Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε πρόεδρε,
κύριοι δικαστές,
1. Οι προσφυγές που άσκησαν οι κ.κ L. G. Caturlα-Ρoch και F. de la Fuente αφορούν τον εσωτερικό διαγωνισμό αριθ.LΑ/103, τον οποίο διοργάνωσε το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο προς πλήρωση δύο θέσεων LΑ 3. Και οι δύο προσφεύγοντες ήταν υποψήφιοι για μία από αυτές τις θέσεις, δηλαδή τη θέση του προϊσταμένου του ισπανικού μεταφραστκού τμήματος. Καθώς δεν περιελήφθησαν στον πίνακα επιτυχόντων, διότι η συνολική βαθμολογία τους ήταν ανεπαρκής, υπέβαλαν διοικητική ένσταση κατά το άρθρο 90, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, στις 27 και τις 15 Απριλίου 1987, αντίστοιχα. Οι ενστάσεις αυτές απορρίφθηκαν με δύο αποφάσεις του προέδρου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου με ημερομηνία 8 Σεπτεμβριου 1987.
2. Οι προσφυγές που άσκησαν οι προσφεύγοντες στις 4 Δεκεμβρίου 1987 έχουν ως κύριο αίτημα την ακύρωση της αποφάσεως με την οποία απορρίφθηκαν οι υποψηφιότητές τους και ως επικουρικό αίτημα την ακύρωση όλων των πράξεων σχετικά με το διαγωνισμό.
Επί του κυρίου θέματος
3. Επί της ουσίας οι προσφεύγοντες ισχυρίζονται καταρχάς ότι υφίσταται παράβαση του άρθρου 5 του παραρτήματος ΙΙΙ του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως. (Στο δικόγραφο της προσφυγής αναφέρεται η έκτη παράγραφος του άρθρου αυτού, στο υπόμνημα απαντήσεως η τρίτη παράγραφος? στην πραγματικότητα πρόκειται για την πρώτη και την τρίτη παράγραφο).
4. Η πρώτη παράγραφος του άρθρου 5 προβλέπει ότι:
"αφού λάβει γνώση των φακέλων ..., η εξεταστική επιτροπή συντάσσει τον κατάλογο των υποψηφίων που πληρούν τους όρους που καθορίζονται από την προκήρυξη διαγωνισμού."
5. Σύμφωνα με την τρίτη παράγραφο:
"σε περίπτωση διαγωνισμού βάσει τίτλων, η εξεταστική επιτροπή, αφού καθορίσει τα κριτήρια βάσει των οποίων θα αξιολογήσει τους τίτλους των υποψηφίων, προβαίνει στην εξέταση των τίτλων των υποψηφίων που είναι εγγεγραμμένοι στον κατάλογο...".
6. Κατά τους προσφεύγοντες, η εξεταστική επιτροπή ήταν υποχρεωμένη να καθορίσει καταρχάς τα κριτήρια βάσει των οποίων θα αξιολογούσε τους υποψηφίους και μόνο στη συνέχεια να συντάξει τον πίνακα εκείνων που εδικαιούντο να συμμετάσχουν στο διαγωνισμό. Προκύπτει όμως σαφώς από το γράμμα των εν λόγω διατάξεων ότι η εξεταστική επιτροπή οφείλει να συντάξει καταρχάς τον πίνακα αυτό, κατόπιν να καθορίσει τα κριτήρια βάσει των οποίων θα αξιολογήσει τους τίτλους και ότι, τέλος, οφείλει να προβεί, εφαρμόζοντας τα κριτήρια αυτά, στην εκτίμηση των τίτλων, ως προς τους υποψηφίους που αναφέρονται στον πίνακα ο οποίος έχει ήδη καταρτισθεί προηγουμένως, αυτών που δικαιούνται να συμμετάσχουν στο διαγωνισμό. Ετσι από την αιτιολογημένη έκθεση της εξεταστικής επιτροπής που προσκόμισαν οι προσφεύγοντες προκύπτει ότι η επιτροπή αυτή εφάρμοσε κατά γράμμα αυτή τη διαδικασία.
