Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Α - Τα πραγματικά περιστατικά
1. Στην υπόθεση που μας απασχολεί σήμερα ανακύπτει εκ νέου το ενίοτε δυσχερές ζήτημα του τρόπου εφαρμογής των αρχών του κοινοτικού δικαίου έναντι των τρίτων κρατών.
2. Κατά τη δεκαετία του '80, η Ιταλική Δημοκρατία, παρεμβαίνουσα στην παρούσα δίκη, αντιμετώπισε ορισμένες δυσχέρειες στις εμπορικές της σχέσεις με την Αλγερία, η οποία ανέθετε τη μεταφορά φορτίων επί τακτικών γραμμών μεταξύ Ιταλίας και Αλγερίας σε μεγάλο ποσοστό σε αλγερινά πλοία. Η ιταλική συμμετοχή στις μεταφορές επί τακτικών γραμμών είχε μειωθεί εκείνη την εποχή από 40 % σε 12 % περίπου του όγκου των φορτίων.
3. Τον Ιούλιο 1985 η Ιταλική Δημοκρατία ενημέρωσε τα λοιπά κράτη μέλη και την Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (την προσφεύγουσα) για τις δυσχέρειες αυτές. Η Κοινότητα και τα κράτη μέλη προέβησαν σε διπλωματικό διάβημα τον Οκτώβριο 1985, που δεν είχε όμως πρακτικό αποτέλεσμα.
4. Στις 17 Μαρτίου 1987 η ιταλική κυβέρνηση διαβίβασε στην Επιτροπή τη συμφωνία περί θαλασσίων μεταφορών και ναυσιπλοΐας που είχε συνάψει με τη Λαϊκή Δημοκρατία της Αλγερίας και η οποία είχε μονογραφηθεί στις 30 Ιανουαρίου 1987 και υπογραφεί στις 28 Φεβρουαρίου 1987 (1).
5. Η ενέργεια αυτή θεωρήθηκε από τα κοινοτικά όργανα ως ενημέρωση κατά το άρθρο 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 4055/86 του Συμβουλίου, για την εφαρμογή της αρχής της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών στον τομέα των θαλάσσιων μεταφορών μεταξύ κρατών μελών και μεταξύ κρατών μελών και τρίτων χωρών (2), που τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 1987.
6. Στις 6 Ιουλίου 1987 η Επιτροπή υπέβαλε στο καθού Συμβούλιο πρόταση αποφάσεως βάσει του άρθρου 6, παράγραφος 2, του κανονισμού 4055/86. Κατά την πρόταση αυτή θα επιτρεπόταν στην Ιταλία να επικυρώσει τη συμφωνία που είχε διαπραγματευθεί με την Αλγερία, υπό τον όρο:
- ότι η Ιταλία θα προσχωρούσε το συντομότερο δυνατό στη σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για τον κώδικα συμπεριφοράς των ναυτιλιακών διασκέψεων τακτικών γραμμών
- ότι οι προβλεπόμενοι στη συμφωνία διακανονισμοί για τον καταμερισμό των φορτίων θα ευθυγραμμίζονταν προς το κοινοτικό δίκαιο
- ότι οι διακανονισμοί για τον καταμερισμό των φορτίων θα έπαυαν να παράγουν αποτελέσματα, μόλις άρχιζε η εφαρμογή του κώδικα συμπεριφοράς στις μεταφορές μεταξύ Ιταλίας και Αλγερίας, το αργότερο δε μετά την πάροδο τριετίας από την έκδοση της αποφάσεως.
7. Στις 17 Σεπτεμβρίου 1987 το Συμβούλιο εξέδωσε ομόφωνα την προσβαλλόμενη απόφαση για τις θαλάσσιες μεταφορές μεταξύ Ιταλίας και Αλγερίας (3), με την οποία επέτρεπε στην Ιταλική Δημοκρατία να επικυρώσει τη συμφωνία με την Αλγερία, "υπό τον όρο ότι (nell' intesa cheessa - sofern italien) η Ιταλία".
- θα λάβει τα αναγκαία μέτρα για να προσχωρήσει το συντομότερο δυνατό στον κώδικα συμπεριφοράς
- θα υπενθυμίσει στην Αλγερία ότι οι διατάξεις της συμφωνίας θα εφαρμοστούν σύμφωνα με την κοινοτική νομοθεσία.
