιτέρω ανταγωνιστικά προϊόντα κατά την έννοια του άρθρου 95, παράγραφος 2. Στο σημείο αυτό η διαφορά θέτει δυσχερή ζητήματα, τα οποία το Δικαστήριο εξέτασε ειδικότερα στις σκέψεις 11 μέχρι 13 της αποφάσεως στην υπόθεση 169/78, Επιτροπή κατά Ιταλίας (ΕCR 1980, σσ. 401 και 402). Στις μέχρι σήμερα επιλυθείσες διαφορές, το Δικαστήριο απέφυγε να αποφανθεί αν το ρούμι και τα λοιπά οινοπνευματώδη είναι ομοειδή προϊόντα κατά την έννοια του άρθρου 95, παράγραφος 1. Στην απόφαση 169/78, Επιτροπή κατά Ιταλίας (σκέψη 33 της αποφάσεως, σσ. 407 και 408), το Δικαστήριο άφησε ρητά το σημείο αυτό να εκκρεμεί, κρίνοντας ότι δεν ήταν αναγκαίο να αποφανθεί επί του ζητήματος "τη στιγμή που δεν μπορεί βάσιμα να αμφισβητηθεί ότι (τα επίδικα οινοπνευματώδη ποτά και συγκεκριμένα οι αλκοόλες από δημητριακά και ζαχαροκάλαμο) βρίσκονται ανεξαίρετα σε σχέση ανταγωνισμού, τουλάχιστον μερικώς, με τα εγχώρια προϊόντα για τα οποία πρόκειται στην προσφυγή (δηλαδή τα αποστάγματα από οίνο και στέμφυλα)". Το Δικαστήριο προσέθεσε (στη σκέψη 34 της αποφάσεως, σ. 408) ότι "τα αποστάγματα δημητριακών και το ρούμι, ως προϊόντα αποστάξεως, έχουν αρκετές κοινές ιδιότητες με τα αποστάγματα οίνου και στεμφύλων, ώστε να αποτελούν, τουλάχιστον υπό ορισμένες περιστάσεις, μια εναλλακτική επιλογή για τον καταναλωτή". Στην υπόθεση Εssevi και Salengo το ζήτημα δεν ανέκυψε επειδή το εισαγόμενο προϊόν και συγκεκριμένα το κονιάκ ήταν επίσης απόσταγμα οίνου και δεν αμφισβητούνταν ότι τα προϊόντα είναι ομοειδή κατά την έννοια του άρθρου 95, παράγραφος 1. Στην υπόθεση Cogis (σκέψη 10 της αποφάσεως, σ. 2713) και στην υπόθεση 319/81, Επιτροπή κατά Ιταλίας (σκέψεις 16 και 17 της αποφάσεως, σ. 621) εξάλλου το Δικαστήριο έκρινε το ζήτημα με τον ίδιο τρόπο όπως και στην υπόθεση 169/78, Επιτροπή κατά Ιταλίας, χωρίς δηλαδή να διευκρινίσει αν τα επίδικα αποστάγματα ήταν ομοειδή προϊόντα, εκτιμώντας πάντως ότι εν πάση περιπτώσει βρίσκονταν σε αμοιβαία σχέση ανταγωνισμού μεταξύ τους, ώστε να εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 95, παράγραφος 2.
13. Προσεγγίζοντας την παρούσα υπόθεση με τον ίδιο τρόπο, νομίζω ότι το Δικαστήριο δεν χρειάζεται να αποφασίσει αν το ρούμι είναι ομοειδές προϊόν με τα οινοπνευματώδη εκείνα ποτά που φορολογούνται με χαμηλότερο συντελεστή (και συγκεκριμένα τα αποστάγματα οίνου, υποπροϊόντων οινοποιίας και δημητριακών) και ότι αρκεί να αναγνωριστεί ότι τα εν λόγω αποστάγματα και το ρούμι είναι ανταγωνιστικά μεταξύ τους κατά την έννοια του άρθρου 95, παράγραφος 2. Νομίζω ότι δεν χωρεί αμφιβολία ως προς το ότι το ρούμι και οι λοιπές κατηγορίες αποσταγμάτων πρέπει να θεωρηθούν τουλάχιστον ως ανταγωνιστικά προϊόντα κατά την έννοια του άρθρου 95, παράγραφος 2, ενόψει των επιμέρους παρατηρήσεων που διατυπώθηκαν συναφώς στις σκέψεις 33 και 34 της αποφάσεως 169/78, Επιτροπή κατά Ιταλίας, και στη σκέψη 10 της αποφάσεως Cogis.