7. Εντούτοις οι προσφεύγοντες αναφέρθηκαν εν προκειμένω στην απόφαση της 6ης Φεβρουαρίου 1986 (Βλάχου) (1), όπου το Δικαστήριο ακύρωσε μία απόφαση διορισμού, αφού διαπίστωσε ότι όχι μόνο τα κριτήρια βαθμολογήσεως των τίτλων είχαν καθορισθεί, αφού προηγουμένως η εξεταστική επιτροπή εξέτασε τους τίτλους αυτούς, προκειμένου να εξακριβώσει αν οι υποψήφιοι είχαν επαγγελματική πείρα τουλάχιστον έξι ετών, η οποία αποτελούσε μία από τις προϋποθέσεις για τη δυνατότητα συμμετοχής στο διαγωνισμό, αλλά ότι επιπλέον με τον τρόπο που είχαν καθοριστεί τα κριτήρια αυτά η κατάσταση της προσφεύγουσας δεν αποδιδόταν ορθώς. Πράγματι, η εξεταστική επιτροπή είχε θεωρήσει ότι η αποδεικτική αξία ορισμένων εγγράφων που είχε υποβάλει η προσφεύγουσα προς απόδειξη της διάρκειας της επαγγελματικής της πείρας δεν ήταν αναμφισβήτητη. Ετσι, καθόρισε το ελάχιστο όριο της βαθμολογίας κατά τρόπον ώστε τα έτη στα οποία αναφέρονταν τα έγγραφα αυτά να μην μπορούν να έχουν επίπτωση στην κατάταξη των υποψηφίων. Το Δικαστήριο έκρινε ότι η εξεταστική επιτροπή όφειλε είτε να αρνηθεί να λάβει υπόψη της τα έγγραφα αυτά, είτε να τα αξιολογήσει με τον ίδιο τρόπο που αξιολόγησε τους άλλους τίτλους που είχαν υποβάλει οι υποψήφιοι? καθορίζοντας όμως, αφού έλαβε προηγουμένως γνώση των τίτλων των υποψηφίων, ένα σύστημα βαθμολογήσεως της επαγγελματικής πείρας ικανό να έχει ως συνέπεια αντικειμενικά τη μειωμένη αξιολόγηση ορισμένων τίτλων που υπέβαλε ένας από τους υποψηφίους, η εξεταστική επιτροπή παραβίασε τη γενική αρχή της ίσης μεταχείρισης των συμμετεχόντων στο διαγωνισμό.
8. Θεωρώ, εντούτοις, ότι με την απόφαση αυτή το Δικαστήριο δεν υπαγόρευσε στις εξεταστικές επιτροπές να αντιστρέφουν τη σειρά με την οποία πρέπει να προβαίνουν στις πράξεις που προβλέπονται στο εν λόγω άρθρο 5, αλλά ότι θέλησε να υπογραμμίσει ότι είναι απαράδεκτο για μια εξεταστική επιτροπή να καθορίσει τα κριτήρια αξιολογήσεως των τίτλων βάσει αυτών που έχουν ήδη υποβληθεί από τους διάφορους υποψήφιους με το σκοπό να μη ληφθεί υπόψη ένα μέρος της επαγγελματικής πείρας την οποία θα μπορούσαν να επικαλεσθούν ορισμένοι υποψήφιοι.
9. Μπορεί να θεωρηθεί ότι η εξεταστική επιτροπή του διαγωνισμού LΑ/103 ενήργησε κατά παρόμοιο τρόπο; Πρώτον πρέπει να σημειωθεί ότι υπάρχει έλλειψη διαφάνειας, όσον αφορά την απόφασή της σχετικά με τη βαθμολόγηση της επαγγελματικής πείρας, διότι η εξεταστική επιτροπή αμέλησε να καθορίσει τον αριθμό των βαθμών με τον οποίο θα βαθμολογούσε κάθε έτος επαγγελματικής πείρας. Δεύτερο, η απόφαση εκπλήσσει, καθόσον η εξεταστική επιτροπή ζητούσε ελάχιστο χρόνο πείρας στον τομέα της μετάφρασης τριών μόνον ετών, ενώ επρόκειτο για θέσεις προϊσταμένου τμήματος. Τέλος ανακύπτει το ερώτημα μήπως η επιτροπή θέλησε εσκεμμένα να αποκλείσει τη δυνατότητα να ληφθεί υπόψη κάθε πείρα πέραν των δώδεκα ετών, καθορίζοντας γι' αυτήν ένα ανώτατο όριο 12 βαθμών. Ετσι, έστω και αν υποτεθεί ότι κάθε έτος πείρας αντιστοιχούσε σε ένα βαθμό, δεν μπορεί να γίνει κατανοητό το πώς ορισμένοι υποψήφιοι που είχαν πείρα 5 έως 6 ετών μόνο (αν ληφθεί ως βάση το κλιμάκιο στο οποίο κατατάχθηκαν στο βαθμό Α 5) μπόρεσαν να βαθμολογηθούν με τον τρόπο που βαθμολογήθηκαν.
