Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε πρόεδρε,
κύριοι δικαστές,
1. Η παρούσα υπόθεση αφορά το ζήτημα αν ένα άτομο δικαιούται, δυνάμει του κοινοτικού δικαίου, να ζητήσει την εφαρμογή των ευεργετικών διατάξεων της εθνικής νομοθεσίας βάσει των οποίων οι γυναίκες, στις οποίες έχουν επιστραφεί οι συνταξιοδοτικές εισφορές επ' ευκαιρία του γάμου τους, έχουν τη δυνατότητα να ανακτήσουν τα παλαιά συνταξιοδοτικά τους δικαιώματα καταβάλλοντας αναδρομικά εισφορές, παρά το γεγονός ότι δεν πληρούνται ορισμένες προϋποθέσεις που απαιτούνται από την εθνική νομοθεσία.
2. Η προσφεύγουσα, η Lieselotte Hartmann Troiani, γεννήθηκε το 1928. Εργάστηκε στη Γερμανία από την 1η Μαρτίου 1952 μέχρι τις 31 Αυγούστου 1963 και κατέβαλε συνταξιοδοτικές εισφορές βάσει της γερμανικής νομοθεσίας περί κοινωνικής ασφαλίσεως. Το 1963 παντρεύτηκε έναν ιταλό υπήκοο και, κατά συνέπεια, απέκτησε την ιταλική ιθαγένεια επιπλέον της γερμανικής την οποία είχε. Επ' ευκαιρία του γάμου της ζήτησε, δυνάμει του άρθρου 1304 του γερμανικού κώδικα κοινωνικής ασφαλίσεως (Reichsversicherungsordnung), την επιστροφή των συνταξιοδοτικών εισφορών τις οποίες είχε καταβάλει κατά τις χρονικές περιόδους εργασίας της στη Γερμανία και, μετά από ένδεκα περαιτέρω μήνες εργασίας εκεί, κατά τη διάρκεια των οποίων κατέβαλε εισφορές στο υποχρεωτικό συνταξιοδοτικό σύστημα, πήγε να εγκατασταθεί στην Ιταλία με τον σύζυγό της. Από το 1964 εργάζεται στην Ιταλία επί ορισμένα χρονικά διαστήματα και καταβάλλει εκεί τις υποχρεωτικές ασφαλιστικές εισφορές.
3. Στις 23 Σεπτεμβρίου 1981 η προσφεύγουσα υπέβαλε αίτηση στο καθού της κύριας δίκης, το Landesversicherungsanstalt Rheinprovinz, με την οποία ζητούσε να της επιτραπεί να καταβάλει αναδρομικά εισφορές βάσει του άρθρου 2, παράγραφος 28, του νόμου περί μεταρρυθμίσεως του συστήματος συντάξεων εργατών (Arbeiterrenten-versicherungs-Neuregelungsgesetz). Η διάταξη αυτή, που απηχεί το κοινωνικό ενδιαφέρον για την επίλυση του προβλήματος της ανεπάρκειας των διατάξεων περί συνταξιοδοτήσεως πολλών παντρεμένων γυναικών, παρέχει τη δυνατότητα στις γυναίκες, οι οποίες έχουν απολέσει τα συνταξιοδοτικά τους δικαιώματα λόγω της επιστροφής των συνταξιοδοτικών εισφορών τους επ' ευκαιρία του γάμου τους, να επανακτήσουν αυτά τα δικαιώματα καταβάλλοντας αναδρομικά εισφορές για τις περιόδους για τις οποίες επιστράφηκαν οι εισφορές. Εντούτοις αυτή η εκ των υστέρων καταβολή επιτρέπεται μόνο υπό δύο προϋποθέσεις : πρώτον, η γυναίκα που ζητεί την εφαρμογή της ευεργετικής αυτής διατάξεως πρέπει, κατά το χρόνο της υποβολής της αιτήσεως, να παρέχει εργασία ή να ασκεί δραστηριότητα για την οποία προβλέπεται υποχρεωτική υπαγωγή στο γερμανικό σύστημα συντάξεων. Δεύτερον, για 24 τουλάχιστον μήνες μετά την επιστροφή των συνταξιοδοτικών εισφορών της πρέπει να έχει καταβάλει εισφορές στο γερμανικό ταμείο συντάξεων, για τον λόγο ότι παρείχε εργασία ή ασκούσε δραστηριότητα για την οποία προβλέπεται υπαγωγή στο υποχρεωτικό γερμανικό σύστημα συντάξεων. Θα αναφέρομαι στην πρώτη προϋπόθεση ως την "προϋπόθεση της υφισταμένης ασφαλίσεως". 'Οπως υπογραμμίζει το παραπέμπον δικαστήριο, για να υπάγεται μια επαγγελματική δραστηριότητα στο γερμανικό υποχρεωτικό σύστημα συντάξεων, πρέπει να ασκείται εντός της εθνικής επικράτειας.