14. Το άρθρο 95, παράγραφος 2, ορίζει ότι "κανένα κράτος μέλος δεν επιβάλλει στα προϊόντα των άλλων κρατών μελών εσωτερικούς φόρους, η φύση των οποίων οδηγεί έμμεσα στην προστασία άλλων προϊόντων". Συνεπώς, πρέπει στη συνέχεια να εξεταστεί αν το επίδικο ιταλικό φορολογικό σύστημα συνεπάγεται έμμεση προστασία των ανταγωνιστικών εγχωρίων προϊόντων. Κατ' εμέ, δεν χωρεί αμφιβολία ως προς τον προστατευτικό χαρακτήρα της ιταλικής φορολογικής ρυθμίσεως. Πράγματι, η Ιταλία δήλωσε με σαφήνεια ότι σκοπός του διαφορετικού αυτού φορολογικού καθεστώτος είναι η προστασία της ιταλικής παραγωγής των αποσταγμάτων οίνου.
15. Η Ιταλία δήλωσε ότι η προερχόμενη από προϊόντα αμπέλου και φρούτων αλκοόλη είναι κατά μέσο όρο από 50 000 μέχρι 60 000 LΙΤ ανά εκατόλιτρο άνυδρης αλκοόλης ακριβότερη από την προερχόμενη από μελάσσα αλκοόλη. Σε περίπτωση ίσης φορολογήσεως των δύο κατηγοριών αλκοόλης, θα ήταν αδύνατη η πώληση της παραγομένης από οίνο, τα αποστακτήρια θα έκλειναν και η αμπελοοινική αγορά θα κατέρρεε, εφόσον ένα μεγάλο τμήμα της εξαρτάται από την απόσταξη. Ετσι, παρόλον ότι ο ιταλός νομοθέτης επιδιώκει σε τελευταία ανάλυση την επιβολή ίσης φορολογίας επί όλων των κατηγοριών αλκοόλης, η θέσπιση προσωρινού μέτρου κατέστη αναγκαία για την εξισορρόπηση του κόστους. Η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι, παρά τις εκτιμήσεις της ιταλικής κυβερνήσεως ως προς τη διαφορά κόστους μεταξύ των δύο κατηγοριών αλκοόλης, την οποία τοποθετεί μεταξύ 50 000 και 60 000 LΙΤ, στην πραγματικότητα η φορολογική διαφορά ανέρχεται σε 80 000 LΙΤ ανά εκατόλιτρο άνυδρης αλκοόλης. Ενόσω διαρκούσε η δίκη, η φορολογική διαφορά έφθασε τις 104 000 LΙΤ. Με τον τρόπο αυτό, ακόμη και αν ληφθεί υπόψη ο πληθωρισμός, φαίνεται ότι το επίδικο μέτρο όχι μόνο δεν ρυθμίζει τις δύο κατηγορίες αλκοολών με ίσους όρους, αλλά θέτει την προερχόμενη από ζάχαρη αλκοόλη σε δυσμενή κατάσταση από άποψη ανταγωνισμού.
16. Επειδή ο προστατευτικός χαρακτήρας του συστήματος φορολογικού διαφορισμού είναι προφανής και αναγνωρίζεται, είναι σαφές ότι το επίδικο σύστημα παραβιάζει το άρθρο 95, παράγραφος 2, όσον αφορά το ρούμι. Κατ' εμέ, ορισμένα από τα επιχειρήματα που προέβαλε η Ιταλία προς υπεράσπισή της είναι απορριπτέα. Προτίθεμαι να τα εξετάσω ένα προς ένα.
17. Συγκεκριμένα, η ιταλική κυβέρνηση ισχυρίστηκε ότι, για να στοιχειοθετηθεί παράβαση του άρθρου 95, παράγραφος 2, δεν αρκεί απλώς η σύγκριση των αντιστοίχων φορολογικών επιβαρύνσεων επί των εν λόγω προϊόντων, αλλά είναι αναγκαίο να αποδειχθεί συγκεκριμένα ότι η διαφορά των επιβαρύνσεων μεταξύ τους είναι ικανή να παραγάγει αποτελέσματα προστατευτικού χαρακτήρα. Επίκληση του επιχειρήματος αυτού έγινε ήδη ενώπιον του Δικαστηρίου και απορρίφθηκε, συγκεκριμένα δε στο πλαίσιο της υποθέσεως 170/78, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου (παρεμπίπτουσα απόφαση, ΕCR 1980, σ. 417), όπου το Ηνωμένο Βασίλειο ισχυρίστηκε ότι στην περίπτωση του άρθρου 95, παράγραφος 2, δεν αρκεί να αποδεικνύεται ότι υφίσταται διαφορά ως προς τη φορολογία? η Συνθήκη απαιτεί το προστατευτικού χαρακτήρα αποτέλεσμα του φορολογικού συστήματος να αποδεικνύεται στην πράξη (βλέπε σκέψη 8 της αποφάσεως, σ. 433). Το Δικαστήριο απέρριψε ρητά το επιχείρημα αυτό (με τη σκέψη 10 της αποφάσεως, σ. 433), αποφαινόμενο ότι: "Πρέπει πάντως να υπογραμμιστεί ότι (το άρθρο 95, παράγραφος 2) συνδέεται προς τη "φύση" του επιδίκου φορολογικού