10. Εάν αντίθετα η εξεταστική επιτροπή έλαβε ως βάση την μεγαλύτερη επαγγελματική πείρα που προέκυπτε από τις αιτήσεις υποψηφιότητας οι οποίες της είχαν υποβληθεί, δηλαδή τα 18 έτη, και εάν αποφάσισε να βαθμολογήσει την πείρα αυτή με το μεγαλύτερο βαθμό, δηλαδή το 12, τότε δύσκολα μπορεί να κατανοηθεί βάσει ποιας λογικής υποψήφιοι με βαθμό Α 5, κλιμάκιο 1 ή 2, βαθμολογήθηκαν με 11 ή 12 βαθμούς ενώ, με βάση αυτή την υπόθεση, κάθε έτος επαγγελματικής πείρας δεν μπορούσε να αντιστοιχεί παρά μόνο σε 0,67 βαθμούς. Τέλος, όπως και αν έχει το πράγμα, είναι εντελώς ακατανόητο το ότι ο de la Fuente βαθμολογήθηκε με 7 βαθμούς, ενώ δεν αμφισβητείται το γεγονός ότι είχε, όπως ο Caturla, πείρα 18 ετών, ο δε τελευταίος βαθμολογήθηκε με 12 βαθμούς.
11. Ετσι, ούτε είναι δυνατό να συναχθεί, εκ των υστέρων, από τη βαθμολογία που έλαβαν οι διάφοροι υποψήφιοι ένα αντικειμενικό κριτήριο το οποίο να μπορεί να είχε καθοριστική σημασία για τη βαθμολόγηση. Εάν υπήρχε ένα τέτοιο κριτήριο ασφαλώς το Κοινοβούλιο θα το είχε καταστήσει γνωστό στο Δικαστήριο κατά τη διάρκεια της διαδικασίας. Καθώς αυτό δεν συνέβη, πρέπει να συναχθεί ότι η βαθμολόγηση αυτή έγινε αυθαίρετα και ότι δεν τηρήθηκε η γενική αρχή της ίσης μεταχείρισης μεταξύ των συμμετεχόντων στο διαγωνισμό.
12. Επιβάλλεται να γίνει μία δεύτερη παρατήρηση σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο η εξεταστική επιτροπή εκπλήρωσε την υποχρέωση που είχε να καθορίσει τα κριτήρια βάσει των οποίων θα αξιολογούσε τους τίτλους των υποψηφίων (τρίτη παράγραφος του άρθρου 5 του παραρτήματος ΙΙΙ).
13. Τα κριτήρια αυτά προέβλεπαν τα εξής:
1) Εκπαίδευση πανεπιστημιακού επιπέδου ή επαγγελματική πείρα τουλάχιστον 5 ετών ισοτίμου επιπέδου: 0-10 βαθμοί
2) Ειδική επαγγελματική πείρα τουλάχιστον 3 ετών στον τομέα της μεταφράσεως: 0-12 βαθμοί
3) Γνώσεις στον τομέα της νομικής, των πολιτικών ή των οικονομικών επιστημών ή στον τομέα των θετικών επιστημών: 0-3 βαθμοί
4) Οργανωτικές ικανότητες 0-15 βαθμοί
14. Η προκήρυξη του διαγωνισμού δεν προέβλεπε έλεγχο των γνώσεων που αναφέρονται πιο πάνω στο σημείο 3. Εξάλλου, και κυρίως, ο διαγωνισμός είχε δημοσιευτεί ως διαγωνισμός αποκλειστικά βάσει τίτλων. Ομως, έλεγχος των τίτλων που υπέβαλαν οι υποψήφιοι μπορούσε να γίνει μόνο αναφορικά με τα σημεία 1 και 2, που αντιστοιχούσαν συνολικά σε 22 βαθμούς. Είναι βέβαιο ότι, όσον αφορά τα σημεία 3 και 4, η εξεταστική επιτροπή δεν προέβη σε έλεγχο τίτλων (εξάλλου πώς θα μπορούσε να το κάνει;), αλλά εξετίμησε τις γνώσεις και τις οργανωτικές ικανότητες των υποψηφίων κατά τη διάρκεια συζητήσεως 10 έως 15 λεπτών με κάθε έναν από αυτούς. Η βαθμολογία που μπορούσε να επιτευχθεί βάσει της συζητήσεως ήταν 18 βαθμοί επί συνόλου 40, ήτοι 45%.
