Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1. Η αναζήτηση πελατών εκτός εμπορικού καταστήματος ((από πόρτα σε πόρτα)) είναι μια από τις πλέον αμφιλεγόμενες εμπορικές τεχνικές που έχουν επινοηθεί και αναπτυχθεί κατά τον παρόντα αιώνα. Ενώ ο επιτήδειος και πεπειραμένος πωλητής μπορεί να εκμεταλλευτεί με μεγάλη επιτυχία την αιφνιδιαστική επίδραση που χαρακτηρίζει αυτό τον τρόπο προσέγγισης των πελατών, αυτή ενέχει, από την άλλη πλευρά, ιδιαίτερα σοβαρό κίνδυνο εξαπάτησης του καταναλωτή, ο οποίος καταλαμβάνεται εντελώς απροετοίμαστος και συχνά άγεται, ιδίως όταν πρόκειται για πρόσωπο που ανήκει σε μια από τις κατηγορίες που για διαφόρους λόγους υπόκεινται περισσότερο σε επηρεασμό, όπως ενδεχομένως οι ηλικιωμένοι, οι νοικοκυρές, οι μετανάστες εργαζόμενοι, στο να αναλάβει υποχρεώσεις των οποίων η πραγματική έκταση του διαφεύγει, για αγαθά ή υπηρεσίες ενίοτε ασήμαντα ή πάντως αρκετά λιγότερο ενδιαφέροντα απ' ό,τι του είχαν εμφανίσει. 'Οχι σπανίως άλλωστε ο καταναλωτής, μολονότι αντιλαμβάνεται τον μάλλον αδιάφορο χαρακτήρα της συναλλαγής που του προτείνει ο πωλητής που εμφανίστηκε σπίτι του απροσδόκητα, αναλαμβάνει, από ευγένεια, υποχρεώσεις που υπό διαφορετικές συνθήκες δεν θα αναλάμβανε.
2. Οι επανειλημμένες καταχρήσεις που σημειώθηκαν στον τομέα της προώθησης πωλήσεων μέσω των κατ' οίκον επισκέψεων συγκέντρωσαν σε πολλές χώρες την ιδιαίτερη προσοχή του νομοθέτη, ο οποίος σε πολλές περιπτώσεις έκρινε αναγκαίο να απαγορεύσει, ή τουλάχιστον να ρυθμίσει αυστηρά, τη χρήση αυτής της τεχνικής πωλήσεων.
Στη Γαλλία, ο νόμος 556 της 12ης Ιουλίου 1971 απαγόρευσε μεταξύ άλλων στους ιδιωτικούς εκπαιδευτικούς οργανισμούς να εφαρμόζουν τη μέθοδο της κατ' οίκον επισκέψεως για "να συνάψουν σύμβαση εκπαιδεύσεως".
Επειδή δε ορισμένοι τέτοιοι οργανισμοί επιχείρησαν να καταστρατηγήσουν την απαγόρευση, προτείνοντας κατ' οίκον την πώληση διδακτικού υλικού χωρίς να τη συνδέουν με κάποια πρόταση εκπαιδευτικής "υπηρεσίας", ο νόμος 1137 της 22ας Δεκεμβρίου 1972 πλήρωσε το κενό, ορίζοντας ότι απαγορεύεται "η μετάβαση στην κατοικία φυσικού προσώπου ... με σκοπό την πώληση ... έντυπου ή άλλου υλικού υπηρετούντος τις ίδιες ανάγκες με την παροχή υπηρεσιών για την οποία απαγορεύεται η αναζήτηση πελατών εκτός εμπορικού καταστήματος ως εκ του σκοπού της με ειδική διάταξη νόμου".
3. Ο Roger Buet, διαχειριστής μιας εταιρίας που πωλεί με το σύστημα "από πόρτα σε πόρτα" διδακτικό υλικό για την εκμάθηση της αγγλικής γλώσσας, το οποίο έχει εκπονηθεί από την Encyclopaedia Britannica και εισάγεται από το Βέλγιο, διώχθηκε ποινικώς και καταδικάστηκε από το Tribunal de grande instance de Paris για πράξεις αντιβαίνουσες προς τις διατάξεις του νόμου 1137.
