Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Ο Drewes, ιδιοκτήτης μικρής γεωργικής εκμεταλλεύσεως στην Κάτω Σαξωνία ζήτησε, την 1η Μαρτίου 1978 πριμοδότηση για τη μη εμπορία κατ' εφαρμογή του κανονισμού (ΕΟΚ) 1078/77 του Συμβουλίου περί θεσπίσεως συστήματος πριμοδοτήσεων για τη μη εμπορία του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων και για τη μετατροπή των αγελών βοοειδών γαλακτοκομικής κατευθύνσεως (ΟJ 1977, L 131, σ. 1). Στην αίτησή του ανέφερε ότι ο αριθμός των βοοειδών της εκμεταλλεύσεώς του ανερχόταν σε δέκα ζώα εκ των οποίων επτά ήταν γαλακτοφόρες αγελάδες. Με απόφαση της 4ης Απριλίου 1978, η Bezirksregierung Lueneburg (ανώτατη τοπική διοικητική αρχή του Lueneburg), που ήταν υπεύθυνη, επί τοπικού επιπέδου για τη λειτουργία του εν λόγω συστήματος, έκανε δεκτή την αίτηση. O Drewes δήλωσε ότι θα σταματούσε την εμπορία γάλακτος και γαλακτοκομικών προϊόντων την 1η Σεπτεμβρίου 1978, η δε τοπική διοικητική αρχή, με απόφαση της 12ης Οκτωβρίου 1978, ενέκρινε την καταβολή σ' αυτόν 4 663,63 γερμανικών μάρκων (DΜ) ως πρώτης δόσεως, ενώ το υπόλοιπο της πριμοδότησης θα του καταβαλλόταν σε δύο δόσεις, στα τέλη του τρίτου και του πέμπτου έτους εντάξεώς του στο σύστημα πριμοδοτήσεων.
Από τη δικογραφία προκύπτει ότι ο Drewes είχε προβεί, σύμφωνα με τις επιταγές της κοινοτικής νομοθεσίας, στη σήμανση και καταγραφή των επτά γαλακτοφόρων του αγελάδων και ότι μεταγενέστερα, οι αγελάδες αυτές πωλήθηκαν προς σφαγή και αντικαταστάθηκαν από άλλα ζώα. Κατά τη διάρκεια του τρίτου έτους εντάξεως του στο σύστημα ζητήθηκε από το Drewes, προκειμένου να του καταβληθεί η δεύτερη δόση της πριμοδότησης, να δηλώσει εγγράφως ότι είχε τηρήσει τους κανόνες του συστήματος. Σύμφωνα με τη δήλωση αυτή, που υπογράφηκε στις 6 Νοεμβρίου 1980 ο Drewes είχε κατά το χρόνο εκείνο στην κυριότητά του πέντε γαλακτοφόρες αγελάδες, εκ των οποίων δύο μόνο είχαν κανονικώς σημανθεί.
Από τη Διάταξη περί παραπομπής προέκυψε ότι αυτό οφειλόταν στο γεγονός ότι όταν οι υπάλληλοι του Landwirtschaftskammer (αρμόδιου γεωργικού φορέα) θέλησαν να προβούν στη σήμανση των ζώων, τρία από αυτά δεν κατέστη δυνατόν να συλληφθούν, ώστε να τεθεί στα αυτιά τους η σχετική πλακέτα ταυτότητας. Εξυπακουόταν ότι η σήμανση των ζώων θα γινόταν πριν αυτά πωληθούν, αλλά γεγονός είναι ότι, όταν τα ζώα αυτά πωλήθηκαν προς σφαγή, τον Ιανουάριο και Φεβρουάριο του 1981, δεν είχαν ακόμα σημανθεί.