15. Λόγω του γεγονότος αυτού η συζήτηση έλαβε το χαρακτήρα προφορικής εξέτασης, ο δε διαγωνισμός κατέστη πλέον διαγωνισμός βάσει τίτλων και εξετάσεων.
16. Επιπλέον, μία συζήτηση μέγιστης διάρκειας δεκαπέντε λεπτών, που αναφερόταν επίσης στις γνώσεις των υποψηφίων, δεν μπορούσε να παράσχει τη δυνατότητα στην εξεταστική επιτροπή να σχηματίσει αρκετά συγκεκριμένη ιδέα γιά τις οργανωτικές ικανότητές τους, έτσι ώστε να μπορέσει να τους βαθμολογήσει βάσει κλίμακας κυμαινόμενης μεταξύ 0 και 15 βαθμών, έχοντας πλήρη γνώση των προσόντων των εξεταζομένων.
17. Επομένως, οργανώνοντας τις εργασίες της με τον τρόπο αυτό, η εξεταστική επιτροπή δεν τήρησε την προκήρυξη του διαγωνισμού και διέπραξε πρόδηλο σφάλμα όσον αφορά τις μεθόδους αξιολογήσεως που χρησιμοποίησε.
18. Οι προσφεύγοντες παρατηρούν επίσης ότι η προκήρυξη του διαγωνισμού περιελάμβανε επίσης, μεταξύ των απαιτουμένων προσόντων και γνώσεων, ένα κεφάλαιο με τον τίτλο "γλωσσικές γνώσεις", το οποίο δεν ελήφθη υπόψη κατά τη βαθμολόγηση. Το καθού ισχυρίζεται επ' αυτού ότι, εν πάση περιπτώσει, η εξεταστική επιτροπή έλαβε υπόψη τις γλωσσικές γνώσεις στο πλαίσιο των κεφαλαίων "εκπαίδευση" και "επαγγελματική πείρα". Πράγματι μπορεί να θεωρηθεί ότι από την εκτίμηση των διπλωμάτων και της ειδικής επαγγελματικής πείρας στον τομέα της μετάφρασης είναι δυνατό να συναχθούν βάσιμα συμπεράσματα αναφορικά με τις γλωσσικές γνώσεις και, επομένως, δεν νομίζω ότι η εξεταστική επιτροπή διέπραξε ,επ' αυτού του σημείου, πρόδηλο σφάλμα τέτοιας φύσεως ώστε να επισύρει την ακύρωση του διαγωνισμού από το Δικαστήριο.
19. Θα ασχοληθώ τώρα με τις αιτιάσεις των υποψηφίων αναφορικά με την εφαρμογή από την εξεταστική επιτροπή των κριτηρίων που η ίδια είχε καθορίσει, όσον αφορά τα άλλα κεφάλαια εκτός της επαγγελματικής πείρας, στην οποία αναφέρθηκα ήδη.
20. Ο Caturlα παραπονείται για το ότι, παρά τις οργανωτικές του ικανότητες, οι οποίες πιστοποιούνται από το γεγονός ότι του είχε ανατεθεί η δημιουργία και οργάνωση μιας υπηρεσίας, βαθμολογήθηκε γι' αυτό με ένα μόνο βαθμό επί συνόλου δεκαπέντε.