Το Cour d' appel de Paris, καίτοι επικύρωσε από την άποψη αυτή την πρωτόδικη απόφαση, έκρινε σκόπιμο να υποβάλει στο Δικαστήριο το ερώτημα αν "συμβιβάζονται προς το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ οι διατάξεις των προαναφερθέντων γαλλικών νόμων 556 και 1137".
4. Από τη Διάταξη περί παραπομπής προκύπτει σαφώς ότι με το ερώτημα (άσχετα από τη μάλλον κακή διατύπωσή του) ερωτάται αν μια απαγόρευση σαν την προεκτεθείσα εμπίπτει στην έννοια του μέτρου αποτελέσματος ισοδυνάμου προς ποσοτικό περιορισμό επί των εισαγωγών, το οποίο απαγορεύεται από το άρθρο 30, και αν ασκεί επιρροή η επίκληση, προς δικαιολόγησή της, επιτακτικής απαιτήσεως του κοινοτικού δικαίου, όπως είναι η προστασία των καταναλωτών.
5. Πρέπει συνεπώς να εξεταστεί πρώτον αν η απαγόρευση χρήσεως μιας ιδιαιτέρως επικερδούς εμπορικής πρακτικής, όπως αυτή της πώλησης από "πόρτα σε πόρτα", μπορεί να βλάψει το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών.
6. Επ' αυτού, πρέπει καταρχάς να σημειωθεί ότι η επίδικη απαγόρευση δεν ενέχει κάποια διάκριση εις βάρος των εισαγομένων προϊόντων, καθότι η πώληση από "πόρτα σε πόρτα" απαγορεύεται ανεξαρτήτως της καταγωγής των προϊόντων που αποτελούν αντικείμενό της.
7. Το ζήτημα είναι, επομένως, να εξεταστεί αν έχει βάση η άποψη του Buet, ο οποίος υποστηρίζει ότι η πώληση διά της κατ' οίκον επισκέψεως κωλύει το μεταξύ κρατών μελών εμπόριο, καθ' όσον υποχρεώνει τους εμπόρους να παραιτηθούν από μια μορφή λιανικής πώλησης που είναι ιδιαίτερα αποτελεσματική και να περιοριστούν σε διαφορετικές μεθόδους, που εξασφαλίζουν μικρότερη επιτυχία των πωλήσεων, με αποτέλεσμα τη σημαντική μείωση του όγκου των προϊόντων που εισάγονται για να πωληθούν στη Γαλλία, ή που επιβάλλουν στην επιχείρηση πρόσθετες δαπάνες για να εφαρμόσει σε ένα κράτος μέλος μορφές πωλήσεως διαφορετικές από εκείνες που εφαρμόζει σε άλλα κράτη μέλη.
8. Η Επιτροπή και τα κράτη μέλη που κατέθεσαν παρατηρήσεις δεν συμφωνούν ως προς το σημείο αυτό.
Η πρώτη υπενθυμίζει σχετικώς ένα χωρίο της απόφασης της 15ης Δεκεμβρίου 1982, στην υπόθεση 286/81, Oosthoek (1), που έχει ως εξής : "Νομοθεσία που περιορίζει ή απαγορεύει ορισμένες μορφές διαφημίσεως και ορισμένα μέσα προωθήσεως των πωλήσεων, καίτοι δεν επηρεάζει αμέσως τις εισαγωγές, είναι ικανή να περιορίσει τον όγκο τους διότι επηρεάζει τις δυνατότητες εμπορίας των εισαγομένων προϊόντων. Το γεγονός ότι ένας συγκεκριμένος επιχειρηματίας αναγκάζεται είτε να ακολουθήσει διαφορετικά συστήματα διαφημίσεως ή προωθήσεως των πωλήσεων αναλόγως των συγκεκριμένων κρατών μελών είτε να εγκαταλείψει ένα σύστημα που θεωρεί ιδιαιτέρως αποτελεσματικό, είναι δυνατό να αποτελέσει εμπόδιο στις εισαγωγές ακόμα και αν η σχετική νομοθεσία εφαρμόζεται αδιακρίτως στα εθνικά και εισαγόμενα προϊόντα."
Βάσει των προεκτεθέντων, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι η απαγόρευση εφαρμογής μιας εμπορικής μεθόδου μπορεί να επηρεάσει τον όγκο των πωλήσεων ενός προϊόντος και μπορεί, κατά συνέπεια, να μειώσει τον όγκο των εισαγωγών.