Με απόφαση της 30ής Νοεμβρίου 1981, η ανωτάτη τοπική διοικητική αρχή του Lueneburg ανεκάλεσε τις προηγούμενες αποφάσεις της της 4ης Απριλίου 1978 και της 12ης Οκτωβρίου 1978 και ζήτησε από τον Drewes την επιστροφή ολόκληρης της πρώτης δόσης της πριμοδότησης, ισχυριζόμενη ότι δεν είχε συμμορφωθεί προς τους κανόνες του συστήματος που του επέβαλαν τη σήμανση του συνόλου των γαλακτοφόρων αγελάδων που είχε στην κυριότητά του καθ' όλη τη διάρκεια της εντάξεώς του στο σύστημα. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το Verwaltungsgericht (διοικητικό δικαστήριο), του Stade, ακύρωσε την απόφαση της τοπικής διοικητικής αρχής με το σκεπτικό ότι η απαίτηση της σήμανσης δεν συμπεριλαμβανόταν στις βασικές υποχρεώσεις του συστήματος, των οποίων η μη τήρηση δικαιολογούσε την επιστροφή του συνόλου των καταβληθέντων ποσών, αλλά έπρεπε να θεωρηθεί ως λεπτομέρεια σχετικά με τον έλεγχο της τήρησης των υποχρεώσεων του συστήματος, η μερική παράβαση της οποίας δεν μπορούσε να έχει άλλη συνέπεια εκτός από την κατ' αναλογία μείωση της πριμοδότησης. Το Oberverwaltungsgericht (διοικητικό εφετείο) της Κάτω Σαξωνίας και του Σλέσβιχ-Χόλσταϊν, δικάζον κατ' έφεση, έκανε δεκτή την αντίθετη άποψη, κρίνοντας ότι η απαίτηση σημάνσεως αποτελεί μέρος των κύριων υποχρεώσεων του συστήματος και ότι, κατά συνέπεια, έπρεπε να επιστραφεί εξ ολοκλήρου η καταβληθείσα πριμοδότηση.
Η υπόθεση ήχθη κατόπιν ασκήσεως "Revision" (αναιρέσεως) ενώπιον του Bundesverwaltungsgericht (ομοσπονδιακό διοικητικό δικαστήριο) το οποίο ανέστειλε τη σχετική διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο τα εξής προδικαστικά ερωτήματα:
"1) Πρέπει να ερμηνευτεί ο όρος "υποχρεώσεις" του άρθρου 11, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1078/77 του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 1977, των οποίων η μη τήρηση συνεπάγεται την επιστροφή των ήδη καταβληθεισών πριμοδοτήσεων, εφόσον πρόκειται περί πριμοδοτήσεως η για τη μη εμπορία,
α) υπό την έννοια ότι αφορά αποκλειστικά τις υποχρεώσεις (προϋποθέσεις) της πριμοδότησης για τη μη εμπορία που αναφέρονται στα άρθρα 1 και 2 του κανονισμού αυτού,
β) ή πρέπει, σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως, να ερμηνευτεί υπό την έννοια ότι περιλαμβάνει και τις λεπτομέρειες σχετικά με τον έλεγχο της τήρησης των υποχρεώσεων, λεπτομέρειες που έχουν καθοριστεί σύμφωνα με το άρθρο 7, στοιχείο e), του εν λόγω κανονισμού και διατυπωθεί με το άρθρο 7 σε συνδυασμό με το άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχείο b), του κανονισμού (ΕΟΚ) 1307/77 της Επιτροπής, της 15ης Ιουνίου 1977 και μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται, ιδίως, η σήμανση και η καταγραφή των ζώων καθώς και η έκδοση γι' αυτά καρτέλας χαρακτηριστικών;
2) Πρέπει η έκφραση "όροι" του άρθρου 8, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1307/77 της Επιτροπής, της 15ης Ιουνίου 1977, των οποίων η μη τήρηση συνεπάγεται την επιστροφή της ήδη καταβληθείσας πριμοδοτήσεως, να ερμηνευτεί υπό την έννοια ότι αφορά, στην περίπτωση πριμοδοτήσεως για τη μη εμπορία, αποκλειστικά τις υποχρεώσεις (όρους) που προβλέπονται στο άρθρο 2 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1078/77;