συστήματος, κατά τρόπο ώστε να είναι αδύνατο να απαιτείται σε κάθε περίπτωση η προσκόμιση στατιστικών στοιχείων ως αποδείξεως της προστατευτικού χαρακτήρα συνέπειας. Για την εφαρμογή του άρθρου 95, παράγραφος 2, αρκεί να αποδεικνύεται ότι συγκεκριμένος φορολογικός μηχανισμός μπορεί, λαμβάνοντας υπόψη τα εγγενή χαρακτηριστικά γνωρίσματά του, να οδηγήσει στο προστατευτικού χαρακτήρα αποτέλεσμα κατά τη Συνθήκη. Συνεπώς, χωρίς να αγνοείται η σημασία των κριτηρίων τα οποία μπορούν να συναχθούν από τα στατιστικά δεδομένα που επιτρέπουν τη μέτρηση των συνεπειών ενός συγκεκριμένου φορολογικού συστήματος, είναι αδύνατο να ζητείται από την Επιτροπή να προσκομίσει στατιστικά στοιχεία που να στοιχειοθετούν στην πράξη την προστατευτικού χαρακτήρα συνέπεια του επιδίκου φορολογικού συστήματος". Η Ιταλία επικαλέστηκε παρόμοιο επιχείρημα στην υπόθεση 169/78, Επιτροπή κατά Ιταλίας (σ. 395), το οποίο το Δικαστήριο απέρριψε σιωπηρά με την απόφασή του (βλέπε ειδικότερα τη σκέψη 35, σ. 408)? το Δικαστήριο αποφάνθηκε με τον ίδιο τρόπο και στην υπόθεση Cogis (βλέπε ειδικότερα σκέψεις 10 και 11 της αποφάσεως, σ. 2713). Κατά συνέπεια, το επιχείρημα της ιταλικής κυβερνήσεως ότι η φορολογική διαφορά πρέπει να αποδεικνύεται ότι έχει στην πράξη προστατευτικού χαρακτήρα συνέπειες είναι απορριπτέο.
18. Περαιτέρω, η ιταλική κυβέρνηση επικαλείται ορισμένες αποφάσεις με τις οποίες το Δικαστήριο έκρινε ότι: "... το κοινοτικό δίκαιο δεν περιορίζει, στο σημερινό στάδιο εξελίξεώς του, την ελευθερία κάθε κράτους μέλους να θεσπίζει σύστημα φορολογικού διαφορισμού για ορισμένα προϊόντα, βάσει αντικειμενικών κριτηρίων, όπως η φύση των πρώτων υλών που χρησιμοποιούνται ή οι μέθοδοι παραγωγής που εφαρμόζονται. Παρόμοιες διαφοροποιήσεις συμβιβάζονται με το κοινοτικό δίκαιο αν επιδιώκουν σκοπούς οικονομικής πολιτικής που συμβιβάζονται και αυτοί επίσης με τις απαιτήσεις της Συνθήκης και του παράγωγου δικαίου και αν οι όροι εφαρμογής αποκλείουν οποιαδήποτε μορφή διακρίσεως, άμεσης ή έμμεσης, ως προς τις εισαγωγές που προέρχονται από τα άλλα κράτη μέλη ή προστασίας της ανταγωνιστικής εθνικής παραγωγής" (π.χ. υπόθεση 140/79, Chemial Farmaceutici κατά DΑF, Συλλογή 1981, σ. 1, ιδίως σ. 15? υπόθεση 46/80, Vinal κατά Οrbat, Συλλογή 1981, σ. 77, ιδίως σ. 93 και υπόθεση 196/85, Επιτροπή κατά Γαλλίας, Συλλογή 1987, σ. 1597, ιδίως σ. 1615). Η ιταλική κυβέρνηση υποστηρίζει ότι το επίδικο σύστημα φορολογικού διαφορισμού πληροί τα ανωτέρω κριτήρια: η διαφορά στηρίζεται σε αντικειμενικό κριτήριο και συγκεκριμένα στην πρώτη ύλη από την οποία παρασκευάζεται η αλκοόλη? με τη διαφορά επιδιώκεται οικονομικός σκοπός, ο οποίος συμβιβάζεται με το κοινοτικό δίκαιο, και συγκεκριμένα η στήριξη της αμπελοοινικής αγοράς? τέλος, οι λεπτομέρειες εφαρμογής του φορολογικού συστήματος δεν συνεπάγονται προστασία των ανταγωνιστικών εγχωρίων προϊόντων. Κατ' εμέ, δεν μπορεί να γίνει επίκληση της νομολογίας αυτής εν προκειμένω όσον αφορά το ρούμι. Το ζήτημα έχει ήδη τεθεί και κριθεί με τις αποφάσεις του Δικαστηρίου που είναι πολύ αμεσότερα λυσιτελείς: την απόφαση 169/78, Επιτροπή κατά Ιταλίας, την απόφαση Εssevi και Salengo, την απόφαση 319/81, Επιτροπή κατά Ιταλίας, και ειδικότερα την απόφαση Cogis. Οι εν λόγω αποφάσεις άπτονται ευθέως του ζητήματος που αφορά το ρούμι στην παρούσα υπόθεση και κατ' εμέ δεν αφήνουν περιθώρια εφαρμογής νομολογίας προς διαφορετική κατεύθυνση.