8. Εν τω μεταξύ η Αλγερία είχε επικυρώσει τον κώδικα συμπεριφοράς, ο οποίος άρχισε να ισχύει για το κράτος αυτό στις 12 Ιουνίου 1987. Η Ιταλία κίνησε την κοινοβουλευτική διαδικασία επικυρώσεως του κώδικα και της συμφωνίας, η οποία όμως δεν είχε ακόμη περατωθεί μέχρι την προφορική διαδικασία.
9. Η προσφεύγουσα θεωρεί ότι το καθού, εκδίδοντας την απόφαση, παρέβη τα άρθρα 5 και 6 του κανονισμού 4055/86, καθώς και το άρθρο 7 της Συνθήκης ΕΟΚ. Ισχυρίζεται, επιπλέον, ότι συντρέχει παράβαση ουσιωδών τύπων.
10. Για τους λόγους αυτούς η προσφεύγουσα ζητεί από το Δικαστήριο να ακυρώσει την επίδικη απόφαση.
11. Το καθού και η παρεμβαίνουσα ζητούν από το Δικαστήριο να απορρίψει την προσφυγή. Θεωρούν ότι η απόφαση είναι νόμιμη.
12. Διατυπώνοντας τη γνώμη μου θα εξετάσω το περιεχόμενο της συμφωνίας, τις λεπτομέρειες της προτάσεως αποφάσεως, καθώς και τα επιχειρήματα των διαδίκων. Κατά τα λοιπά παραπέμπω στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση.
Β - Η γνώμη μου επί της υποθέσεως
Επί του παραδεκτού
13. Το παραδεκτό της προσφυγής δεν μπορεί να αμφισβητηθεί σοβαρά. Θα καταδείξω βέβαια, εξετάζοντας τη βασιμότητα της προσφυγής, ότι η παρεμβαίνουσα υπέχει τις ίδιες κοινοτικές υποχρεώσεις, τόσο στην περίπτωση που γίνει δεκτή η προσφυγή, όσο και στην αντίθετη περίπτωση. Οι κοινοτικές υποχρεώσεις της παρεμβαίνουσας επηρεάζονται μόνο έμμεσα από την παρούσα δίκη, η οποία αφορά άμεσα τη νομιμότητα μιας αποφάσεως του καθού, την οποία η προσφεύγουσα μπορεί να υποβάλει στον έλεγχο του Δικαστηρίου χωρίς να αποδείξει ότι έχει ειδικό έννομο συμφέρον (4).
Ως προς την αρμοδιότητα των κρατών μελών να συνάπτουν συμφωνίες διεθνούς δικαίου για τις θαλάσσιες μεταφορές
14. Στην αιτιολογική έκθεση της προτάσεως που προηγήθηκε της επίδικης απόφασης, η προσφεύγουσα ανέφερε ότι, σε περίπτωση συνάψεως διακανονισμού για τον καταμερισμό των φορτίων, η διαπραγμάτευση και η σύναψη της σχετικής συμβάσεως εμπίπτουν στην πραγματικότητα στις αρμοδιότητες της Κοινότητας. Η προσφεύγουσα υποστήριξε τη βασική της αυτή άποψη και κατά την προφορική διαδικασία, διευκρίνισε όμως ότι υπό ορισμένες προϋποθέσεις, ιδίως όταν έχει ήδη προηγηθεί η διαπραγμάτευση της διεθνούς συμφωνίας και για την επικύρωσή της απαιτούνται μόνο ορισμένες τροποποιήσεις, μπορεί να επιτραπεί στο κράτος μέλος να συνάψει τη συμφωνία.
15. Μολονότι η προσφεύγουσα δεν εμβάθυνε περισσότερο στο σημείο αυτό, θεωρώ αναγκαίο να το εξετάσω, επειδή η οριοθέτηση των αρμοδιοτήτων μεταξύ της Κοινότητας αφενός και των κρατών μελών αφετέρου, όσον αφορά ιδίως τις διεθνείς δεσμεύσεις, οι οποίες μπορούν να αναληφθούν έναντι τρίτων κρατών και δεν μπορούν επομένως να καταργηθούν μονομερώς, έχουν ιδιαίτερη σημασία για τη συνταγματική τάξη της Κοινότητας.
16. Ως γνωστό, το Συμβούλιο εξέδωσε στις 22 Δεκεμβρίου 1986 διάφορες νομικές πράξεις για τις θαλάσσιες μεταφορές: τον κανονισμό 4055/86 για την εφαρμογή της αρχής της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών στον τομέα των θαλάσσιων μεταφορών μεταξύ κρατών μελών και μεταξύ κρατών μελών και τρίτων χωρών, τον κανονισμό 4056/86 για τον καθορισμό του τρόπου εφαρμογής των άρθρων 85 και 86 της Συνθήκης στις θαλάσσιες μεταφορές, τον κανονισμό 4057/86 για τις αθέμιτες πρακτικές καθορισμού ναύλων κατά τις θαλάσσιες μεταφορές και τον κανονισμό 4058/86 για την ανάληψη συντονισμένων ενεργειών προκειμένου να εξασφαλιστεί η ελεύθερη πρόσβαση στις υπερωκεάνειες μεταφορές φορτίων (5).
