Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
Υπάλληλοι - Αποδοχές - Διορθωτικοί συντελεστές - Ανά πενταετία προσαρμογή - Κριτήρια - 'Οροι διαβιώσεως στους διάφορους τόπους υπηρεσίας - Υπολογισμός του στοιχείου "κατοικία" - Υποχρέωση λήψεως υπόψη των μισθωμάτων που καταβάλλονται μόνο από τους κοινοτικούς υπαλλήλους στις πρωτεύουσες των κρατών μελών και στους λοιπούς κύριους τόπους υπηρεσίας - Ημερομηνία ενάρξεως ισχύος της προσαρμογής - Ημερομηνία στην οποία αναφέρεται ο έλεγχος
(Κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 64)
Διάδικοι
Στην υπόθεση 7/87,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους νομικούς της συμβούλους, H. Etienne και Δ. Γκουλούση, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Γ. Κρεμλή, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, κτίριο Jean Monnet,
προσφεύγουσα,
κατά
Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενου από το νομικό του σύμβουλο, J. Carbery, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον J. Kaeser, διευθυντή της νομικής υπηρεσίας της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων,
καθού,
που έχει ως αντικείμενο την ακύρωση του κανονισμού (ΕΟΚ, Ευρατόμ, ΕΚΑΧ) 3619/86 του Συμβουλίου, της 26ης Νοεμβρίου 1986, για την τροποποίηση των διορθωτικών συντελεστών που εφαρμόζονται στη Γαλλία, Γερμανία, Δανία, Ελλάδα, Ηνωμένο Βασίλειο, Ιρλανδία, Ιταλία και Κάτω Χώρες επί των αποδοχών και συντάξεων των υπαλλήλων και του λοιπού προσωπικού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΕΕ L 336, σ.1),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
συγκείμενο από τους Mackenzie Stuart, πρόεδρο, G. Bosco και Ο. Due, προέδρους τμήματος, U. Everling, K. Bahlmann, Y. Galmot και R. Joliet, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: J. L. da Cruz Vilaca
γραμματέας: H. A. Ruehl
έχοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση όπως συμπληρώθηκε και κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 26ης Ιανουαρίου 1988,
αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 28ης Απριλίου 1988,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 15 Ιανουαρίου 1987, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων άσκησε, δυνάμει του άρθρου 173, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ, προσφυγή με την οποία ζητεί να ακυρωθεί ο κανονισμός 3619/86 του Συμβουλίου, της 26ης Νοεμβρίου 1986, για την τροποποίηση των διορθωτικών συντελεστών που εφαρμφόζονται στη Γαλλία, Γερμανία, Δανία, Ελλάδα, Ηνωμένο Βασίλειο, Ιρλανδία, Ιταλία και Κάτω Χώρες επί των αποδοχών και συντάξεων των υπαλλήλων και του λοιπού προσωπικού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΕΕ L 336, σ. 1).
2 Το άρθρο 63, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (στο εξής: κανονισμός) ορίζει: "οι αποδοχές του υπαλλήλου εκφράζονται σε βελγικά φράγκα. Καταβάλλονται στο νόμισμα της χώρας, στην οποία ο υπάλληλος ασκεί τα καθήκοντά του".
3 Προκειμένου οι αποδοχές των υπαλλήλων να έχουν ίση αγοραστική δύναμη, ανεξάρτητα από τον τόπο υπηρεσίας, το άρθρο 64, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως προβλέπει ότι οι αποδοχές του υπαλλήλου που εκφράζονται σε βελγικά φράγκα προσαρμόζονται βάσει διορθωτικού συντελεστή, ανώτερου, κατώτερου ή ίσου προς το 100 %, ανάλογα με τους όρους διαβιώσεως στους διαφόρους τόπους υπηρεσίας". Το άρθρο 64, δεύτερο εδάφιο, διευκρινίζει ότι οι συντελεστές καθορίζονται από το Συμβούλιο ύστερα από πρόταση της Επιτροπής.