4. Στις 11 Ιανουαρίου 1982 το καθού απέρριψε την αίτηση της προσφεύγουσας για τον λόγο ότι δεν πληρούσε καμία από τις ανωτέρω προϋποθέσεις. Με απόφαση της 3ης Μαΐου 1983, το Sozialgericht του Ντύσελντορφ επικύρωσε την απόφαση του καθού. Κατόπιν εφέσεως το Landessozialgericht της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας, με απόφαση της 2ας Σεπτεμβρίου 1985, δικαίωσε την προσφεύγουσα. Μετά από άσκηση αναιρέσεως, το Bundessozialgericht θεώρησε ότι η απόφαση εξηρτάτο από το αν και μέχρι ποιου σημείου το κοινοτικό δίκαιο, και ειδικότερα το άρθρο 9, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71 (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 73), εφαρμόζεται όσον αφορά το αίτημα της προσφεύγουσας.
5. Το Bundessozialgericht έκρινε ότι, κατ' εφαρμογή του άρθρου 9, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71, η προσφεύγουσα μπορούσε να προσμετρήσει τις περιόδους ασφαλίσεως που είχε συμπληρώσει στην Ιταλία, έτσι ώστε να πληρούται η δεύτερη προϋπόθεση η οποία περιορίζει το δικαίωμα της εκ των υστέρων καταβολής εισφορών, δηλαδή η προϋπόθεση της επί 24 μήνες υπαγωγής στην υποχρεωτική ασφάλιση. Εντούτοις, το ομοσπονδιακό δικαστήριο δεν ήταν βέβαιο για το αν το άρθρο 9, παράγραφος 2, εφαρμόζεται και στην πρώτη προϋπόθεση, δηλαδή την προϋπόθεση ότι κατά τον χρόνο υποβολής της αιτήσεως ο αιτών πρέπει να παρέχει εργασία ή να ασκεί δραστηριότητα για την οποία να προβλέπεται υπαγωγή στο γερμανικό υποχρεωτικό σύστημα συντάξεων. Το δικαστήριο δεν ήταν επίσης βέβαιο, για την περίπτωση που δεν εφαρμόζεται το άρθρο 9, παράγραφος 2, αν η προϋπόθεση της υφισταμένης ασφαλίσεως μπορούσε να θεωρηθεί ότι αποτελεί εμπόδιο για την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων, αντίθετο προς το άρθρο 48 και επόμενα της Συνθήκης ΕΟΚ.
6. 'Ετσι, με απόφαση η οποία περιήλθε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 7 Δεκεμβρίου 1987, το Bundessozialgericht υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα ερωτήματα, επί των οποίων ζητεί την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ :
"1) 'Εχει το άρθρο 9, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας, την έννοια ότι καλύπτει και τις περιπτώσεις στις οποίες η αναδρομική εθελούσια καταβολή συνταξιοδοτικών εισφορών σε ένα ασφαλιστικό σύστημα εξαρτάται από το αν κατά την υποβολή της αιτήσεως ο αιτών εργάζεται και για την εργασία του αυτή υποχρεούται κατά το εθνικό δίκαιο να καταβάλλει συνταξιοδοτικές εισφορές ;
2) Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο ερώτημα αυτό : αντίκειται η εθνική ρύθμιση που περιγράφεται στο πρώτο ερώτημα στο άρθρο 48 και επόμενα της Συνθήκης ΕΟΚ ή σε άλλες διατάξεις του κοινοτικού δικαίου ;"
Επί του πρώτου ερωτήματος
7. Το άρθρο 9 του κανονισμού του Συμβουλίου 1408/71 ορίζει τα εξής :
"Υπαγωγή στην προαιρετική ασφάλιση ή προαιρετική συνέχιση της ασφαλίσεως
1) Οι διατάξεις της νομοθεσίας ενός κράτους μέλους, κατά τις οποίες η υπαγωγή στην προαιρετική ασφάλιση ή στην προαιρετική συνέχιση της ασφαλίσεως εξαρτάται από την κατοικία του εργαζομένου στο έδαφος του κράτους αυτού, δεν ισχύουν για τα πρόσωπα τα οποία κατοικούν στο έδαφος άλλου κράτους μέλους, εφόσον είχαν υπαχθεί στη νομοθεσία του πρώτου κράτους σε οποιαδήποτε στιγμή της προηγούμενης επαγγελματικής τους σταδιοδρομίας, υπό την ιδιότητα μισθωτών ή μη μισθωτών.