19. Η διαφορετική αυτή νομολογία ισοδυναμεί εν πάση περιπτώσει με εξαίρεση από τους βασικούς κανόνες του άρθρου 95 της Συνθήκης, δεδομένου ότι παρέχει στα κράτη μέλη τη δυνατότητα εισαγωγής διακρίσεων στην εσωτερική τους φορολογική νομοθεσία έναντι προερχομένων από άλλα κράτη μέλη προϊόντων προς όφελος των εγχωρίων, αν και υπό ορισμένες προϋποθέσεις. Κατ' εμέ, η εξαίρεση αυτή συμβιβάζεται δυσχερώς με τους όρους του άρθρου 95 ή με τη θέση που κατέχει αυτό στο σύστημα της Συνθήκης ως συμπλήρωμα των άρθρων 9 μέχρι 16, τα οποία έχουν ερμηνευθεί σταθερά κατά τρόπο ώστε να παράγουν πλήρως τα αποτελέσματά τους. Το Δικαστήριο τόνισε ότι οι διατάξεις του άρθρου 95 συμπληρώνουν, στο πλαίσιο του συστήματος της Συνθήκης, τις διατάξεις σχετικά με την κατάργηση των δασμών και των επιβαρύνσεων ισοδυνάμου αποτελέσματος? ότι ο σκοπός τους έγκειται στη διασφάλιση της ελεύθερης κυκλοφορίας των αγαθών μεταξύ κρατών μελών υπό συνήθεις συνθήκες ανταγωνισμού με την κατάργηση κάθε μορφής προστασίας λόγω της εφαρμογής εσωτερικής φορολογίας που εισάγει διάκριση κατά των προερχομένων από άλλα κράτη μέλη προϊόντων και ότι το άρθρο 95 πρέπει να διασφαλίζει πλήρη ουδετερότητα της εσωτερικής φορολογίας όσον αφορά τον ανταγωνισμό μεταξύ εγχωρίων και εισαγομένων προϊόντων (βλέπε για παράδειγμα υπόθεση 169/78, Επιτροπή κατά Ιταλίας που προαναφέρθηκε, σ. 399). Εν πάση περιπτώσει η εξαίρεση αυτή (την οποία χαρακτηρίζω ως "νομολογιακή εξαίρεση") δεν πρέπει, στο βαθμό που αποκλίνει από τη Συνθήκη, να ερμηνεύεται διασταλτικά (στο σημείο αυτό συμφωνώ με την άποψη του γενικού εισαγγελέα Reischl στην υπόθεση Cogis, σ. 2720). Από τα παραπάνω συνάγεται ότι, ακόμη και αν έπρεπε να γίνει επιλογή μεταξύ της νομολογιακής εξαιρέσεως και της κύριας νομολογιακής τάσεως (ειδικότερα υπόθεση 169/78, Επιτροπή κατά Ιταλίας και υπόθεση Cogis), η επιλογή θα έπρεπε να κλίνει κατά της εφαρμογής της νομολογιακής εξαιρέσεως.
20. Πράγματι, πρέπει να παρατηρηθεί ότι, ενώ το Δικαστήριο σε ορισμένες υποθέσεις περιέλαβε το εν λόγω χωρίο, δεν έφθασε πάντως μέχρι το σημείο να αναγνωρίσει την εξαίρεση με την απόφασή του επί της ουσίας (βλέπε επί παραδείγματι υπόθεση Εssevi κατά Salengo, υπόθεση 319/81, Επιτροπή κατά Ιταλίας, και υπόθεση 106/84, Επιτροπή κατά Δανίας (Συλλογή 1986, σ. 833)). Εξάλλου, είναι σημαντικό να μη λησμονείται ότι το σχετικό χωρίο αναφέρεται στο "παρόν στάδιο εξελίξεως" του κοινοτικού δικαίου. Νομίζω ότι όσο περισσότερο επιτυγχάνεται η ευρωπαϊκή ενοποίηση, τόσο το κοινοτικό δίκαιο πρέπει να εξελίσσεται κατά τρόπο ώστε η νομολογιακή εξαίρεση να παύσει να εφαρμόζεται. Η παρατήρηση αυτή επιβάλλεται κατά μείζονα λόγο στην παρούσα φάση κατά την οποία η Κοινότητα επιδιώκει την εγκαθίδρυση ενιαίας αγοράς για το 1992.