3) Πρέπει ο κανόνας του άρθρου 8, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1307/77 της Επιτροπής, της 15ης Ιουνίου 1977, ο οποίος θεσπίστηκε για την περίπτωση κατά την οποία "δεν αποδεικνύεται σύμφωνα με το άρθρο 7 ότι τα ζώα χρησιμοποιήθηκαν για τους σκοπούς για τους οποίους προορίζονταν", να ερμηνευτεί υπό την έννοια ότι αφορά και τις περιπτώσεις κατά τις οποίες, αφενός, μερικά ζώα ούτε σημάνθηκαν ούτε καταγράφηκαν και, αφετέρου, καμιά καρτέλα χαρακτηριστικών δεν εκδόθηκε γι' αυτά;
4) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο ερώτημα 1 b) και, αντίστοιχα, αρνητικής απαντήσεως στο ερώτημα 3):
Συμβιβάζεται το άρθρο 11, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1078/77 με την αρχή της αναλογικότητας που έχει τεθεί από το κοινοτικό δίκαιο, κατά το μέτρο που η εν λόγω διάταξη επιβάλλει την επιστροφή ολόκληρης της πριμοδοτήσεως, έστω και αν η μη σήμανση και καταγραφή μιας συγκεκριμένης δαμαλίδος που αγοράστηκε ως ζώο προς πάχυνση μετά τη χορήγηση της πριμοδότησης δεν οφείλεται σε πρόθεση, ενώ η επιστροφή αυτή επιβλήθηκε χωρίς να ήταν ανάγκη να εξεταστεί αν η τήρηση των υποχρεώσεων (όρων) του άρθρου 2 του κανονισμού αυτού αποδεικνύεται κατ' άλλον τρόπο;"
Για τη μείωση των πλεονασμάτων στην κοινοτική αγορά θεσπίστηκε με τον κανονισμό 1078/77 του Συμβουλίου ("ο κανονισμός του Συμβουλίου") ένα σύστημα πριμοδοτήσεων για τη μη εμπορία του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων καθώς και για τη μετατροπή των αγελών βοοειδών γαλακτοκομικής κατευθύνσεως για την παραγωγή κρέατος. Το άρθρο 2 του κανονισμού αυτού αφορά την πριμοδότηση για τη μη εμπορία, ενώ το άρθρο 3 την πριμοδότηση για τη μετατροπή. Δυνάμει του άρθρου 2, παράγραφος 2, του κανονισμού αυτού, η χορήγηση της πριμοδότησης για τη μη εμπορία εξαρτάται από την εκ μέρους του παραγωγού ανάληψη γραπτώς της υποχρέωσης να μην παραδίδει εξ επαχθούς ή εκ χαριστικής αιτίας ούτε γάλα ούτε γαλακτοκομικά προϊόντα της εκμετάλλευσής του για περίοδο πέντε ετών. Επιπλέον, ο παραγωγός υποχρεούται να μην επιτρέπει τη χρησιμοποίηση της εκμετάλλευσής του από τρίτους για την εκτροφή ζωικού κεφαλαίου γαλακτοπαραγωγής, και να μην εκμισθώνει τα ζώα αυτά ούτε να τα μεταβιβάζει, παρά μόνο για σφαγή ή για εξαγωγή.
Το άρθρο 2, παράγραφος 1, επιβάλλει στα κράτη μέλη την "υποχρέωση σε περίπτωση μη τηρήσεως των προβλεπόμενων υποχρεώσεων να λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για την επιστροφή των πριμοδοτήσεων που έχουν ήδη καταβληθεί". Το άρθρο 7 του ίδιου κανονισμού προβλέπει τη θέσπιση, κατά τη διαδικασία της επιτροπής διαχειρίσεως, ιδίως, των "λεπτομερειών σχετικά με τον έλεγχο της τήρησης των υποχρεώσεων που απορρέουν από τη χορήγηση της πριμοδότησης" ((στοιχείο ε) )).
Ο κανονισμός της Επιτροπής (ΕΟΚ) 1307/77 (ΟJ 1977, L 150, σ. 24) ("ο κανονισμός της Επιτροπής") θεσπίζει λεπτομερείς κανόνες σχετικά με την εφαρμογή του συστήματος των πριμοδοτήσεων. Το άρθρο του 2, παράγραφος 2, στοιχείο b), ορίζει ότι η αρμόδια αρχή, μεταξύ άλλων, "προβαίνει στη σήμανση και καταγραφή του ζωικού κεφαλαίου γαλακτοπαραγωγής της εκμετάλλευσης και εκδίδει ως προς το ζώα αυτά τις προβλεπόμενες απο το άρθρο 7 καρτέλες χαρακτηριστικών ...". Το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο b), ορίζει το "ζωικό κεφάλαιο γαλακτοπαραγωγής" ως "το σύνολο των ηλικίας έξι τουλάχιστον μηνών δαμαλίδων που είναι κατάλληλες για την παραγωγή γάλακτος προς εμπορία".