Τα δεύτερα αντιθέτως θέτουν την έμφαση στην απόφαση της 31ης Μαρτίου 1982, στην υπόθεση 75/81, Blesgen (2), με την οποία διευκρινίστηκε ότι η επιβαλλόμενη από βελγικό νόμο απαγόρευση πωλήσεως, σε χώρους προσιτούς στο κοινό, οινοπνευματωδών ποτών υψηλής περιεκτικότητας σε αλκοόλη προς επιτόπια κατανάλωση δεν παρήγε περιοριστικά της ελεύθερης κυκλοφορίας αποτελέσματα βαίνοντα πέραν του πλαισίου μιας κοινής κανονιστικής ρύθμισης του εμπορίου, εφόσον δεν αφορούσε τις πολυάριθμες άλλες μορφές πώλησης των ίδιων ποτών ενέπιπτε έτσι στα μέτρα που, βάσει της οδηγίας 70/50 της Επιτροπής της 22ας Δεκεμβρίου 1969 (3), δεν έχουν κατά κανόνα αποτελέσματα ισοδύναμα προς ποσοτικούς περιορισμούς, "διότι τα αποτελέσματα αυτά είναι συνήθως συμφυή με την ανομοιότητα των σχετικών διατάξεων που εφαρμόζουν τα κράτη μέλη". Τα ίδια ισχύουν - λένε τα κράτη μέλη - προκειμένου για την πώληση μεθόδων διδασκαλίας και ειδικότερα μεθόδων εκμαθήσεως γλωσσών, η οποία μπορεί να πραγματοποιείται στα βιβλιοπωλεία, στα ειδικευμένα τμήματα πολυκαταστημάτων, με αλληλογραφία, αλλά και με άλλους τρόπους.
9. Νομίζω, υπό το φως της νομολογίας του Δικαστηρίου, ότι η επίλυση του προβλήματος εξαρτάται ουσιωδώς από τον κρίσιμο ή μη χαρακτήρα των περιορισμών που μπορεί να επιφέρει η απαγόρευση ορισμένης μεθόδου πωλήσεως στο ενδοκοινοτικό εμπόριο.
Οφείλω πάντως να ομολογήσω ότι το σκεπτικό της απόφασης Blesgen μου προκαλεί κάποια απορία, κατά το μέτρο που βεβαιώνει ότι οι περιορισμοί που απορρέουν από την απαγόρευση πωλήσεως οινοπνεύματος προς επιτόπια κατανάλωση δεν βαίνουν πέραν του πλαισίου των αποτελεσμάτων μιας κοινής ρύθμισης του εμπορίου. Θα μου φαινόταν πράγματι καλύτερα θεμελιωμένη μια αιτιολογία στηριζόμενη στην ανάγκη προστασίας της δημόσιας υγείας, δεδομένου ότι ο ισχυρισμός ότι η απαγόρευση της επιτόπιας κατανάλωσης των οινοπνευματωδών δεν επηρεάζει αισθητά την πώλησή τους μου φαίνεται συζητήσιμος και πάντως θα έχρηζε επαληθεύσεως βάσει αντικειμενικών εκτιμήσεων του όγκου των εισαγωγών.
'Οσον αφορά επίσης την πώληση από "πόρτα σε πόρτα", θεωρώ μη πειστική την άποψη των κρατών μελών που κατέθεσαν παρατηρήσεις, εφόσον, όπως προκύπτει από τη δικογραφία και επιβεβαιώνεται από την κοινή πείρα, η υπό κρίση εμπορική μέθοδος, πέρα από τις σοβαρές και δικαιολογημένες επιφυλάξεις που προκαλεί και οι οποίες θα εξεταστούν στη συνέχεια, είναι μια μέθοδος σίγουρης επιτυχίας και εγγυάται όγκο πωλήσεων τον οποίο δεν καταφέρνει να πλησιάσει κανένα άλλο σύστημα ούτε από μακρυά. Ο Buet ισχυρίστηκε μάλιστα σχετικώς ότι το 90% των πωλήσεών του πραγματοποιείται με τις πωλήσεις από "πόρτα σε πόρτα" και ότι η απαγόρευση προωθήσεως των πωλήσεων κατ' οίκον θα εκμηδένιζε σχεδόν τις δυνατότητες πωλήσεως του προϊόντος του.