21. Επ' αυτού θα πρέπει να παρατηρηθεί ότι η εξεταστική επιτροπή είχε στη διάθεσή της τους προσωπικούς φακέλους των υποψηφίων και ότι προκύπτει από την έκθεση κρίσεως του Caturla με ημερομηνία 20 Ιανουαρίου 1986 (δεν λαμβάνω υπόψη την έκθεση της 23ης Ιανουαρίου 1987, την οποία δεν είχαν στη διάθεσή τους τα μέλη της εξεταστικής επιτροπής) ότι ο προσφεύγων είχε λάβει για το κεφάλαιο "οργανωτικές ικανότητες" το βαθμό "καλός" (βαθμός ο οποίος επιβεβαιώνεται εξάλλου από την έκθεση κρίσεως της 23ης Ιανουαρίου 1987). Ομως η κλιμάκωση των βαθμών που προβλέπεται γι' αυτές τις εκθέσεις κρίσεως είναι η εξής: πολύ καλός - καλός - μέτριος - ανεπαρκής. Εάν μεταφερθεί αυτή η βαθμολογία σε κλίμακα από το 0 μέχρι το 15 φαίνεται ότι ο χαρακτηρισμός "καλός" θα έπρεπε να αντιστοιχεί τουλάχιστον στο μέσο όρο, δηλαδή σε 7,5 βαθμούς. Επομένως η εξεταστική επιτροπή, βασιζόμενη σε μία σύντομη προφορική συζήτηση και μη λαμβάνοντας υπόψη τη βαθμολογία που αναφερόταν στην έκθεση κρίσεως διέπραξε πρόδηλο σφάλμα εκτιμήσεως.
22. Ο de la Fuente επικαλείται, για την περίπτωσή του, την ύπαρξη των εξής στοιχείων.
23. Οσον αφορά τη βαθμολογία του βάσει των πανεπιστημιακών διπλωμάτων, θεωρεί ότι, δυνάμει της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως, θα έπρεπε να βαθμολογηθεί με 10 αντί για 8 βαθμούς.
24. Είναι βέβαιο ότι ο de la Fuente έχει πτυχίο νομικής και πτυχίο θεολογίας. Βάσει του πτυχίου νομικής θα πρέπει ασφαλώς να λάβει 6 βαθμούς. Είχε το δικαίωμα η εξεταστική επιτροπή να τον βαθμολογήσει με δύο μόνο επιπλέον βαθμούς για το πτυχίο θεολογίας; Νομίζω ότι αυτό υπάγεται στην ευχέρεια εκτιμήσεως της εξεταστικής επιτροπής, δεδομένου ότι το δίπλωμα αυτό αφορά τομέα ο οποίος δεν έχει άμεση σχέση με τις δραστηριότητες που ασκεί στο Κοινοβούλιο ο προσφεύγων.
25. Ανέφερα ήδη ότι, κατά τη γνώμη μου, η εκτίμηση από την εξεταστική επιτροπή της επαγγελματικής πείρας του de la Fuente (7 βαθμοί επί συνόλου 12) δείχνει ότι συντρέχει παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης.
26. Για τις οργανωτικές ικανότητές του ο ίδιος προσφεύγων έλαβε 5,5 βαθμούς και κατέλαβε έτσι τη δεύτερη θέση μεταξύ των ισπανών υποψηφίων. Ομως, ο de la Fuente είχε να επιδείξει σημαντική πείρα σε θέματα οργανώσεως, αποκτηθείσα κατά την οκταετία κατά την οποία εργαζόταν στις κοινωνικές και θρησκευτικές υπηρεσίες ενός ιδρύματος ασχολούμενου με ισπανούς μετανάστες στη Γερμανία, του είχε δε ανατεθεί η δημιουργία και οργάνωση της ισπανικής ομάδας του τμήματος πρακτικών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και ο συντονισμός των εργασιών της. Λαμβανομένης υπόψη της πείρας αυτής, η βαθμολόγησή του με βαθμό κατώτερο του μέσου όρου έπρεπε να αιτιολογηθεί ρητά. Ομως καμία τέτοια αιτιολογία δεν υπάρχει, ούτε στην έκθεση της εξεταστικής επιτροπής, ούτε στην απάντηση προς την ένσταση. Αιτιολογία δεν δόθηκε ούτε κατά τη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου.
27. Εξάλλου, όσον αφορά γενικότερα το πρόβλημα της αιτιολογίας, φαίνεται ότι οι προσφεύγοντες δεν έλαβαν καμία ειδοποίηση από την εξεταστική επιτροπή στην οποία να αναφέρονται οι λόγοι για τους οποίους δεν έγιναν δεκτές οι υποψηφιότητές τους. Εν πάση περιπτώσει κανένα σχετικό έγγραφο δεν περιέχεται στη δικογραφία.
28. Σε απάντηση στην ένσταση που υπέβαλαν στον πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ανακοινώθηκε και στους δύο, με πανομοιότυπη διατύπωση, ότι η εξεταστική επιτροπή είχε βασιστεί για την εκτίμηση των τίτλων τους (sic) στα ανωτέρω αναφερθέντα τέσσερα κριτήρια. Εντούτοις στο έγγραφο δεν διευκρινιζόταν ποιος ήταν ο αριθμός των βαθμών στον οποίο είχε αποφασίσει η επιτροπή ότι αντιστοιχούσε κάθε ένα από αυτά τα κριτήρια, ούτε τους βαθμούς με τους οποίους βαθμολογήθηκαν. Τους ανακοινώθηκε απλώς ότι "βαθμολογηθήκατε με λιγότερους από 24/40 βαθμούς λόγω ιδίως της βαθμολογίας σας αναφορικά με το κριτήριο 4". Είδαμε όμως πιο πάνω ότι οι βαθμοί τους οποίους έλαβαν οι προσφεύγοντες για τις οργανωτικές ικανότητες και την επαγγελματική πείρα έχουν μεγάλες αποκλίσεις.
29. Αυτή η αιτιολογία πρέπει να θεωρηθεί ως ανεπαρκής. Πράγματι, όπως έκρινε το Δικαστήριο ιδίως στην απόφαση της 26ης Νοεμβρίου 1981 (Μichel κατά Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, 195/80, Συλλογή 1981, σ. 2861),
"η υποχρέωση αιτιολογίας μιας αποφάσεως που προξενεί βλάβη έχει ως σκοπό να επιτρέψει στο Δικαστήριο να ασκήσει τον έλεγχό του επί της νομιμότητος της αποφάσεως και να παράσχει στον ενδιαφερόμενο επαρκείς ενδείξεις ώστε να γνωρίζει άν η απόφαση είναι επαρκώς αιτιολογημένη ή αν φέρει το στίγμα ελαττώματος που επιτρέπει την αμφισβήτητση της νομιμότητός του. Από αυτό προκύπτει ότι η αιτιολογία πρέπει, καταρχήν, να ανακοινώνεται στον ενδιαφερόμενο ταυτοχρόνως με την απόφαση που τον βλάπτει και ότι η έλλειψη αιτιολογίας δεν δύναται να καλυφθεί επειδή ο ενδιαφερόμενος πληροφορείται την αιτιολογία τς αποφάσεως κατά τη διάρκεια της διαδικασίας ενώπον του Δικαστηρίου" (σκέψη 22 της αποφάσεως αυτής).
30. Στην προκειμένη περίπτωση οι ενδιαφερόμενοι κατόρθωσαν να λάβουν την έκθεση της εξεταστικής επιτροπής πριν από την άσκηση της προσφυγής. Εστω και αν με τον τρόπο αυτό διαπράχθηκε μια αθέμιτη πράξη, αντίθετη προς την εχεμύθεια, από έναν άλλο υπάλληλο, οι προσφεύγοντες, ακόμα και μετά την υποβολή ενστάσεως, δεν έλαβαν ποτέ γνώση του συνόλου των βαθμών με τους οποίους είχε βαθμολογηθεί κάθε κριτήριο καθώς και τους βαθμούς που έλαβαν οι ίδιοι. Επομένως, η απόφαση να μην περιληφθούν οι προσφεύγοντες στον πίνακα επιτυχόντων πάσχει από έλλειψη αιτιολογίας.
31. Τέλος, οι προσφεύγοντες ισχυρίζονται ότι υπήρξε κατάχρηση εξουσίας. Αναφέρουν επ' αυτού ότι είχαν διαφορές με ένα μέλος της εξεταστικής επιτροπής, ότι υπήρχε ύποπτη "οικειότητα" ενός μέλους της επιτροπής αυτής προς έναν άλλον υποψήφιο ή ακόμη ότι ένας υποψήφιος που έλαβε μεγαλύτερη βαθμολογία είχε προβεί σε προφορικούς ισχυρισμούς με τους οποίους αναγνώριζε την κατάχρηση εξουσίας.