17. Η Κοινότητα επομένως έχει ρυθμίσει και τη θαλάσσια ναυσιπλοΐα. Αυτό έχει ως συνέπεια, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, ότι τα κράτη μέλη δεν δικαιούνται πλέον να αναλαμβάνουν είτε ατομικά είτε συλλογικά έναντι τρίτων κρατών δεσμεύσεις αντίθετες προς τις ρυθμίσεις αυτές.
18. Στο μέτρο κατά το οποίο επεκτείνεται η κοινοτική νομοθεσία, μόνον η Κοινότητα μπορεί να αναλαμβάνει και να εκπληρώνει σε όλο το πεδίο εφαρμογής της κοινοτικής έννομης τάξης συμβατικές δεσμεύσεις έναντι τρίτων κρατών (6). Η ρύθμιση που ισχύει για τα ενδοκοινοτικά μέτρα δεν μπορεί, επομένως, να διαχωριστεί από την ισχύουσα για τις εξωτερικές σχέσεις.
19. Ωστόσο, αυτή η κατανομή των αρμοδιοτήτων, όπως τονίστηκε και στην προαναφερθείσα υπόθεση της 31ης Μαρτίου 1971 (7), είναι υποχρεωτική μόνο προκειμένου για διαπραγματεύσεις που άρχισαν μετά τη μεταβίβαση της σχετικής αρμοδιότητας στην Κοινότητα βάσει της ίδιας της Συνθήκης ή διατάξεων των κοινοτικών οργάνων. Στο σημείο αυτό πρέπει να υπογραμμιστεί ότι οι διαπραγματεύσεις μεταξύ Ιταλίας και Αλγερίας διεξήχθησαν κατά βάση πριν από την 1η Ιανουαρίου 1987, ημερομηνία ενάρξεως της ισχύος του κανονισμού 4055/86. Η κατανομή, επομένως, των αρμοδιοτήτων μεταξύ της Κοινότητας και των κρατών μελών επέτρεπε ακόμη, καταρχήν, τη σύναψη συμβάσεως από την Ιταλία.
20. Υπέρ του συμπεράσματος αυτού συνηγορεί και το γεγονός ότι, σύμφωνα με το άρθρο 2 του κανονισμού 4055/86, οι μονομερείς εθνικοί περιορισμοί που ίσχυαν πριν από την 1η Ιουλίου 1986 πρέπει να καταργηθούν, και μάλιστα, όσον αφορά τις θαλάσσιες μεταφορές προς και από τις τρίτες χώρες, το αργότερο μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 1991 ή την 1η Ιανουαρίου 1993. Κατά το μηχανισμό αυτό, που μπορεί να εφαρμοστεί αναλογικά εν προκειμένω, επειδή οι διαπραγματεύσεις μεταξύ Ιταλίας και Αλγερίας είχαν αρχίσει ήδη πριν από την 1η Ιανουαρίου 1987, οι κοινοτικές ρυθμίσεις στον τομέα των θαλάσσιων μεταφορών προς και από τις τρίτες χώρες δεν απαιτείται να εφαρμοστούν αμέσως, αλλά μπορούν να εφαρμοστούν σταδιακά.
21. Το συμπέρασμα αυτό επιρρωνύεται, τέλος, και από τη σύγκριση με τον κανονισμό 4056/86, που εκδόθηκε επίσης στις 22 Δεκεμβρίου 1986 και αφορά τον καθορισμό του τρόπου εφαρμογής των άρθρων 85 και 86 της Συνθήκης στις θαλάσσιες μεταφορές. Ο κανονισμός αυτός, ο οποίος ισχύει εξ ολοκλήρου από την 1η Ιουλίου 1987, προβλέπει στο άρθρο 9, παράγραφος 2, για την περίπτωση συγκρούσεως κανόνων διεθνούς δικαίου, τη δυνατότητα συνάψεως συμφωνιών με τα τρίτα κράτη και ρυθμίζει τη διαδικασία των διαπραγματεύσεων με πρότυπο τη διαδικασία του άρθρου 113 της Συνθήκης ΕΟΚ. Από αυτό μπορούν να συναχθούν τα σχετικά συμπεράσματα για τη σύναψη κοινοτικών συμφωνιών.