Συμφωνώ επομένως με την Επιτροπή ως προς το ότι η απαγόρευση αυτής της μεθόδου πωλήσεως επηρεάζει σε κρίσιμο βαθμό το ενδοκοινοτικό εμπόριο.
10. Η νομολογία του Δικαστηρίου έχει ωστόσο δεχθεί, ήδη από την περίφημη απόφαση Rewe της 20ής Φεβρουαρίου 1979 (4), ότι "τα εμπόδια στην ελεύθερη ενδοκοινοτική κυκλοφορία που προκύπτουν από τις διαφορές των εθνικών νομοθεσιών περί εμπορίας των προϊόντων ... πρέπει να γίνονται δεκτά, εφόσον η οικεία ρύθμιση δικαιολογείται ως αναγκαία για την ικανοποίηση επιτακτικών απαιτήσεων που άπτονται ειδικότερα της αποτελεσματικότητας των φορολογικών ελέγχων, της προστασίας της δημόσιας υγείας, της ευθύτητας των εμπορικών συναλλαγών και της προστασίας των καταναλωτών".
11. Είναι όμως αληθές ότι στην παρούσα υπόθεση τα εμπόδια στην ενδοκοινοτική κυκλοφορία δεν απορρέουν από τις διαφορές των εθνικών νομοθεσιών, εφόσον υφίστανται ανεξαρτήτως του αν το κράτος μέλος από το οποίο προέρχεται το προϊόν απαγορεύει, όπως και η Γαλλία, την πώληση κατ' οίκον ή αντιθέτως την επιτρέπει, όπως φαίνεται ότι κάνει η πλειονότητα των κρατών μελών.
12. Το πρόβλημα που τίθεται εδώ, δηλαδή, είναι σχετικά νέο και έγκειται στο αν μια επιτακτική απαίτηση μπορεί να δικαιολογήσει, υπό το πρίσμα του κοινοτικού δικαίου, ένα περιοριστικό της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων μέτρο, άσχετα από οποιαδήποτε διαφορά μεταξύ της ρύθμισης του κράτους μέλους εξαγωγής και εκείνης του κράτους μέλους εισαγωγής.
13. Νομίζω ότι δεν συντρέχουν λόγοι να προταθεί στην περίπτωση αυτή διαφορετική λύση, εφόσον τα βασικά δεδομένα του προβλήματος παραμένουν τα ίδια έχουμε δηλαδή πάντα αφενός μια διάταξη εσωτερικού δικαίου που εμποδίζει έμμεσα την ελεύθερη κυκλοφορία και αφετέρου μια επιτακτική απαίτηση που καθ' υπόθεση δικαιολογεί τη διάταξη αυτή.
14. Μεταξύ των διαφόρων επιτακτικών απαιτήσεων που αναγνωρίζει η νομολογία του Δικαστηρίου, εκείνη που έχει εδώ σημασία είναι η της προστασίας των καταναλωτών, η οποία αποτέλεσε αργότερα, χάρις ασφαλώς και στην ώθηση που έδωσε η ίδια αυτή νομολογία, ένα από τους σκοπούς που ρητά επιδίωξε η κοινοτική νομοθεσία, και ειδικότερα η οδηγία του Συμβουλίου 85/577 της 20ής Δεκεμβρίου 1985, για την προστασία των καταναλωτών κατά τη σύναψη συμβάσεων εκτός εμπορικού καταστήματος (5).