2. Αν η νομοθεσία ενός κράτους μέλους εξαρτά την υπαγωγή στην προαιρετική ασφάλιση ή την προαιρετική συνέχιση της ασφαλίσεως από τη συμπλήρωση περιόδων ασφαλίσεως, λαμβάνονται υπόψη, κατά το μέτρο που απαιτείται, οι περίοδοι ασφαλίσεως που πραγματοποιήθηκαν υπό τη νομοθεσία άλλου κράτους μέλους σαν να επρόκειτο για περιόδους ασφαλίσεως που πραγματοποιήθηκαν υπό τη νομοθεσία του πρώτου κράτους."
8. Θα ασχοληθώ κατ' αρχάς με ένα ζήτημα για το οποίο δεν έγινε λόγος στις παρατηρήσεις που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Το άρθρο 9 εφαρμόζεται ρητά μόνο για την προαιρετική ή εθελοντική συνέχιση της ασφαλίσεως. Εκ πρώτης όψεως φαίνεται συζητήσιμο αν η ανάκτηση των παλαιών συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων μπορεί να θεωρηθεί ότι εμπίπτει στην έννοια της "συνεχίσεως της ασφαλίσεως", μια έννοια η οποία προφανώς σχετίζεται με την κτήση νέων δικαιωμάτων παρά με την ανάκτηση παλαιών. Εντούτοις, στην υπόθεση 93/76, Liegeois κατά Office national des pensions pour travailleurs salaries (ECR 1977, σ. 513), το Δικαστήριο, αφού συνέκρινε τις διάφορες γλωσσικές διατυπώσεις του άρθρου 9, έκρινε στη σκέψη 14 ότι από αυτές τις διατυπώσεις "προκύπτει η πρόθεση να καλύψει η ρύθμιση όλα τα είδη ασφαλίσεως που περιλαμβάνουν ένα προαιρετικό στοιχείο, χωρίς να ενδιαφέρει το αν πρόκειται ή όχι για τη συνέχιση μιας σχέσης ασφαλίσεως η οποία είχε δημιουργηθεί στο παρελθόν". Αν και τα πραγματικά περιστατικά, στο πλαίσιο των οποίων διατυπώθηκε η κρίση αυτή, ήταν διαφορετικά από ό,τι εν προκειμένω, η κρίση αυτή προορίζεται σαφώς να έχει γενική εφαρμογή και όντως εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση. Επιπλέον, δεν φαίνεται να υφίστανται λόγοι αρχής για να μην εφαρμόζεται το άρθρο 9 στην ανάκτηση συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων όπως ακριβώς και στη συνέχιση της ασφαλίσεως. Η ερμηνεία αυτή του άρθρου 9 είναι σαφώς σύμφωνη προς τους σκοπούς του κανονισμού 1408/71. Επομένως το άρθρο 9 εφαρμόζεται στην ανάκτηση παλαιών συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων. Αυτή η δυνατότητα εφαρμογής του είναι, όπως θα επιχειρήσω να καταδείξω, ιδιαίτερα σημαντική για την απάντηση στο πρώτο ερώτημα.
9. 'Οπως υπογραμμίζεται στη Διάταξη περί παραπομπής, το πρόβλημα το οποίο θέτει το πρώτο ερώτημα είναι το αν το άρθρο 9, παράγραφος 2, όχι μόνο εξασφαλίζει την ισοδυναμία των περιόδων ασφαλίσεως που συμπληρώνονται στα άλλα κράτη μέλη, αλλά επιτάσσει επίσης να θεωρούνται ως ισοδύναμες η υφισταμένη απασχόληση και υπαγωγή στην κοινωνική ασφάλιση σε ένα άλλο κράτος μέλος, στην περίπτωση που η εθνική νομοθεσία απαιτεί την παροχή εργασίας για την οποία προβλέπεται η υπαγωγή σε υποχρεωτικό σύστημα ασφαλίσεως ως προϋπόθεση της υπαγωγής σε ένα προαιρετικό συνταξιοδοτικό σύστημα. Προκύπτει από τη δικογραφία ότι κατά το χρόνο της υποβολής της αιτήσεως η προσφεύγουσα υπαγόταν στο υποχρεωτικό συνταξιοδοτικό σύστημα στην Ιταλία.