Το άρθρο 7 καθορίζει τις λεπτομέρειες σχετικά με τις καρτέλες χαρακτηριστικών. Η παράγραφός του 1 έχει ως εξής:
"Για να εξασφαλιστεί ο έλεγχος της τηρήσεως των υποχρεώσεων που απορρέουν από το σύστημα πριμοδοτήσεων, καταρτίζεται καρτέλα χαρακτηριστικών σε ένα πρωτότυπο και τουλάχιστον ένα αντίγραφο για κάθε βοοειδές που έχει σημανθεί και καταγράφει σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχείο b). To πρωτότυπο της καρτέλας προορίζεται να συνοδεύει το βοοειδές καθ' όλη την περίοδο της μη εμπορίας ή της μετατροπής και ενδεχομένως μέχρι τη σφαγή του ή την εξαγωγή του το αντίγραφο φυλάσσεται από τον οργανισμό εκδόσεως."
Κατά την παράγραφο 4 ο δικαιούχος υποχρεούται να ζητεί καρτέλα χαρακτηριστικών για κάθε βοοειδές που αναφέρεται στο άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχεία α) και b), και να τη διατηρεί καθ' όλη τη διάρκεια των υποχρεώσεων που απορρέουν από το σύστημα πριμοδοτήσεων. Σε περίπτωση μεταβολής του ιδιοκτήτη, τα στοιχεία που αφορούν το νέο ιδιοκτήτη πρέπει να καταχωρίζονται στην καρτέλα εφόσον εξακολουθούν να ισχύουν οι υποχρεώσεις που απορρέουν από το σύστημα (παράγραφος 5). Σε περίπτωση εξαγωγής οι τελωνειακές αρχές θεωρούν την καρτέλα και προβαίνουν στις αναγκαίες ενέργειες για να την αποστείλουν στον παραγωγό (παράγραφος 7). Σε περίπτωση που το ζώο σφάζεται ή αποθνήσκει κατά την εν λόγω περίοδο, η καρτέλα χαρακτηριστικών που αναφέρει την ημερομηνία της σφαγής ή του θανάτου επιστρέφεται στον παραγωγό με τη φροντίδα της αρμόδιας αρχής (παράγραφος 8). Δυνάμει του άρθρου 7, παράγραφος 9 "η σφαγή, ο θάνατος ή η εξαγωγή αποδεικνύονται μόνο αν ο δικαιούχος προσκομίσει το πρωτότυπο της καρτέλας χαρακτηριστικών που συμπληρώνεται σύμφωνα με τις παραγράφους 7 και 8".
Το άρθρο 8 του κανονισμού της Επιτροπής αφορά τη μη τήρηση των εκ του συστήματος υποχρεώσεων και την επιστροφή των πριμοδοτήσεων. Η παράγραφός του 1 έχει ως εξής:
"Αν ο παραγωγός δεν αποδεικνύει κατά τρόπο ικανοποιητικό για την αρμόδια αρχή ότι τηρεί τους όρους που προβλέπονται στο άρθρο 2 ή το άρθρο 3 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1078/77, τα κράτη μέλη λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα για την επιστροφή των ήδη καταβληθέντων ποσών της πριμοδοτήσεως."
Κατά το άρθρο 8, παράγραφος 3:
"Αν δεν αποδειχθεί σύμφωνα με το άρθρο 7, ότι τα ζώα χρησιμοποιήθηκαν για τους σκοπούς για τους οποίους προορίζονταν το δικαίωμα για πριμοδότηση χάνεται μόνο για τα ζώα για τα οποία δεν προσάγεται η απόδειξη αυτή."
Οι προαναφερθείσες διατάξεις δεν αναφέρουν ρητώς τις έννομες συνέπειες της μερικής παράλειψης σημάνσεως των αγελάδων σύμφωνα με τις επιταγές του συστήματος. Ελλείψει ρητής διατάξεως, το εθνικό δικαστήριο ερωτά αν μια τέτοια παράλλειψη σημάνσεως πρέπει να θεωρηθεί παράβαση "υποχρεώσεως" κατά το άρθρο 11, παράγραφος 1, του κανονισμού του Συμβουλίου ή η μη τήρηση "όρου" σύμφωνα με το άρθρο 8, παράγραφος 1, του κανονισμού της Επιτροπής, πράγμα που έχει ως συνέπεια, και στις δύο περιπτώσεις, την απώλεια ολόκληρης της πριμοδότησης (πρώτο και δεύτερο ερώτημα). Επικουρικώς, το εθνικό δικαστήριο ερωτά αν η παράλειψη σημάνσεως πρέπει να θεωρηθεί ως αδυναμία αποδείξεως του ότι τα ζώα χρησιμοποιήθηκαν για τους σκοπούς για τους οποίους προορίζονταν κατά την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 3, του κανονισμού της Επιτροπής, πράγμα που συνεπάγεται τη μερική απλώς απώλεια πριμοδότησης ανάλογα με την έκταση της παραλείψεως (τρίτο ερώτημα).