4 Με απόφαση της 26ης Ιουνίου 1976 περί της μεθόδου προσαρμογής των αποδοχών των υπαλλήλων και του λοιπού προσωπικού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων που δεν δημοσιεύθηκε, το Συμβούλιο ανέθεσε στη Στατιστική Υπηρεσία των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων να ελέγχει περιοδικά "αν οι σχέσεις μεταξύ διορθωτικών συντελεστών καθορίζουν σωστά την ισοτιμία της αγοραστικής δυνάμεως στους διαφόρους τόπους υπηρεσίας" (σημείο ΙΙ, 1, δεύτερο εδάφιο, αυτής της αποφάσεως).
5 Με απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 1981 περί τροποποιήσεως της μεθόδου προσαρμογής των αποδοχών των υπαλλήλων και του λοιπού προσωπικού των Κοινοτήτων (ΕΕ L 386, σ. 6), το Συμβούλιο υιοθέτησε νέα μέθοδο προσαρμογής των αποδοχών (στο εξής: μέθοδος του 1981), που αντικατέστησε τη μέθοδο που είχε αποφασιστεί στις 26 Ιουνίου 1976. Κατά τη νέα αυτή μέθοδο, όπως διευκρινίζεται στο σημείο ΙΙ, 1.1, δεύτερο εδάφιο, ο έλεγχος διενεργείται ανά πενταετία, σε συμφωνία με τις στατιστικές υπηρεσίες των κρατών μελών και αφορά την αγοραστική δύναμη του προσωπικού που υπηρετεί στις πρωτεύουσες των κρατών μελών. Η νέα μέθοδος ισχύει για την περίοδο από 1ης Ιουλίου 1981 μέχρι 30ής Ιουνίου 1991.
6 Προκειμένου να ελέγξει εάν οι διορθωτικοί συντελεστές αντικατόπτριζαν πιστά την εξέλιξη του κόστους ζωής από 1ης Ιανουαρίου 1976 μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 1980, η Στατιστική Υπηρεσία των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων διεξήγαγε έρευνες το 1980 και 1981. Με εξαίρεση το στοιχείο "κατοικία", οι έρευνες αφορούσαν, για όλα τα λοιπά στοιχεία, τις τιμές που απαιτούνταν την 1η Ιανουαρίου 1981 στις πρωτεύουσες για τα αγαθά και τις υπηρεσίες που αντικατοπτρίζουν τις καταναλωτικές συνήθειες των κοινοτικών υπαλλήλων. Ως προς το στοιχείο "κατοικία", επειδή δεν υπήρχαν διαθέσιμα αριθμητικά στοιχεία για τα μισθώματα που καταβάλλονταν από τους κοινοτικούς υπαλλήλους στις πρωτεύουσες, το κόστος τους μετρήθηκε βάσει των μισθωμάτων που καταβάλλονταν την 1η Ιανουαρίου 1981 από τον πληθυσμό, γενικά, σε κάθε κράτος μέλος θεωρούμενο στο σύνολό του.
7 Βάσει των αποτελεσμάτων των ερευνών αυτών, η Επιτροπή κατάρτισε πρόταση κανονισμού περί τροποποιήσεως των διορθωτικών συντελεστών, η οποία υποβλήθηκε στο Συμβούλιο στις 17 Ιουλίου 1984. Στην αιτιολογική έκθεση της προτάσεως, η Επιτροπή εξήγησε ότι αμφέβαλλε για την αξιοπιστία των συναχθέντων αριθμητικών στοιχείων, λόγω της χρησιμοποιηθείσας για τον υπολογισμό του στοιχείου "κατοικία" μεθόδου. Προκειμένου να μειωθεί ο κίνδυνος σφαλμάτων από τη μέθοδο αυτή, πρότεινε να τροποποιηθούν, προς τα πάνω ή προς τα κάτω, μόνον οι διορθωτικοί συντελεστές των οποίων η τροποποίηση υπερέβαινε το 2,5 %. Η πρόταση προέβλεπε ότι οι νέοι διορθωτικοί συντελεστές θα άρχιζαν να ισχύουν την 1η Ιανουαρίου 1981.
8 Κατά τη συζήτηση της προτάσεως, το Συμβούλιο αντέτεινε ότι, δυνάμει του άρθρου 64 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, κάθε μεταβολή, έστω και ελάχιστη, των όρων διαβιώσεως, έπρεπε να λαμβάνεται υπόψη. Του φάνηκε, κατά συνέπεια, παράνομη η προσαρμογή μόνο εκείνων των διορθωτικών συντελεστών των οποίων η τροποποίηση υπερέβαινε το 2,5 %.