10. Στις γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν για λογαριασμό της προσφεύγουσας εκφράζεται η άποψη ότι στο άρθρο 9, παράγραφος 2, πρέπει να δοθεί ευρεία ερμηνεία. Εντούτοις, η Επιτροπή αντιτείνει ότι το άρθρο 9, παράγραφος 2, αφορά μόνο την εξομοίωση των περιόδων ασφαλίσεως υπό στενή έννοια και όχι τις άλλες προϋποθέσεις υπαγωγής σε συστήματα ασφαλίσεως, οι οποίες δεν έχουν καμία σχέση με τη συμπλήρωση περιόδων ασφαλίσεως αυτών καθαυτών. Επ' αυτού η Επιτροπή παραθέτει ορισμένες αποφάσεις, στις οποίες, όπως ισχυρίζεται, το Δικαστήριο δεν δέχτηκε να επεκτείνει το πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του κανονισμού 1408/71 που ρυθμίζουν την εξομοίωση των περιόδων ασφαλίσεως, έτσι ώστε να καλύπτουν και άλλα είδη προϋποθέσεων υπαγωγής σε συστήματα ασφαλίσεως.
11. 'Ετσι, η Επιτροπή αναφέρει ότι στην υπόθεση 20/75, d' Amico κατά Landesversicherungsanstalt Rheinland-Pfalz (ECR 1975, σ. 891), το Δικαστήριο έκρινε ότι το άρθρο 45, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71 δεν κάλυπτε την προϋπόθεση που έθετε η γερμανική νομοθεσία για την πρόωρη κτήση του δικαιώματος συνταξιοδοτήσεως και κατά την οποία ο ενδιαφερόμενος έπρεπε να έχει παραμείνει άνεργος επί ορισμένο χρόνο άρα ο γερμανικός ασφαλιστικός φορέας δεν ήταν υποχρεωμένος να λάβει υπόψη το γεγονός ότι ο d' Amico είχε εγγραφεί στο ταμείο ανεργίας σε ένα άλλο κράτος μέλος.
12. Η Επιτροπή αναφέρεται επίσης στην υπόθεση 70/80, Vigier κατά Bundesversicherungsanstalt fuer Angestellte (Συλλογή 1981, σ. 229), η οποία είναι κάπως πλησιέστερη προς την παρούσα υπόθεση. Σ' αυτή την υπόθεση μία γαλλίδα υπήκοος ζήτησε να υπαχθεί στη γερμανική νομοθεσία η οποία επέτρεπε στα θύματα των ναζιστικών διώξεων να καταβάλουν αναδρομικά εισφορές κοινωνικής ασφαλίσεως. Το Δικαστήριο έκρινε ότι το άρθρο 9, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71 δεν επέβαλε να θεωρηθούν οι περίοδοι ασφαλίσεως που είχαν συμπληρωθεί στη Γαλλία ως ισοδύναμες, προκειμένου να πληρωθεί μια προκαταρκτική προϋπόθεση για τη δυνατότητα αναδρομικής καταβολής εισφορών, η οποία όριζε ότι ο ενδιαφερόμενος έπρεπε να αποδείξει ότι είχε την ιδιότητα του "ασφαλισμένου" με την υπαγωγή του στο εθνικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως.
13. Θεωρώ ότι δεν είναι δυνατό να αποδεχτώ την άποψη της Επιτροπής. Συμφωνώ ότι στις αποφάσεις που αναφέρθηκαν το Δικαστήριο δίστασε να επεκτείνει το πεδίο εφαρμογής των διατάξεων οι οποίες αφορούσαν την ισοδυναμία των περιόδων ασφαλίσεων, έτσι ώστε να καλύπτουν και άλλα είδη προϋποθέσεων που δεν έχουν σχέση με τη συμπλήρωση των ασφαλιστικών περιόδων αυτών καθαυτών. Διαφωνώ με την Επιτροπή στο σημείο ότι η προϋπόθεση υφισταμένης υπαγωγής σε ένα υποχρεωτικό σύστημα ασφαλίσεως πρέπει να θεωρηθεί ως ανεξάρτητη από τη συμπλήρωση ασφαλιστικών περιόδων. Αντίθετα, η υπαγωγή σε ένα σύστημα ασφαλίσεως είναι ουσιώδες στοιχείο της συμπληρώσεως των περιόδων ασφαλίσεως και, επομένως, πρέπει να θεωρηθεί ότι συνδέεται άρρηκτα με αυτή.