Το άρθρο 11, παράγραφος 1, του κανονισμού του Συμβουλίου προβλέπει την επιστροφή στα κράτη μέλη των πριμοδοτήσεων που έχουν ήδη καταβληθεί "σε περίπτωση μη τηρήσεως των προβλεπόμενων υποχρεώσεων". Το βασικό ζήτημα που τίθεται αφορά το αν η έκφραση "προβλεπόμενες υποχρεώσεις" αναφέρεται αποκλειστικά στις υποχρεώσεις που έχει αναλάβει ο εκμεταλλευόμενος μία γεωργική μονάδα, ως όρο για τη χορήγηση της πριμοδότησης, δυνάμει του άρθρου 2 ή του άρθρου 3 του κανονισμού του Συμβουλίου, ή αν η έκφραση αυτή περιλαμβάνει και όλες τις λοιπές υποχρέωσεις που προκύπτουν από τις διατάξεις του εκτελεστικού κανονισμού της Επιτροπής, ιδίως τις "λεπτομέρειες σχετικά με τον έλεγχο της τήρησης των υποχρεώσεων που απορρέουν από τη χορήγηση της πριμοδότησης" που έχουν τεθεί με το άρθρο 7, στοιχείο e), του κανονισμού αυτού.
Κατά τη γνώμη μου, το κείμενο του άρθρου 11, παράγραφος 1, συνηγορεί υπέρ της στενής ερμηνείας της εν λόγω εκφράσεως. Η αναφορά στις "υποχρεώσεις" απηχεί προφανώς τη "γραπτή υποχρέωση" του άρθρου 2, παράγραφος 2, την "υποχρέωση" του άρθρου 3, παράγραφος 2, και τις "υποχρεώσεις" του άρθρου 4, παράγραφος 1, του κανονισμού του Συμβουλίου. Εξάλλου, η έκφραση "προβλεπόμενες", εν πάση περιπτώσει στο αγγλικό και το γαλλικό κείμενο, καταδεικνύει ότι οι εν λόγω υποχρεώσεις υφίστανται ήδη και όχι ότι πρόκειται να τεθούν αργότερα με τους εκτελεστικούς κανονισμούς.
Η στενή ερμηνεία του άρθρου 11, παράγραφος 1, είναι επίσης σύμφωνη προς την οικονομία της σχετικής κοινοτικής νομοθεσίας, θεωρούμενης στο σύνολό της, και προς την αρχή της αναλογικότητας που έχει καθιερωθεί με τη νομολογία του Δικαστηρίου. 'Οπως τονίζεται στις γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν από το Συμβούλιο, την Επιτροπή, καθώς και τη γαλλική και τη γερμανική κυβέρνηση, η εν λόγω κοινοτική νομοθεσία ερείδεται στην κλασική διάκριση μεταξύ κύριων υποχρεώσεων - η τήρηση των οποίων είναι ουσιώδης για την επίτευξη των σκοπών της νομοθεσίας αυτής - και των δευτερευουσών υποχρεώσεων, οι οποίες είναι διοικητικής κυρίως φύσεως και των οποίων η παράβαση δεν θίγει τα θεμέλια της κοινοτικής νομοθεσίας. Υπό το πρίσμα αυτό, κύριες υποχρεώσεις είναι προφανώς αυτές που αναλαμβάνουν οι εκμεταλλευόμενοι γεωργικές μονάδες βάσει του άρθρου 2 ή του άρθρου 3 του κανονισμού του Συμβουλίου, ενώ η υποχρέωση σημάνσεως, η οποία δεν περιλαμβάνεται στον κανονισμό αυτό, πρέπει να θεωρηθεί ως δευτερεύουσα υποχρέωση η οποία αποσκοπεί κυρίως στην εξασφάλιση του ελέγχου της τήρησης των κυρίων υποχρεώσεων του συστήματος. Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, τελευταία με τις αποφάσεις του στην υπόθεση 181/84, Ε. D. & F. Man (Sugar) Ltd κατά Intervention Board for Agricultural Produce (Συλλογή 1985, σ. 2889) και στην υπόθεση 21/85, Maas κατά Bundesanstalt fuer landwirtschaftliche Marktordnung (Συλλογή 1986, σ. 3537), όταν μια κοινοτική ρύθμιση προβαίνει σε διάκριση μεταξύ κύριων και δευτερευουσών υποχρεώσεων, η ρύθμιση αυτή δεν μπορεί, διότι άλλως παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας, να κολάζει την παράλειψη συμμορφώσεως προς μια δευτερεύουσα υποχρέωση εξίσου αυστηρά με την παράβαση μιας κύριας υποχρεώσεως. 'Ομως, αυτό ακριβώς θα συνέβαινε, αν γινόταν δεκτό ότι η μη τήρηση της απαιτήσεως της σήμανσης εμπίπτει στο άρθρο 11, παράγραφος 1.