21. Με τα δεδομένα αυτά, δεν συντρέχει λόγος αποφάνσεως ως προς το αν στην υπό κρίση περίπτωση πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής της νομολογιακής εξαιρέσεως. Επ' αυτού έχω απλώς να πω ότι είναι αμφίβολο αν στην πραγματικότητα πληρούνται οι προϋποθέσεις. Ειδικότερα, μπορεί να υποστηριχθεί ότι οι οικονομικοί στόχοι, την επίτευξη των οποίων επιδιώκει η ιταλική κυβέρνηση με τα αμφισβητούμενα μέτρα, είναι ζήτημα της αρμοδιότητας της Κοινότητας, ενδεχομένως στο πλαίσιο της συναφούς οργανώσεως της αγοράς, και όχι των κρατών μελών, δρώντων μονομερώς.
22. Η ιταλική κυβέρνηση αναφέρεται επίσης συγκεκριμένα στην υπόθεση 243/84, Walker κατά Μinisteriet for Skatter og Afgifter (Συλλογή 1986, σ. 875, στις σ. 884 και σ. 885), όπου το Δικαστήριο έκρινε: "Στο παρόν στάδιο της εξέλιξής του, το κοινοτικό δίκαιο και συγκεκριμένα το άρθρο 95, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΟΚ δεν εμποδίζει την εφαρμογή σε ορισμένα ποτά συστήματος φορολογίας που διαφοροποιείται βάσει αντικειμενικών κριτηρίων? το σύστημα αυτό δεν έχει προστατευτικό αποτέλεσμα υπέρ της εθνικής παραγωγής, εφόσον σε κάθε μια από τις φορολογικές κατηγορίες περιλαμβάνεται σημαντικό τμήμα της εθνικής παραγωγής αλκοολούχων ποτών".
23. Το χωρίο αυτό είναι αντιπροσωπευτικό μιας ειδικότερης εξελίξεως που αποκάλεσα "νομολογιακή εξαίρεση". Η Ιταλία επιδιώκει την υπαγωγή της παρούσας υποθέσεως στο πλαίσιο αυτό, ισχυριζόμενη ότι ένα μεγάλο μέρος της εγχώριας παραγωγής υπόκειται στον αμφισβητούμενο φόρο με υψηλότερο συντελεστή. Πάντως, η εγχώρια αυτή παραγωγή έγκειται στην προερχόμενη από μελάσσα καθαρή αλκοόλη. Παρόλον ότι μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την παραγωγή ποτών, η καθαρή αλκοόλη δεν αποτελεί αφεαυτής ποτό. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι, κατ' εμέ, δεν βρίσκεται σε σχέση ανταγωνισμού με το ρούμι, ή τουλάχιστον σε τόσο ευθεία σχέση ανταγωνισμού όσο με άλλα οινοπνευματώδη ποτά και ειδικότερα με εκείνα που παρασκευάζονται από οίνο και υποπροϊόντα οινοποιήσεως. Κατά συνέπεια, νομίζω ότι το προαναφερθέν χωρίο δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής στην παρούσα υπόθεση.
24. Εν πάση περιπτώσει, νομίζω ότι ο εξαγγελλόμενος με το χωρίο αυτό κανόνας δεν εφαρμόζεται σε περιπτώσεις όπως η παρούσα, ενόψει της σκέψεως 21 της αποφάσεως στην υπόθεση 106/84, Επιτροπή κατά Δανίας, σ. 872. Με τη σκέψη αυτή το Δικαστήριο αναγνώρισε και πάλι, ότι στο παρόν στάδιο εξελίξεώς του το κοινοτικό δίκαιο επιτρέπει τη θέσπιση συστήματος φορολογικού διαφορισμού φορολογίας για ορισμένα προϊόντα βάσει αντικειμενικών κριτηρίων, υπό τον όρο ότι επιδιώκουν στόχους οικονομικής πολιτικής που και αυτοί συμβιβάζονται με τις απαιτήσεις της Συνθήκης και εφόσον ο τρόπος εφαρμογής τους είναι τέτοιος ώστε να αποφεύγεται κάθε μορφή διακρίσεως, προσέθεσε όμως με τη σκέψη 21 ότι: "Ωστόσο, η διαφοροποιημένη αυτή φορολογία δεν συμβιβάζεται με το κοινοτικό δίκαιο αν τα προϊόντα που φορολογούνται βαρύτερα είναι, ως εκ της φύσεώς τους, όπως εν προκειμένω, εισαγόμενα προϊόντα". Κατ' εμέ, το ρούμι μπορεί επίσης να θεωρηθεί "ως εκ της φύσεώς του ως εισαγόμενο προϊόν", έστω και αν στην Ιταλία παράγονται ελάχιστες ποσότητές του. Κατ' εμέ, από τα παραπάνω έπεται ότι η διαφορετική φορολογία για το ρούμι που τίθεται στην παρούσα περίπτωση είναι ασυμβίβαστη προς το κοινοτικό δίκαιο.