9 'Υστερα από τις αντιρρήσεις του Συμβουλίου, η Επιτροπή ανέθεσε στη Στατιστική Υπηρεσία των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων να διεξαγάγει έρευνα περί των μισθωμάτων που καταβάλλονταν την 1η Ιανουαρίου 1981 από τους κοινοτικούς υπαλλήλους στις πρωτεύουσες. Η υπηρεσία ενημερώθηκε προς τούτο από τα μεσιτικά γραφεία, στα τέλη του 1984 και στις αρχές του 1985, για τα μισθώματα που ζητούνταν τότε στις πρωτεύουσες για τους διαφόρους τύπους κατοικίας που χρησιμοποιούνται συνήθως από τους κοινοτικούς υπαλλήλους. Η υπηρεσία υπολόγισε στη συνέχεια τα μισθώματα που είχαν ζητηθεί για τους ίδιους τύπους κατοικίας κατά την 1η Ιανουαρίου 1981, στηριζόμενη στην εξέλιξη του δείκτη των τιμών των μισθωμάτων που είχε λάβει χώρα από τότε.
10 Στις 23 Δεκεμβρίου 1985, η Επιτροπή υπέβαλε στο Συμβούλιο νέα πρόταση που αντικαθιστούσε την πρώτη και ελάμβανε υπόψη τα αποτελέσματα της έρευνας περί των μισθωμάτων. Η δεύτερη αυτή πρόταση διατήρησε ως ημερομηνία ενάρξεως ισχύος των νέων διορθωτικών συντελεστών την 1η Ιανουαρίου του 1981.
11 Στις 26 Νοεμβρίου 1986 το Συμβούλιο εξέδωσε τον προσβαλλόμενο κανονισμό που αφίσταται της προτάσεως της Επιτροπής σε δύο σημεία.
12 Πρώτον, ο προσβαλλόμενος κανονισμός απορρίπτει τα αποτελέσματα της έρευνας περί των μισθωμάτων, ιδίως λόγω του ότι "δεν στηρίχτηκε σε πραγματικά αντιπροσωπευτικό δείγμα κατοικιών. Η έρευνα αυτή έπρεπε, άλλωστε, να διεξαχθεί, σύμφωνα με το σημείο ΙΙ, 1.1, δεύτερο εδάφιο, του παραρτήματος της αποφάσεως 81/1061/Ευρατόμ, ΕΚΑΧ, ΕΟΚ σε συμφωνία με τις εθνικές στατιστικές υπηρεσίες". Ο κανονισμός διευκρινίζει ότι, υπό τις συνθήκες αυτές, "πρέπει, στο παρόν στάδιο, να διατηρηθεί η προηγούμενη μέθοδος που προσφεύγει στις εθνικές μέσες τιμές μισθωμάτων που προκύπτουν από τα εθνικά λογιστικά στοιχεία εν αναμονή μελέτης της Επιτροπής για τη δυνατότητα βελτιώσεως της μεθόδου που χρησιμοποιείται για τον υπολογισμό του στοιχείου "μίσθωμα".
13 Δεύτερον, ο προσβαλλόμενος κανονισμός δεν ορίζει ως ημερομηνία ενάρξεως ισχύος των νέων διορθωτικών συντελεστών την 1η Ιανουαρίου 1981, αλλά την 1η Ιουλίου 1986. Διευκρινίζει σχετικά ότι, "εάν ληφθούν υπόψη οι ημερομηνίες υποβολής της αρχικής και τροποποιημένης πρότασης, καθώς και οι δυσκολίες που παρουσιάστηκαν για τον ακριβή υπολογισμό του στοιχείου '' μίσθωμα' ' δεν είναι πλέον δυνατό να προσδιοριστεί με αρκετή ακρίβεια η κατάσταση που επικρατούσε την 1η Ιανουαρίου 1981. Πρέπει, επομένως, να επιλεγεί η πρώτη κατάλληλη ημερομηνία μετά την υποβολή της τροποποιημένης πρότασης και, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η 1η Ιουλίου 1986".