14. Κατά τη γνώμη μου οι αποφάσεις τις οποίες ανέφερε η Επιτροπή έχουν προφανείς διαφορές από την παρούσα υπόθεση. Τόσο η υπόθεση d' Amico, όσο και η υπόθεση Brunori, στην οποία επίσης αναφέρθηκε η Επιτροπή (υπόθεση 266/78, ΕCR 1979, σ. 2711),αφορούσαν το άρθρο 45, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71, το οποίο αναφέρεται στην εξομοίωση περιόδων ασφαλίσεως οι οποίες συμπληρώνονται σε άλλα κράτη μέλη με σκοπό την κτήση, διατήρηση ή ανάκτηση συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων. Και οι δύο υποθέσεις αφορούσαν προϋποθέσεις υπαγωγής σε συστήματα ασφαλίσεως οι οποίες ήταν επιπρόσθετες και διαφορετικές από τις προϋποθέσεις συμπληρώσεως περιόδων ασφαλίσεως. Η παρούσα υπόθεση αφορά το άρθρο 9 του κανονισμού 1408/71, η δε επίμαχη προϋπόθεση στην προκειμένη υπόθεση μπορεί να εξομοιωθεί, για λόγους τους οποίους θα εκθέσω, με τις προϋποθέσεις που εκτίθενται στο άρθρο 9.
15. Εκ πρώτης όψεως, το πρόβλημα που είχε ανακύψει στην υπόθεση Vigier φαίνεται να είναι παρόμοιο με το πρόβλημα της παρούσας υποθέσεως, δηλαδή το αν το άρθρο 9, παράγραφος 2, παρέχει τη δυνατότητα να θεωρηθεί ως ισοδύναμη η ιδιότητα του ασφαλισμένου, η οποία έχει αποκτηθεί λόγω της υπαγωγής του ενδιαφερομένου σε ένα σύστημα ασφαλίσεως σε ένα κράτος μέλος, προκειμένου να του αναγνωριστεί αυτή η ιδιότητα σε ένα άλλο κράτος μέλος. Εντούτοις, υφίστανται σοβαρές διαφορές μεταξύ αυτής της υποθέσεως και της παρούσας. Στην υπόθεση Vigier το Δικαστήριο έκρινε ότι το άρθρο 9, παράγραφος 2, δεν επιβάλλει σε ένα φορέα κοινωνικής ασφαλίσεως κράτους μέλους την υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη τις περιόδους ασφαλίσεως που συμπληρώθηκαν υπό τη νομοθεσία άλλου κράτους μέλους, όταν πρόκειται για την αναγνώριση της ιδιότητας του ασφαλισμένου στην περίπτωση στην οποία ο ενδιαφερόμενος δεν έχει υπαχθεί ποτέ στο σύστημα ασφαλίσεως του πρώτου κράτους μέλους, δηλαδή δεν έχει καταβάλει ποτέ την παραμικρή εισφορά, όπως απαιτείται από τη νομοθεσία του κράτους αυτού για την απόκτηση της ιδιότητας του ασφαλισμένου. Στην παρούσα υπόθεση η προσφεύγουσα, πριν από την αναχώρησή της στην Ιταλία, υπαγόταν στο γερμανικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως και κατέβαλλε εισφορές επί πολλά έτη. 'Αλλωστε οι σχετικές εθνικές διατάξεις, από τη φύση τους, μπορούν να εφαρμοστούν μόνο σε άτομα που ήταν ασφαλισμένα στη Γερμανία και κατέβαλλαν εισφορές. Επιπλέον, η προσφεύγουσα στην υπόθεση Vigier, η οποία ζούσε από τα παιδικά της χρόνια στη Γαλλία, δεν μπορούσε να θεωρηθεί ως διακινούμενος εργαζόμενος κατά την έννοια του κανονισμού 1408/71 και, επομένως, ορθά δεν εφαρμόστηκε σ' εκείνα τα πραγματικά περιστατικά το άρθρο 9, παράγραφος 2, το οποίο αφορά ακριβώς το ζήτημα των διαδοχικών περιόδων απασχολήσεως σε διαφορετικά κράτη μέλη. Συνεπώς δεν πιστεύω ότι η απόφαση Vigier αποτελεί εμπόδιο για την εφαρμογή του άρθρου 9, παράγραφος 2, στην παρούσα υπόθεση.