15. Στο προοίμιο της εν λόγω οδηγίας, το Συμβούλιο, αφού αναφέρεται στο προκαταρκτικό πρόγραμμα της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας για μια πολιτική προστασίας και ενημέρωσης των καταναλωτών και στο επακολουθήσαν δεύτερο πρόγραμμα της Κοινότητας για την υλοποίηση του ίδιου σκοπού και αφού παρατηρεί ότι, στις συμβάσεις που συνάπτονται εκτός εμπορικού καταστήματος, οι διαπραγματεύσεις αρχίζουν κατά κανόνα με πρωτοβουλία του εμπόρου, ενώ ο καταναλωτής καταλαμβάνεται εξ απήνης και συχνά δεν είναι σε θέση να συγκρίνει την ποιότητα και την τιμή της προσφοράς με άλλες προσφορές, θεωρεί ότι είναι σκόπιμο να παρέχεται στον καταναλωτή δικαίωμα υπαναχώρησης από τη σύμβαση που συνήψε υπό τις συνθήκες αυτές, χωρίς με αυτό να περιορίζει την ελευθερία των κρατών μελών να διατηρούν ή να θεσπίζουν ολική ή μερική απαγόρευση συνάψεως συμβάσεων εκτός εμπορικών καταστημάτων, εφόσον η απαγόρευση αυτή, κατά την άποψή τους, επιβάλλεται προς το συμφέρον των καταναλωτών. Γι' αυτό και το άρθρο 8 της οδηγίας ορίζει ρητά ότι αυτή "δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη να θεσπίζουν ή να διατηρούν σε ισχύ ευνοϊκότερες διατάξεις για την προστασία των καταναλωτών στο πεδίο που καλύπτει η παρούσα οδηγία".
16. Ούτε ο κατηγορούμενος της κύριας δίκης αμφισβητεί την ευχέρεια των κρατών μελών να ρυθμίζουν με ιδιαίτερα αυστηρές διατάξεις την πραγματοποίηση πωλήσεων δι' επισκέψεως κατ' οίκον, για να προστατεύεται ο καταναλωτής από πιθανές απάτες.
Υποστηρίζει όμως ότι στην υπό κρίση διαφορά ελλείπει ένα άλλο προαπαιτούμενο, το οποίο αναπτύσσεται εκτενώς στη νομολογία του Δικαστηρίου: πρόκειται συγκεκριμένα για την αναλογία του χρησιμοποιούμενου μέσου προς τον επιδιωκόμενο σκοπό τα κράτη μέλη οφείλουν δηλαδή να ικανοποιούν την επιτακτική απαίτηση της προστασίας του καταναλωτή, όπως και τις άλλες επιτακτικές απαιτήσεις του κοινοτικού δικαίου, "χρησιμοποιώντας κατάλληλα μέσα που παρακωλύουν όσο το δυνατό λιγότερο το ρεύμα του εμπορίου μεταξύ κρατών μελών" (6).
17. Κατά τον Buet, η απόλυτη απαγόρευση των πωλήσεων διδακτικού υλικού "από πόρτα σε πόρτα" είναι σαφώς δυσανάλογη προς τον επιδιωκόμενο σκοπό, αν ληφθεί υπόψη ότι η ίδια η γαλλική νομοθεσία επιτρέπει την κατ' οίκον προσφορά άλλων αγαθών και υπηρεσιών όχι λιγότερο "ευαίσθητων" από το υπό κρίση προϊόν, όπως π.χ. καινούργιων αυτοκινήτων ή ασφαλίσεων ζωής, κρίνοντας για τις περιπτώσεις αυτές επαρκείς προς προστασία του καταναλωτή τις ιδιαίτερα αυστηρές εγγυήσεις τις οποίες επιβάλλουν οι ειδικές εφαρμοστέες συναφώς διατάξεις, όπως είναι η υποχρέωση έγγραφης σύναψης της σύμβασης, το δικαίωμα του πελάτη να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση εντός ορισμένης προθεσμίας και η απαγόρευση της άμεσης απαίτησης του τιμήματος από τον πωλητή. Οι ειδικές προϋποθέσεις άλλωστε, τις οποίες επιβάλλει ο νόμος 556 της 12ης Ιουλίου 1971 στους οργανισμούς διδασκαλίας εξ αποστάσεως, για να τους επιτρέψει να συνάπτουν τις σχετικές συμβάσεις, και οι εγγυήσεις που συνοδεύουν τις συμβάσεις αυτές εξασφαλίζουν στον καταναλωτή μια προστασία που δεν εξαφανίζεται για τον λόγο και μόνο ότι η σύμβαση συνάπτεται στην κατοικία του τελευταίου.
Υπάρχει δηλαδή πληθώρα όχι αμελητέων προφυλάξεων, που θα μπορούσαν ενδεχομένως να ενισχυθούν ακόμα περισσότερο: θα μπορούσε, παραδείγματος χάρη, να καταστεί υποχρεωτική η τηλεφωνική αρχική επαφή με τον δυνητικό πελάτη, για να συμφωνηθεί εκ των προτέρων η κατ' οίκον επίσκεψη, χωρίς πάντως να είναι αναγκαία η προσφυγή σε υπερβολικά περιοριστικά μέτρα, όπως η απόλυτη απαγόρευση των πωλήσεων "από πόρτα σε πόρτα".