22. Αλλιώς έχουν όμως τα πράγματα στην περίπτωση του άρθρου 6, παράγραφος 2, του κανονισμού 4055/86, η διατύπωση του οποίου είναι ελαστικότερη και ανταποκρίνεται έτσι στην εν μέρει σταδιακή μόνο εφαρμογή του περιεχομένου του.
23. Από τα προεκτεθέντα προκύπτει, επομένως, το συμπέρασμα ότι η Ιταλία είχε την εξουσία συνάψεως συμφωνίας για τις θαλάσσιες μεταφορές με την Αλγερία.
Ως προς την παράβαση των άρθρων 5 και 6 του κανονισμού 4055/86
24. Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται, ως προς την ουσία, ότι η ιταλοαλγερινή συμφωνία περιέχει διακανονισμό για τον καταμερισμό των φορτίων, μολονότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις, υπό τις οποίες μπορεί το καθού να επιτρέψει σε κράτος μέλος τη σύναψη διακανονισμού για τον καταμερισμό των φορτίων.
25. Αντίθετα, κατά το καθού και - μολονότι όχι τόσο σαφώς - κατά την παρεμβαίνουσα, το κύριο αντικείμενο της συμφωνίας είναι η σύσταση ναυτιλιακής διασκέψεως τακτικών γραμμών και όχι ο καθορισμός κανόνων για την κατανομή των φορτίων.
26. Το άρθρο 4 της συμφωνίας έχει ως εξής:
"Οι εφοπλιστές θα πρέπει να λάβουν τα αναγκαία μέτρα για την οργάνωση των μεταφορών και την κατανομή τους στο πλαίσιο διασκέψεως ή άλλης οργανώσεως εφοπλιστών για την καλύτερη εκμετάλλευση των γραμμών, σύμφωνα με την αρχή της κατανομής που προβλέπεται στον κώδικα συμπεριφοράς των ναυτιλιακών διασκέψεων, εξασφαλιζομένης της αμοιβαίας τηρήσεως των διεθνών δεσμεύσεων εκάστου μέρους."
27. Πρέπει να δεχτεί κανείς, συμφωνώντας με το καθού, ότι η ανωτέρω διάταξη δεν περιέχει άμεσα συμφωνία για την κατανομή των μεταφορών. Προβλέπει εντούτοις ότι οι οικείοι εφοπλιστές θα προβούν στην κατανομή αυτή στο πλαίσιο διασκέψεως ή άλλης οργανώσεως.
28. Δεν έχω ενδοιασμούς να θεωρήσω τη διάταξη αυτή ως διακανονισμό για καταμερισμό των φορτίων κατά την έννοια των άρθρων 5 και 6 του κανονισμού 4055/86. Η εκτίμηση αυτή δεν προκύπτει μεν σαφώς από την επιχειρηματολογία της προσφεύγουσας, η οποία συνάγει από το γαλλικό κείμενο του κανονισμού ("arrangement en matiere de partage des cargaisons") το συμπέρασμα ότι ο όρος "διακανονισμός για τον καταμερισμό των φορτίων" πρέπει να εκληφθεί ευρέως, έτσι ώστε να περιλαμβάνει κάθε διακανονισμό που προβλέπει ή έχει ως αποτέλεσμα την κατανομή των μεταφορών. Θεωρώ ότι αποφασιστικότερη σημασία έχει το ότι κατά το γράμμα και το πνεύμα του κανονισμού 4055/86 οι διακανονισμοί για τον καταμερισμό των φορτίων είναι κατά βάση ανεπιθύμητοι και επιτρέπονται μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Εφόσον δεν επιτρέπεται, κατά κανόνα, στα κράτη μέλη να συνάπτουν τα ίδια διακανονισμούς για τον καταμερισμό των φορτίων, δεν μπορεί να τους επιτρέπεται ούτε να ευνοούν ούτε να επιβάλλουν τη σύναψη τέτοιων διακανονισμών μεταξύ ιδιωτών.
29. Συμπεραίνοντας, θεωρώ ότι η διάταξη του άρθρου 4 της συμφωνίας συνιστά διακανονισμό για καταμερισμό φορτίων που εμπίπτει στα άρθρα 5 και 6 του κανονισμού 4055/86.
