Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1. Στην υπό κρίση υπόθεση, η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι η Ιταλική Δημοκρατία, επιβαρύνοντας τους επιχειρηματίες με το κόστος των διοικητικών ελέγχων και διατυπώσεων που διενεργούνται κατά τη διάρκεια ενός μέρους του κανονικού ωραρίου λειτουργίας των συνοριακών τελωνειακών σταθμών, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 9 και 12 της Συνθήκης ΕΟΚ, τις διατάξεις των υφιστάμενων κανονισμών ΕΟΚ, οι οποίοι, στο πλαίσιο της κοινής γεωργικής πολιτικής, απαγορεύουν την επιβολή φορολογικών επιβαρύνσεων ισοδύναμου αποτελέσματος προς δασμούς, ορισμένες συμφωνίες που έχουν συναφθεί μεταξύ της Κοινότητας και ορισμένων τρίτων χωρών καθώς και το άρθρο 5 της οδηγίας 83/643/ΕΟΚ (1).
2. Η προσφυγή της Επιτροπής στρέφεται κατά δύο διατάξεων της ιταλικής νομοθεσίας σχετικά με τη διενέργεια ελέγχων και διατυπώσεων από τις ιταλικές τελωνειακές υπηρεσίες. Η πρώτη από τις διατάξεις αυτές είναι το άρθρο 11 του ιταλικού προεδρικού διατάγματος αριθ. 43, της 23ης Ιανουαρίου 1973 (2). Το άρθρο 11 του διατάγματος αυτού (3) ορίζει ότι το ωράριο των τελωνείων και των διάφορων υπηρεσιών τους στα χερσαία σύνορα καθορίζεται, εφόσον κάτι τέτοιο δικαιολογείται από τον όγκο των μεταφορών, κατά τρόπο ώστε να καθίσταται δυνατό οι έλεγχοι και διατυπώσεις σχετικά με την κυκλοφορία των μέσων μεταφοράς και των εμπορευμάτων που δεν βρίσκονται υπό τελωνειακό καθεστώς διαμετακόμισης να διενεργούνται από Δευτέρα μέχρι Παρασκευή επί δέκα τουλάχιστον συνεχείς ώρες (το δε Σάββατο επί έξι τουλάχιστον συνεχείς ώρες). 'Ομως, όσον αφορά τις τελωνειακές εργασίες που πραγματοποιούνται κατά τον χρόνο λειτουργίας των τελωνείων που υπερβαίνει το κανονικό ωράριο εργασίας των δημόσιων υπαλλήλων (4) - και κατ' αυτού ακριβώς βάλλει η Επιτροπή - εισπράττεται ποσό αντίστοιχο προς το κόστος της υπηρεσίας. Η δεύτερη διάταξη που αποτελεί το αντικείμενο της προσφυγής της Επιτροπής είναι το άρθρο 15 του προαναφερθέντος διατάγματος αριθ. 254, το οποίο ορίζει, γενικότερα, ότι οι διοικητικοί έλεγχοι και διατυπώσεις στους οποίους αναφέρεται το διάταγμα και οι οποίοι διενεργούνται κατά τις ώρες λειτουργίας των τελωνείων που υπερβαίνουν το κανονικό ωράριο εργασίας των δημόσιων υπαλλήλων πραγματοποιούνται αντί εισπράξεως ποσού αντίστοιχου προς το κόστος της παρεχόμενης υπηρεσίας.
Η επίδικη ιταλική νομοθεσία έχει εν μέρει ως αντικείμενο τη μεταφορά στο ιταλικό δίκαιο της οδηγίας 83/643/ΕΟΚ. Σύμφωνα με το άρθρο της 1, η οδηγία αυτή εφαρμόζεται στους υλικούς ελέγχους και τις διοικητικές διατυπώσεις που μπορούν να δυσχεράνουν την κυκλοφορία των μεταφορών εμπορευμάτων μεταξύ των κρατών μελών. Το άρθρο 5 της οδηγίας αυτής επιβάλλει στα κράτη μέλη ορισμένες ελάχιστες υποχρεώσεις, όσον αφορά τις ώρες λειτουργίας των συνοριακών σταθμών (5). Το κείμενο της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού έχει ως εξής:
"1.Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε:
α) εφόσον αυτό δικαιολογείται από τον όγκο των μεταφορών οι συνοριακοί σταθμοί να παραμένουν ανοικτοί, με εξαίρεση τις περιπτώσεις που απαγορεύεται η κυκλοφορία, προκειμένου να καθίσταται δυνατή:
- εικοσιτέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο η διέλευση των συνόρων και η διεξαγωγή ελέγχων και διατυπώσεων που αφορούν τα εμπορεύματα υπό τελωνειακό καθεστώς διαμετακόμισης και τα μέσα μεταφοράς τους, καθώς και τη διακίνηση οχημάτων χωρίς φορτίο, εκτός περιπτώσεις όπου ο συνοριακός έλεγχος είναι αναγκαίος για την πρόληψη της μετάδοσης ασθενειών,
- η διεξαγωγή άλλων ελέγχων και διατυπώσεων που αφορούν μεταφορικά μέσα και εμπορεύματα που δεν βρίσκονται υπό τελωνειακό καθεστώς διαμετακόμισης από τη Δευτέρα ως την Παρασκευή, τουλάχιστον επί δέκα συνεχείς ώρες και το Σάββατο επί έξι τουλάχιστον συνεχείς ώρες, εκτός αν οι ημέρες αυτές είναι αργίες".
Προκαταρκτική παρατήρηση
3. Πολλές παρανοήσεις θα αποφευχθούν, αν ληφθεί εξυπαρχής υπόψει ότι ο λόγος για τον οποίο η Επιτροπή άσκησε την υπό κρίση προσφυγή δεν είναι το ότι η Ιταλία παρέλειψε να μεταφέρει στο εσωτερικό της δίκαιο την προαναφερθείσα οδηγία 83/643/ΕΟΚ. Αντιθέτως, η προσφυγή αυτή βάλλει (όπως προανέφερα στο σημείο 1) κατά της μετακυλίσεως του κόστους των τελωνειακών ελέγχων στους επιχειρηματίες. Επομένως, όλως επικουρικώς η Επιτροπή στηρίζει την προσφυγή της στην προαναφερθείσα οδηγία 83/643/ΕΟΚ, η οποία δεν περιέχει, πράγματι, καμία διάταξη σχετικά με την είσπραξη αμοιβής για τη διενέργεια τελωνειακών εργασιών (6). Αντιθέτως, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι η είσπραξη τέτοιου είδους αμοιβών είναι ασυμβίβαστη με την απαγόρευση των φορολογικών επιβαρύνσεων ισοδύναμου αποτελέσματος προς εισαγωγικούς και εξαγωγικούς δασμούς, απαγόρευση που περιέχεται ιδίως στα άρθρα 9 και 12 της Συνθήκης ΕΟΚ, σε ορισμένους κανονισμούς περί κοινής οργανώσεως των αγορών στο πλαίσιο της κοινής γεωργικής πολιτικής (7) και σε ορισμένες "προτιμησιακές συμφωνίες" που έχουν συναφθεί μεταξύ της Κοινότητας και ορισμένων τρίτων χωρών (8). Υπό το φως επομένως της απαγόρευσης αυτής πρέπει να κριθούν οι βαλλόμενες από την Επιτροπή ιταλικές νομοθετικές διατάξεις.
Η παρανόηση στην οποία αναφέρομαι εδώ εξηγείται από το γεγονός ότι οι βαλλόμενες ιταλικές νομοθετικές διατάξεις αποτελούν μέρος ενός προεδρικού διατάγματος με το οποίο αποσκοπείται η εφαρμογή της οδηγίας 83/643/ΕΟΚ. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα, κατά την έγγραφη διαδικασία, τα επιχειρήματα των διαδίκων να αφορούν κατά κύριο λόγο την εφαρμογή της οδηγίας αυτής. 'Ομως, τόσο από το προοίμιο όσο και από το κείμενο της οδηγίας 83/643/ΕΟΚ καταδεικνύεται ότι η οδηγία αυτή εφαρμόζεται μόνο στην ενδοκοινοτική κυκλοφορία των εμπορευμάτων. 'Ετσι το άρθρο 1, παράγραφος 1, ορίζει ότι:
"... η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται στους υλικούς ελέγχους και στις διοικητικές διατυπώσεις ... που συνδέονται με τις μεταφορές εμπορευμάτων κατά τη διέλευση των συνόρων:
- μεταξύ δύο κρατών μελών της Κοινότητας,
ή
- μεταξύ ενός κράτους μέλους και μιας τρίτης χώρας, όταν η μεταφορά μεταξύ κρατών μελών συνεπάγεται τη διέλευση μέσω τρίτης χώρας".
Επομένως, είναι σαφές ότι η εν λόγω οδηγία δεν εφαρμόζεται στην κυκλοφορία των εμπορευμάτων μεταξύ κρατών μελών και τρίτων χωρών, με άλλα λόγια εφόσον πρόκειται για εμπορεύματα που δεν έχουν ακόμα τεθεί υπό καθεστώς ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων. Η προσφυγή όμως της Επιτροπής στρέφεται κατά της ιταλικής κανονιστικής ρυθμίσεως σχετικά με την είσπραξη αμοιβής για την κάλυψη του κόστους των παρεχόμενων υπηρεσιών, κατά τρόπο γενικό, δηλαδή ανεξαρτήτως του ζητήματος αν η ρύθμιση αυτή εφαρμόζεται στην ενδοκοινοτική κυκλοφορία των εμπορευμάτων ή στο εμπόριο με τις τρίτες χώρες (9). Αυτό αποτελεί πρόσθετο λόγο για να εξεταστεί, στην υπό κρίση διαφορά, ο νόμιμος χαρακτήρας των βαλλόμενων διατάξεων της ιταλικής νομοθεσίας σε πλαίσιο ευρύτερο αυτού εντός του οποίου θα έπρεπε να εξεταστούν ενόψει των κανόνων της οδηγίας 83/643/ΕΟΚ.