18. Ενώπιον του επιχειρήματος αυτού, πρέπει να εξεταστεί αν είναι πράγματι δυνατόν να επιτευχθεί το ίδιο αποτέλεσμα με μέσα λιγότερο περιοριστικά του ενδοκοινοτικού εμπορίου. 'Οσο και αν είναι αληθές ότι, ελλείψει εναρμονίσεως των εθνικών κανόνων, κάθε κράτος μέλος είναι ελεύθερο να καθορίζει, κατά τη διακριτική του ευχέρεια, περισσότερο ή λιγότερο υψηλό επίπεδο προστασίας του καταναλωτή, πάντως, κατά πάγια κατεύθυνση του Δικαστηρίου, η ενδεχόμενη θέσπιση περισσότερο δρακόντειων μέτρων μπορεί να δικαιολογηθεί μόνον όταν παρίσταται αναγκαία για να εξασφαλίσει αυτό το επίπεδο προστασίας.
19. Μια πρόσφατη εξέλιξη της νομολογίας του Δικαστηρίου επιτρέπει εξ άλλου μια νέα θεώρηση. Ενώ μέχρι τώρα το κριτήριο ελέγχου της αναλογικότητας συνίστατο στην αξιολόγηση του αν, με δεδομένο ορισμένο επίπεδο προστασίας το οποίο καθόριζε ένα κράτος μέλος, το επίπεδο αυτό μπορούσε να επιτευχθεί και με μέσα λιγότερο περιοριστικά του ενδοκοινοτικού εμπορίου από εκείνα που θέσπισε το εν λόγω κράτος, αντιθέτως, η απόφαση που εξέδωσε το Δικαστήριο στις 20 Σεπτεμβρίου 1988, στην υπόθεση 302/86, Επιτροπή κατά Βασιλείου της Δανίας, Rec. 1988, σ. 4607, ξεκινά από την παραδοχή ότι ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να επιβάλει να τηρείται μια επιτακτική απαίτηση προστασίας κατά εκατό τοις εκατό μέσω ορισμένης ρύθμισης, όταν κρίνεται επαρκές το επίπεδο προστασίας που μπορεί να επιτευχθεί με άλλα μέσα. Βάσει της νέας αυτής θεώρησης, θα μπορούσε, παραδείγματος χάρη, να εξεταστεί, στην υπό κρίση περίπτωση, αν ένα σύστημα μέτρων σαν αυτό που υποδεικνύει ο κατηγορούμενος της κύριας δίκης θα ήταν ικανό να εξασφαλίσει ένα προστατευτικό δίχτυ με διάκενα τόσο στενά, ώστε να αφήνουν τον καταναλωτή εκτεθειμένο στον κίνδυνο εξαπάτησης σε σποραδικές μόνο περιπτώσεις και να περιορίσουν πάντως τη βαρύτητα των πιθανών απατών.
20. Υπό το φως των σκέψεων που ανέπτυξα παραπάνω, μου φαίνεται δυνατό να προβώ σε μια ανάλυση σε δύο στάδια : πρώτα για να ελέγξω αν η απαγόρευση των πωλήσεων "από πόρτα σε πόρτα" παρίσταται αναγκαία για να εξασφαλίσει την προστασία του καταναλωτή στο επίπεδο που έχει καθορίσει η εθνική νομοθεσία και έπειτα, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, για να εξετάσω μήπως τυχόν, υπό το πρίσμα του κοινοτικού δικαίου, είναι αποδεκτό και ένα επίπεδο προστασίας κατώτερο από εκείνο που εξασφαλίζει η γαλλική νομοθεσία.