25. Παρόλον ότι κατά ένα μεγάλο μέρος της η συζήτηση, ειδικότερα κατά την έναρξη της διαδικασίας, επικεντρώθηκε στο ρούμι, τα αιτήματα της Επιτροπής καλύπτουν ευρύτερο φάσμα προϊόντων από το ρούμι. Οπως προκύπτει από τις απαντήσεις της Επιτροπής στις γραπτές ερωτήσεις του Δικαστηρίου, η Επιτροπή θεωρεί ότι το επίδικο ιταλικό φορολογικό καθεστώς αντίκειται προς το άρθρο 95 όχι μόνον όσον αφορά το ρούμι, αλλά και τις τρεις άλλες κατηγορίες προϊόντων: την καθαρή αλκοόλη την προερχόμενη από ζαχαροκάλαμο (συμπεριλαμβανομένης της αλκοόλης από μελάσσα και σακχαρώδεις χυμούς από ζαχαροκάλαμο), τις αρωματικές αλκοόλες (όπως το τζιν και τη βότκα) εφόσον παρασκευάζονται από αλκοόλη ζαχαροκαλάμου και υπό την αυτή επιφύλαξη τα "ηδύποτα και λοιπά οινοπνευματώδη ποτά".
26. Για λόγους ευκολίας, προτίθεμαι να εξετάσω τις διάφορες κατηγορίες που αναφέρει η Επιτροπή ως θιγόμενες από τη φερόμενη δυσμενή διάκριση με αντίστροφη σειρά. Πρώτον, όσον αφορά την κατηγορία που η Επιτροπή χαρακτηρίζει ως "ηδύποτα και λοιπά οινοπνευματώδη", νομίζω ότι πρέπει να θεωρήσουμε ότι η Επιτροπή εννοεί με τον όρο αυτό "ηδύποτα και λοιπά οινοπνευματώδη ποτά του αυτού τύπου", δεδομένου ότι σε αντίθετη περίπτωση η εν λόγω κατηγορία θα μπορούσε να καλύψει όλους τους τύπους οινοπνευματωδών ποτών, γεγονός που θα καθιστούσε την εκ μέρους της Επιτροπής κατάταξη σε κατηγορίες χωρίς νόημα. Για την κατηγορία αυτή, η Επιτροπή προσκόμισε ενώπιον του Δικαστηρίου αριθμητικά στοιχεία όσον αφορά τις συνολικά εισαγόμενες στην Ιταλία ποσότητες από άλλα κράτη μέλη. Το 1987, ο αριθμός ανερχόταν σε 2 077 300 λίτρα άνυδρης αλκοόλης, ήτοι κατά προσέγγιση 1,5 % του συνολικού όγκου των προϊόντων που υπόκεινται στην αμφισβητούμενη φορολογία με τον υψηλότερο συντελεστή. Πάντως, η Επιτροπή δεν είναι σε θέση να προσκομίζει αριθμητικά στοιχεία σχετικά με τον όγκο των προϊόντων της εν λόγω κατηγορίας που παράγονται από ή περιέχουν αλκοόλη προερχόμενη από ζαχαροκάλαμο. Ισχυρίζεται απλώς ότι τα προϊόντα αυτά περιέχουν "συχνά" αλκοόλη από ζαχαροκάλαμο.
27. Η κατάσταση είναι παρόμοια όσον αφορά τις "αρωματικές αλκοόλες" (τζιν και βότκα). Η Επιτροπή προσκόμισε αριθμητικά στοιχεία για τις ποσότητες των αλκοολών αυτών που εισάγονται στην Ιταλία από άλλα κράτη μέλη (για το 1987, 652 700 λίτρα άνυδρης αλκοόλης, ήτοι κατά προσέγγιση 0,5 % του συνολικού όγκου των προϊόντων που υπόκεινται στην αμφισβητούμενη φορολογία με τον υψηλότερο συντελεστή), αλλά δεν είναι σε θέση να αναφέρει αν και σε ποια αναλογία η αλκοόλη αυτή παρασκευάζεται από ζαχαροκάλαμο.
28. Η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι τόσο τα ηδύποτα όσο και οι "αρωματικές αλκοόλες" μπορούν να παρασκευαστούν από αλκοόλες προερχόμενες από κάθε είδους γεωργικά προϊόντα, προσθέτοντας ότι τα διαθέσιμα στατιστικά στοιχεία δεν είναι αποκαλυπτικά της αναλογίας της προερχομένης από ζαχαροκάλαμο αλκοόλης. Πρόκειται για δυσχερές ζήτημα, δεδομένου ότι, όπως όλοι συμφωνούν στην παρούσα υπόθεση, πέραν ορισμένου βαθμού καθαρότητας είναι αδύνατος ο προσδιορισμός της πρώτης ύλης από την οποία παρασκευάσθηκε η αλκοόλη.