Εξάλλου, δεδομένου ότι η εξέτασή μου έχει ως αντικείμενο, πρωτίστως, τη δυνατότητα εφαρμογής της απαγόρευσης των φορολογικών επιβαρύνσεων ισοδύναμου αποτελέσματος προς δασμούς και ενόψει της νομολογίας του Δικαστηρίου που θα εκθέσω αργότερα (στα σημεία 10 και επόμενα), θα εξετάσω την ιταλική κανονιστική ρύθμιση τόσο σε σχέση με την κυκλοφορία των εμπορευμάτων μεταξύ κρατών μελών όσο και με την κυκλοφορία των εμπορευμάτων στο πλαίσιο του εμπορίου με τρίτες χώρες.
4. Ωστόσο, πριν προβώ στην εξέταση του ουσιώδους σημείου της ανάλυσής μου θα ήθελα να ασχοληθώ επ' ολίγον με μία διπλή διαμάχη που υφίσταται μεταξύ των διαδίκων και αφορά το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 83/643/ΕΟΚ. Πράγματι, η ιταλική κυβέρνηση υποστήριξε ότι υφίσταται ένας διττός περιορισμός του πεδίου εφαρμογής της οδηγίας 83/643/ΕΟΚ και φρονεί ότι οι υπ' αυτής προβαλλόμενοι δυο περιορισμοί δικαιολογούν, κατά κάποιο τρόπο, τις βαλλόμενες διατάξεις της ιταλικής νομοθεσίας. Στην ανάπτυξη που ακολουθεί θα εξετάσω, καταρχάς, τα δυο αυτά επιχείρηματα (αντίστοιχα στα σημεία 5-7 και 8-9 των προτάσεών μου) για να ασχοληθώ στη συνέχεια, κατά τρόπο περισσότερο εμπεριστατωμένο, με το κύριο ζήτημα της διαφοράς. Πρόκειται για το ζήτημα αν η ιταλική κανονιστική ρύθμιση - η οποία πράγματι οφείλεται στην πιο πάνω περιγραφείσα συσταλτική ερμηνεία της ιταλικής κυβερνήσεως όσον αφορά το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 83/643/ΕΟΚ και την έννοια των "ελέγχων και διατυπώσεων" η οποία χρησιμοποιείται σ' αυτή (βλέπε σημείο 9) - θεσπίζει επιβαρύνσεις ισοδύναμες προς δασμούς (βλέπε πιο κάτω σημεία 10 έως και 15). Στο τέλος των προτάσεών μου θα ασχοληθώ, επ' ολίγον, και με την έννοια των προαναφερθέντων "ελέγχων και διατυπώσεων", ώστε να αποφευχθεί κάθε παρανόηση που θα μπορούσε στο μέλλον να αποτελέσει εμπόδιο στην ομοιόμορφη εφαρμογή της έννοιας αυτής (βλέπε πιο κάτω σημεία 16 έως και 19).
Το πρώτο επιχείρημα της ιταλικής κυβερνήσεως: η οδηγία 83/643/ΕΟΚ δεν εφαρμόζεται στα τελωνεία που βρίσκονται στο εσωτερικό της επικράτειας
5. Η ιταλική κυβέρνηση ισχυρίστηκε στα δικόγραφά της ότι η οδηγία 83/643/ΕΟΚ, όπως τροποποιήθηκε, εφαρμόζεται αποκλειστικά στους "συνοριακούς σταθμούς" και όχι στα τελωνεία που βρίσκονται στην ενδοχώρα των κρατών μελών. Από αυτό συνάγει ότι μόνο η ιταλική κανονιστική ρύθμιση σχετικά με τους συνοριακούς σταθμούς μπορεί ενδεχομένως να κηρυχθεί παράνομη. Γι' αυτό ακριβώς το άρθρο 15 του προαναφερθέντος προεδρικού διατάγματος αριθ. 254, το οποίο προβλέπει, γενικά, ότι οι έλεγχοι που διενεργούνται εκτός του κανονικού ωραρίου εργασίας των δημοσίων υπαλλήλων πραγματοποιούνται αντί καταβολής αμοιβής αντίστοιχης προς το κόστος της παρεχόμενης υπηρεσίας, είναι άσχετο εν προκειμένω, διότι δεν αφορά ειδικώς τα συνοριακά τελωνεία (10).
Στο υπόμνημά της απαντήσεως, η Επιτροπή ορθώς παρατηρεί εν προκειμένω ότι η έκφραση "συνοριακά τελωνεία" ή "συνοριακοί σταθμοί" δεν αφορά μόνο τους σταθμούς που βρίσκονται επί των συνόρων της επικράτειας, αλλά και το πρώτο τελωνείο μετά την είσοδο στο έδαφος ενός κράτους, καθώς και τον τελευταίο τελωνειακό σταθμό κατά την έξοδο από το κράτος αυτό, ασχέτως του ζητήματος αν οι σταθμοί αυτοί βρίσκονται κυριολεκτικά στα σύνορα. Αντιθέτως, η Επιτροπή δεν αμφισβητεί ότι τα "πραγματικά" εσωτερικά τελωνεία, με άλλα λόγια τα τελωνεία προορισμού, δεν υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 83/643/ΕΟΚ, όπως τροποποιήθηκε. Γι' αυτό ακριβώς η Επιτροπή ζήτησε από το Δικαστήριο να κηρύξει παράνομη την ιταλική πρακτική μόνο όσον αφορά τους συνοριακούς σταθμούς (βλέπε τα αιτήματα της Επιτροπής, στη σ. 7 του δικογράφου προσφυγής).
Ως εκ τούτου, είναι αναμφισβήτητο ότι η ιταλική νομοθεσία αποτελεί αντικείμενο της δίκης μόνο κατά το μέτρο που αφορά τους συνοριακούς σταθμούς, πράγμα που δεν εμποδίζει οι παρατηρήσεις, που πρόκειται να αναπτύξω πιο κάτω σχετικά με τα άρθρα 9 και 12 της Συνθήκης ΕΟΚ, καθώς και τις άλλες διατάξεις του κοινοτικού δικαίου σχετικά με την απαγόρευση των φόρων ισοδύναμου αποτελέσματος, να ισχύουν εξίσου και για τις τελωνειακές διατυπώσεις και ελέγχους που διενεργούνται στα τελωνεία που βρίσκονται στο εσωτερικό της επικράτειας.
6. Στο υπόμνημά της ανταπαντήσεως, η ιταλική κυβέρνηση έλαβε υπόψη τη δήλωση της Επιτροπής ότι η οδηγία 83/643/ΕΟΚ δεν εφαρμόζεται στα εσωτερικά τελωνεία και παρατήρησε, επομένως, ότι μια τέτοια εφαρμογή της οδηγίας συνεπάγεται απαράδεκτα αποτελέσματα, δηλαδή ότι η λιγότερο ευνοϊκή μεταχείριση που επιφυλάσσεται στα εσωτερικά τελωνεία καταλήγει πράγματι στο να ενθαρρύνεται η συμπλήρωση των τελωνειακών διατυπώσεων στους συνοριακούς σταθμούς, πράγμα που με τη σειρά του συνεπάγεται πρόσθετη εργασία για τους συνοριακούς σταθμούς και δυσχέρανση των μεταφορών. Με άλλα λόγια, αυτή η λιγότερο ευνοϊκή μεταχείριση έρχεται ακριβώς σε πλήρη αντίθεση με τον σκοπό της οδηγίας ο οποίος συνίσταται στη σύντμηση του χρόνου αναμονής και στην εξασφάλιση ακώλυτης κυκλοφορίας στα σύνορα (11). Στο πλαίσιο αυτής της διαστάσεως γνωμών, το Δικαστήριο έθεσε την εξής ερώτηση στην Επιτροπή:
"Δεν θεωρεί η Επιτροπή ότι είναι προς το συμφέρον της ταχείας διελεύσεως των συνόρων και σύμφωνο προς τον στόχο της καταργήσεως των εσωτερικών συνόρων το να πραγματοποιούνται οι τελωνειακές εργασίες στα εσωτερικά τελωνεία που βρίσκονται πλησίον του τόπου προορισμού; Στην περίπτωση αυτή, δεν είναι αφύσικο οι έλεγχοι στους τελωνειακούς σταθμούς να τυγχάνουν ευνοϊκότερης μεταχειρίσεως από ό,τι αυτοί που διενεργούνται στα εσωτερικά τελωνεία;"
Στην απάντησή της η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι ανέκαθεν προσπάθησε να ενθαρρύνει, όσο το δυνατόν, τη μετατόπιση των τελωνειακών εργασιών προς τα εσωτερικά τελωνεία. Παρατηρεί, ωστόσο, ότι πολλοί εξαγωγείς εξακολουθούν να επιλέγουν τους συνοριακούς σταθμούς για τις διατυπώσεις εκτελωνισμού, κυρίως όταν εισάγουν εμπορεύματα τα οποία κρατούνται οπωσδήποτε στα σύνορα για υγειονομικό έλεγχο ή όταν συνεργάζονται με μεταφορείς εμπορευμάτων ή εκτελωνιστές των οποίων τα γραφεία βρίσκονται στους συνοριακούς σταθμούς. Η Επιτροπή παρατηρεί ότι η οδηγία 83/643/ΕΟΚ ορθώς θεσπίστηκε ενόψει της πραγματικής αυτής προτίμησης για εκτελωνισμό στους συνοριακούς σταθμούς. Με άλλα λόγια, η κατάσταση των συνοριακών σταθμών είναι πράγματι διαφορετική από αυτήν των εσωτερικών τελωνείων και λόγω ακριβώς αυτής της διαφορετικής καταστάσεως θεσπίστηκαν με την οδηγία 83/643/ΕΟΚ διαφορετικοί κανόνες: για την αντιμετώπιση, ακριβώς μιας ειδικής ανάγκης των συνοριακών σταθμών, η οδηγία απαιτεί οι τελευταίοι να παραμένουν ανοικτοί μεγαλύτερο διάστημα.