30. Αυτό πάντως δεν σημαίνει αυτόματα ότι απαγορεύεται ο διακανονισμός αυτός για τον καταμερισμό των φορτίων, αφού, κατά το άρθρο 6, παράγραφος 2, του κανονισμού, διακανονισμοί για καταμερισμό φορτίων μπορούν να συνάπτονται και σε μελλοντικές συμφωνίες με τρίτες χώρες, εφόσον, λόγω εξαιρετικών περιστάσεων, οι κοινοτικές ναυτιλιακές εταιρίες τακτικών γραμμών δεν θα είχαν, σε αντίθετη περίπτωση, πραγματική δυνατότητα συμμετοχής στις μεταφορές προς και από τη συγκεκριμένη τρίτη χώρα ή επαπειλείται παρόμοια κατάσταση.
31. Δεν αμφισβητείται ότι η στάση της Αλγερίας, που ανέθετε τη μεταφορά εμπορευμάτων προς την Αλγερία σε πλοία που φέρουν τη σημαία της, είχε ως αποτέλεσμα τη σημαντική μείωση της συμμετοχής της Ιταλίας από το 40 στο 12 % του συνολικού όγκου φορτίων. Η μεταβολή αυτή του ποσοστού της συμμετοχής στις μεταφορές, που προκαλείται από τη συνειδητή συμπεριφορά τρίτου κράτους, πρέπει να θεωρείται ως εξαιρετική περίσταση, που επιτρέπεται να αντιμετωπιστεί με τα μέσα του άρθρου 6 του κανονισμού 4055/86.
32. Ενόψει του καταρχήν ανεπίτρεπτου χαρακτήρα των διακανονισμών για καταμερισμό των φορτίων, σύμφωνα με τον κανονισμό 4055/86, είναι εύλογη η άποψη της προσφεύγουσας ότι η προσφυγή στους διακανονισμούς για καταμερισμό φορτίων συνιστά το τελευταίο μέσο, όταν έχουν εξαντληθεί όλες οι άλλες δυνατότητες για να καταστεί δυνατή στις ναυτιλιακές εταιρίες η πραγματική συμμετοχή στις μεταφορές προς και από την οικεία τρίτη χώρα.
33. Ως τέτοιο μέσο που θίγει λιγότερο το κοινοτικό δίκαιο θεωρεί η προσφεύγουσα την προσχώρηση του οικείου κράτους μέλους στη σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για τον κώδικα συμπεριφοράς των ναυτιλιακών διασκέψεων τακτικών γραμμών, σύμφωνα με τον κανονισμό 954/79 του Συμβουλίου, της 15ης Μαΐου 1979 (8) την προσχώρηση αυτή επιβάλλει στα κράτη μέλη ο εν λόγω κανονισμός, καθώς και το άρθρο 5 της Συνθήκης ΕΟΚ.
34. Στο σημείο αυτό πρέπει να παρατηρηθεί ευθύς εξαρχής ότι και το άρθρο 2 του κώδικα συμπεριφοράς προβλέπει ότι η conference (ναυτιλιακή διάσκεψη) καθορίζει τα μερίδια συμμετοχής των ναυτιλιακών εταιριών που είναι μέλη της. Δεν βλέπω - ούτε προβλήθηκε σχετικό επιχείρημα - σε τι διαφέρει ο "καθορισμός των μεριδίων στις μεταφορές" από τον διακανονισμό για καταμερισμό φορτίων κατά την έννοια του κανονισμού 4055/86. Πρέπει να σημειωθεί επίσης ότι το άρθρο 4 της ιταλοαλγερινής συμφωνίας προβλέπει την οργάνωση των μεταφορών και την κατανομή τους στο πλαίσιο διασκέψεως "σύμφωνα με την αρχή της κατανομής που προβλέπεται στον κώδικα συμπεριφοράς των ναυτιλιακών διασκέψεων". Επειδή η συμφωνία παραπέμπει στον κώδικα συμπεριφοράς και ο εν λόγω κώδικας επιτρέπει τον καθορισμό των μεριδίων στις μεταφορές, δεν βλέπω γιατί η λύση των ιταλοαλγερινών προβλημάτων στα πλαίσια του κώδικα "βρίσκεται πλησιέστερα στο κοινοτικό δίκαιο" από τη λύση που προβλέπεται στη συμφωνία.
35. Η προσφεύγουσα ισχυρίστηκε μεν ότι η ρύθμιση των μεταφορών σύμφωνα με τον κώδικα συμπεριφοράς εξασφαλίζει στις ναυτιλιακές εταιρίες των άλλων κρατών μελών της Κοινότητας, βάσει του άρθρου 3 του κανονισμού 954/79, μια εύλογη συμμετοχή στον όγκο των μεταφορών που διέπονται από τη διάσκεψη, αφού το ποσοστό των φορτίων που παραχωρείται στον όμιλο των ναυτιλιακών εταιριών τακτικών γραμμών κάθε κράτους μέλους που συμμετέχει στις μεταφορές αυτές αναδιανέμεται.