16. Εν πάση περιπτώσει, εάν εξεταστεί το άρθρο 9 στο σύνολό του, αντί να δοθεί όλο το βάρος μόνο στην παράγραφο 2 του άρθρου 9, τότε προκύπτει ότι αυτή η διάταξη μπορεί να θεωρηθεί ότι αφορά τις προϋποθέσεις υφισταμένης ασφαλίσεως, όπως η επίμαχη στην παρούσα υπόθεση.
17. Πρώτον, είναι απαραίτητο να εξεταστεί επίσης η διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 9. Το άρθρο 9, παράγραφος 1, ορίζει ότι η κατοικία σε ένα άλλο κράτος μέλος πρέπει να θεωρηθεί ως ισοδύναμη στην περίπτωση που, βάσει της εθνικής νομοθεσίας, απαιτείται η κατοικία ως προϋπόθεση υπαγωγής σε ένα προαιρετικό συνταξιοδοτικό σύστημα. Προκειμένου περί εργαζομένων, η προϋπόθεση υπαγωγής στην κοινωνική ασφάλιση είναι (εκτός από την ειδική περίπτωση των μεθοριακών εργαζομένων) ισοδύναμη προς την προϋπόθεση κατοικίας.
18. Δεύτερον, εάν γίνει δεκτό ότι, όπως έχω ήδη αναφέρει σχετικά με την υπόθεση Liegeois, το άρθρο 9 εφαρμόζεται όχι μόνο στη συνέχιση της ασφαλίσεως, αλλά και στην ανάκτηση συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων, τότε αυτή η διάταξη μπορεί να θεωρηθεί ότι αφορά και την προϋπόθεση υφισταμένης ασφαλίσεως, πέραν της προϋποθέσεως της κατοικίας και της προϋποθέσεως συμπληρώσεως περιόδων ασφαλίσεων, για τις οποίες γίνεται ρητή αναφορά στις παραγράφους 1 και 2. Στην περίπτωση της εθελοντικής ή προαιρετικής συνεχίσεως της ασφαλίσεως δεν είναι απαραίτητο να τεθεί η προϋπόθεση υφισταμένης υπαγωγής σε υποχρεωτικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως, διότι κατά τεκμήριο η υφισταμένη υπαγωγή δεν είναι κανονικά προϋπόθεση υπαγωγής σε ένα προαιρετικό σύστημα. Επομένως, δεν με εκπλήσσει το γεγονός ότι το άρθρο 9 δεν αναφέρεται ρητά σε μια τέτοια προϋπόθεση. Εντούτοις, εφόσον γίνει δεκτό ότι το άρθρο 9 εφαρμόζεται επίσης στην ανάκτηση συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων, τότε είναι σαφές ότι η προϋπόθεση υφισταμένης ασφαλίσεως πρέπει να αντιμετωπιστεί με τον ίδιο τρόπο, όπως η προϋπόθεση κατοικίας και η προϋπόθεση συμπληρώσεως περιόδων ασφαλίσεως. Κατά συνέπεια, εάν το άρθρο 9 εξεταστεί στο σύνολό του, πρέπει να ερμηνευτεί υπό την έννοια ότι η υπαγωγή στην κοινωνική ασφάλιση σε ένα άλλο κράτος μέλος πρέπει να θεωρηθεί ότι πληροί την προϋπόθεση της υφισταμένης ασφαλίσεως.
19. Επιπλέον, ο σκοπός του άρθρου 9 είναι να παράσχει τη δυνατότητα σε ένα εργαζόμενο να υπαχθεί στην προαιρετική ασφάλιση σε ένα κράτος μέλος, ενώ είναι κάτοικος άλλου κράτους μέλους ή έχει συμπληρώσει περιόδους ασφαλίσεως σε άλλο κράτος μέλος. Αυτός ο σκοπός θα διακυβευόταν με την επιβολή της προϋποθέσεως της υφισταμένης υπαγωγής στην κοινωνική ασφάλιση στο πρώτο κράτος μέλος.
