ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
JEAN MISCHO
της 26ης Σεπτεμβρίου 1989 ( *1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1.
Προκειμένου να πληρώσει μια θέση προϊσταμένου τμήματος στη Γενική Διεύθυνση Ανταγωνισμού ( στο εξής: ΓΔ IV ), η Επιτροπή, καθής, δημοσίευσε στις 26 Σεπτεμβρίου 1986 ανακοίνωση κενής θέσεως, βάσει της οποίας υπέβαλαν υποψηφιότητα για την εν λόγω θέση δεκαοκτώ υπάλληλοι. Μεταξύ αυτών ήταν και ο προσφεύγων, ο Α. Culin, υπάλληλος της ΓΔ IV, ο οποίος είχε ασκήσει καθήκοντα αναπληρωτή στην εν λόγω θέση από τις 12 Νοεμβρίου 1985 έως τις 11 Νοεμβρίου 1986. Επειδή η Επιτροπή αποφάσισε, στις 24 Νοεμβρίου 1986, να πληρώσει την κενή θέση διορίζοντας τον Ν. Αργύρη, ο οποίος, ήδη από τις 4 Φεβρουαρίου 1987, διορίστηκε προϊστάμενος άλλου τμήματος της ΓΔ IV, ο Α. Culin υπέβαλε διοικητική ένσταση κατά της αποφάσεως περί απορρίψεως της υποψηφιότητας του και της αποφάσεως περί διορισμού του Ν. Αργύρη. Η Επιτροπή απέρριψε ρητώς τη διοικητική αυτή ένσταση, προβάλλοντας το επιχείρημα ότι ο τρόπος με τον οποίο ο προσφεύγων είχε ασκήσει τα καθήκοντα αναπληρωτή προϊσταμένου δεν ήταν ικανοποιητικός.
2.
Κατόπιν της απορρίψεως της συστάσεως αυτής, ο Α. Culin άσκησε την υπό κρίση προσφυγή, με την οποία ζητεί την ακύρωση της αποφάσεως με την οποία απορρίφθηκε ρητώς η διοικητική ένσταση του, της αποφάσεως περί διορισμού του Ν. Αργύρη στην επίδικη θέση και της αποφάσεως περί απορρίψεως της υποψηφιότητάς του για την εν λόγω θέση.
3.
Ωστόσο, από τη νομολογία του Δικαστηρίου, και ιδίως από την απόφαση Vainker ( 1 ), προκύπτει ότι η προσφυγή του υπαλλήλου κατά της απορρίψεως της διοικητικής του ενστάσεως ταυτίζεται με την προσφυγή που ασκεί κατά της πράξεως που υποτίθεται ότι τον βλάπτει. Στην υπό κρίση περίπτωση, πρόκειται για τον διορισμό του Ν. Αργύρη στην επίδικη θέση, απόφαση η οποία συνεπάγεται την απόρριψη της υποψηφιότητας του προσφεύγοντος. Συνεπώς, αρκεί να αποφανθεί το Δικαστήριο επί της αιτήσεως ακυρώσεως του πραγματοποιηθέντος διορισμού.
Όσον αφορά την παράβαση του άρθρου 45 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως
4.
Ο προσφεύγων επικαλείται, καταρχάς, παράβαση του άρθρου 45 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, κατά το οποίο «η προαγωγή γίνεται αποκλειστικά με επιλογή μεταξύ των υπαλλήλων που έχουν συμπληρώσει έναν ελάχιστο χρόνο υπηρεσίας στον βαθμό τους, μετά από συγκριτική εξέταση των προσόντων των υπαλλήλων που έχουν σειρά προαγωγής, καθώς και των εκθέσεων για τους υπαλλήλους αυτούς». Κατά τον Α. Culin, η συγκριτική εξέταση των προσόντων των υποψηφίων είναι, στην υπό κρίση περίπτωση, προφανώς πεπλανημένη. Συγκεκριμένα, η Επιτροπή, με την απάντηση στη διοικητική ένσταση του προσφεύγοντος, ανέφερε ότι
« η ΑΔΑ έλαβε υπόψη ... ιδίως τον τρόπο με τον οποίο ( ο Α. Culin ) άσκησε τα καθήκοντα αναπληρωτή προϊσταμένου από τις 12 Νοεμβρίου 1985, αυτό δε ακριβώς το στοιχείο κρίθηκε ως μη ικανοποιητικό. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή αποφάσισε, κατά τη λήξη αυτής της περιόδου αναπληρώσεως, να πληρώσει τη θέση διορίζοντας άλλον υπάλληλο. ... Έχοντας απαντήσει στο κύριο επιχείρημα, η Επιτροπή θεωρεί ότι τα άλλα επιχειρήματα που προβάλλει ( ο Α. Culin ) όσον αφορά τον διορισμό του Ν. Αργύρη καθίστανται άνευ αντικειμένου ».