Εξάλλου, η ανάλυσή μου όσον αφορά το περιεχόμενο του άρθρου 11, παράγραφος 1, είναι σύμφωνη και με την απόφαση του Δικαστηρίου της 22ας Σεπτεμβρίου 1988 στην υπόθεση 199/87, Jensen κατά Landbraugsministeriet (Συλλογή 1988, σ. 5045). Στην υπόθεση αυτή, στην οποία, μεταξύ άλλων, αποφάνθηκε ως προς την ερμηνεία του άρθρου 11, παράγραφος 1, το Δικαστήριο έκρινε ότι η υποχρέωση που προβλέπει το άρθρο 2 του κανονισμού του Συμβουλίου ως προς τη μη εμπορία επί πέντε έτη του γάλακτος ή των γαλακτοκομικών προϊόντων πρέπει να θεωρηθεί ως ο ουσιώδης για τη χορήγηση της πριμοδότησης νομικός λόγος, της οποίας η παράβαση, έστω και μερική, πρέπει, οπωσδήποτε, να συνεπάγεται την επιστροφή ολόκληρης της καταβληθείσας πριμοδοτήσεως (σκέψεις 30 και 31).
Κατά συνέπεια, φρονώ ότι κατά την απάντηση που θα δοθεί στο πρώτο ερώτημα πρέπει να προκριθεί η πρώτη ερμηνεία.
Παρόμοιες σκέψεις επιβάλλουν να δοθεί αρνητική απάντηση στο δεύτερο ερώτημα. Το άρθρο 8, παράγραφος 1, του κανονισμού της Επιτροπής προβλέπει την επιστροφή όλων των ποσών που έχουν ήδη καταβληθεί σε περίπτωση που ο παραγωγός δεν αποδεικνύει ότι τηρεί "τους όρους που προβλέπονται στο άρθρο 2 ή στο άρθρο 3 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1078/77". Η διάταξη αυτή αναφέρεται αποκλειστικά στα άρθρα 2 και 3 του κανονισμού του Συμβουλίου, χωρίς να μνημονεύει καμιά άλλη υποχρέωση που να πηγάζει από το άρθρο 7 του κανονισμού αυτού ούτε, κατά μείζονα λόγο, καμιά ειδική διάταξη του κανονισμού της Επιτροπής. Εξάλλου, αν γίνει δεκτό ότι το άρθρο 8, παράγραφος 1, αφορά και τη μη τήρηση της υποχρέωσης σημάνσεως, αυτό θα έχει ως αποτέλεσμα, για άλλη μια φορά, το να κολάζεται η παράβαση μιας δευτερεύουσας υποχρεώσεως εξίσου αυστηρά με την παράβαση μιας κύριας υποχρεώσεως.