14 Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται διεξοδικώς η εφαρμοστέα ρύθμιση, τα πραγματικά περιστατικά, καθώς και οι λόγοι ακυρώσεως και τα επιχειρήματα των διαδίκων. Τα στοιχεία αυτά του φακέλου δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για να σχηματίσει κρίση το Δικαστήριο.
Επί του πρώτου λόγου ακυρώσεως
15 Με τον πρώτο λόγο ακυρώσεως, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, καθορίζοντας τους διορθωτικούς συντελεστές που υπολογίστηκαν, όσον αφορά το στοιχείο "κατοικία", βάσει του κόστους του στοιχείου αυτού για τον πληθυσμό, γενικά, κάθε κράτους μέλους θεωρούμενου στο σύνολό του, και όχι βάσει του κόστους του για τους κοινοτικούς υπαλλήλους στις πρωτεύουσες, ο προσβαλλόμενος κανονισμός αντίκειται τόσο στο άρθρο 64 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως όσο και στη μέθοδο του 1981.
16 Πρέπει, καταρχήν, να εξεταστεί, αν το κόστος του στοιχείου "κατοικία" πρέπει να μετρηθεί μόνο σε επίπεδο πρωτευουσών των κρατών μελών ή αν μπορεί να εκτιμηθεί σε επίπεδο κάθε κράτους μέλους θεωρούμενου στο σύνολό του.
17 Πρέπει να τονιστεί, σχετικά, ότι κατά το άρθρο 64, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, ο διορθωτικός συντελεστής καθορίζεται ανάλογα με τους όρους διαβιώσεως "στους διάφορους τόπους υπηρεσίας". Το Δικαστήριο ερμήνευσε με διάφορες αποφάσεις του της 15ης Δεκεμβρίου 1982 (Roumengous Carpentier, 158/79, Συλλογή 1982, σ. 4379 Birke, 543/79, Συλλογή 1982, σ. 4425 Amesz και λοιποί, 532, 534, 567, 600, 618 και 660/79, Συλλογή 1982, σ. 4465 Battaglia, 737/79, Συλλογή 1982, σ. 4497), τον όρο "τόποι υπηρεσίας" που αναφέρεται στην ανωτέρω διάταξη, υπό την έννοια ότι αφορά τόσο τις πρωτεύουσες των κρατών μελών όσο και τους ακριβείς τόπους στους οποίους ασκείται δραστηριότητα αρκετά σημαντικού αριθμού υπαλλήλων και λοιπού προσωπικού των Κοινοτήτων.
18 Από το άρθρο 64, πρώτη παράγραφος, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, προκύπτει επομένως ότι το κόστος του στοιχείου "κατοικία" πρέπει να υπολογίζεται αποκλειστικά στο επίπεδο των πρωτευουσών των κρατών μελών, καθώς και των ακριβών τόπων, στους οποίους διεξάγεται δραστηριότητα επαρκώς σημαντικού αριθμού υπαλλήλων και λοιπού προσωπικού των Κοινοτήτων.
19 Στη συνέχεια πρέπει να εξεταστεί αν το κόστος του στοιχείου "κατοικία" πρέπει να υπολογίζεται σε σχέση με τα έξοδα κατοικίας που βαρύνουν μόνο τους κοινοτικούς υπαλλήλους στις πρωτεύουσες και τους άλλους τόπους υπηρεσίας ή αν μπορεί να εκτιμάται σε σχέση με τα όμοια έξοδα που βαρύνουν τον πληθυσμό, γενικά, στις ίδιες πρωτεύουσες και τους ίδιους τόπους υπηρεσίας.
20 Επειδή οι τύποι κατοικίας που χρησιμοποιούνται συνήθως από τους κοινοτικούς υπαλλήλους στις πρωτεύουσες και τους άλλους τόπους υπηρεσίας μπορούν να διαφέρουν από τους τύπους κατοικιών που χρησιμοποιούνται από τον πληθυσμό, γενικά, στις ίδιες πρωτεύουσες και τους ίδιους τόπους υπηρεσίας, το κόστος του στοιχείου "κατοικία" πρέπει να υπολογίζεται βάσει όμοιων εξόδων που βαρύνουν τους κοινοτικούς υπαλλήλους στις πρωτεύουσες και τους άλλους τόπους υπηρεσίας.