5.
Στον προσφεύγοντα ανακοινώθηκε έτσι επισήμως από την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή ότι η υποψηφιότητα του δεν έγινε δεκτή λόγω του μη ικανοποιητικού, κατά την εν λόγω αρχή, τρόπου με τον οποίο ο προσφεύγων είχε διευθύνει το τμήμα αυτό.
6.
Ωστόσο, μετά την άσκηση της υπό κρίση προσφυγής, η Επιτροπή ενέκρινε προσθήκη της απαντήσεως της στη διοικητική ένσταση του Α. Culin, από την οποία προκύπτει, μεταξύ άλλων, ότι ο τελευταίος, στο διάστημα κατά το οποίο άσκησε καθήκοντα αναπληρωτή προϊσταμένου,
« επέδειξε την επιμέλεια και την ικανότητα που ήταν απαραίτητες για την προσωρινή άσκηση των καθηκόντων αναπληρωτή προϊσταμένου τμήματος, ικανοποίησε δε πλήρως τους ανωτέρους του ».
Η Επιτροπή προσέθεσε ότι ο μόνος λόγος για τον οποίο η υποψηφιότητα του Α. Culin δεν έγινε δεκτή ήταν ότι ο εν λόγω υπάλληλος
« δεν διέθετε όλα τα απαιτούμενα προσόντα προκειμένου να περιληφθεί μεταξύ των επικρατεστέρων υποψηφίων για την άσκηση των καθηκόντων προϊσταμένου ενός τμήματος του μεγέθους του τμήματος IV/B-2 »,
το γεγονός, όμως, ότι δεν διορίστηκε
« ουδόλως αναιρεί τις εξαιρετικές κρίσεις που διατυπώνονταν ανέκαθεν όσον αφορά την εργασία του ».
7.
Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου, η Επιτροπή διευκρίνισε ότι, στην προκειμένη περίπτωση, υπήρξε απλώς παρεξήγηση πολύ μεταγενέστερη της λήψεως της αποφάσεως, της οποίας το κύρος δεν μπορεί να επηρεάσει.
8.
Δεν μπορώ, ωστόσο, να συνταχθώ με την άποψη αυτή. Όταν απαντά σε διοικητική ένσταση, η Επιτροπή υποτίθεται ότι αναφέρει τους πραγματικούς λόγους στους οποίους στήριξε την αμφισβητούμενη πράξη. Εκείνο που επικρίνεται στην υπό κρίση υπόθεση είναι ο ρόλος της προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασίας στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ ενός υπαλλήλου και του οργάνου στο οποίο ο υπάλληλος αυτός εργάζεται. Το Δικαστήριο έχει επανειλημμένως τονίσει τη σημασία της διαδικασίας αυτής, και ειδικότερα την ανάγκη αιτιολογήσεως, εκ μέρους της διοικήσεως, των αποφάσεων περί απορρίψεως διοικητικής ενστάσεως, ακόμα και προκειμένου περί αμφισβητήσεως προαγωγής ( 2 ).
9.
Η υποχρέωση δε αυτή είναι ιδιαίτερα σημαντική, δεδομένου ότι η διοίκηση, αντιθέτως, δεν υποχρεούται να αιτιολογεί την απόρριψη των υποψηφιοτήτων. Συνεπώς, η διοικητική ένσταση και η απάντηση στην ένσταση αυτή αποτελούν, στο πλαίσιο των διαφορών όσον αφορά τις προαγωγές, τη μόνη δυνατότητα που έχει ο μεν υπάλληλος, πριν από την άσκηση της προσφυγής, να ελέγξει κατά πόσον τα δικαιώματα του έγιναν σεβαστά, η δε διοίκηση να δείξει ότι ενέργησε σύμφωνα με τον κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως.
10.
Είναι, επομένως, σαφές ότι, αν γινόταν δεκτό ότι η αιτιολογία της απαντήσεως στη διοικητική ένσταση ενδέχεται να μη συμπίπτει με την αιτιολογία της πράξεως κατά της οποίας στρέφεται η ένσταση αυτή, όλη η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία θα έχανε πλέον κάθε έννοια, δεδομένου ότι δεν θα επέτρεπε πλέον στον υπάλληλο να εξακριβώσει την αιτιολογία της πράξεως που αμφισβητεί.
11.
Συνεπώς, κάθε υπάλληλος πρέπει να μπορεί να θεωρήσει ότι κατά τεκμήριο η αιτιολογία της απαντήσεως στη διοικητική του ένσταση είναι ταυτόσημη με την αιτιολογία που αποτέλεσε τη βάση της βλαπτικής πράξεως.
12.
Πρέπει το τεκμήριο αυτό να θεωρηθεί αμάχητο; Αναμφιβόλως αυτό θα ήταν υπερβολικό. Θεωρώ, ωστόσο, ότι δεν θα πρέπει να επιτρέπεται στο όργανο να ανατρέπει το τεκμήριο αυτό, ιδίως μετά την άσκηση προσφυγής, παρά μόνο αν προσκομίζει πειστικά αποδεικτικά στοιχεία, από τα οποία να συνάγεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση όντως στηρίχθηκε σε σκέψεις διαφορετικής φύσεως από εκείνες που εκτίθενται με την απάντηση στη διοικητική ένσταση. Αυτό θα συνέβαινε, π.χ., στην προκειμένη περίπτωση αν η Επιτροπή είχε μπορέσει να προσκομίσει απόσπασμα των πρακτικών της « συμβουλευτικής επιτροπής διορισμών στους βαθμούς Α 2 και Α 3 » ή των πρακτικών των δικών της συνεδριάσεων, από το οποίο να προκύπτει ότι, παρά τον όλως ικανοποιητικό τρόπο με τον οποίο ο Α. Culin άσκησε προσωρινώς τα καθήκοντα προϊσταμένου τμήματος, η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ένας άλλος υποψήφιος ήταν περισσότερο ικανός για να του ανατεθούν τα καθήκοντα αυτά οριστικώς.
13.
Στην υπό κρίση περίπτωση, η Επιτροπή υποστήριξε ότι έτσι ακριβώς έχουν τα πραγματικά περιστατικά (βλέπε σ. 2 της προσθήκης της απαντήσεως στη διοικητική ένσταση ), δεν κατόρθωσε όμως να το αποδείξει.
14.
Η Επιτροπή προσκόμισε, προκειμένου να περιληφθεί στη δικογραφία, σημείωμα το οποίο απηύθυνε στις 20 ή στις 28 Οκτωβρίου 1986 (η ημερομηνία είναι δυσανάγνωστη) ο γενικός διευθυντής ανταγωνισμού προς τον γενικό διευθυντή προσωπικού και διοικήσεως, μέσω του μέλους της Επιτροπής που είναι αρμόδιο για θέματα ανταγωνισμού. Το κείμενο αυτό περιέχει τα κριτήρια, βάσει των οποίων ο αρμόδιος γενικός διευθυντής εξέτασε τις δεκαοκτώ υποψηφιότητες και τις εκθέσεις κρίσεως των εν λόγω υπαλλήλων. Στο κείμενο αυτό αναφέρεται ότι πέντε υποψηφιότητες είχαν υποβληθεί από υποψηφίους που διέθεταν ειδικές γνώσεις στα θέματα της πολιτικής ανταγωνισμού και την κατάλληλη για την επίδικη θέση εμπειρία· καθένας από τους υποψηφίους αυτούς διέθετε επίσης τις απαραίτητες ικανότητες για τη διεύθυνση τμήματος. Ακολουθούν τα ονόματα πέντε προσώπων, μεταξύ των οποίων δεν περιλαμβάνεται ο Α. Culin.
15.
Στη συνέχεια, ο γενικός διευθυντής ανταγωνισμού εκθέτει τα κριτήρια βάσει των οποίων προτίθεται να κρίνει τους πέντε υποψηφίους, καταλήγοντας δε προτείνει τον διορισμό του Ν. Αργύρη και ζητεί από τον γενικό διευθυντή προσωπικού και διοικήσεως να προβεί στις απαραίτητες ενέργειες προκειμένου να επιτύχει τη σύμφωνη γνώμη της Επιτροπής επί της προτάσεως αυτής.
16.
Ούτε στο σημείωμα αυτό, ούτε στα πρακτικά της συνεδριάσεως της 27ης Οκτωβρίου 1986 της συμβουλευτικής επιτροπής διορισμών στους βαθμούς Α 2 και Α 3, ούτε στη γνωμοδότηση που εξέδωσε η εν λόγω επιτροπή υπάρχει μνεία περί του ότι ο Α. Culin είχε ασκήσει καθήκοντα αναπληρωτή προϊσταμένου του τμήματος. Συνεπώς, από τα έγγραφα αυτά δεν αποδεικνύεται ότι η άσκηση των καθηκόντων αυτών από τον Α. Culin λήφθηκε υπόψη και οδήγησε σε αρνητική κρίση. Επιπλέον, το γεγονός ότι ο Α. Culin ούτε καν περιλαμβάνεται στον κατάλογο των πέντε υποψηφίων που κρίθηκαν κατάλληλοι, από τη συμβουλευτική επιτροπή, για να ασκήσουν τα καθήκοντα προϊσταμένου τμήματος, κατάλογο ο οποίος συμπίπτει με τον κατάλογο που περιλαμβάνεται στο σημείωμα του γενικού διευθυντή ανταγωνισμού, αφήνει, αντιθέτως, να εννοηθεί ότι κατά τη συνεδρίαση αυτής της επιτροπής διατυπώθηκε αρνητική κρίση όσον αφορά τον τρόπο με τον οποίο ο Α. Culin είχε ασκήσει τα καθήκοντα αναπληρωτή προϊσταμένου τμήματος.
17.
Συνεπώς, η Επιτροπή δεν κατόρθωσε να ανατρέψει, με απτά στοιχεία, το εν λόγω τεκμήριο. Ως εκ τούτου, πρέπει να θεωρηθεί δεδομένο ότι η απόφαση της ΑΔΑ όντως στηρίχθηκε στην εσφαλμένη αιτιολογία που ανέφερε η απάντηση στη διοικητική ένσταση.
18.
Όμως, όταν η υποψηφιότητα ενός υπαλλήλου έχει απορριφθεί βάσει προδήλως εσφαλμένης αξιολογήσεως των προσόντων του, η όλη διαδικασία είναι πλημμελής και ο διορισμός που πραγματοποιήθηκε κατόπιν της διαδικασίας αυτής είναι ακυρωτέος. Στα ανωτέρω δεν μπορεί να αντιταχθεί ότι ο Α. Culin δεν είχε κανένα συμφέρον να προσβάλει τον διορισμό του Ν. Αργύρη διότι δεν ήταν καθόλου βέβαιο ότι θα είχε διοριστεί στη θέση του. Η υπό κρίση υπόθεση δεν αφορά περίπτωση ανάλογη με εκείνη της υποθέσεως Morello ( 3 ), που αναφέρει η Επιτροπή, όπου αποδείχθηκε σαφώς ότι ο εν λόγω υπάλληλος, λαμβανομένης υπόψη της προηγούμενης εμπειρίας του, δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις για να ασκήσει τα καθήκοντα της θέσεως για την οποία είχε υποβάλει υποψηφιότητα. Πράγματι, ουδέποτε υποστηρίχθηκε ότι ο Α. Culin δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις της ανακοινώσεως κενής θέσεως.
19.
Δεδομένου ότι κάθε υπάλληλος έχει έννομο συμφέρον στη νομότυπη διεξαγωγή των διαδικασιών προαγωγής στις οποίες συμμετέχει, ο πρώτος λόγος ακυρώσεως που προβάλλει ο προσφεύγων πρέπει να γίνει δεκτός.
Όσον αφορά τη μη τήρηση της ανακοινώσεως κενής θέσεως
20.
Ο προσφεύγων υποστηρίζει, δεύτερον, ότι η Επιτροπή δεν τήρησε την ανακοίνωση κενής θέσεως που είχε δημοσιευθεί για την επίδικη θέση. Συγκεκριμένα, θεωρεί ότι η ΑΔΑ προέβη στον διορισμό υποψηφίου ο οποίος δεν πληρούσε όλες τις προϋποθέσεις της ανακοινώσεως κενής θέσεως, η οποία, στο σημείο 3, απαιτούσε την εκ μέρους των υποψηφίων γνώση ενός ή περισσοτέρων από τους ακόλουθους τομείς: υφαντουργία, βιομηχανία ενδυμάτων, βιομηχανία δερματίνων ειδών, άλλες συναφείς βιομηχανίες. Κατά τον προσφεύγοντα, την προϋπόθεση αυτή, η οποία είναι σαφής και δεν επιδέχεται ερμηνεία, δεν πληρούσε ο υποψήφιος που επελέγη από την ΑΔΑ, δεδομένου ότι ήταν προφανές ότι ο εν λόγω υποψήφιος δεν διέθετε τη γνώση αυτή, την οποία άλλωστε η εξέλιξη της σταδιοδρομίας του δεν του επέτρεπε να αποκτήσει.
21.
Ως προς το σημείο αυτό, η καθής επανέλαβε ουσιαστικά, κατά την έγγραφη και προφορική διαδικασία, τις εκτιμήσεις που περιέχονται στο ανωτέρω σημείωμα του γενικού διευθυντή ανταγωνισμού της 20ής ή της 28ης Οκτωβρίου 1986. Στη σελίδα 2 του εν λόγω σημειώματος, διατυπώνεται η εξής άποψη:
« Πρέπει να επισημανθεί ότι στην αρμοδιότητα του εν λόγω τμήματος εμπίπτουν ποικίλοι τομείς της βιομηχανίας και ότι δεν είναι οι γνώσεις σε κάποιο συγκεκριμένο τομέα αλλά οι ιδιότητες της ευρύτητας πνεύματος και της οργανωτικής ικανότητας που πρέπει να αποτελέσουν τα καθοριστικά κριτήρια κατά την επιλογή των υποψηφίων προς πλήρωση της εν λόγω θέσεως. »
Στη συνέχεια του σημειώματος αναφέρεται ότι ο Ν. Αργύρης
« διαθέτει ευρεία γνώση και εμπειρία όχι μόνο όσον αφορά τις υποθέσεις κρατικών ενισχύσεων αλλά στον τομέα της βιομηχανίας εν γένει ».
Και το σημείο αυτό του κειμένου θα πρέπει προφανώς να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η ειδικότερη γνώση των απαριθμουμένων στην ανακοίνωση κενής θέσεως τομέων δεν αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την τοποθέτηση στη θέση την οποία αφορά η ανακοίνωση.
22.
Είμαι της γνώμης ότι η Επιτροπή, υιοθετώντας αυτόν τον τρόπο ενεργείας, υπερέβη ορισμένα όρια. Ασφαλώς, τα όργανα έχουν το δικαίωμα να διορίζουν ως προϊσταμένους τμήματος πρόσωπα τα οποία δεν έχουν μεν πολύ ειδική γνώση ενός συγκεκριμένου οικονομικού τομέα, έχουν όμως επαρκή γνώση σε έναν ευρύτερο τομέα. Τα όργανα έχουν επίσης το δικαίωμα να θεωρήσουν ως καθοριστικό κριτήριο την ευρύτητα πνεύματος, την οργανωτι-κότητα ή τις ηγετικές ικανότητες των διαφόρων υποψηφίων. Στην περίπτωση, όμως, αυτή, οφείλουν να διατυπώνουν την ανακοίνωση κενής θέσεως αναλόγως και να μην απαιτούν γνώση συγκεκριμένων τομέων. Σημειωτέον ότι η γνώση αυτή μπορεί πράγματι να έχει κάποια σημασία, όταν πρόκειται να εκτιμηθεί η ύπαρξη συμπράξεων ή, ιδίως, δεσποζουσών θέσεων, δεδομένου ότι ο βαθμός ανταγωνισμού μπορεί να ποικίλλει από τον ένα κλάδο της οικονομίας στον άλλο. Επομένως, δεν είναι πιθανώς τυχαίο το ότι η ανακοίνωση κενής θέσεως απαιτούσε τη γνώση συγκεκριμένων τομέων.
23.
Εξάλλου, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι:
« η ΑΔΑ διαθέτει μεν ευρεία εξουσία εκτιμήσεως κατά τη σύγκριση των προσόντων και της βαθμολογίας των υποψηφίων και μπορεί να κάνει χρήση της εξουσίας αυτής προκειμένου να πληρώσει την κενή θέση, υποχρεούται όμως να το πράξει εντός του πλαισίου το οποίο η ίδια έχει καθορίσει με την ανακοίνωση κενής θέσεως » ( 4 ).
24.
Όμως, όπως ήδη παρατήρησα, το πλαίσιο αυτό είναι, στην υπό κρίση περίπτωση, περισσότερο περιοριστικό από όσο φαίνεται να πιστεύει η Επιτροπή, δεδομένου ότι πέραν της «σημαντικής εμπειρίας, κατάλληλης για την άσκηση των εν λόγω καθηκόντων», που προβλέπει το σημείο 5, η ανακοίνωση περιλαμβάνει και το προαναφερθέν σημείο 3. Η Επιτροπή δεν απέδειξε ότι ο επιλεγείς υποψήφιος διαθέτει ειδική γνώση ενός ή περισσοτέρων από τους τομείς που απαριθμούνται στην ανακοίνωση.
25.
Θεωρώ, ως εκ τούτου, ότι η ΑΔΑ δεν τήρησε τις προϋποθέσεις της ανακοινώσεως κενής θέσεως COM/1607/86 και ότι η απόφαση περί διορισμού του Ν. Αργύρη στην επίδικη θέση είναι ακυρωτέα και για τον λόγο αυτό.
Όσον αφορά την παράβαση του άρθρου 27, τρίτο εδάφιο, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως
26.
Ο προσφεύγων επικαλείται επίσης παράβαση του άρθρου 27, τρίτο εδάφιο, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, κατά το οποίο « καμία θέση δεν προορίζεται αποκλειστικά για τους υπηκόους ορισμένου κράτους μέλους». Συγκεκριμένα, υποστηρίζει ότι είναι « κοινώς γνωστό » στη ΓΔ IV ότι η επίδικη θέση προοριζόταν για υπάλληλο βρετανικής ιθαγένειας. Δηλώνει ότι μπορεί να αποδείξει το γεγονός με τη μαρτυρία ενός υπαλλήλου ο οποίος είναι διατεθειμένος να αποκαλύψει συζήτηση που είχε με στέλεχος του γραφείου ενός επιτρόπου και από την οποία συνάγεται ότι ορισμένη κενή θέση, διαφορετική από την επίδικη, προοριζόταν για συγκεκριμένο υπάλληλο λόγο της ιθαγένειας του, πράγμα το οποίο αποδεικνύει ότι, κατά κανόνα, η πλήρωση των θέσεων προϊσταμένου τμήματος στη ΓΔ IV γίνεται κατ' αυτόν τον τρόπο.
27.
Είναι, ωστόσο, προφανές ότι οι « διαδόσεις των διαδρόμων » και η δήλωση την οποία είχε κάνει ένα στέλεχος γραφείου επιτρόπου πολλά χρόνια νωρίτερα σχετικά με άλλη θέση δεν μπορούν να αποτελέσουν απόδειξη περί του ότι η επίδικη θέση προοριζόταν πράγματι για βρετανό υπήκοο. Συνεπώς, αυτός ο λόγος ακυρώσεως δεν μπορεί να γίνει δεκτός.
Όσον αφορά την κατάχρηση εξουσίας
28.
Ο τελευταίος λόγος ακυρώσεως που προβάλλει ο προσφεύγων συνίσταται στην κατάχρηση εξουσίας. Κατ' αυτόν, η κατάχρηση εξουσίας αποδεικνύεται από το γεγονός ότι ο επιλεγείς συνυποψήφιος του, ο Ν. Αργύρης, παρέμεινε επί ελάχιστο χρονικό διάστημα στην επίδικη θέση ή μάλλον δεν άσκησε καθόλου τα σχετικά καθήκοντα, και τοποθετήθηκε γρήγορα επικεφαλής άλλου τμήματος, αντικατασταθείς στην επίδικη θέση από άλλον υπάλληλο ο οποίος δεν είχε υποβάλει υποψηφιότητα βάσει της ανακοινώσεως κενής θέσεως COM/1607/86. Ο προσφεύγων διατείνεται ότι, ως εκ τούτου, μοναδικός σκοπός της όλης διαδικασίας ήταν να « ευνοήσει και να προστατεύσει την πρόσβαση συγκεκριμένου υποψηφίου σε μια θέση για την οποία είχε δημοσιευθεί ανακοίνωση κενής θέσεως, ενώ ο εν λόγω υποψήφιος προοριζόταν στην πραγματικότητα να καταλάβει άλλη θέση ». Συνεπώς, κατά τον προσφεύγοντα, βρισκόμαστε τρόπον τινά ενώπιον μιας διαδικασίας της οποίας ο μοναδικός στόχος ήταν η μετάβαση του Ν. Αργύρη στον βαθμό Α 3 και όχι η πραγματική πλήρωση, με τον διορισμό του, της θέσεως για την οποία είχε δημοσιευθεί η ανακοίνωση. Προς στήριξη της απόψεως αυτής, ο προσφεύγων αναφέρει το γεγονός ότι το νέο οργανόγραμμα της Επιτροπής, το οποίο προέβλεπε τη μετάθεση του Ν. Αργύρη στη θέση του προϊσταμένου του τμήματος « μεταφορές και τουρισμός», εγκρίθηκε περίπου όταν ο Ν. Αργύρης επρόκειτο να αναλάβει καθήκοντα στην επίδικη θέση.
29.
Πρέπει να παραδεχθούμε ότι η εξήγηση που προτείνει ο Α. Culin είναι ελκυστική. Ωστόσο, λείπουν τα αποδεικτικά στοιχεία που θα μας έπειθαν επ' αυτού. Συγκεκριμένα, ενδέχεται ο Ν. Αργύρης, κατά τον χρόνο που διορίστηκε στην επίδικη θέση, να προοριζόταν πράγματι να καταλάβει την εν λόγω θέση και, λίγο αργότερα, η ΑΔΑ να διαπίστωσε ότι μπορούσε να χρησιμοποιήσει καλύτερα τις υπηρεσίες του διορίζοντάς τον επικεφαλής άλλου τμήματος. Συνεπώς, προτείνω να μη γίνει δεκτός ο λόγος ακυρώσεως που συνίσταται στην κατάχρηση εξουσίας.
Όσον αφορά το αίτημα περί επιδικάσεως αποζημιώσεως
30.
Ο προσφεύγων ζητεί να καταδικαστεί η καθής στην καταβολή συμβολικής αποζημιώσεως ενός φράγκου προς ανόρθωση της ηθικής βλάβης που υπέστη λόγω της αρνητικής και εσφαλμένης κρίσεως που περιείχε η απάντηστ στη διοικητική του ένσταση.
31.
Πρέπει να τονιστεί εν προκειμένω ότι αυτί η εσφαλμένη κρίση συνιστά αναμφισβήτητο πταίσμα της υπηρεσίας και ότι, κατά την εκπόνηση του από τη Γενική Διεύθυνση Προσωπικού και Διοικήσεως και τη διαβίβαση του, προς έγκριση, στα γραφεία όλων των μελώ\της Επιτροπής, το επίδικο κείμενο έλαβε σημαντική δημοσιότητα. Έστω και αν η προσθήκη με την οποία ανακαλείτο αυτή η κρίση έλαβε πιθανόν την ίδια σχεδόν δημοσιότητα, είναι γεγονός ότι η προσθήκη αυτή, η οποία φέρει ημερομηνία 24 Μαΐου 1988, εκδόθηκε εξήμισι μήνες μετά την άσκηση της προσφυγής του Α. Culin ( 5 Νοεμβρίου 1987 ) και σχεδόν δέκα μήνες μετά την κοινοποίηση της απαντήσεως στη διοικητική ένσταση (3 Αυγούστου 1987). Εν τω μεταξύ, η αρνητική κρίση σχετικά με τις ικανότητες του Α. Culin να διευθύνει μια διοικητική υπηρεσία μπόρεσε να διαδοθεί πολύ πέραν του κύκλου των προσώπων που είχαν μπορέσει να λάβουν γνώση του επιδίκου κειμένου.
32.
Υπό τις συνθήκες αυτές, η ανάκληση της εσφαλμένης παρατηρήσεως δεν συνιστά, αυτή καθαυτή, επαρκή ανόρθωση της ηθικής βλάβης που υπέστη ο προσφεύγων και, συνεπώς, πρέπει να του επιδικασθεί το συμβολικό ποσό του ενός φράγκου.
33.
Μήπως, ωστόσο, πρέπει να θεωρηθεί ότι θα υπάρξει επαρκής ανόρθωση της ηθικής βλάβης αν το Δικαστήριο αποφασίσει την ακύρωση του διορισμού του Ν. Αργύρη; Το Δικαστήριο, με την απόφαση της 7ης Οκτωβρίου 1985, Van der Stijl κατά Επιτροπής ( 128/84, Συλλογή 1985, σσ. 3281, 3296), αποφάνθηκε ότι η ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως διορισμού συνιστούσε, αυτή καθαυτή, πρόσφορη ανόρθωση της ηθικής βλάβης που είχε ενδεχομένως υποστεί ο προσφεύγων. Το Δικαστήριο αποφάσισε όμως την ακύρωση αυτή διότι η Επιτροπή κακώς είχε κάνει χρήση της ειδικής διαδικασίας του άρθρου 29, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως. Στην υπόθεση εκείνη, δεν είχε διατυπωθεί καμία προσβλητική παρατήρηση όσον αφορά τις ικανότητες του προσφεύγοντος.