Κατά συνέπεια, δεν απομένει πλέον παρά το άρθρο 8, παράγραφος 3, του κανονισμού της Επιτροπής ως πιθανή βάση για την επιστροφή της πριμοδότησης σε περίπτωση μη τηρήσεως της υποχρέωσης σημάνσεως. Δύο είναι οι δυνατές απόψεις ως προς το περιεχόμενο της διατάξεως αυτής, οι οποίες αντιστοιχούν στις διαφορετικές ερμηνείες της φράσης "αποδειχθεί ... ότι τα ζώα χρησιμοποιήθηκαν για τους σκοπούς για τους οποίους προορίζονταν", του άρθρου 8, παράγραφος 3. Κατά την πρώτη στενότερη άποψη, η φράση αυτή παραπέμπει στο άρθρο 7, παράγραφος 9, του κανονισμού της Επιτροπής πράγμα που συνεπάγεται ότι κατ' αναλογία επιστροφή της πριμοδότησης δεν είναι δυνατή παρά μόνο στην περίπτωση κατά την οποία ο εκμεταλλευόμενος μία γεωργική μονάδα δεν μπορεί να αποδείξει, προσκομίζοντας το πρωτότυπο, δεόντως θεωρημένο, της καρτέλας χαρακτηριστικών, ότι μια αγελάδα εσφάγη ή εξήχθη, σύμφωνα με τους κανόνες του συστήματος. Κατά τη δεύτερη, ευρύτερη άποψη η χρησιμοποίηση της φράσης "για τους σκοπούς για τους οποίους (τα ζώα) προορίζονταν" σημαίνει όχι απλώς ότι αυτά χρησιμοποιήθηκαν για εξαγωγή ή σφαγή αλλά ότι, γενικότερα, χρησιμοποιήθηκαν σύμφωνα με τις απαιτήσεις του συστήματος εφόσον οι διάφορες σχετικά με την εξατομίκευση του ζώου υποχρεώσεις (σήμανση, καταγραφή και κατάρτιση καρτέλας χαρακτηριστικών) έχουν, όλες, ως αντικείμενο την απόδειξη της τήρησης των υποχρεώσεων υπό τη γενική αυτή έννοια, η μερική μη τήρηση μιας από τις υποχρεώσεις αυτές θα πρέπει απλώς να συνεπάγεται κατ' αναλογία επιστροφή σύμφωνα με το άρθρο 8, παράγραφος 3. Θα ήθελα να προσθέσω ότι η απόφαση Jensen δεν είναι απολύτως πρόσφορη εν προκειμένω, εφόσον η απόφαση αυτή, κατά το μέτρο που ενδιαφέρει την υπό κρίση διαφορά, είχε ως αντικείμενο τις συνέπειες της παράβασης μιας κύριας υποχρεώσεως του συστήματος, και συγκεκριμένα αυτής της ίδιας της υποχρεώσεως της μη εμπορίας.
Θεωρούμενα χωριστά, τόσο το κείμενο του άρθρου 8, παράγραφος 3, όσο και αυτό του άρθρου 7, φαίνονται, εκ πρώτης όψεως, να συνηγορούν υπέρ της στενής ερμηνείας. Ενώ το άρθρο 8, παράγραφος 3, παραπέμπει στο άρθρο 7 γενικώς, και όχι απλώς στο άρθρο 7, παράγραφος 9, οι μόνοι σκοποί για τους οποίους πράγματι τα ζώα "προορίζονται" στο πλαίσιο του άρθρου 7 είναι η σφαγή ή η εξαγωγή για τις οποίες γίνεται λόγος στην παράγραφο 9. Εξάλλου, το άρθρο 8, παράγραφος 3, αφορά την απώλεια της πριμοδότησης για τα ζώα "ως προς τα οποία δεν προσκομίστηκαν (οι) αποδείξεις" η μόνη αναφορά στην προσκόμιση αποδείξεως που κάνει το άρθρο 7 απαντά εκ νέου στην παράγραφο 9 του άρθρου αυτού. Επιπλέον, από τη διατύπωση του άρθρου 7, παράγραφος 1, όπου προβλέπεται η κατάρτιση καρτέλας χαρακτηριστικών "για κάθε βοοειδές που έχει σημανθεί και καταχωριθεί σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχείο b)" προκύπτει ότι η σήμανση και η καταγραφή πρέπει να έχουν γίνει πριν καν εφαρμοστεί το άρθρο 7. Επομένως, υπό το πρίσμα αυτό, η μη τήρηση της υποχρεώσεως σημάνσεως δεν μπορεί να θεωρηθεί ως έλλειψη αποδείξεως που πρέπει να προσκομιστεί "σύμφωνα με το άρθρο 7".
Ωστόσο, θεωρούμενο το άρθρο 8, παράγραφος 3, στο όλο πλέγμα της νομοθεσίας, είναι σαφές ότι δεν επιδέχεται μια τόσο στενή ερμηνεία.