36. Το γράμμα του άρθρου 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 954/79, επιτρέπει, εντούτοις, σε περίπτωση ομοφωνίας, και άλλες ρυθμίσεις. Αποφασιστική σημασία έχει, πάντως, το ότι ο κανονισμός 954/79 συνιστά καθαρά ενδοκοινοτικό δίκαιο, που δεν δεσμεύει καθόλου τα τρίτα κράτη. Επιπλέον, το περιεχόμενο του άρθρου 3 του εν λόγω κανονισμού δεν αποτελεί αντικείμενο των επιφυλάξεων που πρέπει να διατυπώνονται από τα κράτη μέλη κατά την επικύρωση του κώδικα συμπεριφοράς. Ακόμη και αν συνιστούσε αντικείμενο των επιφυλάξεων αυτών, δεν θα μπορούσε να συναχθεί από το γεγονός αυτό κατά πόσον τα τρίτα κράτη θα έπρεπε να δεχτούν ή έστω να σεβαστούν τις επιφυλάξεις αυτές.
37. Κατά τα λοιπά, η υποστηριζόμενη από την προσφεύγουσα ερμηνεία των άρθρων 5 και 6 του κανονισμού 4055/86 θα είχε ως αποτέλεσμα να επιβληθεί στα κράτη μέλη που αντιμετωπίζουν "εξαιρετικές περιπτώσεις" η υποχρέωση προσχωρήσεως στον κώδικα συμπεριφοράς. Η υποχρέωση των κρατών μελών να προσχωρήσουν στον κώδικα συμπεριφοράς θα έπαιρνε έτσι διάφορες μορφές, επειδή, αντίθετα από ό,τι υποστηρίζει η προσφεύγουσα, από τον κανονισμό 954/79 δεν συνάγεται τέτοια υποχρέωση. Αυτό προκύπτει σαφέστατα από τη σύγκριση της προτάσεως της προσφεύγουσας για την έκδοση του κανονισμού, η οποία προέβλεπε αντίστοιχη υποχρέωση καθώς και χρονοδιάγραμμα για την εκπλήρωσή της, και του κειμένου που τελικά εγκρίθηκε από το Συμβούλιο.
38. Αντίθετα, ο κανονισμός 954/79 προέβλεψε μέτρα μόνο για την περίπτωση προσχωρήσεως των κρατών μελών στον κώδικα συμπεριφοράς, δεν επέβαλε όμως υποχρέωση προσχωρήσεως.
39. Κατά την έκδοση του κανονισμού 954/79 τα κράτη μέλη πρέπει να είχαν το δικαίωμα να προσχωρήσουν στον κώδικα συμπεριφοράς, ενόψει του ότι η κοινή πολιτική στον τομέα των θαλασσίων μεταφορών δεν είχε ακόμη διαμορφωθεί. Μετά την έκδοση των πράξεων της 22ας Δεκεμβρίου 1986, που προώθησαν σημαντικά την κοινή πολιτική θαλασσίων μεταφορών, θα έπρεπε πάντως να εξεταστεί αν και κατά πόσον τα κράτη μέλη μπορούν ακόμη να προσχωρήσουν στον κώδικα συμπεριφοράς. Ενόψει των αρχών περί οριοθετήσεως των αρμοδιοτήτων της Κοινότητας και των κρατών μελών που διατυπώθηκαν στην απόφαση της 31ης Μαρτίου 1971 επί της υποθέσεως 22/70 έχω στο σημείο αυτό σοβαρές αμφιβολίες, που δεν μπορούν να διαλυθούν από το γεγονός ότι το άρθρο 48 του κώδικα συμπεριφοράς επιτρέπει μόνο σε κράτη την προσχώρηση. Στην ανάγκη, θα έπρεπε να τροποποιηθεί ο κώδικας συμπεριφοράς, ώστε να καταστεί δυνατή η προσχώρηση της Κοινότητας, είτε βάσει της απλουστευμένης διαδικασίας του άρθρου 51 είτε κατόπιν αναθεωρήσεως κατά το άρθρο 52 του κώδικα συμπεριφοράς.
40. Υπό τις συνθήκες αυτές δεν μπορεί να γίνεται λόγος για υποχρέωση προσχωρήσεως, την ύπαρξη της οποίας επικαλείται η Επιτροπή.