7. Δεν θα ασχοληθώ εδώ με το βάσιμο των επιχειρημάτων της ιταλικής κυβερνήσεως σχετικά με τα απαράδεκτα αποτελέσματα στα οποία καταλήγει, κατ' αυτήν, η εφαρμογή της οδηγίας 83/643/ΕΟΚ. Απλώς σημειώνω ότι τα επιχειρήματα αυτά ουδόλως θίγουν το κύρος της οδηγίας ή την υποχρέωση της Ιταλίας να την εφαρμόσει. Πράγματι, παρατηρήσεις ως προς τις οικονομικές επιπτώσεις της εφαρμογής της οδηγίας 83/643/ΕΟΚ ή ως προς την καταλληλότητα του συστήματος που αυτή θεσπίζει είναι εκτός θέματος στην υπό κρίση υπόθεση, η οποία αφορά αποκλειστικά τον νόμιμο χαρακτήρα της εισπράξεως αμοιβής για τη διενέργεια τελωνειακών εργασιών κατά τις ώρες λειτουργίας που επιβάλλει η οδηγία.
Το δεύτερο επιχείρημα της ιταλικής κυβερνήσεως: η έκφραση "έλεγχοι και διατυπώσεις" δεν περιλαμβάνει τις εργασίες πραγματικού εκτελωνισμού
8. Δεύτερον, η ιταλική κυβέρνηση αμφισβητεί ότι οι τελωνειακές εργασίες, λόγω του κόστους των οποίων οι επίδικες νομικές διατάξεις επιβάλλουν, σε ορισμένες περιπτώσεις, την είσπραξη αμοιβής, μπορούν να χαρακτηριστούν ως "έλεγχοι και διατυπώσεις" που διέπονται από την οδηγία 83/643/ΕΟΚ. Σχετικά, η εν λόγω κυβέρνηση παρατηρεί ότι η ιταλική νομοθεσία προβαίνει σε διάκριση μεταξύ, αφενός, των ελέγχων και διατυπώσεων σχετικά με την κυκλοφορία των μέσων μεταφοράς και των εμπορευμάτων, αφετέρου, των "τελωνειακών εργασιών" των οποίων το κόστος βαρύνει τους επιχειρηματίες, όταν οι εν λόγω εργασίες πραγματοποιούνται κατά το διάστημα λειτουργίας των τελωνείων που υπερβαίνει το κανονικό ωράριο εργασίας των δημοσίων υπαλλήλων. Κατά την ιταλική κυβέρνηση, η διαφορά μεταξύ των δύο αυτών τύπων δραστηριοτήτων έγκειται στο γεγονός ότι τέτοιες "τελωνειακές εργασίες" συνίστανται στον τελωνισμό ("effetivos doganamento") των εμπορευμάτων, πράξεις δηλαδή που έχουν ως συνέπεια, λόγω του περίπλοκου χαρακτήρα τους, όχι μόνο πρόσθετο φόρτο εργασίας για τις τελωνειακές αρχές, αλλά και ακινητοποίηση των εμπορευμάτων για ενδεχόμενο υλικό έλεγχο, τυχόν παροχή εγγυήσεων, καταβολή δασμών κ.λπ.
Η Επιτροπή διαφωνεί πλήρως με τη θέση της ιταλικής κυβερνήσεως. Υποστηρίζει ότι αν η ιταλική ερμηνεία της έκφρασης "έλεγχοι και διατυπώσεις" ήταν ορθή, η οδηγία δεν θα είχε παρά ασήμαντο πεδίο εφαρμογής. Παραπέμπει επίσης στο προοίμιο της οδηγίας από το οποίο, κατ' αυτήν, καταφαίνεται ότι το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας υπερβαίνει σαφώς τα όρια της απλής "κυκλοφορίας των εμπορευμάτων και των μέσων μεταφοράς". Τέλος, η Επιτροπή προβάλλει, επιπλέον, τρία εκ του κειμένου επιχειρήματα σχετικά με το άρθρο 5 της οδηγίας. Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση εκτίθενται διεξοδικώς τα επιχειρήματα αυτά.
9. Να πώς εγώ αντιλαμβάνομαι τον συλλογισμό της ιταλικής κυβερνήσεως. Η εν λόγω κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι η έκφραση "έλεγχοι και διατυπώσεις" πρέπει να ερμηνεύεται πολύ στενά, πράγμα που συνεπάγεται λογικώς ότι οι υποχρεώσεις, όσον αφορά το ωράριο λειτουργίας των συνοριακών σταθμών που επιβάλλεται από την οδηγία 83/643/ΕΟΚ, έχουν, επίσης, πολύ περιορισμένο πεδίο εφαρμογής. Αυτό πάλι σημαίνει ότι οι ιταλικές τελωνειακές αρχές μπορούν, μεταξύ της έκτης και της δέκατης ώρας λειτουργίας των τελωνείων (των συνόρων), να απαιτούν την καταβολή αμοιβής αντίστοιχης προς το σχετικό κόστος ως αντιπαροχή για την εκτέλεση των τελωνειακών εργασιών των οποίων το περιεχόμενο υπερβαίνει τα όρια της έννοιας (στενά ερμηνευόμενης) των "ελέγχων και διατυπώσεων", πράγμα που υποδηλοί, με άλλα λόγια, ότι οι ιταλικές τελωνειακές αρχές όντως μπορούν να απαιτούν την καταβολή αμοιβής αντίστοιχης προς το κόστος του εκτελωνισμού (όπως η ιταλική κυβέρνηση εννοεί τον όρο αυτό). Επιπλέον, αν ορθώς αντιλαμβάνομαι την επιχειρηματολογία της ιταλικής κυβερνήσεως, η οδηγία 83/643/ΕΟΚ δεν εμποδίζει την είσπραξη μιας τέτοιας αμοιβής για τα έξοδα στην περίπτωση οποιασδήποτε τελωνειακής εργασίας, ακόμα και της απλούστερης, που πραγματοποιείται εκτός του ελάχιστου ωραρίου λειτουργίας που επιβάλλεται από την οδηγία 83/643/ΕΟΚ (βλέπε πιο πάνω σημείο 2).
Αντίθετα από την Επιτροπή, η οποία, κατά την έγγραφη διαδικασία, αφιέρωσε κυρίως την ανάλυσή της στην επιχειρηματολογία της ιταλικής κυβερνήσεως σχετικά με το περιεχόμενο της έκφρασης "έλεγχοι και διατυπώσεις", θα εξετάσω, όπως προανέφερα, το βάσιμο της ιταλικής επιχειρηματολογίας (και επίσης τον νόμιμο χαρακτήρα των εισπραττόμενων από τις ιταλικές τελωνειακές αρχές επιβαρύνσεων) από γενικότερη άποψη. Το πρόβλημα που τίθεται κατ' ουσίαν (βλέπε πιο πάνω σημείο 3) είναι πράγματι άν ένα κράτος μέλος έχει το δικαίωμα ueberhaupt ((καν)), ενόψει της νομολογίας του Δικαστηρίου, να εισπράττει αμοιβή για τους ελέγχους και τις διατυπώσεις στις οποίες υποβάλλει την κυκλοφορία των εμπορευμάτων που διέρχονται από τα σύνορά του.
Η επίδικη ιταλική νομοθεσία υπό το φως της απαγορεύσεως των φορολογικών επιβαρύνσεων ισοδύναμου αποτελέσματος
10. Αναφέρομαι εδώ προφανώς στη νομολογία του Δικαστηρίου κατά την οποία μόνο σε όλως εξαιρετικές καταστάσεις είναι δυνατό οι φόροι ή δασμοί που εισπράττονται από κράτος μέλος κατά τη διέλευση των εμπορευμάτων από τα σύνορα να συμβιβάζονται με την απαγόρευση των φορολογικών επιβαρύνσεων ισοδύναμου αποτελέσματος προς δασμούς που θέτουν τα άρθρα 9 και 12 της Συνθήκης ΕΟΚ. Πράγματι, ήδη με τις πρώτες του αποφάσεις, το Δικαστήριο έχει έντονα υπογραμμίσει τον θεμελιώδη χαρακτήρα της απαγόρευσης αυτής και σαφώς δεχθεί ότι οι εξαιρέσεις από την απαγόρευση αυτή πρέπει να ερμηνεύονται αυστηρώς, τόσο όσον αφορά την κυκλοφορία των εμπορευμάτων μεταξύ των κρατών μελών (12) όσο και σε σχέση με το εμπόριο με τρίτες χώρες (13). 'Οσον αφορά το ενδοκοινοτικό εμπόριο, το Δικαστήριο έχει επίσης ερμηνεύσει τη βασική έκταση εφαρμογής της απαγορεύσεως των φορολογικών επιβαρύνσεων ισοδύναμου αποτελέσματος με πνεύμα τελολογικό υπό την έννοια ότι η έκταση αυτή καθορίζεται βάσει μιας όσο το δυνατό περισσότερο ευρείας αντιλήψεως της αρχής της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων (14). 'Οσον αφορά το εμπόριο με τις τρίτες χώρες, η απαγόρευση στηρίζεται σε άλλους στόχους, και συγκεκριμένα τόσο στις απαιτήσεις της κοινής εμπορικής πολιτικής όσο και στις απαιτήσεις (συνεπεία της θεσπίσεως του κοινού δασμολογίου) σχετικά με την ύπαρξη όμοιων όρων εισαγωγής από τρίτες χώρες (15).