Από τα άρθρα 2 και 3 του κανονισμού του Συμβουλίου προκύπτει ότι η εξαγωγή ή η σφαγή δεν αποτελούν τις μόνες χρήσεις που καθορίζονται στο πλαίσιο της σχετικής νομοθεσίας. Πράγματι, όλες οι κύριες υποχρεώσεις του συστήματος που περιλαμβάνονται στις διατάξεις αυτές - όπως η υποχρέωση της μη εκμισθώσεως των γαλακτοφόρων ζώων καθώς και της απαγόρευσης χρησιμοποιήσεως της εκμετάλλευσης για την εκτροφή γαλακτοφόρων ζώων - έχουν σχέση με τη χρησιμοποίηση των αγελάδων και τους περιορισμούς της χρησιμοποιήσεως αυτής.
Από τη νομοθεσία αυτή προκύπτει επίσης ότι οι διάφορες υποχρεώσεις, όσον αφορά την εξατομίκευση των ζώων - σήμανση, καταγραφή και κατάρτιση καρτέλας χαρακτηριστικών -, συνδέονται τόσο στενά μεταξύ τους ώστε δεν μπορούν, λογικώς, να διαχωριστούν, όσον αφορά τις συνέπειες της μη τήρησης μιας από αυτές. Στη δεύτερη από τις αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού της Επιτροπής αναφέρεται ότι η κοινή λειτουργία των υποχρεώσεων αυτών συνίσταται "στη δυνατότητα διαπιστώσεως" του αριθμού των αγελάδων ..., και ο κοινός τους σκοπός είναι "η εξασφάλιση ελέγχου καθ' όλο το διάστημα που διαρκούν οι υποχρεώσεις". Εξάλλου, από τη διατύπωση του άρθρου 7 προκύπτει σαφώς ότι η σήμανση και η καταγραφή αποτελούν προαπαιτούμενα για την κατάρτιση της καρτέλας χαρακτηριστικών, πράγμα που σημαίνει ότι η παράλειψη σημάνσεως και καταγραφής ενός ζώου συνεπάγεται αναπόφευκτα τη μη έκδοση καρτέλας χαρακτηριστικών. Ενόψει αυτής της αλληλοεξάρτησης και ταυτότητας σκοπών, θα ήταν παράλογο να προβλέπει η νομοθεσία κατ' αναλογία επιστροφή της πριμοδότησης σε περίπτωση μη προσκομίσεως αποδείξεων εξαγωγής ή σφαγής και να μην προβλέπει παρόμοιο μέτρο για τις περιπτώσεις της μη τήρησης άλλων υποχρεώσεων σχετικά με την εξατομίκευση των ζώων.
Κατά συνέπεια, φρονώ ότι στο τρίτο ερώτημα πρέπει να δοθεί καταφατική απάντηση.
Ενόψει της απαντήσεως που προτάθηκε για το πρώτο και το τρίτο ερώτημα, παρέλκει η απάντηση στο τέταρτο ερώτημα.
Κατά συνέπεια, φρονώ ότι στα ερωτήματα που υπέβαλε το Bundesverwaltungsgericht πρέπει να δοθεί η εξής απάντηση:
"1) Η έκφραση 'υποχρεώσεις' του άρθρου 11, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1078/77 του Συμβουλίου, πρέπει να ερμηνευτεί υπό την έννοια ότι αναφέρεται, όσον αφορά την περίπτωση των πριμοδοτήσεων για τη μη εμπορία, αποκλειστικά στις υποχρεώσεις (όρους) που συνδέονται με τις πριμοδοτήσεις για τη μη εμπορία, όπως προβλέπονται στα άρθρα 1 και 2 του κανονισμού αυτού.
2) Η έκφραση 'όροι' του άρθρου 8, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1307/77 της Επιτροπής πρέπει να ερμηνευτεί υπό την έννοια ότι αναφέρεται, όσον αφορά την περίπτωση των πριμοδοτήσεων για τη μη εμπορία, αποκλειστικά στις υποχρεώσεις (όρους) που προβλέπονται στο άρθρο 2 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1078/77.
3) Το άρθρο 8, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1307/77 της Επιτροπής πρέπει να ερμηνευτεί υπό την έννοια ότι καλύπτει και τις περιπτώσεις κατά τις οποίες ορισμένα ζώα δεν σημάνθηκαν ούτε καταγράφηκαν και κατά τις οποίες καμιά καρτέλα χαρακτηριστικών δεν εκδόθηκε για αυτά."
(*) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
Full & Egal Universal Law Academy