21 Καθορίζοντας, συνεπώς, τους διορθωτικούς συντελεστές που υπολογίστηκαν, όσον αφορά το στοιχείο "κατοικία", βάσει του κόστους του στοιχείου αυτού για τον πληθυσμό, γενικά, σε κάθε κράτος μέλος θεωρούμενο συνολικά, το Συμβούλιο παρέβη με τον κανονισμό του τους γενικούς κανόνες που θέσπισε το ίδιο με το άρθρο 64 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως.
22 Υπό τις συνθήκες αυτές ο πρώτος λόγος ακυρώσεως πρέπει να γίνει δεκτός, χωρίς να είναι απαραίτητη η εξέταση των επιχειρημάτων που αντλούνται από τη μέθοδο του 1981.
Επί του δεύτερου λόγου ακυρώσεως
23 Με το δεύτερο λόγο ακυρώσεως, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι ο προσβαλλόμενος κανονισμός, καθορίζοντας την 1η Ιουλίου 1986 ως ημερομηνία ενάρξεως ισχύος των νέων διορθωτικών συντελεστών, ενώ ο σχετικός έλεγχος αφορούσε το κόστος ζωής κατά την 1η Ιανουαρίου 1981, αντίκειται τόσο στο άρθρο 64 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως όσο και τη μέθοδο του 1981.
24 Πρέπει να γίνει δεκτό ότι το άρθρο 64 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως δεν προσφέρει τίποτα όσον αφορά το πρόβλημα που θέτει ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως.
25 Η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, στην οποία στηρίζεται η διάταξη αυτή, επιβάλλει, εντούτοις, την αναδρομική ισχύ των νέων διορθωτικών συντελεστών από την ημερομηνία στην οποία αναφέρεται ο έλεγχος. Πράγματι, αν η προσαρμογή δεν είχε αναδρομικό χαρακτήρα, δεν θα καταργούνταν ποτέ οι ανισότητες ως προς την αγοραστική δύναμη των υπαλλήλων που διαπιστώθηκαν για διάστημα ενδεχομένως περισσοτέρων του ενός ετών, πράγμα που θα ήταν ασυμβίβαστο με την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως.
26 Απ' αυτό συνάγεται ότι ο προσβαλλόμενος κανονισμός, καθορίζοντας την 1η Ιουλίου 1986 ως ημερομηνία ενάρξεως ισχύος των νέων διορθωτικών συντελεστών που συνάχθηκαν από τον έλεγχο σχετικά με το κόστος ζωής κατά την 1η Ιανουαρίου 1981, παραβιάζει την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, στην οποία στηρίζεται το άρθρο 64 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως.
27 Επομένως, ο δεύτερος λόγος πρέπει να γίνει επίσης δεκτός, χωρίς να είναι αναγκαία η εξέταση των επιχειρημάτων που αντλούνται από τη μέθοδο του 1981.
28 Απ' όλα τα ανωτέρω προκύπτει ότι ο προσβαλλόμενος κανονισμός πρέπει να ακυρωθεί.
29 Εντούτοις, προκειμένου να αποφευχθεί κενό στο καθεστώς των αποδοχών, τα αποτελέσματα του ακυρωθέντος κανονισμού πρέπει να διατηρηθούν μέχρι θεσπίσεως από το Συμβούλιο των μέτρων που υποχρεούται να λάβει σε εκτέλεση της παρούσας απόφασης.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
30 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα. Εν προκειμένω, κανένας από τους διαδίκους δεν υπέβαλε αίτημα περί των εξόδων. Υπό τις συνθήκες αυτές κάθε διάδικος πρέπει να φέρει τα δικά του έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
αποφασίζει:
1) Ακυρώνει τον κανονισμό 3619/86 του Συμβουλίου, της 26ης Νοεμβρίου 1986 (ΕΕ L 336, σ. 1).
2) Τα αποτελέσματα του εν λόγω κανονισμού διατηρούνται μέχρι να θεσπίσει το Συμβούλιο τα μέτρα που υποχρεούται να λάβει σε εκτέλεση της παρούσας απόφασης.
3) Κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά του έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy