ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
WALTER VAN GERVEN
της 2ας Μαΐου 1990 ( *1 )
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι οικασνές,
1.
Η προσφυγή ακυρώσεως που ασκήθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου αφορά κανονισμό της Επιτροπής περί χορηγήσεως πιστοποιητικών εισαγωγής σε ορισμένες ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις. Πρόκειται για τον κανονισμό ( ΕΟΚ) 2806/87 ( 1 ), ειδικότερα για το άρθρο 1, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού αυτού:
« Στην περίπτωση που η αίτηση ξεπερνά την ποσότητα των 4617 τόνων που είναι διαθέσιμη κατά τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2539/87, λαμβάνεται υπόψη εντός των ορίων αυτής της ποσότητας. »
Νομικό πλαίσιο
2.
Ο βασικός κανονισμός στον τομέα του βοείου κρέατος είναι ο κανονισμός ( ΕΟΚ ) 805/68 του Συμβουλίου ( 2 ).
Από 1ης Ιανουαρίου 1980, η Κοινότητα, στο πλαίσιο των υποχρεώσεων που υπέχει από τη ΓΣΔΕ, άνοιξε ετήσια δασμολογική ποσόστωση για τα βόεια κρέατα εξαιρετικής ποιότητας, διατηρημένα με απλή ψύξη ή κατεψυγμένα, των διακρίσεων 02.01 Α II α και 02.01 Α II β του κοινού δασμολογίου. Στο πλαίσιο της ποσοστώσεως αυτής ο εφαρμοστέος δασμός του κοινού δασμολογίου ορίστηκε σε 20 °/ο.
Η δασμολογική ποσόστωση άνοιξε για πρώτη φορά με τον κανονισμό ( ΕΟΚ ) 2957/79 του Συμβουλίου ( 3 ) και, όσον αφορά τα πραγματικά περιστατικά της παρούσας υποθέσεως, με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3928/86 του Συμβουλίου ( 4 ). Το άρθρο 2 του προαναφερθέντος κανονισμού 2957/79 του Συμβουλίου ( και το ίδιο άρθρο των κανονισμών των επομένων ετών) ορίζει ότι οι λεπτομέρειες εφαρμογής καθορίζονται σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 27 του βασικού κανονισμού (στο εξής: διαδικασία της επιτροπής διαχειρίσεως). Στη δεύτερη σκέψη του προοιμίου αναφέρεται ως σκοπός ότι « πρέπει να διασφαλιστεί, ιδίως, η ίση και συνεχής πρόσβαση όλων των ενδιαφερομένων εισαγωγέων της Κοινότητας στην ποσόστωση αυτή ».
Οι λεπτομέρειες εφαρμογής καθορίστηκαν για πρώτη φορά στον κανονισμό 2972/79 ( 5 ) της Επιτροπής, στη συνέχεια δε κάθε χρόνο αμέσως μετά το άνοιγμα της δασμολογικής ποσοστώσεως. Για το έτος 1987 που ενδιαφέρει εν προκειμένω, οι λεπτομέρειες εφαρμογής προβλέφθηκαν στον κανονισμό ( ΕΟΚ ) 3985/86 της Επιτροπής, που θα εξεταστεί κατωτέρω (στην παράγραφο 6). Οι ετήσιοι αυτοί κανονισμοί προέβλεπαν εκάστοτε κατανομή της συνολικής δασμολογικής ποσοστώσεως και θέσπιζαν επίσης ορισμένους κανόνες για τα πιστοποιητικά γνησιότητας που εγγυώνται την καταγωγή των παρτίδων κρέατος.
3.
Ωστόσο, άλλες λεπτομέρειες εφαρμογής ορίστηκαν επίσης σύμφωνα με τη διαδικασία της επιτροπής διαχειρίσεως. Αυτό συνέβη με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2377/80 της Επιτροπής ( 6 ), που έχει ως νομικό έρεισμα τόσο τον βασικό κανονισμό του Συμβουλίου ( ιδίως τα άρθρα 13 και 14 ) ( 7 ) όσο και τον κανονισμό 2957/79 του Συμβουλίου για το άνοιγμα κοινοτικής δασμολογικής ποσοστώσεως ( 8 ). Αυτός ο κανονισμός 2377/80 οργανώνει κατά τρόπο γενικό, για ορισμένα αποκλίνοντα καθεστώτα στον τομέα του βοείου κρέατος, μεταξύ των οποίων και το καθεστώς που ενδιαφέρει εν προκειμένω, τις αιτήσεις και την έκδοση πιστοποιητικών εισαγωγής και εξαγωγής. Τα άρθρα 12 και 15 έχουν πρωταρχική σημασία στην παρούσα υπόθεση. Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι η προαναφερθείσα διάταξη του προσβαλλόμενου κανονισμού ( σκέψη 1 ) είναι αντίθετη προς τον κανονισμό 2377/80.
Όπως προκύπτει από τη δικογραφία, τα άρθρα 12 και 15 τροποποιήθηκαν δύο φορές κατά τρόπο που ασκεί επιρροή στην ερμηνεία της οικείας νομοθεσίας, δηλαδή μία φορά το 1983, με τον κανονισμό ( EOĶ ) 3578/82 ( 9 ), και μία φορά από 1ης Ιανουαρίου 1988, με τον κανονισμό ( ΕΟΚ ) 3434/87 ( 10 ).
Για λόγους σαφήνειας θα επαναλάβω τα τρία κείμενα του άρθρου 12 και του άρθρου 15.
4.
Το γράμμα του άρθρον 12, παράγραφος 1, στοιχείο α, όπως είχε αρχικά, δηλαδή από 1ης Οκτωβρίου 1980 μέχρι τέλους 1982, είχε ως εξής:
« Για να τύχει του ευεργετήματος του ειδικού καθεστώτος εισαγωγής που αναφέρεται στο άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο δ, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2972/79:
α)
η αίτηση ή οι αιτήσεις για έκδοση πιστοποιητικών που έχουν υποβληθεί από τον ίδιο ενδιαφερόμενο, πρέπει να αναφέρονται σε συνολική ποσότητα που αντιστοιχεί κατ' ελάχιστο όριο σε 5 τόνους κρέατος, κατά βάρος προϊόντος, και κατ' ανώτατο όριο σε 10 ο/ο της ποσότητας που καθορίζεται στο άρθρο 7 του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 2972/79, για το εν λόγω καθεστώς και για το τρίμηνο κατά τη διάρκεια του οποίου έχουν κατατεθεί η αίτηση ή οι αιτήσεις. »
Η διάταξη αυτή, όπως εφαρμοζόταν από 1ης Ιανουαρίου 1983 μέχρι τέλους 1987, δηλαδή την περίοδο κατά την οποία εκτυλίχθηκαν τα γεγονότα από τα οποία προέκυψε η διαφορά της κύριας δίκης, είχε ως εξής:
« η αίτηση ή οι αιτήσεις πιστοποιητικών, που έχουν κατατεθεί από τον ίδιο ενδιαφερόμενο, πρέπει να αναφέρονται σε συνολική ποσότητα που αντιστοιχεί κατ' ελάχιστο όριο σε πέντε τόνους κρέατος, κατά βάρος προϊόντος, για το καθεστώς και για τον μήνα κατά τη διάρκεια του οποίου έχουν κατατεθεί η είτε οι αιτήσεις πιστοποιητικών ».
Η σημαντικότερη τροποποίηση (η μετάβαση από τριμηνιαίο σε μηνιαίο καθορισμό δεν ασκεί επιρροή) είναι η κατάργηση της φράσεως « και κατ' ανώτατο όριο σε 10 ο/ο της ποσότητας που καθορίζεται στο άρθρο 7 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2972/79», δηλαδή κατ' ανώτατο όριο σε 10% της ποσότητας του « Hilton Beef » για την οποία χορηγήθηκε ποσόστωση κατά το οικείο έτος ( 11 ). Η αιτιολογία της τροποποιήσεως αυτής περιέχεται στο προοίμιο του κανονισμού 3578/82, που τη θεωρεί ως μέσο θεσπίσεως « ενός τρόπου διαχειρίσεως πιο ελαστικού και πιο ευέλικτου, κατά τρόπον ώστε να διασφαλίζεται μια καλύτερη χρήση του καθεστώτος αυτού » ( 12 ).
Τέλος, από 1ης Ιανουαρίου 1988 η διάταξη ισχύει ως εξής ( 13 ):
«... πρέπει να αφορούν ολική ποσότητα που αντιστοιχεί τουλάχιστον σε 5 τόνους κρέατος, κατά βάρος προϊόντος, και κατ' ανώτατο όριο στη διαθέσιμη ποσότητα για το εν λόγω καθεστώς και για το τρίμηνο ( 14 ) κατά τη διάρκεια του οποίου έχει( ουν ) υποβληθεί η αίτηση ή οι αιτήσεις για πιστοποιητικό ».
Γίνεται εκ νέου λόγος για ανώτατο όριο, αλλά διαφορετικό του προηγουμένου: ενώ μέχρι το 1982 ανερχόταν στο 10 °/ο της διαθέσιμης ποσότητας, από το 1988 αντιστοιχεί σε ολόκληρη τη διαθέσιμη ποσότητα (ή στο 100ο/ο).
5.
Από 1ης Οκτωβρίου 1980, το άρθρο 15, παράγραφος 6, στοιχείο α, είχε ως εξής:
« Οι ποσότητες που έχουν ζητηθεί δυνάμει των άρθρων 9 έως 12 ( 15 ) δύνανται να μειωθούν κατά ένα ενιαίο ποσοστό. »
Από 1ης Ιανουαρίου 1983, όσον αφορά το ειδικό καθεστώς εισαγωγής που ενδιαφέρει εν προκειμένω, εφαρμογή είχε η διάταξη του άρθρου 15, παράγραφος 6, στοιχείο δ, που είχε ως εξής:
« Η Επιτροπή αποφασίζει εντός ποίου μέτρου δύναται να δοθεί συνέχεια στις αιτήσεις που αναφέρονται στο άρθρο 12. Εάν οι ποσότητες για τις οποίες έχουν ζητηθεί πιστοποιητικά υπερβαίνουν τις διαθέσιμες ποσότητες, η Επιτροπή καθορίζει ένα μοναδικό ποσοστό μειώσεως των αιτουμένων ποσοτήτων. Εάν η συνολική ποσότητα που αποτελεί αντικείμενο των αιτήσεων είναι κατώτερη από τη διαθέσιμη ποσότητα, η Επιτροπή καθορίζει την υπόλοιπη ποσότητα. »
Για τη συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου, πρωταρχική σημασία έχει το ζήτημα αν η Επιτροπή, ως φορέας γενικής κανονιστικής εξουσίας, εξουσιοδότησε εαυτήν, με το προαναφερθέν άρθρο 15, παράγραφος 6, να καθορίζει ως καθημερινό εργαλείο διαχειρίσεως το ( κατάλληλο ) ενιαίο ποσοστό ενδεχομένης μειώσεως των ζητουμένων ποσοτήτων. Η τροποποίηση που ισχύει από 1ης Ιανουαρίου 1983 δεν μετέβαλε, προφανώς, αυτόν τον κανόνα περί αρμοδιότητας. Ούτε η μεταγενέστερη τροποποίηση που άρχισε να ισχύει από 1ης Ιανουαρίου 1988 επέφερε τροποποίηση συναφώς ( 16 ).
Το συγκεκριμένο καθεστώς των αιτήσεων πιστοποιητικών για το 1987
6.
Το Συμβούλιο άνοιξε, με τον κανονισμό 3928/86 ( 17 ), ετήσια κοινοτική δασμολογική ποσόστωση για το 1987 για τα κρέατα βοοειδών εξαιρετικής ποιότητας, νωπά, διατηρημένα με απλή ψύξη ή κατεψυγμένα, των διακρίσεων 02.01 Α II α και β του κοινού δασμολογίου, συνολικής ποσότητας 29800 τόνων ( άρθρο 1 ).
Μία εβδομάδα αργότερα, η Επιτροπή όρισε με τον κανονισμό 3985/86 ( 18 ) τις λεπτομέρειες εφαρμογής του προαναφερθέντος κανονισμού, λεπτομέρειες που άρχισαν να ισχύουν επίσης την 1η Ιανουαρίου 1987. Διευκρινίζεται ιδίως ότι, στο πλαίσιο γενικής ποσοστώσεως εισαγωγής 29800 τόνων κρεάτων βοοειδών, 10000 τόνοι χορηγήθηκαν γι' αυτό που κατά συνθήκη ονομάζεται « Hilton beef » ( 19 ). Εξάλλου, το άρθρο 7 του κανονισμού αυτού προβλέπει ότι η κατάθεση των αιτήσεων πιστοποιητικών και η έκδοση πιστοποιητικών εισαγωγής γίνονται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 12 και 15 του κανονισμού 2377/80' τα άρθρα 12 και 15 παρατέθηκαν εν μέρει ανωτέρω ( παράγραφοι 4 και 5 ).
Ο κανονισμός ( ΕΟΚ) 519/87 ( 20 ) της Επιτροπής σχετικά με το « Hilton beef » δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της 21ης Φεβρουαρίου 1987. Στην τελευταία σκέψη του προοιμίου αυτού του κανονισμού αναφέρεται ότι οι αιτήσεις που υποβλήθηκαν ήδη αφορούν συνολικές ποσότητες που υπερβαίνουν τις διαθέσιμες:
« ότι, υπό τις συνθήκες αυτές και φροντίζοντας να εξασφαλιστεί η δίκαιη κατανομή των διαθέσιμων ποσοτήτων, θα πρέπει να μειωθούν κατ' αναλογικό τρόπο ( 21 ) οι ζητούμενες ποσότητες ».
Η μείωση καθορίστηκε ως εξής με το άρθρο 1 αυτού του κανονισμού: οι αιτήσεις ικανοποιούνται μέχρι το 3,343 % της ποσότητας που ζητήθηκε.
Δεν αμφισβητείται μεταξύ των διαδίκων ότι τελικά το σύνολο των αιτήσεων εισαγωγής που εκδόθηκαν κατ' εφαρμογή της ανωτέρω διατάξεως δεν χρησιμοποιήθηκε πλήρως, ώστε να υφίσταται «πλεόνασμα» δυνατοτήτων εισαγωγής. Για την αντιμετώπιση του η Επιτροπή παρέσχε νέα « δυνατότητα καταθέσεως αιτήσεων » για το « Hilton beef », εκδίδοντας τον κανονισμό 2539/87 της 24ης Αυγούστου 1987 ( 22 ). Ο κανονισμός αυτός παρείχε δυνατότητα καταθέσεως αιτήσεων πιστοποιητικών κατά τις δέκα πρώτες ημέρες του Σεπτεμβρίου 1987, για συνολική ποσότητα 4617 τόνων κρεάτων βοοειδών καταγωγής και προελεύσεως Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής και Καναδά.
Με τον επίδικο κανονισμό 2806/87 της 18ης Σεπτεμβρίου 1987, η Επιτροπή αποφάσισε να μειώσει εκ νέου τις ποσότητες που ζητήθηκαν κατά τη χορηγηθείσα πρόσθετη προθεσμία καταθέσεως αιτήσεων, επειδή υπερέβαιναν επίσης τις διαθέσιμες κατά τον χρόνο εκείνο ποσότητες. Ο « προσβαλλόμενος » κανονισμός μπορεί να συγκριθεί, κατά τη λειτουργία του, με τον κανονισμό 519/87 της 20ής Φεβρουαρίου 1987 ( 23 ), που όριζε τα της εκδόσεως των πιστοποιητικών εισαγωγής των πρώτων 10000 διαθέσιμων τόνων για τους οποίους αιτήσεις πιστοποιητικών μπορούσαν να κατατεθούν τον Φεβρουάριο 1987.
Ο επίδικος κανονισμός
7.
Η διαφορά επικεντρώνεται επομένως στον τρόπο με τον οποίο η Επιτροπή ρύθμισε την πρόσθετη δεκαήμερη προθεσμία για την κατάθεση αιτήσεων πιστοποιητικών τον Σεπτέμβριο 1987: στο άρθρο 1, πρώτο εδάφιο, η Επιτροπή καθόρισε το ποσοστό « ικανοποιήσεως » των αιτήσεων στο 0,2425 ο/ο της ζητούμενης ποσότητας.
Επίδικη διάταξη είναι το προαναφερθέν ( στην παράγραφο 1 ) δεύτερο εδάφιο του άρθρου 1, στο οποίο αναφέρεται ότι αιτήσεις που αφορούν ποσότητα μεγαλύτερη από τη συνολική διαθέσιμη ποσότητα των 4617 τόνων λαμβάνονται υπόψη μόνο εντός των ορίων αυτής της ποσότητας. Αυτό σημαίνει, συγκεκριμένα, ότι οι αιτήσεις που κατέθεσε η προσφεύγουσα, οι οποίες αφορούσαν 80000 συν 240000, δηλαδή 320000 τόνους, ελήφθησαν υπόψη μόνο μέχρι ποσότητας 4617 τόνων, οπότε χορηγήθηκε στην προσφεύγουσα ποσότητα αντίστοιχη μόνο προς το 0,2425 °/ο των 4617 τόνων, δηλαδή λίγο περισσότερο από 11 τόνους.
Νομική διαφορά
8.
Κατά την άποψη της προσφεύγουσας, που υποστηρίζεται από την Ολλανδική Κυβέρνηση, ο επίδικος κανονισμός 2806/87, που αναφέρθηκε στην παράγραφο 6, εκδόθηκε καθ' υπέρβαση εξουσίας, ήταν ανεπαρκώς αιτιολογημένος, εκδόθηκε — κακώς — χωρίς διαβουλεύσεις με την επιτροπή διαχειρίσεως και ενείχε παραβίαση της αρχής της ισότητας και της ασφάλειας του δικαίου, επειδή εισήγαγε εξαίρεση από τις προϋποθέσεις του κανονισμού 2377/80, ιδίως από τις διατάξεις του άρθρου 12 του κανονισμού αυτού.
Κατά την Επιτροπή, αντίθετα, το επίμαχο δεύτερο εδάφιο του άρθρου 1 του προσβαλλόμενου κανονισμού αποτελεί απλώς τη λογική συνέπεια των αρχών που ήδη περιέχονται στις γενικές διατάξεις.
Μη αμφισβητούμενα πραγματικά περιστατικά
9.
Στις 11 Σεπτεμβρίου 1987, δηλαδή την επομένη της παρόδου της ( δεύτερης ) προθεσμίας καταθέσεως των αιτήσεων, η Produktschap voor Vee en Vlees (στο εξής: Produktschap) γνωστοποίησε με τηλετύπημα στην Επιτροπή το σύνολο των ποσοτήτων που αφορούσαν οι αιτήσεις που κατατέθηκαν στις Κάτω Χώρες το σύνολο αυτό ανερχόταν σε 1033970 τόνους, ποσότητα προδήλως κατά πολύ μεγαλύτερη της συνολικής ποσότητας των 4617 τόνων που είχε χορηγηθεί για το σύνολο της Κοινότητας. Όπως προαναφέρθηκε, η αίτηση της Weddel ανερχόταν σε 80000 συν 240000, δηλαδή 320000 τόνους, δηλαδή στο ένα τρίτο περίπου του συνόλου της ολλανδικής ποσότητας.
Η Επιτροπή απάντησε με τηλετύπημα της 15ης Σεπτεμβρίου 1987, παρατηρώντας ότι, « μολονότι δεν υφίσταται πλέον ειδικό ανώτατο όριο στο πλαίσιο του καθεστώτος αυτού από το 1982, από τις δεδομένες περιστάσεις, καθώς και από το γράμμα του κανονισμού 2539/87 ( 24 ), προκύπτει ότι μια αίτηση πιστοποιητικού δεν μπορεί σε καμιά περίπτωση να υπερβεί την ποσότητα των 4617 τόνων που ήταν διαθέσιμοι κατά τη διάρκεια του τρέχοντος μηνός ». Η Produktschap εξέφρασε τότε την έκπληξη της κατά την ανάγνωση του τηλετυπήματος της 15ης Σεπτεμβρίου, αντιθέτου, κατά τη γνώμη της, προς παλαιότερες θέσεις της Επιτροπής, ιδίως της επιτροπής διαχειρίσεως βοείου κρέατος της 11ης Σεπτεμβρίου 1987. Εξάλλου, η Produktschap ανέφερε ότι, ακόμη και αν η άποψη της Επιτροπής ευσταθούσε, εν πάση περιπτώσει, « η κατάσταση που δημιουργήσατε απαιτεί πρακτική και δίκαιη λύση για τις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις»«τουλάχιστον οι ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις θα έπρεπε να έχουν τη δυνατότητα να καταθέσουν αιτήσεις πιστοποιητικών για τις ποσότητες για τις οποίες στις 10 Σεπτεμβρίου είχαν υποβληθεί αιτήσεις και είχαν συσταθεί εγγυήσεις σύμφωνα με νψ ερμηνεία που ακοΑονθονσατε τόνε».
Η Επιτροπή δεν ικανοποίησε το αίτημα της Produktschap και στις 18 Σεπτεμβρίου εξέδωσε τον επίδικο κανονισμό 2806/87, κατά τον οποίο οι αιτήσεις ελαμβάνοντο υπόψη μόνο μέχρι ποσότητας 4617 τόνων.
Αμφισβητούμενα πραγματικά περιστατικά 10. Κυρίως υπό το πρίσμα της επιχειρηματολογίας σχετικά με την παραβίαση της αρχής της ασφάλειας του δικαίου ή την ύπαρξη απαγορευόμενης αναδρομικότητας οι διάδικοι διαφωνούν ως προς τα λεχθέντα στο πλαίσιο της επιτροπής διαχειρίσεως βοείου κρέατος της
10
ης Σεπτεμβρίου για το ζήτημα του παραδεκτού των αιτήσεων που αφορούν ποσότητα μεγαλύτερη από την ανακοινωθείσα ως κατανεμητέα (στο εξής: αιτήσεις για υπερβολικές ποσότητες ).
Κατά την προσφεύγουσα, η Produktschap στήριζε την άποψη της στη διαπίστωση ότι, μετά την κατάργηση ενός σκέλους φράσεως του άρθρου 12 του κανονισμού 2377/80, οι αιτήσεις δεν υπέκειντο σε ανώτατο όριο· στο υπόμνημα απαντήσεως, αναφέρει, ωστόσο, ότι η Produktschap στηριζόταν συναφώς στην πρακτική που εφαρμοζόταν στο πλαίσιο άλλων γεωργικών κανονισμών ( 25 ), και ότι η πεποίθηση της ενισχυόταν από όσα συνέβησαν κατά τη συνεδρίαση της επιτροπής διαχειρίσεως της 11ης Σεπτεμβρίου. Ένας εκπρόσωπος του Ηνωμένου Βασιλείου ρώτησε αν μπορούσαν να κατατεθούν αιτήσεις για υπερβολικές ποσότητες, η Επιτροπή δεν απάντησε και είπε ότι έπρεπε να εξετάσει ακόμη το ζήτημα (σύμφωνα με τα πρακτικά της επιτροπής ).
Η Επιτροπή απαντά ότι η συνεδρίαση της 11ης Σεπτεμβρίου πραγματοποιήθηκε εν πάση περιπτώσει μετά την πάροδο της προθεσμίας που προβλεπόταν για την κατάθεση των αιτήσεων, ότι η Επιτροπή δεν ανέφερε κατά τη συνεδρίαση ότι μια αίτηση που αφορά ποσότητα μεγαλύτερη από τη διαθέσιμη είναι παραδεκτή και ότι, εν πάση περιπτώσει, δεν μπορούσε να γίνει λόγος για « άποψη της επιτροπής », αλλά για απλή ερώτηση ενός μέλους, που ζητούσε πληροφορίες και μια υπεκφεύγουσα, μη δεσμευτική για τήν Επιτροπή, απάντηση του εκπροσώπου της.
Στο υπόμνημα απαντήσεως, η προσφεύγουσα (που δεν παρέστη αυτοπροσώπως στη συνεδρίαση και πληροφορήθηκε έμμεσα τα γεγονότα ) απαντά ότι τα πρακτικά της επιτροπής διαχειρίσεως, όπως συντάχθηκαν από την Επιτροπή, είναι ανακριβή· κατά την Produktschap, η Επιτροπή απάντησε ανεπιφύλακτα ότι επιτρέπονταν αιτήσεις που αφορούν ποσότητες υπερβαίνουσες το ανώτατο όριο. Στο υπόμνημα απαντήσεως αναφέρεται επίσης ότι, στη συνέχεια, η Ολλανδική Κυβέρνηση διαμαρτυρήθηκε έντονα κατά της προβαλλόμενης μεταβολής της απόψεως της Επιτροπής ( 26 ).
Απαντώντας στο υπόμνημα απαντήσεως, η Επιτροπή αναφέρει στο υπόμνημα ανταπαντήσεως ότι ο ολλανδός εκπρόσωπος στην επιτροπή διαχειρίσεως δεν αμφισβήτησε την ακρίβεια των πρακτικών και ότι μια κατ' ιδίαν επιχείρηση δεν μπορεί να επικαλεστεί ενδεχόμενες σχετικές δηλώσεις της Επιτροπής προς την Produktschap.
Παραδεκτό
11.
Η καθής αμφισβητεί το παραδεκτό της προσφυγής. Κατά την άποψη της, ο προσβαλλόμενος κανονισμός δεν αφορά άμεσα και ατομικά την προσφεύγουσα. Προς στήριξη της απόψεως της επικαλείται τρεις αποφάσεις: τη Moksel ( 27 ), την Binderer ( 28 ) και την Deutz ( 29 ).
Η προσφεύγουσα θεωρεί, αντίθετα, ότι η προσφυγή της είναι παραδεκτή, σύμφωνα με τις αποφάσεις International Fruit Company ( 30 ) και Usines coopératives de déshydratation du Vexin ( 31 ).
12.
Από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η παρούσα προσφυγή είναι παραδεκτή, εφόσον η προσβαλλόμενη διάταξη « δεν συνιστά γενική διάταξη κατά την έννοια του άρθρου 189, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης, αλλά πρέπει να αναλυθεί ως δέσμη ατομικών αποφάσεων που εκδόθηκαν από την Επιτροπή ... υπό μορφή κανονισμού, καθεμιά από τις οποίες επηρεάζει την έννομη κατάσταση καθενός από τους αιτούντες » ( 32 ).
Πότε ένας κανονισμός συνιστά δέσμη ατομικών αποφάσεων και μπορεί, κατά συνέπεια, να προσβληθεί από ιδιώτες υποκείμενα δικαίου;
Στην απόφαση International Fruit, η προσφυγή έβαλλε κατά κανονισμού που προέβλεπε ότι οι αιτήσεις τίτλων εισαγωγής που κατατέθηκαν μέχρι ορισμένη πρόσφατη ημερομηνία θα ικανοποιούνταν μόνο κατά ποσοστό 80 ο/ο της ποσότητας αναφοράς. Η προσφεύγουσα είχε υποβάλει αιτήσεις κατά την παρελθούσα αυτή περίοδο. Η προσφυγή της ήταν παραδεκτή επειδή, « κατά την έκδοση του κανονισμού αυτού, ο αριθμός των αιτήσεων που μπορούσε να επηρεάσει ήταν καθορισμένος » και « δεν μπορούσε να προστεθεί καμιά νέα αίτηση » ( 33 ).
Το βασικό σημείο του παραδεκτού αφορά, κατά τη γνώμη μου, τον καθορισμό του πεδίου εφαρμογής του προσβαλλόμενου κανονισμού στο παρελθόν: μόνο οι κανονισμοί που παράγουν έννομα αποτελέσματα έναντι κλειστού κύκλου υποκειμένων δικαίου μπορούν να προσβληθούν από αυτά ατομικώς. Δεν έχει σημασία συναφώς ούτε ο αριθμός, μεγάλος ή μικρός, των θιγομένων προσώπων ούτε «η δυνατότητα προσδιορισμού του αριθμού ή της ταυτότητας των υποκειμένων δικαίου στα οποία η πράξη έχει εφαρμογή σε δεδομένη στιγμή » ( 34 ). Σημασία έχει το γεγονός ότι, κατά τον χρόνο εκδόσεως του, ο προσβαλλόμενος κανονισμός επηρέαζε τη νομική κατάσταση κλειστού κύκλου υποκειμένων δικαίου ( 35 ).
Στις περιπτώσεις των αποφάσεων Moksel και Usines coopératives de déshydratation du Vexin, ο προσβαλλόμενος κανονισμός παρήγε έννομα αποτελέσματα έναντι ανοιχτού κύκλου υποκειμένων δικαίου: επρόκειτο για δύο περιπτώσεις θεσπίσεως περιόδου αναστολής που εκτεινόταν και πέραν της ημερομηνίας του ίδιου του κανονισμού ( 36 ). Επηρεάστηκε έτσι από νομική άποψη η μεταχείριση αγνώστου και μη υπολογισίμου αριθμού αιτήσεων που θα είχαν κατατεθεί ελλείψει του προσβαλλόμενου κανονισμού.
Στην απόφαση Binderer, η αίτηση ήταν απαράδεκτη, μολονότι η προσφεύγουσα και δύο άλλες επιχειρήσεις ήταν οι μόνες που εισήγαν ορισμένα είδη οίνου προελεύσεως δύο τρίτων χωρών σαφώς καθορισμένων και θιγομένων, επομένως, από τον προσβαλλόμενο κανονισμό. Το Δικαστήριο χρησιμοποίησε ως λόγο απαραδέκτου ότι « η προσβαλλόμενη διάταξη του επίδικου κανονισμού ... απαγορεύει σε όλους τους επιχειρηματίες που εισάγουν ή θα εισαγάγουν oro μέλλον τέτοιους οίνους από τρίτες χώρες προς την Κοινότητα να χρησιμοποιούν ορισμένους όρους κατά τη μετάφραση αλλοδαπών ενδείξεων » ( 37 ).
Εν προκειμένω, ο προσβαλλόμενος κανονισμός θεσπίστηκε στις 18 Σεπτεμβρίου 1987 και δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της 19ης Σεπτεμβρίου 1987. Ρύθμιζε τη συνέχεια που έπρεπε να δοθεί στις αιτήσεις που υποβλήθηκαν μεταξύ 1ης και 10ης Σεπτεμβρίου 1987. Ο κύκλος των θιγομένων από τον κανονισμό αιτούντων ήταν, επομένως, προδήλως κλειστός: κανένα υποκείμενο δικαίου δεν μπορούσε να προστεθεί κατά τον χρόνο εκδόσεως του κανονισμού. Οι αιτούντες εθίγησαν, επομένως, άμεσα και ατομικά από τον προσβαλλόμενο κανονισμό,που μπορεί να θεωρηθεί είτε δέσμη είτε σύνολο ατομικών αποφάσεων. Με άλλους λόγους, η προσφυγή είναι παραδεκτή.
Επιχειρήματα επί της ουσίας, όσον αφορά την αρμοδιότητα, την αιτιολογία και τη διαδικασία
13.
Θα συνεξετάσω τους τρεις λόγους που επικαλέστηκε η προσφεύγουσα, δηλαδή την έλλειψη αιτιολογίας, την υπέρβαση εξουσίας και την παράβαση ουσιώδους τύπου, δηλαδή την παράλειψη διαβουλεύσεων με την επιτροπή διαχειρίσεως, επειδή, κατά τη γνώμη μου, οι τρεις αυτοί λόγοι συνδέονται στενά μεταξύ τους και προβάλλονται, εξάλλου, όλοι μαζί από την προσφεύγουσα.
Κατά την προσφεύγουσα, το προοίμιο του προσβαλλόμενου κανονισμού είναι παρόμοιο με εκείνο του παρόμοιου κανονισμού που εκδόθηκε λίγους μήνες αργότερα, του κανονισμού 519/87 ( 38 ), αλλά το άρθρο 1 παράγει αποτελέσματα με συγκριτικά βαρύτερες συνέπειες, λόγω της εισαγωγής του δευτέρου εδαφίου που περιορίζει τις ατομικές αιτήσεις στη συνολική διαθέσιμη ποσότητα. Η ανεπάρκεια της αιτιολογίας αυτού του μέτρου συνιστά παράβαση του άρθρου 190 της Συνθήκης.
Το δεύτερο εδάφιο θεσπίστηκε, επίσης, κατά την προσφεύγουσα, καθ' υπέρβαση εξουσίας, δεδομένου ότι δεν περιορίζεται στην απόφαση που μπορούσε να εκδώσει η Επιτροπή κατά το άρθρο 15, παράγραφος 6, στοιχείο δ, του κανονισμού 2377/80 ( 39 ): με τ0 δεύτερο προσβαλλόμενο εδάφιο η Επιτροπή θεσπίζει κανόνα για τις προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούν οι αιτήσεις, κανόνα πέραν των περιεχομένων στο άρθρο 12 του κανονισμού 2377/80. Ο προσβαλλόμενος κανονισμός δεν περιορίζεται, επομένως, στη θέσπιση μέτρων σχετικών με τη διαδικασία καταθέσεως των αιτήσεων πιστοποιητικών [όπως προβλέπει το άρθρο 2 του προαναφερθέντος ( στην παράγραφο 6 ) κανονισμού 3928/86 ( 40 ),] αλλά αντίθετα συνιστά σφετερισμό εξουσίας, καθορίζοντας πρόσθετες προϋποθέσεις στο πλαίσιο διαδικαστικών ή εκτελεστικών κανόνων.
Τέλος, η προσφεύγουσα προσάπτει στην καθής ότι παρέβη τον διαδικαστικό κανόνα και/ή τον ουσιώδη τύπο που συνίσταται στις υποχρεωτικές διαβουλεύσεις με την επιτροπή κατά την τροποποίηση του περιεχομένου του κανονισμού 2377/80 ( 41 ), εν προκειμένω του άρθρου 12, όπως ορίζει το άρθρο 27 του βασικού κανονισμού ( 42 ). Η προσφεύγουσα αντλεί συναφώς επιχείρημα a contrario από το γεγονός ότι η διαδικασία του άρθρου 12 του κανονισμού 2377/80 τροποποιήθηκε από 1ης Ιανουαρίου 1988 με τον κανονισμό 3434/87 ( 43 ) νομοτύπως, κατόπιν διαβουλεύσεων με την επιτροπή διαχειρίσεως με ρητή αναφορά των αιτιολογιών. Αυτό δείχνει ακόμη μια φορά ότι το προσβαλλόμενο δεύτερο εδάφιο του άρθρου 1 απαιτούσε από τυπική άποψη πρόσθετη βάση και ότι τέτοια δεν υπήρχε. Εξάλλου, η μεταγενέστερη τροποποίηση που άρχισε να ισχύει την 1η Ιανουαρίου 1988 δείχνει ότι δεν συνέτρεχαν, κατά τον χρόνο θεσπίσεως της προσβαλλομένης διατάξεως, εξαιρετικά επείγουσες περιστάσεις που θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν ένα είδος σφετερισμού εξουσίας, προκειμένου να εκδοθούν «εξαιρετικά νομοθετικά μέτρα ».
14.
Η σφαιρική απάντηση της Επιτροπής στους τρεις αυτούς λόγους περιλαμβάνεται στο υπόμνημα αντικρούσεως υπό τον τίτλο « το ιστορικό της θεσπίσεως του κανόνα του ανωτάτου ορίου». Κατά την καθής, το προσβαλλόμενο άρθρο 1, δεύτερο εδάφιο, αποτελεί απλή διευκρίνιση και όχι τροποποίηση του καθεστώτος των άρθρων 12 και 15 του κανονισμού 2377/80 της Επιτροπής ( 44 ). Αυτό προκύπτει από δύο στοιχεία, δηλαδή από το γράμμα του κανονισμού 2539/87, που προβλέπει δεύτερη περίοδο για την κατάθεση αιτήσεων πιστοποιητικών ( 45 ), και το οικείο καθεστώς στο σύνολο του.
Όσον αφορά το γράμμα του κανονισμού 2539/87, το άρθρο 1 του κανονισμού αυτού, που περιέχει « πρόσκληση » για την κατάθεση των αιτήσεων, ορίζει ότι αιτήσεις πιστοποιητικών είναι δυνατόν να κατατεθούν «για συνολική ποσότητα 4617 τόνων βοείου κρέατος » ( 46 ).
Όσον αφορά το οικείο καθεστώς, η καθής παρατηρεί ότι, δυνάμει του άρθρου 15, παράγραφος 6, στοιχείο δ, του κανονισμού 2377/80, αιτήσεις που αφορούν ποσότητες μεγαλύτερες από τη διαθέσιμη για το σύνολο της Κοινότητας ποσόστωση έχουν χαρακτήρα όχι απλώς θεωρητικό, αλλά και κερδοσκοπικό. Καταλήγει, ειδικότερα, σε αποτελέσματα απαράδεκτα, ασυμβίβαστα προς τη λειτουργία της οργανώσεως των αγορών: καταρχάς, σε μια διάκριση σε βάρος των μικρεμπόρων που δεν μπορούν να συστήσουν την ( υψηλή ) εγγύηση που αποτελεί παρεπόμενο μιας υπερβολικής αιτήσεως και, δεύτερον, σε στρεβλώσεις του εμπορίου και, επομένως, σε άδικη κατανομή μεταξύ κρατών μελών, αν σε ορισμένα κράτη μέλη γίνουν δεκτές οι αιτήσεις για υπερβολικές ποσότητες και σε άλλα όχι. Η καθής συμπεραίνει ότι, για να αντιμετωπίσει την ύπαρξη της πρακτικής που συνίσταται στην κατάθεση των αιτήσεων για υπερβολικές ποσότητες σε ορισμένα κράτη μέλη, δεν είχε άλλη επιλογή από την προσθήκη, με τον κανονισμό 2806/87, του δευτέρου αυτού εδαφίου ως λογικής συνέπειας του άρθρου 15, παράγραφος 6, στοιχείο δ, και του καθεστώτος στο σύνολο του.
15.
Η προσφεύγουσα απαντά ότι η προεκτεθείσα άποψη της Επιτροπής δεν είναι υποστηρίξιμη για τους εξής λόγους:
—
το γεγονός ότι μεταγενέστερα, από 1ης Ιανουαρίου 1988, θεσπίστηκε η ίδια ρύθμιση, στην περίπτωση όμως αυτή, κατά τη « διαδικασία της επιτροπής διαχειρίσεως » που προβλέπεται στο άρθρο 27 του βασικού κανονισμού δείχνει ότι δεν επρόκειτο, για «συνέπεια» ήδη υφισταμένου καθεστώτος· πρόκειται για το επιχείρημα a contrario που προαναφέρθηκε (παράγραφος 13)
—
η παραπομπή στο άρθρο 15, παράγραφος 6, στοιχείο δ, είναι άσκοπη, επειδή, κατά την κρίσιμη περίοδο, η εφαρμογή του άρθρου αυτού μόλις είχε ακριβώς καταστεί ελαστικότερη, χάρη στον κανονισμό 3578/82 (βλέπε ανωτέρω παράγραφο 4), και είχε καταργηθεί το ανώτατο όριο κατ' αίτηση·στο πλαίσιο αυτό η Επιτροπή είχε μόνο την εξουσία να προβεί σε αναλογική μείωση
—
η ( αναλογική μείωση σημαίνει γενική μείωση, σε αντίθεση προς τη μείωση των ατομικών αιτήσεων, για παράδειγμα όλων εκείνων _ που υπερβαίνουν τη διαθέσιμη συνολική ποσότητα· η προσφεύγουσα υπογραμμίζει τη διαφορά που υφίσταται μεταξύ των γενικών αναλογικών μειώσεων, αφενός, για τις οποίες η Επιτροπή είναι αρμόδια, και, αφετέρου, των ατομικών μειώσεων για τις οποίες είναι αναρμόδια· η άποψη αυτή υποστηρίζεται και με την παρέμβαση της Ολλανδικής Κυβερνήσεως.
Όσον αφορά τα απαράδεκτα αποτελέσματα στα οποία αναφέρεται η καθής, που συνίστανται, πρώτον, σε διάκριση σε βάρος των μικρεμπόρων και, δεύτερον, σε στρεβλώσεις του εμπορίου, η προσφεύγουσα αναφέρει τα εξής: ο φόβος διακρίσεων σε βάρος των μικρότερων είναι αβάσιμος, δεδομένου ότι οι εγγυήσεις ( που πρέπει να συσταθούν για τις αιτήσεις για υπερβολικές ποσότητες) δεν στοιχίζουν πολύ. Ως προς τις στρεβλώσεις του εμπορίου — στοιχείο που πρέπει, μάλλον, να εξεταστεί, κατά τη γνώμη μου, κατά την επακολουθούσα εξέταση της αρχής της ισότητας — η προσφεύγουσα αναφέρει ότι η ερμηνεία που υποστηρίζεται από την καθής είναι αυτή που καταλήγει στην απαράδεκτη ανισότητα, που δημιουργείται μεταξύ των επιχειρήσεων οι οποίες, όπως η προσφεύγουσα, καταθέτουν ανοιχτά και έντιμα αίτηση για υπερβολική ποσότητα, αφενός, και εκείνων που, όπως συνέβη για παράδειγμα στη Μεγάλη Βρετανία, κατά την προσφεύγουσα, υποβάλλουν 300 συνολικά αιτήσεις για 4617 τόνους η καθεμιά χρησιμοποιώντας 299 αχυρανθρώπους.
Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, η καθής απάντησε στο σημείο αυτό ότι η καταστρατήγηση της διαδικασίας καταθέσεως των αιτήσεων με την κατάθεση αιτήσεων για σαφώς υπερβολικές ποσότητες μπορούσε να διαπιστωθεί και να αντιμετωπιστεί ευκολότερα από την καταστρατήγηση που συνίσταται στην κατάθεση πολυάριθμων αιτήσεων μέσω αχυρανθρώπων. Στην Επιτροπή απόκειται η καταπολέμηση της καταστρατηγήσεως των διαδικασιών, στο μέτρο του δυνατού. Το ζήτημα αν ορισμένες μορφές καταστρατηγήσεως αντιμετωπίζονται γρηγορότερα ή ευκολότερα αποτελεί ένα απλό πραγματικό δεδομένο. Στο σημείο αυτό θα επανέλθω κατά την εξέταση του επιχειρήματος της προσφεύγουσας σχετικά με την ισότητα.
16.
Η εξέταση του ζητήματος της αρμοδιότητας άπτεται της εξετάσεως του ζητήματος αν το προσβαλλόμενο εδάφιο έπρεπε να αιτιολογηθεί ρητά και αν εθίγη με αυτό η δικαιολογημένη εμπιστοσύνη της προσφεύγουσας. Η απάντηση στα τρία αυτά ερωτήματα εξαρτάται, κατά τη γνώμη μου, από την απάντηση που θα δοθεί στο εξής ερώτημα: μπορούσε η Επιτροπή να διευκρινίσει, στο προσβαλλόμενο δεύτερο εδάφιο και σε χρονικό σημείο κατά το οποίο είχαν ήδη κατατεθεί όλες οι αιτήσεις, ότι καθεμιά από τις αιτήσεις θα ελαμβάνετο υπόψη μόνο εντός του ορίου της συνολικής διαθέσιμης ποσότητας των 4617 τόνων;
Χρησιμοποίησα το ρήμα «διευκρινίσει» για να δείξω ότι πρόκειται για επιβεβαίωση προφανούς γεγονότος. Αν η Επιτροπή υπερέβη τα όρια αυτής της διευκρινίσεως, η προβληματική αλλάζει.
Εφόσον το Δικαστήριο θεωρεί ότι ο περιορισμός των αιτήσεων στη διαθέσιμη ποσότητα απορρέει λογικά και άμεσα από τον σκοπό ή το σύστημα του συνόλου του καθεστώτος των αιτήσεων, η προσφεύγουσα δεν μπορούσε εύλογα να πιστέψει ότι η αίτηση της θα ελαμβάνετο υπόψη πέραν της συνολικής διαθέσιμης ποσότητας. Η νομική κοινοτική αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης προστατεύει από απρόβλεπτες τροποποιήσεις των εννόμων καταστάσεων, όχι όμως και από εσφαλμένες εκτιμήσεις σταθερών νομικών καταστάσεων. Εξάλλου, η εκτίμηση συγκεκριμένης νομικής καταστάσεως δεν συνιστά απλώς υποκειμενικό ζήτημα: προστατεύεται μόνο η εμπιστοσύνη που μπορούσε εύλογα να έχει το υποκείμενο δικαίου. Σ' αυτό προστίθεται το γεγονός ότι η εμπιστοσύνη, ακόμη και αν είναι δικαιολογημένη, δημιουργήθηκε εν προκειμένω με δήλωση της οποίας το περιεχόμενο αμφισβητήθηκε και προς την οποία αντιφάσκουν τα νομοτύπως τηρηθέντα πρακτικά της συνεδριάσεως της επιτροπής διαχειρίσεως και στην οποία προέβη τηλεφωνικά υπάλληλος της Επιτροπής ( 47 ) προς άλλα πρόσωπα και όχι προς την προσφεύγουσα: για τους λόγους αυτούς δεν μπορεί να αντιταχθεί στην Επιτροπή η εμπιστοσύνη που φέρεται δημιουργηθείσα.
17.
Θα καταλήξω στη συνέχεια στην απάντηση επί του ερωτήματος που μόλις διατυπώθηκε. Αφετηρία εν προκειμένω αποτελεί ο σκοπός του καθεστώτος αιτήσεων και μειώσεως των αιτουμένων ποσοτήτων, δηλαδή η κατανομή της διαθέσιμης ποσότητας μεταξύ των ενδιαφερομένων, σε περίπτωση υπερβάσεως της ποσοστώσεως. Από τη δεύτερη σκέψη του προοιμίου του κανονισμού 2957/79 του Συμβουλίου, που προαναφέρθηκε στην παράγραφο 2 ανωτέρω ( « να διασφαλιστεί ... η ίση πρόσβαση ... όλων των ενδιαφερομένων εισαγωγέων της Κοινότητας στην ποσόστωση » ), προκύπτει ότι αυτός είναι ο σκοπός.
Στο πλαίσιο αυτό θεωρώ ότι η επιχείρηση που υποβάλλει αίτηση για ποσότητα που υπερβαίνει πολλαπλασίως τη συνολική ποσότητα που είναι διαθέσιμη για το σύνολο της Κοινότητας δεν ενεργεί καλοπίστως ή, τουλάχιστον, δεν προβαίνει σε ενέργεια που μπορεί να θεμελιώσει δικαιολογημένη εμπιστοσύνη ( 48 ). Η αίτηση για υπερβολική ποσότητα δεν μπορεί, πράγματι, παρά να υποβλήθηκε με μόνη πρόθεση τη νόθευση, προς όφελος της, της αναλογικής μειώσεως των διαφόρων αιτήσεων που πραγματοποιήθηκε μεταγενέστερα από την Επιτροπή. Αν επιτρεπόταν αυτή η πρακτική, μια αίτηση που, για παράδειγμα, υπερβαίνει χίλιες φορές τη διαθέσιμη ποσότητα θα αρκούσε, σε περίπτωση « κανονικής » συμπεριφοράς των λοιπών αιτούντων, για να απορροφήσει σχεδόν ολόκληρη τη διαθέσιμη ποσότητα. Η ίδια η προσφεύγουσα παρατηρεί (παράγραφος 14 ανωτέρω) ότι τα έξοδα της τραπεζικής ή της απλής εγγυήσεως δεν συνιστούν εμπόδιο για τέτοιες ενέργειες. Όλες οι άλλες « κανονικές » αιτήσεις δεν θα είχαν τότε σχεδόν κανένα αποτέλεσμα. Η λογική αντίδραση που θα πρέπει να αναμένε,ται εκ μέρους των « κανονικών » αιτούντων, που δεν θα ικανοποιούνταν, θα ήταν να μιμηθούν, στην επόμενη ευκαιρία, τη συμπεριφορά της προσφεύγουσας. Το εν γένει καθεστώς θα καθίστατο έτσι ένα είδος πόκερ και θα κατέρρεε εντελώς. Αυτές^ οι σκέψεις δείχνουν, κατά τη γνώμη μου, ότι το ότι λαμβάνονται υπόψη οι ατομικές αιτήσεις μέχρι τη συνολική διαθέσιμη ποσότητα, προκειμένου να μειωθούν μεταγενέστερα, προκύπτει από τη φύση των πραγμάτων και^ ότι η προσφεύγουσα δεν μπορούσε ευλόγως να αναμένει διαφορετικό τρόπο ενέργειας εκ μέρους των κοινοτικών αρχών.
Βάσει των εγγράφων στοιχείων, θεωρώ ότι η ανωτέρω άποψη μπορούσε να αμφισβητηθεί για ένα μόνο λόγο, δηλαδή με τον ισχυρισμό της προσφεύγουσας ότι σε άλλους κανονισμούς και καθεστώτα εμπίπτοντα στην κοινή γεωργική πολιτική ήταν συνήθης και επιτρεπτή η « υπερβολή » ή η κατάθεση « αιτήσεων για υπερβολικές ποσότητες». Η προσφεύγουσα, στη γραπτή της απάντηση ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν κατόρθωσε, ωστόσο, να στηρίξει αυτόν τον ισχυρισμό με συγκεκριμένα παραδείγματα από άλλους τομείς. Συμπεραίνω, κατά^ συνέπεια, ότι δεν αποδείχθηκε ότι η Επιτροπή, με το προσβαλλόμενο δεύτερο εδάφιο, έπραξε κάτι διαφορετικό από το να διευκρινίσει κάτι προφανές. Ήταν αναμφισβήτητα αρμόδια να ενεργήσει έτσι, χωρίς να απαιτείται άλλη δικαιολογία, εκτός από αυτήν που προκύπτει από τη φύση των πραγμάτων, και χωρίς διαβουλεύσεις με την επιτροπή διαχειρίσεως.
Στο σημείο αυτό πρέπει να παρατηρηθεί το εξής. Δεν νομίζω ότι από την κατάργηση το 1982 του ανωτάτου ορίου του 10 ο/ο της διαθέσιμης ποσότητας (βλ. παράγραφος 4, ανωτέρω) μπορεί να συναχθεί ότι αυτή είχε ως συνέπεια την κατάργηση του — προφανούς — ορίου του 100 ο/ο. Η κατάργηση του σχετικά χαμηλού αυτού ανωτάτου ορίου του 10 ο/ο είχε ως σκοπό την αντιμετώπιση της διαπιστωθείσας απουσίας αιτήσεων. Με τον τρόπο αυτό η Επιτροπή ουδόλως σκόπευε να καταργήσει εντελώς το καθεστώς των πιστοποιητικών. Πρέπει, επομένως, κατά τη γνώμη μου, να απορριφθούν τα επιχειρήματα σχετικά με την αναρμοδιότητα, την ανεπάρκεια της αιτιολογίας, την προσβολή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και την παράλειψη διαβουλεύσεως με την επιτροπή διαχειρίσεως.
Η αρχα της ισότητας
18.
Η προσφεύγουσα αναφέρει ότι, σε περίπτωση που το αμφισβητούμενο δεύτερο εδάφιο είναι έγκυρο, υφίσταται αδικαιολόγητη άνιση μεταχείριση μεταξύ, αφενός, όσων κατέθεσαν, όπως αυτή, μια μόνο αίτηση για υπερβολική ποσότητα σε ένα μόνο κράτος, η οποία τότε«περικόπτεται» μέχρι το όριο των 4617 τόνων και, αφετέρου, όσων κατέθεσαν αιτήσεις που αφορούσαν, εκάστοτε, το ανώτατο όριο στα διάφορα, έστω δώδεκα, κράτη μέλη, λαμβάνοντας τότε το δωδεκαπλάσιο.
Η καθής απαντά σ' αυτή την αιτίαση ως εξής: αναγνωρίζει ότι μετά την τροποποίηση του άρθρου 15, παράγραφος 2, στοιχείο β, του κανονισμού 2377/80 ( 49 ) με τον κανονισμό 3578/82 ( 50 ) δεν σωρεύονται πλέον οι διάφορες αιτήσεις που έχουν κατατεθεί από τον ίδιο ενδιαφερόμενο σε διαφορετικά κράτη μέλη το σύστημα αυτό, σε συνδυασμό με τον κανόνα του ανωτάτου ορίου που προβλέπεται στον προσβαλλόμενο κανονισμό, θα μπορούσε — παραδέχεται — να επιφέρει διαφορετική μεταχείριση. Η καθής προσθέτει, ωστόσο, ότι στην πράξη δεν υπήρξαν ενδείξεις για την ύπαρξη πραγματικά σοβαρών προβλημάτων, υπό τη μορφή στρεβλώσεων του εμπορίου, των οποίων θα είχε λάβει γνώση η επιτροπή διαχειρίσεως' διαφορετικά, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι θα είχε λάβει μέτρα, αιτήσει εξάλλου της επιτροπής διαχειρίσεως η καθής γενικεύει τη διαπίστωση αυτή ως εξής: « Η Επιτροπή θεωρεί ότι δεν δεσμεύεται να νομοθετεί απευθείας κάθε φορά που στη λειτουργία της οργανώσεως των αγορών πιθανολογούνται δυσχέρειες. »
Δεύτερον, κατά την καθής, η προσφεύγουσα δεν υπέστη καμιά συνέπεια από τη δυνητικά διαφορετική μεταχείριση, αφού δεν κατέθεσε αιτήσεις σε άλλα κράτη μέλη, και, επομένως, δεν έκανε χρήση υφισταμένης δυνατότητας' στηρίζεται συναφώς στις αποφάσεις Cargill κατά ONIC ( 51 ) και Welding ( 52 ), τις οποίες συνοψίζει ως εξής: «Ένας επιχειρηματίας δεν μπορεί να επικαλεστεί δυσμενή διάκριση, αν μπορούσε να την αποφύγει κάνοντας χρήση των νομίμων δυνατοτήτων που του προσφέρονταν. »
19.
Στο υπόμνημα απαντήσεως, η προσφεύγουσα καταδεικνύει — πειστικά κατά τη γνώμη μου — ότι η νομολογία σχετικά με το ζήτημα της ισότητας που αναφέρεται ως δεύτερη αιτίαση δεν ασκεί επιρροή: στις περιπτώσεις αυτές επρόκειτο για ανισότητα μεταξύ δύο δυνατών μέσων, μεταξύ των οποίων οι προσφεύγοντες μπορούσαν να επιλέξουν κατά τον χρόνο τακτοποιήσεως των υποθέσεων τους· εν προκειμένω, όταν η Επιτροπή γνωστοποίησε στην Produktschap την ερμηνεία της και όταν εξέδωσε τον προσβαλλόμενο κανονισμό, δεν υπήρχε όμως πλέον η παραμικρή δυνατότητα για την προσφεύγουσα ή τους ανταγωνιστές της να καταθέσουν αιτήσεις σε άλλα κράτη μέλη' επρόκειτο, επομένως, κατά την προσφεύγουσα, για νέα« δυσμενή διάκριση », τουλάχιστον για μια διαφορά που δημιουργήθηκε από την ίδια την επίδικη ρύθμιση.
20.
Η απάντηση στο ζήτημα αν το προσβαλλόμενο τμήμα του κανονισμού ενέχει διάκριση ασυμβίβαστη προς το κοινοτικό δίκαιο εξαρτάται από το ζήτημα αν η συμπεριφορά της προσφεύγουσας της επιτρέπει να απαιτήσει ίση μεταχείριση. Στο σημείο αυτό η προσφυγή της δεν μπορεί, κατά τη γνώμη μου, να γίνει δεκτή. Αυτή καθεαυτή σύγκριση μεταξύ του φανερού τρόπου με τον οποίο η προσφεύγουσα καταστρατηγεί το σύστημα αιτήσεως και χορηγήσεως και ο συγκεκαλυμμένος τρόπος ενέργειας που καταλογίζει σε ορισμένες επιχειρήσεις σε άλλα κράτη μέλη συνεπάγεται προβλήματα. Δεν υφίσταται κανένα δικαίωμα για ισότητα μεταχειρίσεως μεταξύ εκείνου που καταστρατηγεί ανοιχτά νομοθετικό καθεστώς στα πλαίσια του κοινοτικού δικαίου και εκείνων που πράττουν ομοίως, ενδεχομένως συγκεκαλυμμένα, κατά τρόπο δυσκολότερο να διαπιστωθεί ή να κατασταλεί. Το γεγονός ότι ο δεύτερος τύπος καταστρατηγήσεως ή καταχρήσεως δεν μπόρεσε, ενδεχομένως, να διαπιστωθεί ή να κατασταλεί ή δεν μπόρεσε να διαπιστωθεί ή να κατασταλεί αρκετά γρήγορα ή, επίσης, πρέπει να χαρακτηριστεί ως βαρύτερη κατάχρηση δεν θεμελιώνει το παραμικρό δικαίωμα της προσφεύγουσας προς επιδοκιμασία της δικής της καταστρατηγήσεως.
Παραβίαση της αρχής της ασφάλειας του δικαίου/ανεπίτρεπτη αναδρομικότητα
21.
Κατά την προσφεύγουσα και την Ολλανδική Κυβέρνηση, η ερμηνεία της Επιτροπής δεν προέκυπτε από τις διατάξεις, όπως ίσχυαν το πρώτο δεκαήμερο του Σεπτεμβρίου και, κατά συνέπεια, το κράτος μέλος, η αρμόδια για την εφαρμογή τους αρχή (η Produktschap) ή οι ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις δεν μπορούσαν να λάβουν γνώση της ερμηνείας αυτής η ερμηνεία αυτή γνωστοποιήθηκε στην Produktschap μόνο μετά την πάροδο της προθεσμίας του κανονισμού 2539/87 ( 53 ). Η Επιτροπή απαντά ότι, ενόψει του τρόπου με τον οποίο «τοποθέτησε» την προσβαλλομένη διάταξη στο σύνολο του καθεστώτος, δεν μπορεί να γίνει λόγος για παραβίαση της αρχής της ασφάλειας του δικαίου· αφού ούτε η αρμόδια επιτροπή διαχειρίσεως ούτε η Επιτροπή είχε εγκρίνει την πρακτική της καταθέσεως αιτήσων για υπερβολικές ποσότητες, δεν υπήρχε κανένας λόγος να σχηματιστεί η πεποίθηση ότι οι αιτήσεις αυτές για υπερβολικές ποσότητες θα είχαν μεγαλύτερη βαρύτητα από τις αιτήσεις που θα αφορούσαν την ανώτατη διαθέσιμη ποσότητα. Η άποψη της Επιτροπής ισοδυναμεί, επομένως, με τη διαπίστωση ότι δεν υπήρχε δικαιολογημένη εμπιστοσύνη (ούτε, επομένως, δυνατότητα προσβολής της).
Πρέπει να υπομνηστούν εν προκειμένω όσα προαναφέρθηκαν (αντίστοιχα στις παραγράφους 17 και 20) σχετικά με τον ισχυρισμό που αφορά την ισχύουσα πρακτική στο πλαίσιο άλλων γεωργικών κανονισμών και σχετικά με τα αποτελέσματα της συμπεριφοράς της προσφεύγουσας επί του καθεστώτος. Από αυτό προκύπτει ότι δεν συνέτρεχε παραβίαση της αρχής της ασφάλειας του δικαίου ούτε αναδρομικότητα, εφόσον η παρέμβαση της Επιτροπής μπορεί να θεωρηθεί ως αυτονόητη αντίδραση.
Συμπέρασμα
22.
Βάσει των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι η προσφεύγουσα δεν απέδειξε την ύπαρξη στοιχείων ικανών να επηρεάσουν το κύρος του άρθρου 1 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2806/87 της Επιτροπής, και να απορρίψει, κατά συνέπεια, την προσφυγή ακυρώσεως και να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ολλανδική.
( 1 ) Κανονισμός της 18ης Σεπτεμβρίου 1987, περί εκδόσεως πιστοποιητικών εισαγωγής για τα βόεια κρέατα εκλεκτής ποιότητας, νωπά, διατηρημένα με απλή ψύξη ή κατεψυγμένα ( ΕΕ L 268, σ. 59 ).
( 2 ) Κανονισμός της 27ης Ιουνίου 1968, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του βοείου κρέατος ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/003, σ. 72 ).
( 3 ) Κανονισμός της 20ής Δεκεμβρίου 1979, για το άνοιγμα της κοινοτικής δασμολογικής ποσοστώσεως για τα βόεια κρέατα υψηλής ποιότητας, νωπά, διατηρημένα με απλή ψύξη ή κατεψυγμένα, των διακρίσεων 02.01 Α II α και 02.01 Α II β του κοινού δασμολογίου ( ΕΕ L 336, σ.5).
( 4 ) Κανονισμός της 16ης Δεκεμβρίου 1986, για το άνοιγμα της κοινοτικής δασμολογικής ποσοστώσεως για τα κρέατα βοοειδών υψηλής ποιότητας, νωπά, διατηρημένα με απλή ψύξη ή κατεψυγμένα, των διακρίσεων 02.01 Α II α και 02.01 Α II β του κοινού δασμολογίου ( 1987 ) (EE L 365,σ.2).
( 5 ) Κανονισμός της 21ης Δεκεμβρίου 1979, περί ειδικών λεπτομερειών εφαρμογής των καθεστώτων εισαγωγής που προβλέπονται στους κανονισμούς ( ΕΟΚ ) 2957/79 και 2958/79 στον τομέα του βοείου κρέατος ( ΕΕ L 336, α 37).
( 6 ) Κανονισμός της 4ης Σεπτεμβρίου 1980, περί ειδικών λεπτομερειών εφαρμογής του καθεστώτος των πιστοποιητικών εισαγωγής και εξαγωγής στον τομέα του βοείου κρέατος ( ΕΕ ειδ. έκδ. 11/021, σ. 169 ).
( 7 ) Βλέπε ανωτέρω υποσημ. 2.
( 8 ) Βλέπε ανωτέρω υποσημ. 3.
( 9 ) Κανονισμός της 23ης Δεκεμβρίου 1982, περί τρίτης τροποποιήσεως του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 263/81 περί θεσπίσεως των λεπτομερειών εφαρμογής των καθεστώτων εισαγωγής που προβλέπονται από τους κανονισμούς (ΕΟΚ) 217/81 και 218/81 στον τομέα του βοείου κρέατος και περί έκτης τροποποιήσεως του κανονισμού 2377/80(EE L 373,σ. 59).
( 10 ) Κανονισμός της 17ης Νοεμβρίου 1987, που τροποποιεί τους κανονισμούς (ΕΟΚ) 2973/79 και 2377/80, όσον αφορά ορισμένα καθεστώτα εισαγωγής και εξαγωγής βοείου κρέατος ( ΕΕ L 327, σ. 7 ).
( 11 ) Το άρθρο 7 του κανονισμού αυτού παρέπεμπε στο άρθρο 1, παράγραφος Ι, στοιχείο δ, του Ιδιου κανονισμού, που καθόριζε την ποσόστωση για το « Hillon Beef» στο πλαίσιο της κοινοτικής ποσοστώσεως για το 1980. Για το κρίσιμο έτος 1987, το άρθρο 7 του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 3985/86 της Επιτροπής παρέπεμπε επίσης στο άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο δ, του ίδιου κανονισμού.
( 12 ) Κατά την αρχή της δεκαετίας του '80 οι ζητούμενες ποσότητες φαίνονταν ανεπαρκείς — στο σημείο αυτό οι διάδικοι συμφωνούν — έτσι ώστε οι ποσοστώσεις να μη χρησιμοποιούνται στο σύνολο τους.
( 13 ) Μετά τον κανονισμό 3434/87, υποσημ. 10 ανωτέρω.
( 14 ) Υπήρξε, προδήλως, εκ νέου μετάβαση στον τριμηνιαίο υπολογισμό.
( 15 ) Το άρθρο 12 αφορούσε το ειδικό καθεστώς εισαγωγής του κανονισμού 2972/79.
( 16 ) Μόνο η τελευταία φράση του άρθρου 15, παράγραφος 6, στοιχείο δ, τροποποιήθηκε από 1ης Ιανουαρίου 1988' αφορά την περίπτωση αιτήσεων για ποσότητες κατώτερες από τη διαθέσιμη το πρόβλημα που μας απασχολεί αφορά αιτήσεις για ποσότητες ανώτερες από τη διαθέσιμη.
( 17 ) Βλέπε ανωτέρω υποσημ. 4.
( 18 ) Κανονισμός της 23ης Δεκεμβρίου 1986, περί θεσπίσεως των λεπτομερειών εφαρμογής των καθεστώτων εισαγωγής που προβλέπονται από τους κανονισμούς 3927/86 και 3928/86 στον τομέα του βοείου κρέατος ( ΕΕ L 370, σ. 37 ).
( 19 ) Για τον επίσημο ορισμό, βλ. άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο δ' τόσο η Weddel όσο και η Ολλανδική Κυβέρνηση χρησιμοποιούν την ονομασία « Hilton beef ».
( 20 ) Κανονισμός της 20ής Φεβρουαρίου 1987, περί παραδόσεως πιστοποιητικών εξαγωγής για τα βόεια κρέατα υψηλής ποιότητας, νωπά, διατηρημένα με απλή ψύξη ή κατεψυγμένα ( ΕΕ L 52, σ. 12 ).
( 21 ) Στα ολλανδικά χρησιμοποιείται ο όρος « procentueel »( κατά ορισμένο ποσοστό ) στις οκτώ άλλες γλώσσες χρησιμοποιείται ο όρος « αναλογικό ».
( 22 ) Κανονισμός της 24ης Αυγούστου 1987, που αφορά τις ποσότητες κρεάτων βοοειδών υψηλής ποιότητας που μπορούν να εισαχθούν από τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής και τον Καναδά στα πλαίσια του καθεστώτος που προβλέπεται από τον κανονισμό 3928/86 ( ΕΕ L 241, σ. 6).
( 23 ) Βλέπε ανωιέρω υποσημ. 20.
( 24 ) Η Επιτροπή αναφερόταν, εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας, στο κατωτέρω υπογραμμισμένο τμήμα του άρθρου 1 του προαναφερθέντος κανονισμού, που προέβλεπε νέα προθεσμία για την κατάθεση των αιτήσεων (παράγραφος 6, ανωτέρω): «Αιτήσεις πιστοποιητικών είναι δυνατόν να υποβληθούν σύμφωνα με το άρθρο 12 ... κατά τη διάρκεια των δέκα πρώτων ημερών του Σεπτεμβρίου ... για συνολική ποσότητα 4617 τόνων βοείου κρέατος προελεύσεως Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής και Καναδά. »
( 25 ) Για περισσότερες λεπτομέρειες σχετικά με αυτό το ζήτημα, βλέπε κατωτέρω παράγραφο 17.
( 26 ) Διαμαρτυρία της 30ής Σεπτεμβρίου 1987, που κοινοποιήθηκε αιτήσει του Δικαστηρίου.
( 27 ) Απόφαση της 25ης Μαρτίου 1982, Moksel κατά Επιτροπής ( 45/81, Συλλογή 1982, σ. 1129 ).
( 28 ) Απόφαση της 29ης Ιανουαρίου 1985, Binderer κατά Επιτροπής ( 147/83, Συλλογή 1985, σ. 257 )
( 29 ) Απόφαση της 24ης Φεβρουαρίου 1987, Deutz κατά Συμβουλίου ( 26/86, Συλλογή 1987, σ. 941 ).
( 30 ) Απόφαση της 13ης Μαίου 1971 (41/70, 42/70, 43/70 και 44/70, Jurisp. 1971, σ. 411).
( 31 ) Απόφαση της 21ης Νοεμβρίου 1989, Usines coopcratives de déshydratation du Vexin και λοιποί κατά Επιτροπής ( 244/88, Συλλογή 1989, σ. 3811 ).
( 32 ) Απόφαση International Fruit Company, σκέψη 21 του σκεπτικού. Βλ. επίσης ήδη την απόφαση της 14ης Δεκεμβρίου 1962, Confédération nationale κατά Συμβουλίου ( 16/62 και 17/62, Jurispr. 1962, σ. 945, 960-961 ) και ιδίως τις προτάσεις του γενικού εισαγγελία Lagrange, σ. 923, ιδίως σ. 930, όπου γίνεται λόγος για «συλλογική απόφαση» που ισοδυναμεί, στην πράξη, με « σύνολο ατομικών αποφάσεων ».
( 33 ) Σκέψεις 17 και 18.
( 34 ) Απόφαση Deutz, σκέψη 8.
( 35 ) Πρβλ. απόφαση Usines coopératives de déshydratation du Vexin, σκέψη 10.
( 36 ) Το σημείο αυτό υπογραμμίστηκε στη σκέψη 12 της αποφάσεως Usines coopératives de déshydratation du Vexin και αναφέρεται επίσης σαφώς ως λόγος απαραδέκτου στις σκέψεις 16 και 17 της αποφάσεως Moksel.
( 37 ) Σκέψη 13 ( υπογράμμιση δική μου ).
( 38 ) Βλέπε ανωτέρω υποσημ. 20.
( 39 ) Βλέπε ανωτέρω υποσημ. 6.
( 40 ) Βλέπε ανωτέρω υποσημ. 4.
( 41 ) Βλέπε ανωτέρω υποσημ. 6.
( 42 ) Βλέπε ανωτέρω υποσημ. 2.
( 43 ) Βλέπε ανωτέρω υποσημ. 10.
( 44 ) Βλέπε ανωτέρω υποσημ. 6.
( 45 ) Βλέπε ανωτέρω υποσημ. 22.
( 46 ) Βλ. το απόσπασμα που αναφέρεται στην υποσημ. 24.
( 47 ) Στην απόφαση της 16ης Νοεμβρίου 1983, Thyssen κατά Επιτροπής ( 188/82, Συλλογή 1983, σ. 3721 ), το Δικαστήριο έκρινε με τη σκέψη 11, σχετικά με το επιχείρημα που αντλήθηκε από την άμεση επαφή μεταξύ των υπαλλήλων της Επιτροπής και της προσφεύγουσας: «Απορριπτέο είναι και το επιχείρημα που βασίζεται στη δήθεν υπόσχεση υπαλλήλων της Κοινότητας, αφού κανένας υπάλληλος δεν μπορεί να δεσμευθεί νομίμως ότι δεν θα εφαρμόσει το κοινοτικό δίκαιο. Συνεπώς, δεν μπορεί να έχει δημιουργηθεί δικαιολογημένη εμπιστοσύνη από τέτοια υπόσχεση, ακόμη και στην περίπτωση που η υπόσχεση αυτή έχει δοθεί. »
( 48 ) Ως προς την απαιτούμενη καλή πίστη όποιου επικαλείται τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη, παρέπεμψα ήδη στην απόφαση του Δικαστηρίου της 22ας Μαρτίου 1961, Snupat κατά Ανωτάτης Αρχής (42/59 και 49/59 Jurispr. 1961, σ. 101, 159).
( 49 ) Βλέπε ανωτέρω υποσημ. 6.
( 50 ) Βλέπε ανωτέρω υποσημ. 9.
( 51 ) Απόφαση της 29ης Σεπτεμβρίου 1977, σκέψη 19 (27/77, Jurispr. 1977, σ. 1535).
( 52 ) Απόφαση της 30ής Νοεμβρίου 1978, σκέψη 8 ( 87/78, Jurispr. 1978, σ. 2457 ).
( 53 ) Βλέπε ανωτέρω υποσημ. 22.
Full & Egal Universal Law Academy