29. Η Επιτροπή ισχυρίστηκε ότι, όσον αφορά τόσο τα ηδύποτα όσο και τις "αρωματικές αλκοόλες", η επίδικη ιταλική φορολογία επιφυλάσσει, κατά παράβαση του άρθρου 95, δυσμενή μεταχείριση στις εισαγόμενες από άλλα κράτη μέλη και προερχόμενες από ζαχαροκάλαμο αλκοόλες. Πάντως, η Επιτροπή εξατομίκευσε για πρώτη φορά τις δύο αυτές κατηγορίες προϊόντων σε πολύ όψιμο στάδιο της διαδικασίας: αφού έληξε η έγγραφη διαδικασία και σε απάντηση γραπτής ερωτήσεως του Δικαστηρίου. Κατά συνέπεια, ουσιώδη ζητήματα δεν εξετάστηκαν με τον ενδεδειγμένο τρόπο. Δεν υπάρχει μόνο αβεβαιότητα ως προς το αν και σε ποιο βαθμό τα εν λόγω προϊόντα περιέχουν αλκοόλη από ζαχαροκάλαμο? δεν αποδείχθηκε επίσης αν, και σε καταφατική περίπτωση πώς, η ιταλική νομοθεσία φορολογεί στην πραγματικότητα τα εν λόγω προϊόντα με υψηλότερο συντελεστή. Η Επιτροπή δεν προσκόμισε αποδεικτικά στοιχεία συναφώς και η ιταλική κυβέρνηση δεν είχε την ευκαιρία να τα διευκρινίσει εγγράφως. Ελλείψει αποδεικτικών στοιχείων και μη δοθείσας της κατάλληλης ευκαιρίας προς συζήτηση των θεμελιωδών αυτών ζητημάτων, φρονώ ότι η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί όσον αφορά τις δύο αυτές κατηγορίες προϊόντων.
30. Ως προς την προερχόμενη από ζαχαροκάλαμο καθαρή αλκοόλη (περιλαμβανομένης και της αλκοόλης από μελάσσα και της αλκοόλης που εξάγεται από σακχαρώδεις χυμούς ζαχαροκαλάμου), η κατάσταση εμφανίζεται διαφορετική. Η καθαρή αλκοόλη δεν αποτελεί αφεαυτής ποτό. Συνεπώς, το ερώτημα που ανακύπτει είναι αν μπορεί να θεωρηθεί ως ομοειδές ή ανταγωνιστικό προϊόν σε σχέση με τα αποστάγματα. Επειδή η καθαρή αλκοόλη μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την παρασκευή ποτών, ενδέχεται να βρίσκεται τουλάχιστον σε έμμεση σχέση ανταγωνισμού με τα αποστάγματα. Εξάλλου, η καθαρή αλκοόλη μπορεί να μετουσιωθεί για βιομηχανική χρήση και από την άποψη αυτή είναι δυσχερέστερο να αποδειχθεί ότι υφίσταται σχέση ανταγωνισμού με τα αποστάγματα. Αν το ζήτημα είχε εξεταστεί ενδελεχώς, θα ήταν δυνατό να συναχθεί ότι η προερχόμενη από ζαχαροκάλαμο καθαρή αλκοόλη δεν είναι ούτε ομοειδές ούτε ανταγωνιστικό προς τα αποστάγματα προϊόν κατά την έννοια του άρθρου 95, αλλά, αντίθετα, διατηρεί σε σχέση ομοειδούς ή ανταγωνιστικού προϊόντος με την προερχόμενη από άλλα γεωργικά προϊόντα καθαρή αλκοόλη καθώς και με τη συνθετική αλκοόλη. Το εξαιρετικά δυσχερές αυτό ζήτημα δεν εξετάστηκε καθόλου στο πλαίσιο της παρούσας ενώπιον του Δικαστηρίου δίκης.