Ως προς την παραβίαση της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων
41. Ως προς τον επικουρικά προβαλλόμενο λόγο ακυρώσεως, ότι δηλαδή η επίδικη απόφαση συνιστά παραβίαση της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων κατά το άρθρο 7 της Συνθήκης ΕΟΚ, πρέπει καταρχάς να διαπιστωθεί ότι στο άρθρο 3 της ιταλοαλγερινής συμφωνίας γίνεται ρητά λόγος μόνο για πλοία με αλγερινή ή ιταλική σημαία. Το άρθρο 3 βέβαια διευκρινίζει επίσης ότι οι διατάξεις του δεν θίγουν τα δικαιώματα των πλοίων των τρίτων κρατών σχετικά με τις μεταφορές. Κατά τα λοιπά επαφίεται στη βούληση των συμβαλλομένων μερών να ναυλώνουν πλοία τρίτων κρατών τέλος, το άρθρο 4 της συμφωνίας επιφορτίζει τις διασκέψεις με την κατανομή των μεταφορών, υπό την επιφύλαξη της αμοιβαίας τηρήσεως των διεθνών δεσμεύσεων των μερών.
42. Ενόψει των διατάξεων αυτών η παρεμβαίνουσα είναι τουλάχιστον σε θέση να εκπληρώνει κατά την εκτέλεση της συμφωνίας και τις κοινοτικές της υποχρεώσεις, στις οποίες περιλαμβάνεται ασφαλώς και η τήρηση του άρθρου 7 της Συνθήκης ΕΟΚ, όπως αυτό συγκεκριμενοποιήθηκε με το άρθρο 6, παράγραφος 4, του κανονισμού 4055/86.
43. Από την υποχρέωση που απορρέει από το άρθρο 7 της Συνθήκης ΕΟΚ συνάγεται επομένως έμμεσα η υποχρέωση τηρήσεως του περιεχομένου του άρθρου 6, παράγραφος 4, του κανονισμού, πράγμα που θα συναγόταν άμεσα, αν ακυρωνόταν η επίδικη απόφαση και η παρεμβαίνουσα βρισκόταν στην κατάσταση που περιγράφεται στο άρθρο 6, παράγραφος 3, του κανονισμού, το δε Συμβούλιο δεν είχε εκδώσει καμιά απόφαση.
44. Εφόσον ενόψει της καταστάσεως αυτής το καθού επέβαλε στην παρεμβαίνουσα με την επίδικη απόφαση την υποχρέωση να υπενθυμίσει στην Αλγερία ότι οι διατάξεις της συμφωνίας θα εφαρμόζονται σύμφωνα με την κοινοτική νομοθεσία, η χορήγηση προς την παρεμβαίνουσα άδειας επικυρώσεως της συμφωνίας δεν μπορεί να θεωρηθεί παραβίαση της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων, επειδή η απόφαση εκκινεί από την αφετηρία της σύμφωνης προς το κοινοτικό δίκαιο εφαρμογής της συμφωνίας και η εφαρμογή αυτή είναι δυνατή.
45. Στην παρεμβαίνουσα απόκειται να εφαρμόσει πράγματι τη συμφωνία σύμφωνα με το κοινοτικό δίκαιο κατά τα λοιπά, απόκειται στην προσφεύγουσα, στα πλαίσια της γενικής της αποστολής κατά το άρθρο 155 της Συνθήκης ΕΟΚ, να μεριμνήσει για την εφαρμογή της Συνθήκης, καθώς και των διατάξεων που θεσπίζονται δυνάμει αυτής από τα κοινοτικά όργανα, να επιβλέψει την εφαρμογή της συμφωνίας και, ενδεχομένως, να λάβει μέτρα κατά το άρθρο 169 της Συνθήκης ΕΟΚ.
Ως προς την παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως
46. Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι το καθού, επειδή δεν θεώρησε το άρθρο 4 της συμφωνίας ως διακανονισμό για καταμερισμό φορτίων και δεν εξέθεσε τις "εξαιρετικές περιπτώσεις", τις οποίες αντιμετώπιζε η παρεμβαίνουσα, παρέβη την υποχρέωση αιτιολογήσεως κατά το άρθρο 190 της Συνθήκης ΕΟΚ.
47. Ο λόγος αυτός δεν ευσταθεί. Το καθού αναφέρθηκε στην απόφασή του στην πρακτική της Αλγερίας, στην ενημέρωση εκ μέρους της παρεμβαίνουσας, καθώς και στην πρόταση της προσφεύγουσας. Τα ενδιαφερόμενα μέρη γνώριζαν, επομένως, ποια κατάσταση αφορούσε η απόφαση του καθού.
48. Το γεγονός ότι το καθού παρέλειψε να χαρακτηρίσει το άρθρο 4 της συμφωνίας ως διακανονισμό για καταμερισμό φορτίων δεν είναι αξιόμεμπτο. Αντικείμενο της αποφάσεως αποτελεί το περιεχόμενο του άρθρου 4. Ο νομικός του χαρακτηρισμός δεν έχει, αντίθετα, καθοριστική σημασία για την αιτιολογία της αποφάσεως, επειδή, όταν συντρέχουν εξαιρετικές περιπτώσεις, επιτρέπονται τελικά και οι διακανονισμοί για καταμερισμό φορτίων.
Ως προς την προσβολή του δικαιώματος της προσφεύγουσας προς υποβολή προτάσεων
49. Η προσφεύγουσα προσάπτει στο καθού ότι υπερέβη τα όρια του δικαιώματος τροποποιήσεως που του παρέχει το άρθρο 149, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ. Κατά την άποψή της, μολονότι το Συμβούλιο μπορεί να τροποποιεί τις προτάσεις της Επιτροπής αποφασίζοντας ομόφωνα, δεν μπορεί να εκδίδει πράξεις εκ διαμέτρου αντίθετες προς την πρόταση, όπως έπραξε εν προκειμένω.
50. Η απλή ανάγνωση της προτάσεως αποφάσεως και της αποφάσεως οδηγεί στην απόρριψη του επιχειρήματος αυτού.
51. Ο ισχυρισμός της προσφεύγουσας κατά τη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου ότι πρότεινε στο καθού αρνητική απόφαση είναι ανακριβής. Η προσφεύγουσα πρότεινε να επιτραπεί στην παρεμβαίνουσα η επικύρωση της συμφωνίας, να εξαρτηθεί όμως η επικύρωση αυτή από ορισμένες προϋποθέσεις.
52. Το καθού χορήγησε με την απόφασή του τη σχετική άδεια, αποδυνάμωσε όμως τους όρους χορηγήσεως της άδειας, αντικαθιστώντας τις "προϋποθέσεις" που είχε προτείνει η προσφεύγουσα με υποχρεώσεις.
53. Επειδή η πρόταση αποφάσεως και η απόφαση κατά βάση ταυτίζονται και οι διαπιστωθείσες αποκλίσεις αφορούν μόνο τους όρους χορηγήσεως της άδειας, δεν θεωρώ αναγκαίο στην παρούσα περίπτωση να εξετάσω το θεμελιώδες ζήτημα αν το δικαίωμα τροποποιήσεως του Συμβουλίου μπορεί να οριοθετηθεί βάσει του άρθρου 149, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ και ποια θα μπορούσε να είναι τα όρια αυτά.
Γ - Συμπέρασμα
54. Συμπεραίνοντας, προτείνω στο Δικαστήριο να αποφασίσει ως εξής:
"1) Να απορρίψει την προσφυγή.
2) Να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα, περιλαμβανομένων και των εξόδων της παρεμβαίνουσας."
(*) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.
(1) Αυτό το σχέδιο συμφωνίας θα αναφέρεται στο εξής ως "συμφωνία" χάριν συντομίας.
(2) ΕΕ 1986, L 378, σ. 1.
(3) ΕΕ 1987, L 272, σ. 37.
(4) Βλέπε την απόφαση του Δικαστηρίου της 26ης Μαρτίου 1987 στην υπόθεση 45/86, Επιτροπή κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1987, σ. 1493.
(5) ΕΕ 1986, L 378, σσ. 1, 4, 14 και 21.
(6) Απόφαση του Δικαστηρίου της 31ης Μαρτίου 1971 στην υπόθεση 22/70, Επιτροπή κατά Συμβουλίου, Slg. 1971, σ. 263, ιδίως σ. 275.
(7) 'Οπ.π., σ. 281.
(8) Κανονισμός 954/79 του Συμβουλίου, της 15ης Μαΐου 1979, περί επικυρώσεως από τα κράτη μέλη της συμβάσεως των Ηνωμένων Εθνών "περί του κώδικα συμπεριφοράς των conferences τακτικών γραμμών ή της προσχωρήσεως των κρατών μελών αυτών στη σύμβαση (ΕΕ ειδ. έκδ. 13/011, σ. 228).
Full & Egal Universal Law Academy