32. Σύμφωνα όμως με τη νομολογία του Δικαστηρίου, μια απόφαση είναι πλημμελής λόγω καταχρήσεως εξουσίας μόνο όταν βάσει αντικειμενικών, ουσιωδών και συγκλινουσών ενδείξεων παρίσταται εκδοθείσα για την επίτευξη σκοπών ξένων προς αυτούς που επικαλείτα(i) (2)
33. Στην προκειμένη περίπτωση εκπλήσσει μεν ο τρόπος με τον οποίο η εξεταστική επιτροπή προέβη στη βαθμολόγηση, αλλά δεν υφίστανται αρκετά αντικειμενικές και πειστικές ενδείξεις, ώστε να συναχθεί ότι η επιτροπή είχε ως σκοπό τον πάση θυσία αποκλεισμό των προσφευγόντων από τον πίνακα επιτυχόντων.
34. Αντίθετα, το κύριο αίτημα των προσφευγόντων πρέπει να γίνει δεκτό, διότι η απόφαση της εξεταστικής επιτροπής να μην τους περιλάβει στον πίνακα επιτυχόντων είναι πλημμελής λόγω παραβιάσεως της αρχής της ίσης μεταχείρισης, αποτελεί το αποτέλεσμα προδήλων σφαλμάτων αξιολογήσεως και έχει ελλιπή αιτιολογία.
Επί του επικουρικού θέματος
35. Επικουρικά οι προσφεύγοντες ζητούν την ακύρωση όλων των πράξεων που αφορούν το διαγωνισμό. Κατά το καθού κοινοτικό όργανο το αίτημα αυτό είναι απαράδεκτο, δεδομένου ότι οι ενστάσεις που υποβλήθηκαν στον πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου αφορούσαν μόνο τον αποκλεισμό των προσφευγόντων από τον πίνακα επιτυχόντων. Αυτή η παρατήρηση είναι ορθή μόνο όσον αφορά τον Caturla. O de la Fuente αντίθετα είχε ζητήσει "αναθεώρηση της διαδικασίας από άλλη εξεταστική επιτροπή, η οποία θα έπρεπε να αποτελείται από ανεξάρτητα μέλη". Αυτό ισοδυναμεί προς αίτημα ακυρώσεως όλης της διαδικασίας του διαγωνισμού.
36. Εντούτοις, στη δεύτερη υπόθεση Βλάχου (απόφαση της 6ης Φεβρουαρίου 1986, υπόθεση 162/84, Συλλογή 1986, σσ. 481 και 491, σκέψη 3) το Δικαστήριο έκρινε ότι:
"η ενδιαφερομένη δεν μπορεί να ζητεί, ως κύριο αίτημα, την ακύρωση αποφάσεως που δεν της επιτρέπει να μετάσχει στο διαγωνισμό και, επικουρικώς, την ακύρωση του διαγωνισμού, για την περίπτωση που το κύριο αίτημά της απορριφθεί."
Στο σημείο αυτό πρέπει επίσης να λεχθεί ότι δεν μπορεί ο προσφεύγων να ζητεί, ως κύριο αίτημα, την ακύρωση της αποφάσεως με την οποία δεν περιελήφθη στον πίνακα επιτυχόντων και, επικουρικώς, την ακύρωση όλων των πράξεων που αφορούν το διαγωνισμό, αλλά οφείλει αντίθετα να ζητήσει ως κύριο αίτημα την ακύρωση του μέτρου που έχει τις ευρύτερες συνέπειες. Επομένως, το επικουρικό αίτημα είναι απαράδεκτο.
Συμπέρασμα
37. Για τους λόγους που αναφέρθηκαν στο πλαίσιο της εξέτασης του κυρίου αιτήματος των προσφευγόντων προτείνω το Δικαστήριο να ακυρώσει της απόφαση της εξεταστικής επιτροπής με την οποία δεν περιελήφθηκαν στον πίνακα επιτυχόντων και να καταδικάσει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στα δικαστικά έξοδα.
(*) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
(1) Υπόθεση 143/84, Βλάχου κατά Ελεγκτικού Συνεδρίου, Συλλογή 1986, σσ. 459, 477 και 478.
(ι)
(2) Βλέπε ιδίως την απόφαση της 2ας Ιουνίου 1984, 69/83, Lux κατά Ελεγκτικού Συνεδρίου, Συλλογή 1984, σ. 2447, σκέψη 30, σ. 2465.
Full & Egal Universal Law Academy