21. Η ανάγκη θέσπισης ιδιαίτερα αυστηρών μέτρων, για την πλήρη εξασφάλιση του επιπέδου προστασίας του καταναλωτή στην περίπτωση πωλήσεως μέσω επισκέψεως κατ' οίκον, μου φαίνεται κατ' εξοχήν δικαιολογημένη όσον αφορά την πώληση διδακτικού υλικού, εν γένει, και μαθημάτων γλωσσών ειδικότερα. Πράγματι, όταν προωθεί την πώληση μαθημάτων γλωσσών, ο πωλητής απευθύνεται κυρίως σε πρόσωπα που επιθυμούν να μάθουν μια γλώσσα που τους είναι εντελώς άγνωστη και που μόνο εκ των υστέρων θα μπορέσουν να κρίνουν αν η προταθείσα μέθοδος διδασκαλίας τους εξυπηρέτησε για την επιδίωξη αυτού του σκοπού. Αντίθετα δηλαδή απ' ό,τι η προσφορά άλλων αγαθών ή υπηρεσιών, η προσφορά διδακτικού υλικού, και ειδικότερα υλικού εκμαθήσεως γλωσσών, απευθύνεται σε ένα δυνητικό αγοραστή που, εξ ορισμού, δεν είναι σε θέση να αξιολογήσει την ποιότητα του αγαθού ή της υπηρεσίας που του προτείνεται και που, γι' αυτό το λόγο, μπορεί να εξαπατηθεί πολύ ευκολότερα απ' ό,τι, παραδείγματος χάρη, ο δυνητικός αγοραστής ενός καινούργιου αυτοκινήτου, ο οποίος πρέπει κατ' ανάγκην, στις πλείστες των περιπτώσεων, να κατέχει ένα minimum γνώσεων των χαρακτηριστικών και της λειτουργίας του προϊόντος "αυτοκίνητο".
22. Υπάρχουν και κάποιες άλλης τάξεως σκέψεις που με ωθούν στο να μη θεωρώ δυσανάλογα τα ιδιαίτερα αυστηρά μέτρα προστασίας του καταναλωτή : είναι η ψυχολογική κατάσταση πολλών δυνητικών αγοραστών διδακτικού υλικού. Πρόκειται, πράγματι, συχνά είτε για σπουδαστές που χρειάζονται να αποκτήσουν συγκεκριμένες γνώσεις για να συνεχίσουν τις σπουδές τους, είτε για εργαζομένους που ελπίζουν να βρουν, χάρη στην απόκτηση νέων γνώσεων, ευκαιρίες επαγγελματικής προώθησης. Το ισχυρό ψυχολογικό κίνητρο της επιλογής μπορεί εύκολα να ωθήσει τους καταναλωτές αυτούς στο να απωθήσουν ασυνείδητα κάθε αμφιβολία ως προς την αποτελεσματικότητα μιας μεθόδου μελέτης ή ορισμένου διδακτικού υλικού, προς το οποίο συνδέουν ιδιαίτερες ελπίδες επιτυχίας στις σπουδές ή στην επαγγελματική ζωή και να μην χρησιμοποιήσουν ορθώς τους μηχανισμούς διασφαλίσεως, όπως παραδείγματος χάρη τη δυνατότητα να υπαναχωρήσουν από τη σύμβαση, τους οποίους ενδεχομένως προβλέπει ο νόμος.
23. Τέλος, έναντι της πωλήσεως ορισμένων άλλων αγαθών και υπηρεσιών, η πώληση διδακτικού υλικού διακρίνεται κατά το ότι η κακή ποιότητα του παρεχόμενου υλικού μπορεί να έχει αρκετά σοβαρές συνέπειες από άποψη τόσο οικονομική, δεδομένου ότι πρόκειται συχνά για σημαντική δαπάνη, όσο και επένδυσης προσωπικού μόχθου, εφόσον ο ενδιαφερόμενος πρέπει, όπως και νάναι, να αφιερώσει στη μελέτη πολύ χρόνο και μεγάλη διανοητική προσπάθεια, που θα πήγαιναν χαμένα αν τυχόν τα αποτελέσματα αποδεικνύονταν πενιχρά.
24. Τα παραπάνω δεν αποκλείουν, όπως παρατήρησε ο κατηγορούμενος της κύριας δίκης, το ενδεχόμενο να υπάρχουν άλλοι τομείς στους οποίους ανάλογες θεωρήσεις θα δικαιολογούσαν εξίσου αυστηρές διατάξεις, ενώ αντιθέτως οι εθνικές νομοθεσίες αρκούνται στη θέσπιση πολύ λιγότερο περιοριστικών διατάξεων.
Ωστόσο, ελλείψει ενιαίας ρυθμίσεως, η ευχέρεια καθορισμού του επιπέδου προστασίας εμπίπτει στη διακριτική εξουσία των κρατών μελών και, έστω και αν είναι ενδεχομένως επικριτέα τα κίνητρα που ώθησαν ένα κράτος να είναι αυστηρότερο σε ένα τομέα απ' ό,τι σε άλλον, αυτό δεν αποτελεί λόγο αμφισβητήσεως του κύρους της αυστηρότερης ρύθμισης υπό το πρίσμα του κοινοτικού δικαίου, εκτός αν αποδεικνύεται ότι το διαφορετικό επίπεδο προστασίας βρίσκει τον λόγο υπάρξεώς του στη συγκεκαλυμμένη πρόθεση παρεμπόδισης των εισαγωγών ενός εμπορεύματος από άλλο κράτος μέλος.
25. Από τις προεκτεθείσες σκέψεις πρέπει επομένως να συναχθεί ότι η απαγόρευση των πωλήσεων "από πόρτα σε πόρτα" παρίσταται αναγκαία προς εξασφάλιση της προστασίας του καταναλωτή στο επίπεδο το οποίο επιδιώκει η εθνική νομοθεσία, τούτο δε ασχέτως της σοβαρότητας του συγκεκριμένου οργανισμού διδασκαλίας εξ αποστάσεως και της εγκυρότητας του διδακτικού υλικού το οποίο διαθέτει προς πώληση, σημεία στα οποία επέμεινε ιδιαιτέρως ο Buet, χωρίς όμως να αποδείξει ότι έχει πλέον εκλείψει στον οικείο τομέα εκείνη η δυνατότητα καταχρήσεων που είχε στο παρελθόν καταστήσει αναγκαία τη θέσπιση αυστηρής νομοθετικής ρύθμισης.
26. Πρέπει ακόμα να διερωτηθούμε μήπως, υπό το φως της πρόσφατης νομολογίας του Δικαστηρίου, θα μπορούσε να διερευνηθεί, στην υπό κρίση περίπτωση, η δυνατότητα να θεωρηθεί επαρκής και μικρότερος βαθμός προστασίας.
27. Νομίζω ότι στο ερώτημα αυτό η απάντηση πρέπει να είναι αρνητική. Πράγματι, μια λιγότερο αυστηρή και λιγότερο απόλυτη προστασία θα άφηνε τελικά εκτεθειμένα στον κίνδυνο εξαπάτησης ακριβώς τα πρόσωπα εκείνα που, για λόγους βιολογικούς ή κοινωνικούς, στερούνται εφοδίων και μέσων άμυνας, όπως οι ηλικιωμένοι και οι μετανάστες εργαζόμενοι. Αυτές ακριβώς οι κατηγορίες προσώπων, που χρήζουν ιδιαίτερης προστασίας, είναι πράγματι εκείνες που είναι και λιγότερο σε θέση να χρησιμοποιήσουν κάποιες πιο ευέλικτες εγγυήσεις, όπως, παραδείγματος χάρη, η ευχέρεια υπαναχώρησης από τη σύμβαση εντός ορισμένης προθεσμίας από τη σύναψή της.
28. Με βάση τις προεκτεθείσες σκέψεις, προτείνω επομένως να δοθεί η εξής απάντηση στο ερώτημα που υπέβαλε το Cour d' appel de Paris:
"Το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ δεν εμποδίζει την εφαρμογή ενός κανόνα εσωτερικού δικαίου κράτους μέλους, ισχύοντος αδιακρίτως για τα εγχώρια και τα εισαγόμενα προϊόντα, ο οποίος απαγορεύει την πώληση "από πόρτα σε πόρτα" έντυπου και άλλου διδακτικού υλικού για την εκμάθηση ξένων γλωσσών."
(*) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ιταλική.
(1) Συλλογή 1982, σ. 4575.
(2) Συλλογή 1982, σ. 1211.
(3) GU 1970, L 13, σ. 29.
(4) Υπόθεση 120/78, Racc. 1979, σ. 649.
(5) ΕΕ 1985, L 372, σ. 31.
(6) Βλέπε, π.χ., απόφαση της 1ης Ιουλίου 1984, υπόθεση 51/83, Επιτροπή κατά Ιταλικής Δημοκρατίας, Συλλογή 1984, σ. 2793.
Full & Egal Universal Law Academy