31. Από το υπόμνημα ανταπαντήσεως και τις απαντήσεις στις γραπτές ερωτήσεις του Δικαστηρίου (όχι όμως και από προγενέστερο στάδιο της δίκης) προκύπτει ότι η εγχώριας παραγωγής αλκοόλη από μελάσσα (είτε προερχόμενη από ζαχαρότευτλα είτε από ζαχαροκάλαμο πράγμα που δεν διευκρινίζεται, παρόλον ότι κατά την Επιτροπή η αναλογία είναι 50:50) αποτελεί το μεγαλύτερο όγκο του μοναδικού προϊόντος που υπόκειται στην αμφισβητούμενη φορολογία με τον υψηλότερο συντελεστή. Για το 1987, από τα 130 000 000 λίτρα αλκοόλης υποκειμένης σε φορολογία με πλήρη συντελεστή, φαίνεται ότι τα 87 000 000 λίτρα (δηλαδή πάνω από τα μισά) ήταν εγχώρια προϊόντα αλκοόλης από μελάσσα. Αν στις ποσότητες αυτές αλκοόλης προστεθούν μικρότερες ποσότητες άλλων ειδών εγχώριας αλκοόλης, το αποτέλεσμα είναι ότι τα δύο τρίτα περίπου του συνόλου των υποκειμένων σε πλήρη φορολογικό συντελεστή προϊόντων παρήχθησαν στην Ιταλία. Τα αριθμητικά στοιχεία του 1986 που τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου επιβεβαιώνουν τη διάρθρωση αυτή: φαίνεται ότι το 1986 περί τα 83 000 000 λίτρα άνυδρης αλκοόλης από μελάσσα και περί τα 11 000 000 λίτρα άνυδρης αλκοόλης από άλλες πρώτες ύλες υπήχθησαν σε φορολογία με πλήρη συντελεστή. Επομένως, φαίνεται ότι οι αριθμοί επιβεβαιώνουν τον ισχυρισμό της ιταλικής κυβερνήσεως ότι η κατηγορία αλκοολών που υπόκεινται σε πλήρη φορολογικό συντελεστή είναι κυρίως εκείνη των εγχωρίων προϊόντων και ειδικότερα της αλκοόλης από μελάσσα.
32. Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, πάντως, η Επιτροπή επιβεβαίωσε ότι μεγάλο τμήμα της αλκοόλης που προφανώς υπόκειται σε πλήρη φορολογικό συντελεστή στην πραγματικότητα δεν φορολογείται, επειδή μετουσιώνεται για βιομηχανικούς σκοπούς ή ενσωματώνεται σε ποτά που εξάγονται, περιπτώσεις για τις οποίες προβλέπεται απαλλαγή από την καταβολή του αμφισβητουμένου φόρου. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της Επιτροπής, 80 % των αλκοολών που κατά φαινόμενον υπόκεινται σε πλήρη φορολογικό συντελεστή στην πραγματικότητα είχαν απαλλαγεί. Η ιταλική κυβέρνηση παραδέχθηκε ότι ένα μέρος των προϊόντων είχε απαλλαγεί, αμφισβητεί όμως το 80 %, το οποίο άλλωστε δεν στηρίζεται σε κανένα αποδεικτικό στοιχείο. Πάντως, η ιταλική κυβέρνηση δεν υπέβαλε γραπτές παρατηρήσεις επί του θέματος. Επίκληση των επιχειρημάτων αυτών έγινε για πρώτη φορά σε απάντηση των γραπτών ερωτήσεων του Δικαστηρίου, μετά δηλαδή την περάτωση της έγγραφης διαδικασίας? εξετάστηκαν μόνο μερικώς και δεν στηρίζονται σε κανένα αποδεικτικό στοιχείο. Υπό τις περιστάσεις αυτές, το Δικαστήριο νομίζω ότι δεν μπορεί να θεωρήσει ως αποδεδειγμένα τα στοιχεία που επικαλείται η Επιτροπή. Πάντως, παραμένει το ζήτημα ότι είναι άγνωστο σε ποιο βαθμό η καθαρή εγχώρια αλκοόλη από μελάσσα φορολογείται στην πραγματικότητα με τον υψηλότερο συντελεστή.
33. Επειδή τα ζητήματα αυτά ανέκυψαν σε όψιμο στάδιο της διαδικασίας, οι διάδικοι δεν είχαν την κατάλληλη ευκαιρία να τα εξετάσουν. Κατ' εμέ, το Δικαστήριο δεν διαθέτει επαρκείς αποδείξεις ή επιχειρήματα, ώστε να του παράσχουν έρεισμα για την έκδοση της αποφάσεώς του στο σημείο αυτό. Νομίζω, συνακόλουθα, ότι δεν μπορεί παρά να απορρίψει την προσφυγή στο βαθμό που αφορά την καθαρή αλκοόλη την προερχόμενη από ζαχαροκάλαμο.
34. Κατά συνέπεια, η προσφυγή της Επιτροπής δεν μπορεί να τελεσφορήσει παρά μόνον όσον αφορά το ρούμι. Εάν γίνει δεκτή η άποψή μου, πράγμα που σημαίνει ότι κάθε διάδικος είναι μερικώς νικήσας, πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 3, του κανονισμού διαδικασίας, να γίνει συμψηφισμός των δικαστικών εξόδων.
35. Προτείνω, λοιπόν, στο Δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι η Ιταλική Δημοκρατία, υπάγοντας σε φορολογικό καθεστώς που πλήττει το εισαγόμενο από άλλα κράτη μέλη ρούμι επαχθέστερα απ' ό,τι τα λοιπά αποστάγματα γεωργικής προελεύσεως, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει δυνάμει του άρθρου 95 της Συνθήκης ΕΟΚ? κατά τα λοιπά, προτείνω στο Δικαστήριο να απορρίψει την προσφυγή και να καταδικάσει κάθε διάδικο στα δικά του έξοδα.
(*) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
Full & Egal Universal Law Academy