Με τη νομολογία αυτή, ο όρος "επιβαρύνσεις ισοδύναμου αποτελέσματος προς δασμό" έχει καθορισθεί υπό ευρύτατη έννοια ως τέλος που επιβάλλεται μονομερώς, ασχέτως της ονομασίας ή της μορφής του, είτε κατά το χρονικό σημείο της εισαγωγής είτε μεταγενέστερα, και πλήττει ένα συγκεκριμένο προϊόν που εισάγεται από άλλο κράτος μέλος, έχει δε, λόγω του ότι συνεπάγεται μεταβολή της τιμής του προϊόντος, το ίδιο με δασμό αποτέλεσμα όσον αφορά την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων (16). Πιστεύω ότι ουδόλως μπορεί να αμφισβητηθεί - εξάλλου ούτε ο εκπρόσωπος της ιταλικής κυβερνήσεως έπραξε κάτι τέτοιο κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση - ότι η αμοιβή που αντιστοιχεί προς το κόστος, όπως έχει θεσπισθεί με την ιταλική ρύθμιση, εμπίπτει σ' αυτό τον ορισμό. Από αυτό έπεται ότι η εν λόγω αμοιβή είναι ασυμβίβαστη με τα άρθρα 9 και 12 της Συνθήκης ΕΟΚ καθώς και με όλες τις άλλες διατάξεις του κοινοτικού δικαίου περί απαγορεύσεως των επιβαρύνσεων ισοδύναμου αποτελέσματος, εκτός αν μπορεί να υπαχθεί σε κάποια από τις εξαιρέσεις, όσον αφορά την απαγόρευση των επιβαρύνσεων ισοδύναμου αποτελέσματος, που έχουν γίνει δεκτές από το Δικαστήριο.
11. Καίτοι η ιταλική κυβέρνηση δεν, ή μόλις, επικαλέσθηκε αυτές τις απαλλακτικές εξαιρέσεις, θα προβώ στη συνοπτική τους εξέταση στις επόμενες σελίδες προκειμένου να καταδειχθεί ότι ως προς την ιταλική κανονιστική ρύθμιση δεν εφαρμόζεται καμία από αυτές.
Μπορώ εκ προοιμίου να αποκλείσω μία πρώτη εξαίρεση από την απαγόρευση, που επιτρέπεται για τις επιβαρύνσεις με τις οποίες αποσκοπείται η αντιστάθμιση των φόρων που πλήττουν τα εγχώρια προϊόντα (βλέπε τον κανόνα του άρθρου 95 της Συνθήκης ΕΟΚ), διότι είναι καταφανές ότι η εξαίρεση αυτή δεν μπορεί να ληφθεί, εν προκειμένω, υπόψη.
12. Το Δικαστήριο έχει δεχθεί, τουλάχιστον σε σχέση με το ενδοκοινοτικό εμπόριο, μια δεύτερη εξαίρεση από την απαγόρευση των φορολογικών επιβαρύνσεων ισοδύναμου αποτελέσματος, όσον αφορά τις επιβαρύνσεις που επιβάλλονται λόγω της διελεύσεως των συνόρων, εφόσον αυτές ερείδονται, κατά τον άλφα ή βήτα τρόπο, σ' αυτό το ίδιο το κοινοτικό δίκαιο: αυτό μπορεί να συμβαίνει, όσον αφορά τις αμοιβές που εισπράττονται για το κόστος των ελέγχων που επιβάλλονται από το κοινοτικό δίκαιο (17) ή τα νομισματικά εξισωτικά ποσά που εισπράττονται κατ' εφαρμογή κοινοτικών ρυθμίσεων. Στο σημείο, επίσης, αυτό αρκεί να υπομνησθεί ότι οι ιταλικοί έλεγχοι και διατυπώσεις για τους οποίους απαιτείται αμοιβή αντίστοιχη προς το σχετικό κόστος δεν επιβάλλονται από το κοινοτικό δίκαιο, αλλά γίνονται απλώς ανεκτοί απ' αυτό (αυτό δε, σε μια τέτοια περίπτωση, μόνο υπό ορισμένες προϋποθέσεις οι οποίες νομίζω ότι συντρέχουν εν προκειμένω) (18).
Καίτοι είναι αληθές ότι η οδηγία 83/643/ΕΟΚ επιτάσσει στα κράτη μέλη να διενεργούν τους ελέγχους και διατυπώσεις τους καθημερινώς και για ένα ελάχιστο αριθμό ωρών λειτουργίας, αυτό δεν σημαίνει, ωστόσο, ότι τέτοιοι έλεγχοι και διατυπώσεις γίνονται δυνάμει του κοινοτικού δικαίου. Πράγματι, το σύστημα που έχει θεσπιστεί με τη Συνθήκη ΕΟΚ αποσκοπεί στην προοδευτική κατάργηση των εθνικών τελωνειακών ελέγχων και διατυπώσεων και σύμφωνα με το πνεύμα αυτό η οδηγία απαιτεί οι εθνικοί έλεγχοι (που ακόμα επιτρέπονται) να διενεργούνται καθημερινώς για ένα ελάχιστο αριθμό ωρών. Επομένως, η οδηγία δεν επιβάλλει καμιά (θετική) υποχρέωση στα κράτη μέλη ως προς το σημείο αυτό, αλλά απλώς προβλέπει ορισμένες λεπτομέρειες, όσον αφορά τη διενέργεια των ελέγχων και διατυπώσεων που αυτά επιβάλλουν μονομερώς, ενώ οι εν λόγω έλεγχοι και διατυπώσεις διατηρούν ακέραιο τον χαρακτήρα τους ως εθνικών μέτρων.
Εξάλλου η δεύτερη αυτή εξαίρεση δεν μπορεί να προβληθεί στο πλαίσιο του εμπορίου με τρίτες χώρες, έστω και αν πρόκειται συχνά εδώ για τελωνειακές εργασίες που πραγματοποιούνται κατ' εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου (ειδικότερα κατ' εφαρμογή των σχετικών με το κοινό δασμολόγιο ρυθμίσεων). Αυτό εξηγείται από το γεγονός ότι η απαγόρευση των φορολογικών επιβαρύνσεων ισοδύναμου αποτελέσματος έχει, εν προκειμένω, διαφορετική νομική βάση, δηλαδή τις απαιτήσεις της κοινής εμπορικής πολιτικής καθώς και τις απαιτήσεις για τη δημιουργία όμοιων όρων εισαγωγής από τρίτες χώρες (19). Πράγματι, αντίθετα από ό,τι συμβαίνει στο ενδοκοινοτικό εμπόριο, δεν πρόκειται, όσον αφορά το εμπόριο με τρίτες χώρες, για την κατάργηση των επιβαρύνσεων αλλά για την ομοιομορφία τους. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο οι εξαιρέσεις από την απαγόρευση πρέπει, σε παρόμοια περίπτωση, να καθορίζονται ρητώς από το Συμβούλιο ή, ενδεχομένως, από την Επιτροπή. Κάτι τέτοιο δεν μπορεί να γίνει παρά υπό την προϋπόθεση ότι οι κατ' αυτό τον τρόπο επιβαλλόμενες από το Συμβούλιο ή την Επιτροπή οικονομικές επιβαρύνσεις είναι "επιβαρύνσεις που έχουν, καθεαυτές, ομοιόμορφη επίπτωση σε όλα τα κράτη μέλη, όσον αφορά το εμπόριο με τρίτες χώρες" (20).
Από τις προηγούμενες παρατηρήσεις προκύπτει ότι οι ιταλικές επιβαρύνσεις δεν πληρούν, κατά μείζονα λόγο, ούτε τις προϋποθέσεις της δεύτερης εξαίρεσης, ενώ το κόστος των ελέγχων και διατυπώσεων πρέπει να φέρει το Δημόσιο είτε διενεργούνται κατά είτε εκτός των ωρών λειτουργίας των ιταλικών τελωνείων: εφόσον η αμοιβή που καταβάλλεται για το κόστος αυτό, βαρύνει τους εισαγωγείς ή τους εξαγωγείς, αποκτά το χαρακτήρα επιβαρύνσεως ισοδύναμου αποτελέσματος προς δασμό (βλέπε και το επόμενο σημείο).
13. Το Δικαστήριο έχει κάνει δεκτή, πάντοτε στο πλαίσιο του ενδοκοινοτικού εμπορίου, και μια τρίτη εξαίρεση από την απαγόρευση των επιβαρύνσεων ισοδύναμου αποτελέσματος προς δασμούς που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως "ανταποδοτικά τέλη" αλλά εξάρτησε την εφαρμογή τους από ιδιαίτερα αυστηρές προϋποθέσεις. Μια επιβάρυνση δεν εξαιρείται ως ανταποδοτικό τέλος από το πεδίο εφαρμογής της απαγόρευσης των επιβαρύνσεων ισοδύναμου αποτελέσματος παρά μόνον εφόσον η επιβάρυνση αυτή μπορεί να θεωρηθεί ως αντιπαροχή για ένα απολύτως συγκεκριμένο και πράγματι παρεχόμενο στον εισαγωγέα όφελος εξάλλου, η νομολογία ρητώς προσθέτει στην περίπτωση αυτή ότι μια τέτοια επιβάρυνση δεν πρέπει ποτέ να οδηγεί στην καταστρατήγηση των διατάξεων της Συνθήκης σχετικά με την απαγόρευση των επιβαρύνσεων ισοδύναμου αποτελέσματος (21). Επομένως δεν υφίσταται καμία αμφιβολία ότι, όταν ένα κράτος μέλος εξαρτά την εισαγωγή εμπορευμάτων από τη συμπλήρωση ορισμένων συγκεκριμένων διατυπώσεων ή από τη διενέργεια ορισμένων ελέγχων, τα σχετικά με την εφαρμογή μιας τέτοιας ρύθμισης έξοδα (έστω και αν η ρύθμιση αυτή επιβλήθηκε προς το γενικό συμφέρον) πρέπει να φέρει το Δημόσιο και όχι οι εισαγωγείς ή εξαγωγείς. Αναφέρομαι εδώ στην προαναφερθείσα απόφαση της 5ης Φεβρουαρίου 1976 (υπόθεση 87/75, Bresciani). Η απόφαση αυτή αναφέρεται σε έναν έλεγχο επί εισαγόμενων ζωικών προϊόντων που είχε θεσπιστεί από την ιταλική νομοθεσία. Το Δικαστήριο έκρινε, ιδίως, ότι:
"... η δραστηριότητα της δημοσίας διοικήσεως με την οποία αποσκοπείται η διατήρηση ενός συστήματος υγειονομικού ελέγχου προς το γενικό συμφέρον δεν μπορεί να θεωρηθεί ως υπηρεσία που παρέχεται στον εισαγωγέα και μπορεί να δικαιολογήσει επιβολή χρηματικής επιβαρύνσεως ως αντιτίμου ως εκ τούτου, σε περίπτωση ... που εξακολουθούν να δικαιολογούνται υγειονομικοί έλεγχοι, τα έξοδα διενεργείας τους πρέπει να βαρύνουν το κοινωνικό σύνολο το οποίο ωφελείται, γενικά, από την ελεύθερη κυκλοφορία των κοινοτικών εμπορευμάτων" (σκέψη 10 της απόφασης).
Είναι αυτονόητο ότι η απόφαση αυτή εφαρμόζεται mutatis mutandis και όσον αφορά τους ελέγχους και διατυπώσεις τους οποίους η ιταλική κυβέρνηση επιβάλλει μονομερώς λόγω της διελεύσεως των συνόρων και οι οποίοι αποτελούν το αντικείμενο της υπό κρίση διαφοράς (22). Το ζήτημα αν αυτοί οι έλεγχοι και διατυπώσεις διενεργούνται κατά ή μετά το κανονικό ωράριο εργασίας των ιταλών δημόσιων υπαλλήλων δεν έχει, κατά τη γνώμη μου, καμιά απολύτως σημασία.
'Οπως προανέφερα (στο σημείο 12), η κοινή εμπορική πολιτική και το κοινό δασμολόγιο απαιτούν οι επιβαρύνσεις που επιβάλλονται στο πλαίσιο του εμπορίου με τρίτες χώρες να είναι ομοιόμορφες. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο, όσον αφορά το εμπόριο με τρίτες χώρες, η τρίτη εξαίρεση δεν ισχύει παρά μόνο όταν έχει ρητώς προβλέφθεί από το Συμβούλιο ή την Επιτροπή και εφόσον έχει ομοιόμορφη επίπτωση σε όλα τα εξωτερικά σύνορα της Κοινότητας.
14. Επομένως, από μια πρώτη ανάλυση, πρέπει από τη νομολογία του Δικαστηρίου να συναχθεί ότι, όσον αφορά την ιταλική κανονιστική ρύθμιση, δεν μπορεί να γίνει επίκληση ούτε της τρίτης εξαιρέσεως από την απαγόρευση των επιβαρύνσεων ισοδύναμου αποτελέσματος. Μια τέτοια κρίση δεν πρέπει ωστόσο να είναι απόλυτη. Πράγματι, είναι ακριβές ότι πριν από την έναρξη ισχύος της οδηγίας 83/643/ΕΟΚ, δεν υφίστατο επί κοινοτικού επιπέδου καμιά ρύθμιση σχετικά με το ωράριο λειτουργίας των τελωνείων. Γι' αυτό ακριβώς, τα κράτη μέλη είχαν, καταρχήν, διατηρήσει την εξουσία να καθορίζουν τα ίδια αυτό το ωράριο λειτουργίας, υπό την επιφύλαξη, εννοείται, των υφιστάμενων κανόνων της Συνθήκης, όπως, παραδείγματος χάρη, του άρθρου 30. Ωστόσο, η κατάσταση αυτή μεταβλήθηκε με το άρθρο 5 της οδηγίας 83/643/ΕΟΚ: τα κράτη μέλη είναι στο εξής υποχρεωμένα να τηρούν, όσον αφορά τη διενέργεια των ελέγχων και διατυπώσεών τους, το ελάχιστο ωράριο που έχει οριστεί από την οδηγία. Εντούτοις, ο κοινοτικός νομοθέτης έκρινε (τουλάχιστον σε σχέση με την ενδοκοινοτική κυκλοφορία των εμπορευμάτων) ότι, όσον αφορά τους ελέγχους και διατυπώσεις που διενεργούνται εκτός του ελάχιστου αυτού χρόνου λειτουργίας των τελωνείων, τα κράτη μέλη μπορούν να επικαλούνται την τρίτη εξαίρεση που έχει γίνει δεκτή από τη νομολογία του Δικαστηρίου και όρισε ότι οι εν λόγω έλεγχοι και διατυπώσεις αποκτούν, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, τον χαρακτήρα υπηρεσίας που παρέχεται προς τους εισαγωγείς ή εξαγωγείς. 'Ετσι, το άρθρο 5, παράγραφος 4, ορίζει ότι:
"... οι αρμόδιες αρχές (των κρατών μελών) προβλέπουν σε εξαιρετικές περιπτώσεις τη δυνατότητα διεξαγωγής ελέγχων και διατυπώσεων και εκτός των ωρών εργασίας, ύστερα από συγκεκριμένη και αιτιολογημένη αίτηση που θα υποβάλλεται κατά τις ώρες εργασίας και ενδεχομένως έναντι αμοιβής για τις προσφερόμενες υπηρεσίες". (δική μου η υπογράμμιση).
'Οπως καταφαίνεται από το επισημανθέν χωρίον, η διάταξη αυτή είναι απολύτως σύμφωνη προς την προαναφερθείσα νομολογία (23) η οποία στηρίζεται στην αρχή ότι αμοιβή απαιτείται μόνο όταν το κράτος μέλος παρέχει ειδική υπηρεσία ύστερα από αίτηση του εισαγωγέα ή του εξαγωγέα. Εξυπακούεται δε ότι, κατά το μέτρο που η διάταξη αυτή προβλέπει την είσπραξη αμοιβής για το κόστος των τελωνειακών εργασιών που πραγματοποιούνται κατά τη διάρκεια των ωρών λειτουργίας των τελωνείων που προβλέπονται από την κοινοτική ρύθμιση, η ιταλική ρύθμιση δεν μπορεί να δικαιολογηθεί από αυτή τη διάταξη εξαιρέσεως (24).
15. Κατά συνέπεια, από την εξέταση της νομολογίας του Δικαστηρίου συνάγεται το συμπέρασμα ότι η είσπραξη από τα κράτη μέλη αμοιβής αντίστοιχης προς το κόστος διενέργειας των ελέγχων και διατυπώσεων που τα ίδια τα κράτη μέλη επιβάλλουν είναι ασυμβίβαστη με την απαγόρευση των επιβαρύνσεων ισοδύναμου αποτελέσματος προς δασμούς, τόσο όσον αφορά το ενδοκοινοτικό εμπόριο όσο και σε σχεση με το εμπόριο με τρίτες χώρες, εκτός αν, στην περίπτωση του ενδοκοινοτικού εμπορίου, οι έλεγχοι αυτοί διενεργούνται ύστερα από ρητή αίτηση του εισαγωγέα ή εξαγωγέα εκτός του ελάχιστου ωραρίου λειτουργίας που προβλέπεται από την οδηγία 83/643/ΕΟΚ. Επομένως, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι η επίδικη ιταλική κανονιστική ρύθμιση, κατά το μέτρο που προβλέπει την είσπραξη αμοιβής αντίστοιχης προς το κόστος της διενέργειας, κατά το κανονικό ωράριο λειτουργίας των ιταλικών τελωνείων (δηλαδή κατά το ωράριο που έχει ορισθεί με την οδηγία 83/643/ΕΟΚ), ελέγχων και διατυπώσεων που έχουν θεσπισθεί όχι από τον κοινοτικό αλλά από τον εθνικό νομοθέτη, είναι ασυμβίβαστη με τα άρθρα 9 και 12 της Συνθήκης ΕΟΚ, καθώς και με όλες τις άλλες διατάξεις του κοινοτικού δικαίου που απαγορεύουν τις επιβαρύνσεις ισοδύναμου αποτελέσματος προς δασμούς, αυτό δε τόσο όσον αφορά το ενδοκοινοτικό εμπόριο όσο και σε σχέση με το εμπόριο με τρίτες χώρες. Γι' αυτό ακριβώς το λόγο, πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να γίνει δεκτό το αίτημα της Επιτροπής.
Μια πρόσθετη παρατήρηση: το περιεχόμενο της έννοιας των "ελέγχων και διατυπώσεων"
16. Από τα προηγούμενα καταδείχθηκε ότι το σύστημα της εισπράξεως αμοιβής αντίστοιχης προς το κόστος της παρεχόμενης υπηρεσίας, όπως προβλέπεται από την επίδικη ιταλική νομοθεσία, είναι ασυμβίβαστο με το κοινοτικό δίκαιο, αυτό δε ανεξάρτητα από το ζήτημα αν η επιχειρηματολογία της ιταλικής κυβερνήσεως, που εκτέθηκε πιο πάνω (στα σημεία 8 έως 9) σχετικά με το περιεχόμενο της έννοιας των "ελέγχων και διατυπώσεων" που χρησιμοποιείται στην οδηγία 83/643/ΕΟΚ, είναι ορθή ή όχι.
Και όμως, η επιχειρηματολογία αυτή δεν στερείται παντελώς σημασίας εν προκειμένω. 'Οπως είδαμε (στο σημείο 14), το άρθρο 5, παράγραφος 4 της οδηγίας προβλέπει πράγματι ότι είναι δυνατό, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, οι έλεγχοι και διατυπώσεις, ύστερα από σχετική αίτηση των εισαγωγέων ή εξαγωγέων, να διενεργούνται και εκτός του ωραρίου λειτουργίας των τελωνείων που προβλέπεται από την οδηγία η κοινοτική αυτή διάταξη επιτρέπει την ενδεχόμενη είσπραξη αμοιβής για την κατ' αυτό τον τρόπο παρεχόμενη υπηρεσία. Για τη διασφάλιση της ομοιόμορφης εφαρμογής της διατάξεως αυτής πρέπει, χάριν πληρότητας, να επανέλθω επ' ολίγον στην ιταλική επιχειρηματολογία και στη συσταλτική ερμηνεία που δίδεται με αυτή στην έκφραση "έλεγχοι και διατυπώσεις".
17. Για τον καθορισμό της έννοιας της έκφρασης "έλεγχοι και διατυπώσεις", πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να ληφθεί ως δεδομένο ότι πρόκειται για έννοια του κοινοτικού δικαίου. Πράγματι, δεν είναι νοητό το περιεχόμενο μιας τέτοιας έκφρασης να αφήνεται στη μονομερή εκτίμηση των κρατών μελών, τα οποία, σε παρόμοια περίπτωση, θα είχαν εν λευκώ εξουσιοδότηση να καθορίζουν κατά βούληση τις υποχρεώσεις που υπέχουν από την οδηγία 83/643/ΕΟΚ, πράγμα που θα διακύβευε τον σκοπό της τελευταίας.
Δεύτερον, πρέπει να ληφθεί υπόψη το γεγονός, όπως έχω ήδη επισημάνει προηγουμένως στο σημείο 3, ότι η οδηγία 83/643/ΕΟΚ εφαρμόζεται αποκλειστικά επί των τελωνειακών ελέγχων και διατυπώσεων στους οποίους τα κράτη μέλη υποβάλλουν την ενδοκοινοτική διακίνηση των εμπορευμάτων που έχουν ήδη τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός της Κοινότητας (ή που υπόκεινται σε τελωνειακό καθεστώς διαμετακομίσεως). Οι υποχρεώσεις που επιβάλλει το κοινοτικό δίκαιο όσον αφορά την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων περιορίζουν ab initio σημαντικά την ελευθερία των κρατών μελών να θεσπίζουν νομοθετικές ρυθμίσεις επιβάλλουσες τέτοιες διατυπώσεις και/ή ελέγχους. Η νομολογία του Δικαστηρίου δεν άφησε ποτέ την παραμικρή αμφιβολία ως προς το ότι η ίδρυση μιας τελωνειακής ενώσεως συνεπάγεται όχι μόνο την κατάργηση των δασμών και των επιβαρύνσεων ισοδύναμου αποτελέσματος, αλλά προϋποθέτει και την άρση κάθε άλλου εμποδίου στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων εντός της Κοινότητας, είτε βάσει απαγορεύσεων που προκύπτουν από διατάξεις της Συνθήκης είτε βάσει διατάξεων του παράγωγου δικαίου (όπως, παραδείγματος χάρη, η οδηγία 83/643/ΕΟΚ). Ας μου επιτραπεί να υπενθυμίσω την απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 1973 με την οποία το Δικαστήριο έκρινε, ιδίως, ότι:
"... η τελωνειακή ένωση, η οποία αποτελεί ένα από τα θεμέλια της Κοινότητας, συνεπάγεται ... την κατάργηση των δασμών μεταξύ των κρατών μελών καθώς και κάθε επιβαρύνσεως ισοδύναμου αποτελέσματος
η κατάργηση αυτή αποσκοπεί στην καθιέρωση της ελεύθερης κυκλοφορίας των προϊόντων στο εσωτερικό της Κοινότητας
επομένως η κυκλοφορία αυτή πρέπει να είναι τόσο πλήρης, ώστε να αρθεί κάθε εμπόδιο, χρηματικής, διοικητικής ή άλλης φύσεως, προκειμένου να πραγματοποιηθεί η ενότητα της αγοράς μεταξύ των κρατών μελών ..." (25).
18. Η απόφαση της 20ής Σεπτεμβρίου 1988 (υπόθεση 190/87, Moormann, Συλλογή 1988, σ. 4689) περιέχει αρκετά ενδιαφέροντα στοιχεία σε σχέση με τα υπό κρίση ζητήματα. Με την απόφαση αυτή το Δικαστήριο όφειλε, μεταξύ άλλων, να απαντήσει σε ένα προδικαστικό ερώτημα του Bundesverwaltungsgericht σχετικά με το πεδίο εφαρμογής των άρθρων 1 και 2 της οδηγίας 83/643/ΕΟΚ. Η διαφορά συνίστατο κατ' ουσίαν στη διαφωνία μεταξύ ενός Ολλανδού εισαγωγέα πουλερικών (δηλαδή της ανώνυμης εταιρίας Moormann) και των γερμανικών τελωνειακών αρχών. Η Moormann είχε διαμαρτυρηθεί κατά της συνήθειας των γερμανικών τελωνειακών υπηρεσιών να εξετάζουν όλα τα έγγραφα που συνόδευαν το εμπόρευμα και να ελέγχουν επίσης αν τα εισαγόμενα αγαθά αντιστοιχούσαν προς τα έγγραφα αυτά. Η επιχείρηση θεώρησε την τακτική αυτή ως συστηματικό έλεγχο, ο οποίος, κατά τη γνώμη της, αντέκειτο, κυρίως, προς το άρθρο 2 της οδηγίας 83/643/ΕΟΚ που ορίζει ότι οι έλεγχοι πρέπει, καταρχήν, να γίνονται δειγματοληπτικώς. Δεδομένου ότι η οδηγία δεν επιβάλλει ένα τέτοιο περιορισμό στην περίπτωση των "διοικητικών διατυπώσεων", το Bundesverwaltungsgericht ζήτησε από το Δικαστήριο να προσδιορίσει τα κριτήρια βάσει των οποίων οι "υλικοί έλεγχοι" διακρίνονται από τις διοικητικές διατυπώσεις.
Στην απόφασή του το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι η οδηγία 83/643/ΕΟΚ έχει ως αντικείμενο τη θέσπιση ορισμένων κανόνων σχετικά με την πραγματοποίηση των υλικών ελέγχων των εμπορευμάτων και των απαιτουμένων διοικητικών διατυπώσεων κατά τη διέλευση των συνόρων, προκειμένου να μειωθεί ο χρόνος αναμονής στα σύνορα και να αυξηθεί η ροή των μεταφορών εμπορευμάτων μεταξύ των κρατών μελών (σκέψη 26). Ο σκοπός της οδηγίας, που συνίσταται στο να καταστεί ευκολότερη η διέλευση των εντός της Κοινότητας συνόρων και να καταργηθούν οι δαπανηροί συστηματικοί έλεγχοι, επιβάλλει να ερμηνεύονται οι χρησιμοποιούμενοι στο κείμενό της όροι κατά τρόπο που να συμβάλλει στην επίτευξη του σκοπού της αυτού (σκέψη 27).
'Οσον αφορά αυτό καθεαυτό το ερώτημα στο οποίο όφειλε το Δικαστήριο να απαντήσει, δηλαδή το ποια είναι η σχέση μεταξύ των όρων "έλεγχοι" και "διατυπώσεις", όπως αυτοί χρησιμοποιούνται στην οδηγία 83/643/ΕΟΚ, έγινε δεκτό, ιδίως, ότι:
"(σκέψη 28)...πρέπει να θεωρηθεί ότι ο όρος 'υλικοί έλεγχοι' αναφέρεται σε όλους τους ελέγχους που διενεργούνται επί του εμπορεύματος και συνεπάγονται υλική ενέργεια επ' αυτού
...
(σκέψη 29) ο όρος 'διοικητικές διατυπώσεις' πρέπει να θεωρηθεί ότι αναφέρεται σε όλες τις ενέργειες που συνίστανται στην επαλήθευση των εγγράφων και πιστοποιητικών που συνοδεύουν το εμπόρευμα και με τις οποίες επιδιώκεται να διασφαλισθεί, μέσω μακροσκοπικού ελέγχου, ότι το εν λόγω εμπόρευμα αντιστοιχεί στο περιεχόμενο των οικείων εγγράφων και πιστοποιητικών, εφόσον οι ενέργειες αυτές είναι δυνατόν να πραγματοποιούνται από υπαλλήλους που έχουν γενική αρμοδιότητα για το συνοριακό έλεγχο των εμπορευμάτων".
Νομίζω ότι οι σκέψεις 26 μέχρι και 29 της απόφασης, θεωρούμενες σε συνδυασμό μεταξύ τους, επιτρέπουν τη συναγωγή, τουλάχιστον έμμεσα, του συμπεράσματος ότι στην έκφραση "έλεγχοι και διατυπώσεις", κατά την έννοια της οδηγίας 83/643/ΕΟΚ, περιλαμβάνονται, χωρίς κανένα περιορισμό, όλοι οι έλεγχοι και διατυπώσεις στους οποίους τα κράτη μέλη υποβάλλουν τα εμπορεύματα κατά τη διέλευση των συνόρων.
19. Νομίζω ότι με βάση αυτά τα δεδομένα η ερμηνεία της έκφρασης "έλεγχοι και διατυπώσεις" που προτείνει η ιταλική κυβέρνηση (υπό την έννοια της διακρίσεως μεταξύ των ελέγχων και διατυπώσεων, αφενός, και του τελωνισμού, αφετέρου), δεν αντέχει στην κριτική. Η εν λόγω ερμηνεία δεν βασίζεται σε κανένα στοιχείο του κειμένου της οδηγίας 83/643/ΕΟΚ ή της ερμηνείας της, όπως αυτή έχει δοθεί από το Δικαστήριο με την απόφαση Moormann. Εξάλλου, η ερμηνεία αυτή δύσκολα συμβιβάζεται με τους σκοπούς της οδηγίας 83/643/ΕΟΚ όπως υπογραμμίζονται στην ίδια απόφαση. Ορθώς η Επιτροπή παρατηρεί ότι αν η ιταλική ερμηνεία ήταν ορθή, η έκφραση "έλεγχοι και διατυπώσεις" θα στερούνταν ουσιαστικά περιεχομένου. Τέλος, όταν σε μια διάταξη κοινοτικού δικαίου μπορούν να δοθούν περισσότερες της μιας ερμηνείες, πρέπει να επιλέγεται αυτή που ανταποκρίνεται καλύτερα στους σκοπούς της Συνθήκης (26), δηλαδή, εν προκειμένω, την πραγματοποίηση της εσωτερικής αγοράς. Γι' αυτό ακριβώς φρονώ ότι δεν υφίσταται κανένας σοβαρός λόγος που να με πείθει ότι η έκφραση "έλεγχοι και διατυπώσεις" του άρθρου 5 της οδηγίας 83/643/ΕΟΚ δεν καλύπτει όλους τους ελέγχους και διατυπώσεις στους οποίους τα κράτη μέλη υποβάλλουν την ενδοκοινοτική κυκλοφορία των εμπορευμάτων.
Συμπέρασμα
20. Ενόψει των προηγούμενων επιχειρημάτων, προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί ότι η Ιταλική Δημοκρατία, επιβαρύνοντας τους επιχειρηματίες με το κόστος των ελέγχων και διατυπώσεων (υπό ευρεία έννοια) που δεν επιβάλλονται από τους κανόνες του κοινοτικού δικαίου και διενεργούνται κατά τη διάρκεια ενός μέρους του κανονικού ωραρίου λειτουργίας των τελωνείων, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 9 και 12 της Συνθήκης ΕΟΚ και τις άλλες διατάξεις του κοινοτικού δικαίου που επιβάλλουν παρόμοια απαγόρευση επιβαρύνσεων ισοδύναμου αποτελέσματος. Η Ιταλική Δημοκρατία πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
(*) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ολλανδική.
(1) Οδηγία του Συμβουλίου 83/643/ΕΟΚ, της 1ης Δεκεμβρίου 1983, για τη διευκόλυνση των διοικητικών διατυπώσεων και των υλικών ελέγχων κατά τη μεταφορά εμπορευμάτων μεταξύ κρατών μελών ΕΕ 1983 L 359, σ. 8, όπως τροποποιήθηκε από την οδηγία 87/53/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 15ης Δεκεμβρίου 1986, ΕΕ 1987 L 24, σ. 33.
(2) Πρόκειται για ένα διάταγμα κωδικοποιήσεως των τελωνειακών διατάξεων.
(3) 'Οπως τροποποιήθηκε από το άρθρο 1, παράγραφος 2, του προεδρικού διατάγματος αρ. 254, της 8ης Μαΐου 1985.
(4) Κατά τους ισχυρισμούς της Επιτροπής οι οποίοι επιβεβαιώθηκαν κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση από τον εκπρόσωπο της Ιταλικής Κυβερνήσεως, το ωράριο αυτό εργασίας είναι έξι ώρες ημερησίως από Δευτέρα μέχρι Σάββατο.
(5) Οι εκφράσεις "συνοριακοί σταθμοί" και "τελωνεία" δεν προσδιορίζονται στην οδηγία.
(6) Εκτός μιας εξαιρέσεως, δηλαδή το άρθρο 5, παράγραφος 4, της οδηγίας το οποίο επιτρέπει, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, την είσπραξη αμοιβής για τις παρεχόμενες υπηρεσίες. Βλ. σχετικά πιο κάτω το σημείο 14.
(7) Η Επιτροπή αναφέρει ως παράδειγμα τον κανονισμό ΕΟΚ 805/68 της 27ης Ιουνίου 1968, όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό ΕΟΚ 425/77 (ΡΒ 1977 L 61, σ. 1).
(8) Η Επιτροπή αναφέρει ως παράδειγμα τη συμφωνία που συνήψαν οι Κοινότητες, την 1η Ιουλίου 1973, με το Βασίλειο της Νορβηγίας (ΕΕ ειδ. έκδ. 11/005, σ. 110).
(9) Πρέπει να λεχθεί ότι η παρανόηση περί της οποίας πρόκειται εδώ οφείλεται κατά κύριο λόγο στο κείμενο του δικογράφου της προσφυγής της Επιτροπής το οποίο έχει συνταχθεί μάλλον βάσει της οδηγίας 83/643/ΕΟΚ παρά βάσει της απαγορεύσεως των επιβαρύνσεων ισοδύναμου αποτελέσματος. Ωστόσο, από τα αιτήματα της Επιτροπής (βλ. σ. 7 του δικογράφου της προσφυγής και το ανωτέρω σημείο 1) προκύπτει σαφώς ότι η Επιτροπή στηρίζεται σε διάφορες διατάξεις που απαγορεύουν τις επιβαρύνσεις ισοδύναμου αποτελέσματος προκειμένου να κρίνει παράνομη την ιταλική πρακτική που συνίσταται στην είσπραξη αμοιβής για τις τελωνειακές διατυπώσεις που γίνονται κατά τη διάρκεια ενός μέρους του "κανονικού ωραρίου λειτουργίας" (δηλαδή 10 συνεχείς ώρες από Δευτέρα μέχρι Παρασκευή, όπως απαιτεί η οδηγία 83/643/ΕΟΚ) και μόνο κατά τέταρτο λόγο επικαλείται μία διάταξη της οδηγίας 83/643/ΕΟΚ.
(10) Πρέπει ευθύς εξ αρχής να επισημανθεί ότι ο συλλογισμός αυτός δεν μου φαίνεται πειστικός : έστω και αν η διάταξη αυτή δεν αφορά ειδικώς τους συνοριακούς σταθμούς, αυτό δεν εμποδίζει να κηρυχθεί ανίσχυρη κατά το μέτρο που εφαρμόζεται στους συνοριακούς σταθμούς.
(11) Εξάλλου η Ιταλική Κυβέρνηση παρατηρεί ότι μια τέτοια εφαρμογή της οδηγίας συνεπάγεται τη δημιουργία δυσμενών διακρίσεων μεταξύ των εμπορευμάτων που εκτελωνίζονται στα σύνορα και των εμπορευμάτων που εκτελωνίζονται στην ενδοχώρα. Κατά την Ιταλική Κυβέρνηση, μια τέτοια διάκριση δεν μπορεί να δικαιολογηθεί από τις διαφορετικές καταστάσεις στις οποίες βρίσκονται τα εμπορεύματα αυτά.
(12) Βλ. ιδίως την απόφαση της 13ης Νοεμβρίου 1964 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 90 και 91/63, Επιτροπή κατά Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου και Βασιλείου του Βελγίου, Jurispr. 1964, σ. 1277. Το Δικαστήριο δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι "το άρθρο 12 ((της Συνθήκης ΕΟΚ)), για τη διευκόλυνση της συγχώνευσης των εθνικών αγορών και την ίδρυση κοινής αγοράς (...), απαγορεύει τη δημιουργία νέων τελωνειακών εμποδίων (...) η εν λόγω απαγόρευση (...) αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την υποκατάσταση (...) των διάφορων εθνικών αγορών (...) από μια κοινή αγορά κατ' αυτό τον τρόπο, το άρθρο 12 αποτελεί ουσιώδη κανόνα και ότι κάθε ενδεχόμενη εξαίρεση, που πρέπει εξάλλου να ερμηνεύεται στενώς, πρέπει να προβλέπεται σαφώς (...)" (Jurispr. 1964, σσ. 1295-1296). Βλ. επίσης την απόφαση της 16ης Ιουνίου 1966 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 52 και 55/65, Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας κατά Επιτροπής, Jurispr. 1966, σ. 309, ειδικότερα σ. 324 την απόφαση της 10ης Δεκεμβρίου 1968 στην υπόθεση 7/68, Επιτροπή κατά Ιταλικής Δημοκρατίας, Jurispr. 1968, σ. 589, ειδικότερα σ. 598, καθώς και την απόφαση της 1ης Ιουλίου 1969 στην υπόθεση 24/68, Επιτροπή κατά Ιταλικής Δημοκρατίας, Jurispr. 1969, σ. 193, ειδικότερα σκέψεις 3-7.
(13) Βλ. την απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 1973, στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 37 και 38/73, Indiamex, Jurispr. 1973, σ. 1609, ειδικότερα σκέψεις 5-21, όπου το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι μετά τη θέσπιση του κοινού δασμολογίου, η απαγόρευση αυτή ισχύει και για τις εμπορικές ανταλλαγές με τρίτες χώρες ωστόσο, οι επιβαρύνσεις που υφίσταντο κατά τον χρόνο της θέσεως σε ισχύ του κοινού δασμολογίου δεν μπορούν να καταργηθούν παρά μόνο βάσει αποφάσεων του Συμβουλίου ή της Επιτροπής, παραδείγματος χάρη με διατάξεις που θεσπίζονται στο πλαίσιο της κοινής γεωργικής πολιτικής και με εμπορικές συμφωνίες ή ρυθμίσεις συνδέσεως με τρίτες χώρες. Για την ερμηνεία μιας τέτοιας διατάξεως σε σύμβαση συνδέσεως, βλ. την απόφαση της 5ης Φεβρουαρίου 1976 στην υπόθεση 87/75, Bresciani, Jurispr. 1976, σ. 129, σκέψεις 15-26.
(14) Βλ. ιδίως την ήδη προαναφερθείσα απόφαση της 1ης Ιουλίου 1969 στην υπόθεση 24/68, Επιτροπή κατά Ιταλικής Δημοκρατίας, σκέψη 8 καθώς και την απόφαση στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 2 και 3/69, Brachfeld και Chougol, Jurispr. 1969, σ. 211, σκέψεις 15-17.
(15) Βλ. την απόφαση της 28ης Ιουνίου 1978 στην υπόθεση 70/77, Simmenthal II, Jurispr. 1978, σ. 1453, ειδικότερα σκέψεις 21-27, περί των οποίων θα γίνει λόγος πιο κάτω στο σημείο 12.
(16) 'Οσον αφορά την τρέχουσα διατύπωση του ορισμού αυτού, παραπέμπω ιδίως στην προαναφερθείσα απόφαση της 1ης Ιουλίου 1969 στην υπόθεση 24/68, Επιτροπή κατά Ιταλικής Δημοκρατίας, Jurispr. 1969, ειδικότερα στη σκέψη της 9, και στην ήδη προαναφερθείσα απόφαση στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 2 και 3/69, Brachfeld και Chougol, ειδικότερα στη σκέψη της 18.
(17) Βλ. παραδείγματος χάρη την απόφαση της 25ης Ιανουαρίου 1977 στην υπόθεση 46/76, Bauhuis, Jurispr. 1977, σ. 5, ειδικότερα σκέψεις 31 και 51 βλ. επίσης την απόφαση της 27ης Σεπτεμβρίου 1988 στην υπόθεση 18/87, Επιτροπή κατά Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, που δεν έχει ακόμα δημοσιευτεί στη "Συλλογή", στην οποία το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι "εφόσον τα επίδικα τέλη αποβλέπουν αποκλειστικά στην από οικονομικής πλευράς δικαιολογημένη αντιστάθμιση μιας υποχρεώσεως που επιβάλλεται εξ ίσου σε όλα τα κράτη μέλη από το κοινοτικό δίκαιο, δεν μπορούν να θεωρηθούν ως δασμοί και, κατά συνέπεια, δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της απαγορεύσεως των άρθρων 9 και 12 της Συνθήκης" (σκέψη 14 η υπογράμμιση δική μου).
(18) Με την προαναφερθείσα απόφασή του της 25ης Ιανουαρίου 1977 στην υπόθεση 46/76, Bauhuis, το Δικαστήριο αποφάνθηκε, μεταξύ άλλων, ότι "συνιστούν επιβαρύνσεις ισοδύναμου αποτελέσματος προς δασμούς τέλη (...) τα οποία συνδέονται με υγειονομικούς ελέγχους (...), που δεν επιβάλλονται από κοινοτικό κανονισμό ή οδηγία, αλλά κατέστησαν υποχρεωτικοί από το κράτος αυτό για την εξακρίβωση του αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις από τις οποίες το κράτος μέλος προορισμού εξαρτά την εισαγωγή" (σκέψη 51).
(19) 'Ετσι ρητώς στη σκέψη 23 της απόφασης της 28ης Ιουνίου 1978 στην υπόθεση 70/77, Simmenthal II, που έχει ήδη αναφερθεί στο σημείο 10.
(20) Η ίδια απόφαση, σκέψεις 26 και 27.
(21) Βλέπε ιδίως την προαναφερθείσα απόφαση της 1ης Ιουλίου 1969 στην υπόθεση 24/68, Επιτροπή κατά Ιταλικής Δημοκρατίας, Rec. 1969, ειδικότερα σκέψη 11 βλ. επίσης την απόφαση της 11ης Οκτωβρίου 1973 στην υπόθεση 39/73, Rewe-Zentral-finanz, Rec. 1973, σ. 1039, ειδικότερα σκέψη 5. Στην απόφαση που εξέδωσε στις 26 Φεβρουαρίου 1975 στην υπόθεση 63/74, Cadsky, Rec. 1975, σ. 281, το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι η επιβάρυνση που θεσπίζεται για τη χρηματοδότηση του ελέγχου ποιότητας (από τον οποίο εξηρτάτο η χορήγηση πιστοποιητικών ελέγχου και η επίθεση εθνικού σήματος εξαγωγής) δεν ενέπιπτε στο πεδίο εφαρμογής της εξαίρεσης αυτής: καίτοι ένα τέτοιο πιστοποιητικό ελέγχου και ένα τέτοιο εθνικό σήμα εξαγωγής μπορούν να ευνοούν τις εξαγωγές, το πλεονέκτημα αυτό "παρέχεται χάριν του γενικού συμφέροντος όλων των εξαγωγέων με αποτέλεσμα το προσωπικό συμφέρον καθενός από αυτούς να είναι τόσο αβέβαιο ώστε μια επιβάρυνση που επιβάλλεται για τον έλεγχο αυτό δεν θα μπορούσε πράγματι να θεωρηθεί ως το αντίτιμο για ένα συγκεκριμένο πλεονέκτημα που παρέχεται πραγματικώς και ατομικώς" (σκέψη 89. Η χρησιμοποίηση του επιθέτου "συγκεκριμένο" (σε όλες τις αναφερθείσες αποφάσεις) και του επιρήματος "ατομικώς" (στην απόφαση Cadsky) υποδηλώνει ότι πρέπει να πρόκειται για ειδικό ή εξατομικευμένο πλεονέκτημα το οποίο, λογικώς, πράγματι δεν παρέχεται παρά κατόπιν ατομικού αιτήματος του εισαγωγέα ή εξαγωγέα. Με άλλα λόγια, καταδεικνύεται ότι το πλεονέκτημα αυτό πρέπει να έχει προαιρετικό χαρακτήρα. Εφαρμογή της αρχής αυτής απαντά στην παράγραφο 4 του άρθρου 5 της οδηγίας 83/643/ΕΟΚ (περί της οποίας θα γίνει λόγος πιο κάτω στο σημείο 14 των προτάσεών μου).
(22) Βλέπε επίσης την απόφαση της 14ης Δεκεμβρίου 1972 στην υπόθεση 29/72, Marimex, Rec. 1972, σ. 1309, καθώς και την αναφερθείσα απόφαση της 11ης Οκτωβρίου 1973 στην υπόθεση 39/73, Rewe-Zentral-finanz, όπου το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι οι αμοιβές για τους υγειονομικούς και φυτο-υγειονομικούς ελέγχους πρέπει να θεωρούνται ως επιβαρύνσεις ισοδύναμου αποτελέσματος.
(23) Βλέπε σημείωση 21.
(24) 'Οπως είπα, η οδηγία 83/643/ΕΟΚ και, επομένως, το προαναφερθέν άρθρο, δεν εφαρμόζεται παρά μόνο στο ενδοκοινοτικό εμπόριο (βλέπε πιο πάνω το σημείο 3). 'Οσον αφορά το εμπόριο με τρίτες χώρες, το Συμβούλιο θα μπορούσε επίσης να προβλέψει μια τέτοια εξαίρεση, υπό την προϋπόθεση ότι οι επιβαλλόμενες στους εισαγωγείς επιβαρύνσεις θα είχαν ομοιόμορφη επίπτωση σε όλα τα εξωτερικά σύνορα της Κοινότητας (βλέπε πιο πάνω το σημείο 13 στο τέλος).
(25) Προαναφερθείσα απόφαση στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 37 και 38/73, Indiamex, σκέψεις 5 έως 7 (η υπογράμμιση είναι δική μου).
(26) Βλέπε την απόφαση της 25ης Νοεμβρίου 1986 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 201 και 202/85, Klensch, Συλλογή 1986, σ. 3477, ειδικότερα σκέψη 21.
Full & Egal Universal Law Academy