34.
Λαμβανομένης υπόψη της ουσιώδους αυτής διαφοράς, φρονώ ότι ο Α. Culin δικαιούται το συμβολικό ποσό του ενός φράγκου και στην περίπτωση που το Δικαστήριο ακολουθήσει την εισήγηση μου και ακυρώσει τον διορισμό του Ν. Αργύρη.
35.
Αντιθέτως, όσον αφορά την υλική ζημία, την αποκατάσταση της οποίας ζητεί ο προσφεύγων, πρέπει να υπενθυμίσω ότι οι υπάλληλοι έχουν ασφαλώς προσδοκία προαγωγής, δεν έχουν όμως δικαίωμα προαγωγής. Πράγματι, κατά το άρθρο 45 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, η προαγωγή γίνεται « με επιλογή ». Συνεπώς, η ΑΔΑ μπορούσε κάλλιστα να προτιμήσει άλλον υποψήφιο αντί του Α. Culin, ακόμα και αν γνώριζε ότι ο τελευταίος είχε εκτελέσει καλώς τα καθήκοντα αναπληρωτή προϊσταμένου. Επομένως, ο Α. Culin δεν είχε, εν πάση περιπτώσει, καμία βεβαιότητα ως προς τον διορισμό του.
36.
Από αυτό έπεται ότι ο Α. Culin δεν υπέστη καμία πραγματική υλική ζημία υπό την έννοια της νομολογίας του Δικαστηρίου ( 5 ).
37.
Εν συμπεράοματι, προτείνω στο Δικαστήριο να κάνει δεκτούς τους δύο πρώτους λόγους ακυρώσεως που προβάλλει ο Α. Culin και, ως εκ τούτου, να ακυρώσει την απόφαση της 24ης Νοεμβρίου 1986 περί διορισμού του Ν. Αργύρη στη θέση του προϊσταμένου του τμήματος ΓΔ IV/B-2, να επιδικάσει στον προσφεύγοντα, προς ανόρθωση της ηθικής βλάβης, τη ζητηθείσα αποζημίωση ενός φράγκου και να καταδικάσει την καθής στα δικαστικά έξοδα.
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
( 1 ) Απόφαση της 17ης Ιανουαρίου 1989, Vainker κατά Κοινοβουλίου, σκέψεις 7 έως 9, (293/87, Συλλογή 1989, σ.23).
( 2 ) Βλέπε σχετικώς την απόφαση της 30ής Οκτωβρίου 1974, Grassi κατά Συμβουλίου ( 188/73, Rec. 1974, σ. 1099). Το Δικαστήριο μάλιστα έκρινε ότι, σε περίπτωση σιωπηρής αποφάσεως περί απορρίψεως, η αιτιολογία της αποφάσεως αυτής λογίζεται ταυτόσημη με την αιτιολογία ή την έλλειψη αιτιολογίας της αποφάσεως κατά της οποίας στρεφόταν η διοικητική ένσταση στην οποία δεν δόθηκε απάντηση ( βλέπε αποφάσεις της 27ης Οκτωβρίου 1977, Moli κατά Επιτροπής, 121/76, Rec. 1977, σσ. 1971,1978, και της 13ης Απριλίου 1978, Mollet κατά Επιτροπής, 75/77, Rec. 1978, σσ. 897,906).
( 3 ) Απόφαση της 29ης Σεπτεμβρίου 1976 (9/76, Rec. 1976, σ. 1415).
( 4 ) Βλέπε προαναφερθείσα απόφαση της 30ής Οκτωβρίου 1974, Grassi κατά Συμβουλίου, σ. 1111.
( 5 ) Βλέπε αποφάσεις της 13ης Ιουλίου 1972, Heinemann κατά Επιτροπής ( 79/71, Rec. 1972, σ. 589 ), και της 9ης Ιουλίου 1970, Fichn κατά Επιτροπής ( 23/69, Rec. 1970, σ. 547,561 ).
Full & Egal Universal Law Academy