20. Επομένως, η γνώμη μου είναι ότι στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί καταφατική απάντηση. Προτείνω η απάντηση να διατυπωθεί ως εξής, έτσι ώστε να καταστεί σαφές το ακριβές νόημα της αποφάσεως:
"Το άρθρο 9 του κανονισμού 1408/71 έχει την έννοια ότι, όταν, βάσει της νομοθεσίας ενός κράτους μέλους, το δικαίωμα καταβολής προαιρετικών συνταξιοδοτικών εισφορών για περιόδους ασφαλίσεως, οι οποίες έχουν συμπληρωθεί προηγουμένως υπό τη νομοθεσία αυτού του κράτους μέλους, εξαρτάται από την υπαγωγή στο υποχρεωτικό συνταξιοδοτικό σύστημα αυτού του κράτους μέλους κατά τον χρόνο υποβολής της αιτήσεως για την εθελοντική καταβολή εισφορών, η υπαγωγή σε ένα υποχρεωτικό συνταξιοδοτικό σύστημα σε ένα άλλο κράτος μέλος κατά τον χρόνο αυτό θεωρείται ότι πληροί αυτή την προϋπόθεση."
Επί του δευτέρου ερωτήματος
21. Λαμβανομένης υπόψη της προτεινόμενης απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα, δεν είναι ουσιαστικά αναγκαίο να δοθεί απάντηση στο δεύτερο. Εντούτοις, θα εκθέσω με συντομία την άποψή μου επί του ερωτήματος αυτού, το οποίο θέτει ένα σημαντικό ζήτημα όσον αφορά τη δυνατότητα εφαρμογής του άρθρου 48 της Συνθήκης προς συμπλήρωση της νομοθεσίας της Κοινότητας περί κοινωνικής ασφαλίσεως.
22. Το πρώτο σημείο είναι το αν η προϋπόθεση υφισταμένης ασφαλίσεως είναι αντίθετη προς την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω ιθαγένειας, η οποία διακηρύσσεται στα άρθρα 7 και 48 της Συνθήκης, καθώς και στο άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71. Συμφωνώ με την Επιτροπή ότι αυτή η αρχή δεν εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση. Κατά την άποψή μου, η εν λόγω προϋπόθεση, ανεξάρτητα από άλλους λόγους και ακόμα και αν δεν μπορούσε να δικαιολογηθεί αντικειμενικά, δεν εισάγει προφανείς διακρίσεις, αφού ισχύει για όλα τα άτομα τα οποία ζητούν να επωφεληθούν από τη δυνατότητα αναδρομικής καταβολής εισφορών, ανεξάρτητα από ιθαγένεια. Θεωρώ επίσης αμφίβολο το αν εισάγει εμμέσως διακρίσεις, καθώς (όπως φαίνεται από την παρούσα υπόθεση) είναι πιθανότερο να θίγει τα συμφέροντα κυρίως εκείνων που άρχισαν να εργάζονται στη Γερμανία και εργάστηκαν στη συνέχεια στο εξωτερικό άρα είναι απίθανο να έχει ως αποτέλεσμα να περιάγει σε δυσμενέστερη θέση τους υπηκόους κυρίως των άλλων κρατών μελών.
23. Εντούτοις, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι η εξασφάλιση της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων, που θεσπίζεται στο άρθρο 48, παράγραφος 1, και εξειδικεύεται ιδίως με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1612/68 περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων στο εσωτερικό της Κοινότητας (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 33), δεν περιορίζεται στην κατάργηση των διακρίσεων λόγω ιθαγένειας, αλλά περιλαμβάνει επίσης την κατάργηση των εμποδίων της ελεύθερης κυκλοφορίας. Συμφωνώ με την Επιτροπή ότι η εριζόμενη προϋπόθεση της γερμανικής νομοθεσίας μπορεί να συνιστά εμπόδιο για την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων, αφού έχει δυσμενείς συνέπειες για όσους έχουν κάνει πράγματι χρήση αυτής της ελευθερίας. Δεν υπάρχει επίσης αμφιβολία ότι πρέπει να δοθεί ευρεία ερμηνεία στο άρθρο 48. Εντούτοις, αμφιβάλλω αν είναι δυνατό να γίνεται επίκληση των γενικών διατάξεων της Συνθήκης - όπως το άρθρο 48 - με σκοπό την πλήρωση των κενών της κοινοτικής νομοθεσίας περί κοινωνικής ασφαλίσεως. Δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι το ζήτημα ανακύπτει μόνο εφόσον γίνει δεκτό ότι ο κοινοτικός νομοθέτης άφησε ένα κενό στο άρθρο 9 του κανονισμού 1408/71. Μου προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι υποστηρίζεται η άποψη ότι, όπου υφίσταται ένα λεπτομερές νομοθετικό σύστημα, είναι δυνατή η αναδρομή στη Συνθήκη με σκοπό την πλήρωση ενός κενού της νομοθεσίας. Εάν αυτό συνέβαινε, τότε η ανάγκη θεσπίσεως νομοθεσίας, και ιδίως τροποποιήσεως της νομοθεσίας, θα ήταν πάρα πολύ μικρή. Θεωρώ σαφές ότι, κατά το πνεύμα της Συνθήκης, τα εμπόδια για την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων τα οποία προέρχονται από προϋποθέσεις που θέτουν τα εθνικά δίκαια, όπως εν προκειμένω, έπρεπε να εξαφανιστούν με νομοθετικές πράξεις, εκδιδόμενες σύμφωνα με το άρθρο 51 της Συνθήκης. Ασφαλώς είναι αναγκαίο να ερμηνεύεται η νομοθεσία αυτή κατά τρόπο που να υλοποιούνται οι στόχοι της Συνθήκης, ιδίως των άρθρων 48 και 51. 'Ομως η λύση δεν μπορεί να ευρεθεί με μόνη αναφορά στο άρθρο 48.
24. Είναι αξιοσημείωτο ότι η Επιτροπή δεν αναφέρθηκε καθόλου στη νομολογία προς στήριξη των απόψεών της. Δεν νομίζω ότι οι αποφάσεις της 7ης Ιουλίου 1988 στην υπόθεση 143/87 (Stanton κατά Inasti,Συλλογή 1988, σ. 3877), και στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 154 και 155/87 (Inasti κατά Wolf, Συλλογή 1988, σ. 3897), εξεταζόμενες στο γενικό τους πλαίσιο, θα μπορούσαν να στηρίξουν την επιχειρηματολογία της Επιτροπής. Με τις αποφάσεις αυτές το Δικαστήριο έκρινε ότι μια διάταξη της βελγικής νομοθεσίας περί κοινωνικής ασφαλίσεως, βάσει της οποίας δεν λαμβανόταν υπόψη η απασχόληση σε ένα άλλο κράτος μέλος για να καθοριστεί αν οι αυτοτελώς απασχολούμενοι εργαζόμενοι απαλλάσσονταν από την υποχρέωση να καταβάλουν ασφαλιστικές εισφορές στο Βέλγιο, ήταν αντίθετη προς τα άρθρα 48 και 52 της Συνθήκης, καθόσον η διάταξη αυτή είχε ως αποτέλεσμα τη δημιουργία εμποδίων στην άσκηση επαγγελματικών δραστηριοτήτων εκτός αυτού του κράτους μέλους. Εντούτοις, σχετικά με αυτές τις αποφάσεις, πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι η σχετική κοινοτική νομοθεσία - δηλαδή ο κανονισμός του Συμβουλίου (ΕΟΚ) 1390/81, περί επεκτάσεως στους μη μισθωτούς ((ανεξάρτητους επαγγελματίες)) και στα μέλη των οικογενειών τους του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1408/71 (ΕΕ 1981 L 143, σ. 1) - δεν είχε αρχίσει να ισχύει κατά τον χρόνο των περιόδων αυτοτελούς απασχολήσεως τις οποίες αφορούσαν αυτές οι υποθέσεις, με αποτέλεσμα ότι αυτή η απόφαση μπορούσε να εκδοθεί μόνο βάσει ερμηνείας των άρθρων 48 και 52.
Συμπέρασμα
25. Καταλήγοντας προτείνω να δοθεί η εξής απάντηση στο πρώτο ερώτημα το οποίο υπέβαλε το εθνικό δικαστήριο :
"Το άρθρο 9 του κανονισμού 1408/71 έχει την έννοια ότι, όταν, βάσει της νομοθεσίας ενός κράτους μέλους, το δικαίωμα καταβολής προαιρετικών συνταξιοδοτικών εισφορών για περιόδους ασφαλίσεως, οι οποίες έχουν συμπληρωθεί προηγουμένως υπό τη νομοθεσία αυτού του κράτους μέλους, εξαρτάται από την υπαγωγή στο υποχρεωτικό συνταξιοδοτικό σύστημα αυτού του κράτους μέλους κατά τον χρόνο υποβολής της αιτήσεως για την εθελοντική καταβολή εισφορών, η υπαγωγή σε ένα υποχρεωτικό συνταξιοδοτικό σύστημα σε ένα άλλο κράτος μέλος κατά τον χρόνο αυτό θεωρείται ότι πληροί αυτή την προϋπόθεση."
(*) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
Full & Egal Universal Law Academy